Blog Σελίδα 8716

Η μάνα μου με πήγε με τη βία να μου ελέγξουν την παρθενιά. Πέρασα βασανιστήρια απο τους γονείς μου

0

Απο τη δημοσια ομάδα Φίλοι Ψυχολογίας

Μεγαλώσαμε με τ μαμά μου ο μπαμπάς μου απουσίαζε τα πρώτα χρόνια για δουλειά. Η μαμά μου αρκετά αυστηρή με πολλά ψυχολογικά κ ψυχαναγκασμους. Να αναφέρω ένα από τα περιστατικά που έχω ζήσει, τότε ήμουν 6-7 χρόνων και είχαμε πάει σε μια φιλη της η οποία είχε δυο παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Το αγόρι τότε ήταν 14-15. Η μητέρα μου λοιπόν με την φιλη της μας άφησαν στο σπίτι και πήγαν σε μια άλλη γειτόνισσα δίπλα. Έμεινα εγώ να παίζω με την κόρη της φίλης της και ο γιος της φίλης της είχε πάει στο δωμάτιο του. Έτσι λοιπόν πέρασε η ώρα και πήγαμε σπίτι μας. Τότε άρχισε το μαρτύριο.

Άρχισε να με ρωτάει αν έκανα κάτι με το αγόρι εκείνο. Να της λέω όχι και να επιμενει πως κάτι έγινε και δεν το θυμάμαι η με μέθυσε και δεν το θυμάμαι. Να μου το λέει ξανά και ξανά μέχρι να ακούσει την απάντηση που θέλει. Οι μέρες που ακολούθησαν ηταν ένα μαρτύριο. Ήθελε να δει τον παρθενικό υμένα ότι είναι όλα καλά. Ντρεπόμουν τόσο πολύ .. φοβόμουν απίστευτα πολύ. Με απειλούσε πως αν τυχόν γίνει κάτι τέτοιο θα με διώξει από το σπίτι. Δεν με πίστευε έτσι αναγκαστήκαμε να πάμε στον γιατρό. Σε γυναικολόγο. Εγώ έκλαιγα και δεν ήθελα με τίποτα να με δει. Προσπαθούσε να μου κατεβάσει τα ρούχα και τα τραβούσα κλαίγοντας με λιγμους. Με τα πολλά με εξέτασε . Την διαβεβαίωσε πως είναι όλα καλά και δεν έχει γίνει τίποτα. Από τότε άρχισε να με ελέγχει κάθε τρεις κ λιγο σε εκείνη την περιοχή να δει ότι είμαι ακόμα παρθένα. Όλο αυτό μέχρι την ηλικια των 19 ετών.

Με έλεγχε να δει οτι δεν έχω ολοκληρώσει με κανέναν. Είχα φτάσει σε σημείο να την ρωτάω αν μπορώ να πάω τουαλέτα. Ήμουν 7 χρόνων και θεωρούσα τον εαυτό μου π…α. Ντρεπόμουν τόσο πολύ. Ένιωθα οτι έχω κάνει κάτι πολύ κακό. Ακόμα και σήμερα όταν το σκέφτομαι τρέχουν δάκρυα απ τ μάτια μου. Δεν ξέρω γιατί τέτοια εμονη.. με όλα αυτά λοιπόν πίστευα πως είμαι υιοθετημένη (κατι π δεν ισχύει)και εφόσον πάντα έδειχνε αδυναμία στον αδερφό μου. ας μην αναφερθώ στην σωματική κακοποίηση μέχρι και την εφηβεία. Έχω πλέον ενηλικιωθεί έχω φτάσει 25 ετών και ακόμα δεν έχω ολοκληρώσει μου έχει μείνει τραυμα. Δεν πρόκειται ούτε και να γίνει μέχρι να παντρευτώ. Τελοσπαντων σε ηλικια 9 ετών μετακομίσαμε, στα μέσα του δημοτικού δηλαδη , στην πόλη που δούλευε ο μπαμπάς μου. Άλλες δυσκολίες και εκεί. Ο μπαμπάς μου επίσης δύσκολος άνθρωπος. Έχει ένα θέμα υγείας. Επιληψία. Μια φορά είχαμε πάει σε εκδήλωση και ηταν όλοι οι συνάδελφοι του.. χαιρετούσε τους φίλους του. Εγώ δεν τους χαιρέτησα (10 ετών) ετυχε εκείνο το βράδυ να παθει τη κριση επιληψίας και όταν πήγαμε σπίτι εγω τα φορτώθηκα όλα. Ξέσπασε σε μένα με αφορμή οτι δεν χαιρέτησα τους φίλους του. Έφαγα ένα ξύλο που το θυμάμαι ακόμα.

Όλο αυτό επειδη έπαθε τ κριση και ντράπηκε μπροστά στους φίλους του. Λες και εγω δεν ντράπηκα που τον έβλεπαν τα αλλά παιδακια και να με κοιτουσαν περίεργα. Αλλα εμένα δε με ρώτησε κανεις ίσα ίσα τις έφαγα κιόλας. Μια άλλη φορά όταν η μαμά μου έλειπε , είχε πάει στο πατρικό της , είχαμε μείνει με τ μπαμπα .. και επειδη ήμασταν μικρά δεν μπορούσε να μας αφήσει σπίτι έτσι μας πήρε μαζί του. Είχε πάει σε μαγαζί που παίζουν φρουτάκια. Καθόμασταν τόσες πολλές ώρες που αρχίσαμε να τ λέμε να φύγουμε. Μας έλεγε σε λίγο και το σε λίγο έγινε 6 το πρωί. Ο Αδερφος μ είχε κοιμηθεί εκεί. Εγώ δεν μπόρεσα να κοιμηθώ γιατί σκεφτόμουν οτι πάλι εμένα θα κατηγορήσουν. Θα με μαλώσει η μαμά θα μου πει πάλι, ίσως έγινε κάτι με κάποιον και δεν το κατάλαβα..

ηταν γονείς αυστηροί και πολύ παράλογοι. Συνεχώς μας φώναζαν μας συνέκριναν με αλλά παιδιά. Ότι ήμαστε πιο κοντοί πιο λεπτοί πιο κακα παιδιά .. έφτασα στην εφηβεία μου και καθόμουν όλη μέρα στ δωμάτιο μου. Δεν ήθελα να τους βλέπω. Δεν μου έκαναν καλό. Άρχισαν να λένε πως έχω ψυχολογικά για αυτό κάθομαι μόνη μου… δεν έδινα σημασία. Ένα άλλο σκηνικό .. μια μέρα στη 3 γυμνάσιου μετά τ σχολείο με ακολουθούσε ένας συμμαθητής μου ο οποίος με ήθελε πολύ. Δεν του μιλούσα και εκείνος συνέχιζε να με ακολουθεί. Μέχρι που σταματήσαμε σε μια γωνία και με είχε πλησιάσει, εννοείται δν τον άφηνα να κάνει καμία κίνηση .. μας βλέπει η μαμά μου .. πάμε σπίτι , γινεται χαμός. Να ρωτάει τον αδερφό μου ποιος είναι αυτός τι είναι κτλ κτλ. Να με λέει που… και ο μπαμπάς μου να μου λέει πως άμα περάσω πουθενά σε άλλη πόλη για σπουδές και φύγω μακριά τους θα κάνω όργια και αλλά πολλά που δεν μπορώ να αναφέρω.

Εχουμε φτάσει στ σήμερα που ακομα και τωρα ελέγχουν τ ζωή μου με κάθε τρόπο. Από το να έρθει το αγόρι μου να τους πάει εκεί που θέλουν με τ αμάξι μέχρι και το να μείνω μαζί τους στο πατρικό για όσο χρονικό διάστημα θέλουν( μήνες ολόκληρους) ώστε να τους κάνω τις δουλειές τους. Είτε να τους πάω σε γιατρους είτε να ασχοληθώ με δουλειές του σπιτιού η της αυλής τύπου μαστορικά κτλ που δεν εινα καν αρμοδιότητα μου. Με την δικαιολογία πως εκείνοι δεν ξέρουν , ντρέπονται να καλέσουν τηλέφωνο τους μαστόρους και αλλά τρελά. Φτιάχνουν την αυλή αυτό το διάστημα και επειδή είναι ανίκανοι σε όλα. Τα έχω αναλάβει εγώ να τα φερω εις πέρας. Με μάστορες με παραγγελίες και όλα. Αφήνω τις δικές μου δουλειές πίσω. Αφήνω τ μέλλον μου πίσω. Για να τους κάνω τις δουλειές όπως πάντα. Όλα τα δικά μου έχουν μείνει πίσω. Δεν έχω κάνει τ δίκη μου οικογένεια επειδή τους ξεσκατιζω. Κάθομαι και ασχολούμαι μαζί τους όλα αυτά τα χρόνια. Σε γιατρούς σε μηχανικούς σε μάστορες σε ψώνια. Σε όλα.

Ήθελα να φύγω στο εξωτερικό και είχα δεχτεί πρόταση και δεν με άφησαν. Είχαν να κάνουν τις δικές τους δουλειές πρώτα. Από παιδί έπαιρνα τηλέφωνα σε γιατρούς να τους κλείνω ραντεβού με παιδική φωνή .. πολλές φορές νόμιζαν οι γιατροί ότι τους κάνω φαρσα και μου το έκλειναν .. δεν ξέρω γιατί δεν τους ξεγράφω. Δεν ξέρω τι πλύση εγκεφάλου έχω φάει. Δεν ξέρω γιατί ακομα κάθομαι εδώ. Το μόνο που έκαναν ήταν να με σπουδάσουν. Και αυτό ενώ είχαν οικονομίες με άφησαν να μένω σε παλιές εστίες με άστεγους και εξωσχολικούς μέσα, με οποίο κίνδυνο συνεπάγεται αυτό. ( θυμάμαι ερχόντουσαν άλλοι γονείς και δεν άφηναν τα παιδιά τους να μείνουν εκεί )

Εγώ έμεινα. Πολλές φορές από το φόβο μου φτάσει σε σημείο να φτιάξω αυτοσχέδια τουαλέτα για να μην βγαίνω έξω από το δωμάτιο μου στην εστία ( οι τουαλέτες ήταν έξω ) καθώς περνούσαν απ έξω διάφοροι περίεργοι. Μπάνιο έκανα στο μικροσκοπικό μπαλκόνι της εστίας καθώς το μπάνιο της εστίας ήταν σε άθλια κατάσταση. Ποτε δεν με ρώτησαν αν είναι όλα εντάξει ..βοηθησα όμως τον αδερφό μου να διεκδικήσει το καλύτερο δυνατο δωμάτιο , ακόμα και όταν το πήρε οι γονεις μου ζήτησαν να πω να παει σε πιο ψηλό όροφο χωρις κανένα λόγο .. την ίδια ώρα που εγω κοιμόμουν με τις κατσαρίδες .. έχω ξεκινήσει να κάνω τον γονιό από τα 9 μου χρόνια.

ένα άλλο περιστατικό από τα παιδικά μου χρόνια , η μαμά μου ζήλευε τον μπαμπα μου και τον κατηγορούσε ότι έβγαινε με άλλες γυναίκες. Επέμενε τόσο πολύ που έφταναν να πιάνονται στα χέρια. Να την ξυλοκοπεί αργία. Και εμείς να κλαίμε και να τον παρακαλάμε να την αφήσει ήσυχη , όταν ήμουν σχολείο βιάζομουν να μαζέψω τα τετράδια μου μετά τ σχολείο να γυρισω σπίτι μην τυχόν και πάθει τίποτα η μαμά μου. Μην τυχόν κάνει κακο στον εαυτό της. Όταν τα αλλά παιδακια σκεφτόντουσαν τ παιχνίδι την ίδια ώρα εγώ έτρεχα να πάω σπίτι μην τυχόν και της κάνει κακό .. δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ. Όλα μου τα παιδικά χρόνια είναι έτσι. Όλα μου τα εφηβικά χρόνια είναι επίσης μέσα στον φόβο. Φόβος για όλα. μην με δουν με κανένα αγόρι μην με δουν το ένα μην με δουν το άλλο. Πλέον έχω αυτοάνοσα και είμαι τόσο ευάλωτη ψυχολογικά. Ακόμα και τώρα ο αδερφός μου τους δικαιολογεί ότι είναι γονείς μας και μας αγαπανε.. ίσως δεν ξέρει τι πέρασα ίσως εκείνος λαμβάνει διαφορετική αγάπη.

Η μάνα μου με ανάγκασε να κάνω έκτpωσn και τώρα δεν μπορώ να πıάσω παıδί. Πλnρώνω την αμαρτiα

0

Γειά σας. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας το πρόβλημά μου που με βαραίνει τα τελευταία 6 χρόνια.

Στα 19 μου έμεινα έγκυος από το σύντροφό μου ενώ είχαμε μόνο 6 μήνες σχέση. Μπορεί να μην ήμασταν καιρό μαζί, όμως δεν ήμασταν καθόλου αρνητικοί στο να αποκτήσουμε παιδάκι γιατί νιώθαμε πολύ ερωτευμένοι. Ο σύντροφος μου είναι 5 χρόνια μεγαλύτερός μου. Δηλαδή τότε ήταν 24. Οι γονείς του του είχαν πολλή αδυναμία και έτσι πέρα από σπουδές δεν είχε δουλέψει μέχρι τότε κάπου, ωστόσο ήταν διατεθειμένος να ξεκινήσει άμεσα. Όλα μέχρι εδώ καλά.

Το πρόβλημα στην ιστορία μας ήταν η μητέρα μου, η οποία αντιπαθούσε το σύντροφό μου και μας θεωρούσε ανίκανους σε αυτή την ηλικία να μεγαλώσουμε ένα παιδί χωρίς να έχει κανένας από τους δυο σταθερή δουλειά. Μου έκανε τέτοιο ψυχολογικό πόλεμο που με έδιωξε από το σπίτι και όσες φορές προσπαθούσα να επικοινωνήσω μαζί της μου έλεγε: όταν το ρίξεις μπορείς να γυρίσεις πίσω και να είμαστε όπως πριν.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω ότι επειδή η μητέρα μου είχε παλιότερα αποβολές και έχει περάσει δύσκολα ήμουν σίγουρη ότι θα με στηρίξει στην εγκυμοσύνη μου και τελικά είδα έναν άλλο άνθρωπο, έναν άνθρωπο που δεν είχα ξαναδεί και δεν πίστευα ότι υπάρχει.

Εγώ με τη μητέρα μου είχα τρελό δέσιμο γιατί ο πατέρας μου είχε πεθάνει σε τροχαίο πριν ακόμα γεννηθώ και με μεγάλωσε μόνη της. Ήταν το μόνο στήριγμα που είχα.
Ενώ στην αρχή που έμαθα ότι ήμουν έγκυος ήμουν σίγουρη ότι θα το κρατήσω ακόμα και αν είχαμε τέτοιες δυσκολίες, στην πορεία άρχισα να δυσανασχετώ γιατί ένιωθα εντελώς μόνη μου ακόμα και αν το περιβάλλον μου ήταν θετικό στο να το κρατήσω. Ήθελα τη μητέρα μου δίπλα μου και δεν την είχα. Έτσι λοιπόν πήρα την απόφαση λίγες μέρες πριν μπω στον τρίτο μήνα να το ρίξω. Ήθελα τη μανούλα μου πίσω. Οι ορμόνες μου ήταν χάλια. Ήξερα ότι ήταν η μόνη λύση.

6 χρόνια μετά είμαι με τον ίδιο σύντροφο. Παντρεμένοι, με δουλειά και οι δύο και παραδόξως με τα χρόνια η μητέρα μου τον αγάπησε.

Το θέμα μου τώρα είναι ότι δεν μπορώ να πιάσω παιδί και προσπαθούμε εδώ και δύο χρόνια. Έχω το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών συνεπώς δεν έχω καθόλου περίοδο και όταν έρχεται μια στις τόσες δεν κάνω ωορρηξία. Αυτό το πράγμα με έχει τσακίσει. Κάθε βράδυ που πάω να κοιμηθώ σκέφτομαι πόσο χρονών θα ήταν το παιδάκι μου αν ζούσε τώρα και ότι δεν αξίζει να ζω με την αμαρτία που έχω κάνει. Κι ότι δεν πιάνω παιδί είναι ένας τρόπος να πληρώσω την αμαρτία που έκανα. Δεν έχουν φύγει οι τύψεις από πάνω μου και νιώθω αβοήθητη. Όλοι γύρω μου κάνουν παιδιά και εγώ ενώ είχα την ευκαιρία δεν το κράτησα και τώρα τραβάω αυτά που τραβάω.

Έχω αλλάξει πολλούς γυναικολόγους αλλά δεν έγινε τίποτα μέχρι τώρα. Θα ήθελα λοιπόν να μου πείτε τις γνώμες σας. Αν έχει περάσει καμία κάτι παρόμοιο και πως το αντιμετώπισε. Επίσης αν το επιτρέπει και η σελίδα θα ήθελα να μου προτείνετε στα σχόλια κάποιον γυναικολόγο που ειδικεύεται σε τέτοια θέματα και είναι Θεσσαλονίκη.

Ευχαριστώ!

Μαίρη

Η μάνα μου λέγεται Παρασκευή και η πεθερά μου Κυριακή. Πως να συνδυάσω αυτά τα ονόματα σε ένα;

0

Η Μαρία βρέθηκε μπροστά σε ένα μικρό αλλά όμορφο δίλημμα: ήθελε να τιμήσει δύο από τις πιο σημαντικές γυναίκες της ζωής της, τη μητέρα της, την Παρασκευή, και την πεθερά της, την Κυριακή.

Σκέφτηκε αρκετά, γιατί ήθελε το αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερο, να εκφράζει όλη την αγάπη και τον σεβασμό που είχε για εκείνες. Αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να συνδυάσει δύο ονόματα που ξεχωριστά είχαν τόσο μεγάλη σημασία.

how to make your mother in law love you

Μια μέρα, καθώς έπινε τον καφέ της στο μπαλκόνι, άρχισε να ψιθυρίζει τα ονόματα: «Παρασκευή, Κυριακή… Παρασκευή, Κυριακή…».

Χαμογέλασε, γιατί συνειδητοποίησε ότι και οι δύο αυτές μέρες είχαν για εκείνην κάτι κοινό: ήταν μέρες ξεκούρασης, οικογενειακής θαλπωρής, και αγάπης. Κάπως έτσι, αυθόρμητα, γεννήθηκε μέσα της το όνομα «Παρασκευιανή».

Το όνομα αυτό έμοιαζε ιδανικό: είχε την ευγένεια της Παρασκευής και την ομορφιά της Κυριακής. Χωρίς δεύτερη σκέψη, τηλεφώνησε στις δύο γυναίκες για να τους το ανακοινώσει.

Όταν η Παρασκευή και η Κυριακή άκουσαν την ιδέα της, συγκινήθηκαν βαθιά. Κατάλαβαν ότι αυτό το όνομα δεν ήταν απλώς ένας έξυπνος συνδυασμός, αλλά η ζωντανή απόδειξη του πόσο βαθιά τις αγαπούσε.

Έτσι, η Μαρία κατάφερε να ενώσει δύο πολύτιμα πρόσωπα με ένα όνομα που θα θύμιζε για πάντα τη σημασία τους στη ζωή της.

Από εκείνη την ημέρα, η λέξη «Παρασκευιανή» έγινε για όλους κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό όνομα· έγινε σύμβολο μιας μεγάλης οικογενειακής αγκαλιάς.

Η μάνα μου θέλει να κοιμάται μαζί μου, από τότε που χάσαμε τον μπαμπά μου – Η ιστορία του 16χρονου Λευτέρη

0

Με λένε Λευτέρη, είμαι 16 χρονών και πάω πρώτη Λυκείου.

Είδα τυχαία τη σελίδα σας και θέλω να μιλήσω σε κάποιον γιατί δεν έχω χρήματα να δω ειδικό.

Χάσαμε πέρσι τον μπαμπά μου. Ήταν οδηγός φορτηγού και σκοτώθηκε σε τροχαίο πάνω στη δουλειά.

Τα άλλα δύο αδέρφια μου, πάνε δημοτικό και έπρεπε να τους εξηγήσω εγώ γιατί έφυγε ο μπαμπάς. Η μάνα μου ήταν με χάπια και γιατρούς στον κόσμο της δεν μπορούσε ούτε νερό να πιει μόνη της.

Από τότε η μαμά μου σταμάτησε τα χάπια αλλά είναι μελαγχολική και στενοχωρημένη. Της μιλάμε και πολλές φορές είναι σα να χάνεται στον κόσμο της.

Ευτυχώς που δουλεύει και κάπως ξεχνιέται όμως όταν επιστρέφει, βυθίζεται πάλι στη θλίψη της.

Έχουμε προσπαθήσει με τα ξαδέρφια μου να τη βγάλουμε έξω να πάμε μια ταβέρνα μια εκδρομή.

Δεν αλλάζει κάτι. Της λέμε να δει ειδικό δεν θέλει, δεν πάει.

Αυτό που όμως με ενοχλεί πιο πολύ είναι που δεν θέλει να κοιμάται μόνη της στο κρεβάτι που κοιμόταν με τον πατέρα μου και τις νύχτες έρχεται στο δικό μου.

Νιώθω πάρα πολύ άβολα και δεν μπορώ να φέρω την κοπέλα μου ούτε της έχω πει ότι η μάνα μου κοιμάται μαζί μου γιατί θα με χωρίσει.

Το έχω πει στη μάνα μου ότι δεν νιώθω άνετα με αυτό που κάνει αλλά λέει ότι νιώθει ασφάλεια και με έχει ανάγκη και εγώ μετά νιώθω τύψεις.

Και εγώ την χρειάζομαι και λυπάμαι για εκείνη, όμως δεν θέλω να κοιμάται μαζί μου.

Τί να κάνω;

Λευτέρης

Η μάνα μου ήταν 18 όταν γνώρισε τον μπαμπά μου και τα δύο του παιδιά και τον παντρεύτηκε

0

Την παρακάτω ανάρτηση αναδημοσιεύουμε από την ομάδα στο fb Untold Stories με την άδειά της συντάκτριάς του, Άννας Βήχου

Η μαμά μου είναι μια γυναίκα δύο σπιθαμες κι όμως μου φαίνεται τεράστια.

Έμεινε χήρα πριν 9 χρόνια και σήκωσε κι άλλο τα ήδη σηκωμένα της μανίκια. Σε χωράφι δουλεύει. Σπέρνει θερίζει, φτιάχνει κασπω, τριανταφυλλιές, ταιζει τα 39 σκυλιά που της έχουν “πετάξει” κάποιοι καλοί άνθρωποι, τους δίνει νερό, τους φτιάχνει “πισίνες”. Η μαμά μου είναι εκείνη που στην φωτιά στο Τατόι το καλοκαίρι αντί να φύγει , πάλευε να σώσει το χωράφι αλλά κυρίως πάλευε να σώσει τα σκυλιά της. Τα έβαζε σε αμάξια και τα μοίραζε στα σπίτια μας.

Η μάνα μου είναι εκείνη που 18 χρόνων κοριτσάκι γνώρισε τον μπαμπά μου και τα δύο του παιδιά και τον παντρεύτηκε. Πηρε μαζί της τα δύο μικρότερα αδέρφια της και τα έσμιξε με τα δικά του. Και μετά κανανε εμένα. Ένα μικρό σπίτι με 5 παιδιά κι έναν σκύλο. Φωνές , καυγάδες αλλά και γέλια και πλάκες!

Στα 18 μου ήρθε η βαριά κατάθλιψη. Με σήκωνε αγκαλιά ολόκληρη γαιδουρα και με κρατούσε να πάω τουαλέτα. Με έπλενε. Με πήγαινε σε γιατρούς μέχρι να βρούμε τι έχω. Η μάνα μου με περίμενε στην πόρτα την μέρα που πέταξα τα ψυχοφαρμακα και βγήκα έξω μετά από δύο χρόνια. Δεν υπήρχαν κινητά τότε. Άσπρη σαν το πανί ήταν όταν μπήκα σπιτι και σωριαστηκα στον καναπέ ψελιζοντας πως τα κατάφερα. Βγήκα στον δρόμο. Έμεινα όλη μέρα ανάμεσα στους ανθρώπους. Και εκείνη σήκωσε τους ώμους δήθεν αδιάφορα. “Φυσικά! Πώς αλλιώς?” ενώ ταυτόχρονα έβρισκε πάλι την ανάσα της.

Μαμά γεννάω της είπα εκείνο το απόγευμα του Σεπτέμβρη και με περίμενε στην πόρτα του μαιευτηρίου . Ακόμα αναρωτιέμαι πώς έφτασε πριν από εμένα….
-μαμα δεν θέλω , δεν αντέχω να πεθάνει ο μπαμπάς.
-Δεν θα πεθάνει μην φοβάσαι. Εγώ, εγώ θα του δώσω τα πνευμόνια μου.

-μαμα χωρίζω
-Θα σε ξεμαλλιασω , ενώ ταυτόχρονα έπαιρνε ταξί να έρθει πλάι μου.

-μαμα
-ποσα?

-μαμα τον αγαπάω
-ειναι καθίκι. Θα το μετανιώσεις.
-δεν με νοιάζει
-προσεχε .

“Αν την πληγώσεις ξανά θα σε καταστρέψω.”

-Μαμα αν σκότωνα το παιδί μου όπως εκείνη, θα με στηριζες?
-Θα σε σκότωνα και μετά θα πέθαινα. Εγώ θα ήμουν το τέρας αν εσύ σκοτωνες το παιδί σου.

-Μαμα κουράστηκα πολύ σήμερα.
-Αντε ξάπλωσε. Πάρε το μωρό αγκαλιά (τον δωδεκάχρονο εννοεί) και χουχουλιαστε.
-μαμα…
-ερχομαι….

Η μάνα μου έκανε εξωσυζυγική σχέση και έφυγε από το σπίτι. Δεν μας μιλάει πια και μας κατηγορεί

0

Οι γονείς μου ήταν παντρεμένοι πάνω από 30 χρόνια. Το Φεβρουάριο που μας πέρασε ο μπαμπάς μου μας ανακοίνωσε ότι η μητέρα μας γνώρισε κάποιον άλλον και έφυγε μαζί του. Αυτό που διαπίστωσε είναι ότι η μάνα μου σκόπευε από καιρό να φύγει μαζί του, γιατί ήθελε να κάνουν μία προσπάθεια οι δυο τους.

Γνωρίζω ότι ο πατέρας μου και η μητέρα μου είπαν βαριές κουβέντες ο ένας στον άλλον και πέρασαν περίεργες κατά καιρούς φάσεις. Το έβλεπα και εγώ και οι αδερφές μου από καιρό ότι πήγαινε για διαζύγιο η κατάσταση και δεν μας πολυένοιαζε. Καλύτερα να χώριζαν παρά να κάθονται και να τρώγονται όλη την ώρα.

Αυτό που με ενόχλησε πραγματικά όμως είναι ότι η μητέρα μου σηκώθηκε και έφυγε χωρίς να πει το παραμικρό σε εμάς, τα παιδιά της. Ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζουμε που μένει. Δεν μπήκε καν στον κόπο να μας πάρει ένα τηλέφωνο να μας πει πού βρίσκεται. Τηλεφωνεί μόνο στον πατέρα μου, μόνο και μόνο για να τον κατηγορήσει και να τον βρίσει για όσα έζησε πλάι του όλα αυτά τα χρόνια. Το μόνο που κάνει είναι να τον καθιστά υπεύθυνο για όλα τα προβλήματα στο γάμο τους. Τον κατηγορεί ότι κατέστρεψε τη σχέση της μαζί μας και ότι εμείς είμαστε εκείνοι που δεν την παίρνουμε ούτε ένα τηλέφωνο.

Σάμπως και πού την παίρνουμε τηλέφωνο το σηκώνει; Πολλές φορές προσπάθησα, αλλά δεν τα κατάφερα. Μία χτυπάει, μία δείχνει κατειλημμένο, μία είναι κλειστό. Πώς να επικοινωνήσω με κάποια που δεν θέλει να επικοινωνήσει μαζί μου; Είναι δική μου δουλειά και των αδερφών μου να προσπαθήσουμε να σώσουμε τη σχέση μας με τη μητέρα μας;

Ηλιάνα

Η μάνα μου έγινε ιερόδουλη για να με μεγαλώσει, για΄μένα όμως ήταν κυρία! – Η ιστορία του Σταύρου

0

Γεννήθηκα στον Πειραιά. Η μάνα μου ήταν πανέμορφη, μοντέλο σωστό. Δεν εργαζόταν γιατί αγάπησε τρελλά τον πατέρα μου (καθηγητής στο επάγγελμα) ο οποίος της ζήτησε να μην δουλέψει για να κάτσει σπίτι να μεγαλώνει τα παιδιά.

Ήθελε πολλά παιδιά η μητέρα μου αλλά τελικά μετά από μένα, έγινε ένα λάθος επάνω στη γέννα και της αφαίρεσαν μήτρα. Έτσι δεν μπόρεσε να κάνει άλλα.

Καταλαβαίνεις λοιπόν τί αδυναμία μου είχε. Δεν μου έλειπε τίποτα κι αν μου έλειπε, το είχα πριν το ζητήσω. Τον περισσότερο χρόνο τον περνούσα με τη μάνα μου, ο πατέρας μου ερχόταν το μεσημέρι απ’ το Πανεπιστήμιο και χανόταν στα βιβλία του ως αργά το βράδυ. Μια μέρα πήραν τη μάνα μου από το Πανεπιστήμιο και της είπαν να τρέξει γιατί κάτι είχε πάθει. Εκεί που δίδασκε σωριάστηκε. Έπαθε ανακοπή. Ήταν μόνο 45 χρονών.

Ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη, έμεινε μόνη της με ένα μικρό παιδί, εμένα, στα 27 της χρόνια. Όλοι της γύρισαν την πλάτη και οι γονείς της ακόμα δεν ασχολήθηκαν. Το κακο είναι ότι δεν δούλευε και ως τότε δεν ήξερε να κάνει τίποτα για να ζήσουμε. Όμορφη καθώς ήταν και τόσο νέα χήρα, δεν άργησε να της βγει το όνομα όμως δεν έδινε σημασία. Ήταν πάντα με το χαμόγελο και την καλή κουβέντα ακόμα και σε εκείνους που ήξερε πως μίλαγαν άσχημα για εκείνη. Η μόνη της έννοια ήταν να μην πικραθώ και να μην στερηθώ τίποτα εγώ.

Ξεκίνησε να πλένει σκάλες και ρούχα σε άλλα σπίτια. Άκουγα που έλεγε ότι της ρίχνονταν οι άντρες και αναγκαζόταν να σταματάει και να παραιτείται. Άλλες φορές της έβαζαν πολύ βαριές δουλειές επίτηδες για να την κουράζουν και να μην ξαναπάει, επειδή οι κυρίες του σπιτιού ένιωθαν ότι απειλούνταν.

Μετά από λίγο καιρό, άρχισε να φέρνει πολλά λεφτά στο σπίτι. Ανεξήγητα πολλά λεφτά. Καινούρια παπούτσια για’ μένα, κρέας δυο φορές την εβδομάδα. Έλεγε πως είχε πιάσει δουλειά σε ένα πλούσιο σπίτι και πως της έδιναν τα διπλά λεφτά γιατί ήταν καλή αλλά έπρεπε κάποια βράδια να λείπει. 10 χρονών παιδάκι τί να μου πει; Ότι το πλουσιόσπιτο ήταν μπρδέλο στην Τρούμπα και τα βράδια έπιανε λιμάνι ο στόλος;

Ζούσα στο συννεφάκι μου. Νόμιζα πως η μάνα μου είχε σταθεί τυχερή. Άλλα παιδιά τελείωναν το δημοτικό και κατευθείαν έπιαναν δουλειά να βοηθήσουν την οικογένεια. Εγώ συνέχισα το Γυμνάσιο. Κάπου στα 15 μου τσακώθηκα με έναν συμμαθητή μου και πάνω στον καυγά μου είπε “Τί να παλέψεις εσύ ο γιος της π@ανας;”. Έγινε ο κακός χαμός, πιαστήκαμε άγρια στα χέρια. “Π@νας γιε, π@νας γιε στην Τρούμπα πήγαινέ, στην Τρούμπα πήγαινέ” φώναζε.

Το ίδιο βράδυ πήγα με έναν φίλο μου στην Τρούμπα εκεί που έλεγε ο άλλος ότι δούλευε η μάνα μου. Την είδα από μακριά να φεύγει με διαφορετικούς άντρες και τα έχασα. Το πρωί που γύρισε έγινε μεγάλος καυγάς. Έφυγα από το σπίτι και μέχρι τα 18 μου, έμενα σε ένα τσαγκαράδικο που είχα πιάσει δουλειά, στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Το γυμνάσιο δεν το τελείωσα δεν ξαναπήγα.

Η μάνα μου τρία χρόνια κάθε μέρα ερχόταν έξω από το τσαγκαράδικο τα βράδια πριν πάει στη…”δουλειά” και μου άφηνε φαί και λεφτά. Στεκόταν απ’ έξω, έκλαιγε και μίλαγε μόνη της. “Σταύρο παιδί μου συγχώρεσέ με, κατάλάβέ με”. Κάθε βράδυ το ίδιο για τρία χρόνια. Μια Πρωτοχρονιά στεκόταν απ’ έξω στο χιόνι, τουρτούριζε και μελανιασμένη από την παγωνιά, έκλαιγε και χτύπαγε την πόρτα. Της άνοιξα και έτσι με πήρε ξανα στο σπίτι. Μετά από λίγους μήνες φύγαμε από εκεί και μετακομίσαμε σε πολυκατοικία και εμείς.

Τη δουλειά αυτή τη συνέχισε, δεν την ξαναρώτησα ποτέ. Κάποια στιγμή μεγάλωσε και σταμάτησε. Μου πήρε σπίτι, με βοήθησε με τον γάμο μου και τα παιδιά μου. Δεν ξαναπαντρεύτηκε, νομίζω δεν έκανε ούτε κάποια σχέση μετά. Μπορεί και να σιχάθηκε με όλα αυτά που έβλεπε εκεί μέσα. Λίγο πριν το τέλος της ζωής της, αγόρασε ένα σπιτάκι στην κορυφή ενός βουνού σε ένα χωριό κοντά στην Αθήνα και αποσύρθηκε εκεί, στην ησυχία.

Ποτέ δεν συζητήσαμε τί είχε γίνει τότε. Γιατί ξαφνικά από “του καθηγητή ο γιος” έγινα “της π@ανας ο γιος”. Γιατί δεν έκανε κάποια άλλη δουλειά, γιατί έπρεπε να κάνει αυτή τη δουλειά, γιατί δεν σκέφτηκε πόσο μας στιγμάτιζε αυτό, πώς θα ένιωθα εγώ αν το μάθαινα, που τελικά το έμαθα και με τον χειρότερο τρόπο. Από τα 18 μου μέχρι που έφυγε απο τη ζωή δεν κουβεντιάσαμε ποτέ.

Μόνο μια κουβέντα μου είχε πει

“Εμπιστοσύνη αγόρι μου, ούτε στη μάνα σου την ίδια”.

Πόσο δίκιο είχε.

Μάνα μου, δεν με νοιάζει τί έκανες με το κορμί σου αλλά με την ψυχή σου.

Και η ψυχή σου, η καρδιά σου, με αγκάλιασε ολόκληρο και δεν με άφησε στιγμή να νιώσω υπό επειδή δεν είχα πατέρα.

Για μένα η πουτανιά είναι στην καρδιά, όχι στο σώμα.

Κι εμένα με μεγάλωσε μια κυρία.

Μάνα μου σ’ ευχαριστώ!

Σταύρος

Η μάνα μου έγινε ιερόδουλn για να με μεγαλώσει, για΄μένα όμως ήταν κυρία! – Η ιστορία του Σταύρου

0

Αληθινή ιστορία: «Η μάνα μου έγινε ιερόδουλη για να με μεγαλώσει, όμως για μένα ήταν Κυρία», αναφέρει ο Σταύρος, ο οποίος αφηγείται την ιστορία του στο Singleparent.gr.

Ακολουθεί η ιστορία του Σταύρου: 

Γεννήθηκα στον Πειραιά. Η μάνα μου ήταν πανέμορφη, μοντέλο σωστό. Δεν εργαζόταν γιατί αγάπησε τρελά τον πατέρα μου (καθηγητής στο επάγγελμα) ο οποίος της ζήτησε να μην δουλέψει για να κάτσει σπίτι να μεγαλώνει τα παιδιά. Ήθελε πολλά παιδιά η μητέρα μου αλλά τελικά μετά από μένα, έγινε ένα λάθος επάνω στη γέννα και της αφαίρεσαν μήτρα. Έτσι δεν μπόρεσε να κάνει άλλα.

Καταλαβαίνεις λοιπόν τί αδυναμία μου είχε. Δεν μου έλειπε τίποτα κι αν μου έλειπε, το είχα πριν το ζητήσω. Τον περισσότερο χρόνο τον περνούσα με τη μάνα μου, ο πατέρας μου ερχόταν το μεσημέρι απ’ το Πανεπιστήμιο και χανόταν στα βιβλία του ως αργά το βράδυ. Μια μέρα πήραν τη μάνα μου από το Πανεπιστήμιο και της είπαν να τρέξει γιατί κάτι είχε πάθει. Εκεί που δίδασκε σωριάστηκε. Έπαθε ανακοπή. Ήταν μόνο 45 χρονών.

Ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη, έμεινε μόνη της με ένα μικρό παιδί, εμένα, στα 27 της χρόνια. Όλοι της γύρισαν την πλάτη και οι γονείς της ακόμα δεν ασχολήθηκαν. Το κακο είναι ότι δεν δούλευε και ως τότε δεν ήξερε να κάνει τίποτα για να ζήσουμε. Όμορφη καθώς ήταν και τόσο νέα χήρα, δεν άργησε να της βγει το όνομα όμως δεν έδινε σημασία. Ήταν πάντα με το χαμόγελο και την καλή κουβέντα ακόμα και σε εκείνους που ήξερε πως μίλαγαν άσχημα για εκείνη. Η μόνη της έννοια ήταν να μην πικραθώ και να μην στερηθώ τίποτα εγώ.

Ξεκίνησε να πλένει σκάλες και ρούχα σε άλλα σπίτια. Άκουγα που έλεγε ότι της ρίχνονταν οι άντρες και αναγκαζόταν να σταματάει και να παραιτείται. Άλλες φορές της έβαζαν πολύ βαριές δουλειές επίτηδες για να την κουράζουν και να μην ξαναπάει, επειδή οι κυρίες του σπιτιού ένιωθαν ότι απειλούνταν.

Μετά από λίγο καιρό, άρχισε να φέρνει πολλά λεφτά στο σπίτι. Ανεξήγητα πολλά λεφτά. Καινούρια παπούτσια για’ μένα, κρέας δυο φορές την εβδομάδα. Έλεγε πως είχε πιάσει δουλειά σε ένα πλούσιο σπίτι και πως της έδιναν τα διπλά λεφτά γιατί ήταν καλή αλλά έπρεπε κάποια βράδια να λείπει. 10 χρονών παιδάκι τί να μου πει; Ότι το πλουσιόσπιτο ήταν μπρδέλο στην Τρούμπα και τα βράδια έπιανε λιμάνι ο στόλος;

Ζούσα στο συννεφάκι μου. Νόμιζα πως η μάνα μου είχε σταθεί τυχερή. Άλλα παιδιά τελείωναν το δημοτικό και κατευθείαν έπιαναν δουλειά να βοηθήσουν την οικογένεια. Εγώ συνέχισα το Γυμνάσιο. Κάπου στα 15 μου τσακώθηκα με έναν συμμαθητή μου και πάνω στον καυγά μου είπε “Τί να παλέψεις εσύ ο γιος της π@ανας;”. Έγινε ο κακός χαμός, πιαστήκαμε άγρια στα χέρια. “Π@νας γιε, π@νας γιε στην Τρούμπα πήγαινέ, στην Τρούμπα πήγαινέ” φώναζε.

Το ίδιο βράδυ πήγα με έναν φίλο μου στην Τρούμπα εκεί που έλεγε ο άλλος ότι δούλευε η μάνα μου. Την είδα από μακριά να φεύγει με διαφορετικούς άντρες και τα έχασα. Το πρωί που γύρισε έγινε μεγάλος καυγάς. Έφυγα από το σπίτι και μέχρι τα 18 μου, έμενα σε ένα τσαγκαράδικο που είχα πιάσει δουλειά, στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Το γυμνάσιο δεν το τελείωσα δεν ξαναπήγα.

Μάνα μου, δεν με νοιάζει τί έκανες με το κορμί σου αλλά με την ψυχή σου

Η μάνα μου τρία χρόνια κάθε μέρα ερχόταν έξω από το τσαγκαράδικο τα βράδια πριν πάει στη…”δουλειά” και μου άφηνε φαί και λεφτά. Στεκόταν απ’ έξω, έκλαιγε και μίλαγε μόνη της. “Σταύρο παιδί μου συγχώρεσέ με, κατάλάβέ με”. Κάθε βράδυ το ίδιο για τρία χρόνια. Μια Πρωτοχρονιά στεκόταν απ’ έξω στο χιόνι, τουρτούριζε και μελανιασμένη από την παγωνιά, έκλαιγε και χτύπαγε την πόρτα. Της άνοιξα και έτσι με πήρε ξανα στο σπίτι. Μετά από λίγους μήνες φύγαμε από εκεί και μετακομίσαμε σε πολυκατοικία και εμείς.

Τη δουλειά αυτή τη συνέχισε, δεν την ξαναρώτησα ποτέ. Κάποια στιγμή μεγάλωσε και σταμάτησε. Μου πήρε σπίτι, με βοήθησε με τον γάμο μου και τα παιδιά μου. Δεν ξαναπαντρεύτηκε, νομίζω δεν έκανε ούτε κάποια σχέση μετά. Μπορεί και να σιχάθηκε με όλα αυτά που έβλεπε εκεί μέσα. Λίγο πριν το τέλος της ζωής της, αγόρασε ένα σπιτάκι στην κορυφή ενός βουνού σε ένα χωριό κοντά στην Αθήνα και αποσύρθηκε εκεί, στην ησυχία.

Ποτέ δεν συζητήσαμε τί είχε γίνει τότε. Γιατί ξαφνικά από “του καθηγητή ο γιος” έγινα “της π@ανας ο γιος”. Γιατί δεν έκανε κάποια άλλη δουλειά, γιατί έπρεπε να κάνει αυτή τη δουλειά, γιατί δεν σκέφτηκε πόσο μας στιγμάτιζε αυτό, πώς θα ένιωθα εγώ αν το μάθαινα, που τελικά το έμαθα και με τον χειρότερο τρόπο. Από τα 18 μου μέχρι που έφυγε απο τη ζωή δεν κουβεντιάσαμε ποτέ.

Μόνο μια κουβέντα μου είχε πει “Εμπιστοσύνη αγόρι μου, ούτε στη μάνα σου την ίδια”. Πόσο δίκιο είχε. Μάνα μου, δεν με νοιάζει τί έκανες με το κορμί σου αλλά με την ψυχή σου.

Και η ψυχή σου, η καρδιά σου, με αγκάλιασε ολόκληρο και δεν με άφησε στιγμή να νιώσω υπό επειδή δεν είχα πατέρα. Για μένα η πουτανιά είναι στην καρδιά, όχι στο σώμα. Κι εμένα με μεγάλωσε μια κυρία.

Μάνα μου σ’ ευχαριστώ!

Σταύρος

Η μάνα μου έγινε ιεpόδοuλη για να με μεγαλώσει, για΄μένα όμως ήταν κυρία! – Η ιστορία του Σταύρου

0

Γεννήθηκα στον Πειραιά. Η μάνα μου ήταν πανέμορφη, μοντέλο σωστό. Δεν εργαζόταν γιατί αγάπησε τρελλά τον πατέρα μου (καθηγητής στο επάγγελμα) ο οποίος της ζήτησε να μην δουλέψει για να κάτσει σπίτι να μεγαλώνει τα παιδιά. Ήθελε πολλά παιδιά η μητέρα μου αλλά τελικά μετά από μένα, έγινε ένα λάθος επάνω στη γέννα και της αφαίρεσαν μήτρα. Έτσι δεν μπόρεσε να κάνει άλλα.

Καταλαβαίνεις λοιπόν τί αδυναμία μου είχε. Δεν μου έλειπε τίποτα κι αν μου έλειπε, το είχα πριν το ζητήσω. Τον περισσότερο χρόνο τον περνούσα με τη μάνα μου, ο πατέρας μου ερχόταν το μεσημέρι απ’ το Πανεπιστήμιο και χανόταν στα βιβλία του ως αργά το βράδυ. Μια μέρα πήραν τη μάνα μου από το Πανεπιστήμιο και της είπαν να τρέξει γιατί κάτι είχε πάθει. Εκεί που δίδασκε σωριάστηκε. Έπαθε ανακοπή. Ήταν μόνο 45 χρονών.

Ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη, έμεινε μόνη της με ένα μικρό παιδί, εμένα, στα 27 της χρόνια. Όλοι της γύρισαν την πλάτη και οι γονείς της ακόμα δεν ασχολήθηκαν. Το κακο είναι ότι δεν δούλευε και ως τότε δεν ήξερε να κάνει τίποτα για να ζήσουμε. Όμορφη καθώς ήταν και τόσο νέα χήρα, δεν άργησε να της βγει το όνομα όμως δεν έδινε σημασία. Ήταν πάντα με το χαμόγελο και την καλή κουβέντα ακόμα και σε εκείνους που ήξερε πως μίλαγαν άσχημα για εκείνη. Η μόνη της έννοια ήταν να μην πικραθώ και να μην στερηθώ τίποτα εγώ.

Ξεκίνησε να πλένει σκάλες και ρούχα σε άλλα σπίτια. Άκουγα που έλεγε ότι της ρίχνονταν οι άντρες και αναγκαζόταν να σταματάει και να παραιτείται. Άλλες φορές της έβαζαν πολύ βαριές δουλειές επίτηδες για να την κουράζουν και να μην ξαναπάει, επειδή οι κυρίες του σπιτιού ένιωθαν ότι απειλούνταν.

Μετά από λίγο καιρό, άρχισε να φέρνει πολλά λεφτά στο σπίτι. Ανεξήγητα πολλά λεφτά. Καινούρια παπούτσια για’ μένα, κρέας δυο φορές την εβδομάδα. Έλεγε πως είχε πιάσει δουλειά σε ένα πλούσιο σπίτι και πως της έδιναν τα διπλά λεφτά γιατί ήταν καλή αλλά έπρεπε κάποια βράδια να λείπει. 10 χρονών παιδάκι τί να μου πει; Ότι το πλουσιόσπιτο ήταν μπρδέλο στην Τρούμπα και τα βράδια έπιανε λιμάνι ο στόλος;

Ζούσα στο συννεφάκι μου. Νόμιζα πως η μάνα μου είχε σταθεί τυχερή. Άλλα παιδιά τελείωναν το δημοτικό και κατευθείαν έπιαναν δουλειά να βοηθήσουν την οικογένεια. Εγώ συνέχισα το Γυμνάσιο. Κάπου στα 15 μου τσακώθηκα με έναν συμμαθητή μου και πάνω στον καυγά μου είπε “Τί να παλέψεις εσύ ο γιος της π@ανας;”. Έγινε ο κακός χαμός, πιαστήκαμε άγρια στα χέρια. “Π@νας γιε, π@νας γιε στην Τρούμπα πήγαινέ, στην Τρούμπα πήγαινέ” φώναζε.

Το ίδιο βράδυ πήγα με έναν φίλο μου στην Τρούμπα εκεί που έλεγε ο άλλος ότι δούλευε η μάνα μου. Την είδα από μακριά να φεύγει με διαφορετικούς άντρες και τα έχασα. Το πρωί που γύρισε έγινε μεγάλος καυγάς. Έφυγα από το σπίτι και μέχρι τα 18 μου, έμενα σε ένα τσαγκαράδικο που είχα πιάσει δουλειά, στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Το γυμνάσιο δεν το τελείωσα δεν ξαναπήγα.

Η μάνα μου τρία χρόνια κάθε μέρα ερχόταν έξω από το τσαγκαράδικο τα βράδια πριν πάει στη…”δουλειά” και μου άφηνε φαί και λεφτά. Στεκόταν απ’ έξω, έκλαιγε και μίλαγε μόνη της. “Σταύρο παιδί μου συγχώρεσέ με, κατάλάβέ με”. Κάθε βράδυ το ίδιο για τρία χρόνια. Μια Πρωτοχρονιά στεκόταν απ’ έξω στο χιόνι, τουρτούριζε και μελανιασμένη από την παγωνιά, έκλαιγε και χτύπαγε την πόρτα. Της άνοιξα και έτσι με πήρε ξανα στο σπίτι. Μετά από λίγους μήνες φύγαμε από εκεί και μετακομίσαμε σε πολυκατοικία και εμείς.

Τη δουλειά αυτή τη συνέχισε, δεν την ξαναρώτησα ποτέ. Κάποια στιγμή μεγάλωσε και σταμάτησε. Μου πήρε σπίτι, με βοήθησε με τον γάμο μου και τα παιδιά μου. Δεν ξαναπαντρεύτηκε, νομίζω δεν έκανε ούτε κάποια σχέση μετά. Μπορεί και να σιχάθηκε με όλα αυτά που έβλεπε εκεί μέσα. Λίγο πριν το τέλος της ζωής της, αγόρασε ένα σπιτάκι στην κορυφή ενός βουνού σε ένα χωριό κοντά στην Αθήνα και αποσύρθηκε εκεί, στην ησυχία.

Ποτέ δεν συζητήσαμε τί είχε γίνει τότε. Γιατί ξαφνικά από “του καθηγητή ο γιος” έγινα “της π@ανας ο γιος”. Γιατί δεν έκανε κάποια άλλη δουλειά, γιατί έπρεπε να κάνει αυτή τη δουλειά, γιατί δεν σκέφτηκε πόσο μας στιγμάτιζε αυτό, πώς θα ένιωθα εγώ αν το μάθαινα, που τελικά το έμαθα και με τον χειρότερο τρόπο. Από τα 18 μου μέχρι που έφυγε απο τη ζωή δεν κουβεντιάσαμε ποτέ.

Μόνο μια κουβέντα μου είχε πει

“Εμπιστοσύνη αγόρι μου, ούτε στη μάνα σου την ίδια”.

Πόσο δίκιο είχε.

Μάνα μου, δεν με νοιάζει τί έκανες με το κορμί σου αλλά με την ψυχή σου.

Και η ψυχή σου, η καρδιά σου, με αγκάλιασε ολόκληρο και δεν με άφησε στιγμή να νιώσω υπό επειδή δεν είχα πατέρα.

Για μένα η πουτανιά είναι στην καρδιά, όχι στο σώμα.

Κι εμένα με μεγάλωσε μια κυρία.

Μάνα μου σ’ ευχαριστώ!

Σταύρος

Η μάνα μου δεν θέλει την κοπέλα του αδερφού μου, επειδή είναι οικιακή βοηθός. Δεν θα την αφήσω να τον καταστρέψει!

0

Γειά σας

Είμαι η Κυριακή και θέλω να σας μιλήσω για ένα θέμα, για το οποίο δεν ξέρω σε ποιον να απευθυνθώ. Εδώ και 2 χρόνια ο αδελφός μου έχει σχέση με μια κοπέλα, που εργάζεται ως οικιακή βοηθός στη μητέρα ενός φίλου του. Η τάξη μας και το επίπεδό μας δεν είναι για τα μούτρα της. Έτσι λέει η μητέρα μου. Μεγάλωσε καλομαθημένα και πιστεύει ότι είμαστε βασιλόπουλα και μας αναλογούν τα αντίστοιχα. Εγώ ΔΕΝ συμφωνώ!!!! Η κοπέλα είναι πολύ καλή. Έχει επίπεδο, είναι πανέξυπνη, ευγενέστατη και δίνει καθημερινά τον αγώνα της για επιβίωση. Ο αδερφός μου την αγαπάει τρελά και αυτό φαίνεται κάθε φορά, που τους βλέπω μαζί.

Αποφάσισα να τη βοηθήσω. Της νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα και της το επίπλωσα και όλα αυτά χωρίς να το μάθει η μητέρα μου. Θα μου κόψει το κεφάλι, αλλά δεν με νοιάζει. Δεν έχει κανένα δικαίωμα να ορίζει τη ζωή μας και τις επιλογές μας. Δεν είμαστε πια δεκάχρονα. Πρόσφατα, η νύφη μου, μου είπε και τα ευχάριστα: περιμένουμε το πρώτο μας ανηψάκι και εχω τρελαθεί από τη χαρά μου!!

Είμαι πλέον 48 χρονών και δεν πρόκειται να κάνω δικά μου παιδιά, ούτε και να παντρευτώ, γιατί απλά, όταν το αποφασισα, η μάνα μου μπήκε για άλλη μια φορά στη μέση. Δεν ενέκρινε τον άντρα, που αγαπούσα, γιατί ήταν ελαιοχρωματιστής!!! Δεν θα την αφήσω για κανένα λόγο να καταστρέψει ΚΑΙ τον αδελφό μου. Θα είμαι η ασπίδα του!! Αρκετά έκανε. Φτάνει.

Τώρα βέβαια περιμένω να περάσει το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης της κοπέλας (φοβάμαι και τη γλωσσοφαγιά) και μετά θα της το ανακοινώσω εγώ της μανούλας μου!!!

ADVERTISEMENT

Κυριακή