Κάθε καλοκαίρι η Τατιάνα Στεφανίδου και ο Νίκος Ευαγγελάτος γυρίζουν τα ελληνικά νησιά με ένα τεράστιο σκάφος που διαθέτει η οικογένεια.
Οι δύο παρουσιαστές κάθε καλοκαίρι όταν ολοκληρώνονται οι εκπομπές τους, ετοιμάζουν βαλίτσες και φεύγουν για ταξίδι με το σκάφος τους.
Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που η παρουσιάστρια έχει ποζάρει πάνω στο σκάφος με «καυτά» μπικίνι και εντελώς αρετουσάριστη και έχει τραβήξει πολλά likes στο προφίλ της στο Instagram.
Όπως έχουμε δει από φωτογραφίες που έχει δημοσιεύσει στο λογαριασμό της, το σκάφος τους είναι πολύ μεγάλο, χωράει άνετα μια ολόκληρη οικογένεια και πρέπει να κοστίζει μία περιουσία!
Η οικογένεια κάνει κοντινές αλλά και μακρινές αποδράσεις με το σκάφος της και απολαμβάνει τον ήλιο και τη θάλασσα της χώρας μας.
Φωτογραφίες από το σκάφος του Ευαγγελάτου και της Στεφανίδου:
Σε μια συγκινητική ανάρτηση προχώρησε η Κάκια Ιγερινού που αφορά τον καλό και αγαπημένο της φίλο, Γιάννη Φέρτη. Η σεναριογράφος στο κείμενο της, αναφέρεται στη μάχη που δίνει ο Γιάννης Φέρτης με το Αλτσχάιμερ. «Δύσκολο να θυμίζεις στον πιο πιστό σου φίλο ποιος είσαι κάθε δέκα λεπτά» έγραψε αρχικά η Κάκια Ιγερινού αναφερόμενη στο Αλτσχάιμερ.
Στην συνέχεια της δημοσίευσής της, στον προσωπικό της λογαριασμό στο twitter, η Κάκια Ιγερινού πρόσθεσε: «Η μνήμη σβήνει.Κι αναλαμπές μόνο φωτίζουν ένα Άγιο παρελθόν. Αγάπης. Αφοσίωσης. Σεβασμού. Σπάνιες αρετές στις μέρες μας. Κι ο Γιάννης τις είχε όλες.Ακόμη τις έχει.Είναι το μόνο που δεν ξεχνάει:Η αξιοπρέπεια».
Την ανάρτησή της συνόδευσε με μια φωτογραφία του 84χρονου ηθοποιού Γιάννη Φέρτη ο οποίος δίνει τη δική του μάχη με το Αλτσχάιμερ.
Η γενοκτονία των Ποντίων ( 1916 – 1923 ) με 353.000 νεκρούς αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του αιώνα μας.
Το Φεβρουάριο του 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923. Η αναγνώριση αυτή, παρόλη την εβδομηκονταετή καθυστέρηση, δικαίωσε ηθικά τον ποντιακό ελληνισμό και συνέδεσε το σύγχρονο ελληνισμό με την ιστορική του μνήμη. Γιατί η ήττα του 1922, η “νέα τάξη πραγμάτων” που επικράτησε τότε, με την απόλυτη συνενοχή ολόκληρου του ελλαδικού πολιτικού κατεστημένου, περιόρισαν ουσιαστικά όχι μόνο τα γεωγραφικά όρια του ελληνισμού αλλά και τα διανοητικά.
Ο περιορισμός των πνευματικών νεοελληνικών οριζόντων είχε άμεση αντανάκλαση στη ελλειματική ιστορική μνήμη των σύγχρονων Ελλήνων.
Τι εννούμε με τον όρο “γενοκτονία” ;
Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις.
Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί. Πως και πότε διαπράχθηκε η γενοκτονία; Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ( 1461 ) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση – γενοκτονία του αιώνα μας.
Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαριθεί σε τρεις περιόδους.
Η πρώτη αρχίζει με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 και λήγει στα μέσα του 17ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι κρατούν μάλλον ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου.
Η δεύτερη αρχίζει στα μέσα του 17ου αιώνα και λήγει με το τέλος του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου. Χαρακτηρίζεται με τη θρησκευτική βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται οι ομαδικοί εξισλαμισμοί των ελληνικών πληθυσμών.
Η τελευταία περίοδος, που τελειώνει το 1922 υποδιαιρείται σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη αρχίζει με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774.
Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανώντους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.
Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.
Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μούσταφα Κεμάλ ( 1919 – 1923 ).
Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο ” Ένωση και Πρόοδος” ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.
Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές. Κατ΄ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.
Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου. Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.
Σύμφωνα με μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής: “Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία.
Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’; αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια. Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα … “
Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολίσεις των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.
Το τελικό πλήγμα. Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. Εκείνος ο διωγμός υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.
Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.
Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας.
Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του αμάχου πληθυσμού. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο.
Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Το τέλος του Πόντου πλησιάζει. Οι φωνές λιγοστεύουν.
Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων.
Η μοίρα αυτή απετράπη με ένα εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο: με τις; γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, με την υποχρεωτική έξοδο όσων επιβίωσαν και με τη βίαιη τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων, όπως οι Κούρδοι, που συνέχισαν να παραμένουν στην τουρκική, πλέον, επικράτεια.
Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα. Ακολουθεί μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ενός ανθρώπου που έζησε τη μεγάλη ανθρωποσφαγή.
Ένα χωριό των Κοτυώρων
Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδοσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:
“Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος…
Αλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει… Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι’ οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.
Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξεσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλοιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.
Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Ετσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι’ έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπεδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι’ ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την “πατριωτική” του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.
Η πυρπόληση
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλλες άλλες με τους γέρους γονείς κι’ άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.
Οταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ’ οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό.
Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.
Κι’ όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι’ οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι’ αντιβούϊζε στα γύρω βουνά και δάση…
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι’ απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.
Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κράυγαζαν “μάνα, μανίτσα!”.
Οι κοπέλλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάμματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατήρι τους – πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.
Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα.
Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι’ ακούγονταν μονο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν”.
Μαρτυρίες Σοβιετικών
Οι σοβιετικοί υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Πιθανότατα, οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή τους Επανάσταση.
Οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους.
Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά τωνελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.
O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: “Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο… Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι’ αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του… Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα.
Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου”. Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Οταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους.
Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακύρησσε: “… oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα”. Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.
Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: “…όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ’ όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή.”
Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, “βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες”. Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.
Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: “Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου…” Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις “επισημάνσεις” του Φρούνζε: “Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα “Ποντιακό κράτος” στην Τουρκία…”
Ο Φρούνζε στο βιβλίο του “Αναμνήσεις από την Τουρκία” γράφει: “Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος.
Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ’ ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωταίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ’ ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου.”
Οι Τούρκοι αρνούνται σήμερα τη σφαγή του 1922 – τη σφαγή των Ελλήνων. Κι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα ντοκουμέντα, τα αποδίδουν στις αναπόφευκτες ακρότητες του πολέμου. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική.
Η γενοκτονία των Χριστιανών ήταν ένα καλά μελετημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των μεινοτήτων της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ένα σχέδιο που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914, με τον πρώτο διωγμό. Και ολοκληρώθηκε μετά την καταστροφή του 1922.
Συγκλονιστικό βίντεο δείχνει αστυνομικό να σώζει νεαρή γυναίκα, η οποία ξαφνικά κατέρρευσε μέσα σε καφετέρια στην Κατερίνη. Ο αστυνομικός βρέθηκε στο μαγαζί για να πιει καφέ με τους φίλους του όταν ξαφνικά αντιλήφθηκε την αδιαθεσία της κοπέλας που καθόταν στο απέναντι τραπέζι και έδρασε άμεσα.
Όπως φαίνεται από το βίντεο που εξασφάλισε το GRTimes, αλλά και διηγείται ο ίδιος, «έβλεπα ότι η κοπέλα δεν αισθανόταν καλά, κουνιόταν δεξιά και αριστερά. Όταν τελικά κατέρρευσε, σηκώθηκα γρήγορα από το τραπέζι, την έπιασα και διαπίστωσα ότι δεν είχε τις αισθήσεις της. Άμεσα άνοιξα χώρο, τον καθάρισα έτσι ώστε να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα να ξαπλώσει κάτω και εν συνεχεία είδα ότι η αεροφόρος οδός είχε φράξει. Δηλαδή δεν είχε αναπνοή. Άμεσα έκανα έκταση κεφαλής ώστε να της ανοίξω την αεροφόρο οδό και να μπορέσει να αναπνεύσει μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο».
Σε ερώτηση για το πώς και το πού έμαθε να παράσχει τις πρώτες βοήθειες, ο αστυνομικός της ομάδας ΔΙΑΣ, σημείωσε στο GRTimes πως «το έχω διδαχθεί από τη σχολή Ναυαγοσωστικής την οποία έχω τελειώσει. Όπως επίσης και από τους εξαιρετικούς εκπαιδευτές που έχουμε στην Αστυνομία και την ομάδα ΔΙΑΣ. Μας έχουν μάθει πώς να αντιδρούμε σε έκτακτες περιπτώσεις όπως τραυματισμούς ή περιστατικά ανθρώπων που πνίγονται, κάτι που είναι πολύ σημαντικό και μπορεί να σώσει ζωές».
«Ξοδεύεις λίγο από το χρόνο σου, αλλά σώζεις ζωές»
Αναφερόμενος επιπλέον, στο πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζει κάποιος να παράσχει τις Πρώτες Βοήθειες σε άνθρωπο που το έχει ανάγκη, ο κ. Κόσιφας υπογραμμίζει πως «είναι πολύ σημαντικό. Αρκεί να σας πω ότι στο εν λόγω περιστατικό, ακούστηκαν διάφορα που θα έπρεπε να κάνω, τα οποία όμως δεν είχαν καμία βάση. Άκουσα για κουτάλια που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω, για γάντια, όμως όλα αυτά δε βοηθούν ουσιαστικά. Στο πλαίσιο αυτό είναι πολύ σημαντικό να έχεις διδαχθεί πώς να παράσχεις πρώτες βοήθειες. Πιστέψτε με, ότι τα σεμινάρια παροχής Πρώτων Βοηθειών κοστίζουν λίγες ώρες από τη ζωή καθενός, όμως πραγματικά σώζουν ζωές. Ας το δούμε έτσι, από τη στιγμή που δε διδάσκονται στα σχολεία, κάτι που θα ήταν ευχής έργο».
Το «ευχαριστώ» της οικογένειας
Τι απέγινε όμως η νεαρή κοπέλα που έχασε τις αισθήσεις της εκείνο το απόγευμα; «Λίγες ημέρες μετά είχα μια επικοινωνία με τον αδερφό της, ο οποίος με έψαξε για να με ευχαριστήσει. Μου είπε ότι είναι καλά στην υγεία της και ότι απομένουν μερικές αιματολογικές εξετάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για κάτι. Όμως σήμερα που μιλάμε, η κοπέλα είναι μια χαρά» σημειώνει στο GRTimes o Παναγιώτης Κόσιφας, αναφέροντας για μία ακόμη φορά πόσο σημαντική είναι για τον καθένα μας, η γνώση παροχής Πρώτων Βοηθειών.
Ο δικηγόρος της Ρούλας Πισπιρίγκου μίλησε στο Mega και σχολίασε το εξώδικο του Μάνου Δασκαλάκη, αναφέροντας πως ήταν η μόνη διέξοδος για να τακτοποιηθούν ορισμένα ζητήματα.
«Είναι η τακτοποίηση κάποιων διαδικαστικών θεμάτων. Επειδή δεν υπήρχε επικοινωνία, η μόνη λύση ήταν η μέσω επιστολής επικοινωνία. Με το εξώδικο τακτοποιούνται κάποια ζητήματα, καθώς υπήρχε κάποια αγωνία, γιατί για τη διατήρηση των μνημάτων θα πρέπει να υπογράψει ένας από τους γονείς. Ελήφθη απάντηση που κρίθηκε ικανοποιητική», δήλωσε.
Στην ερώτηση για το τι συνέβη με τη διαχείριση των χρημάτων της Ευγενίας Κούτρα ο κ. Παπαδόπουλος ανέφερε πως δεν έχει εξουσιοδοτηθεί για το εν λόγω ζήτημα, αλλά εκτελεί χρέη συνηγόρου υπεράσπισης για την κακουργηματική πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.
«Ακούγοντας νωρίτερα το ρεπορτάζ κάνω την εξής σκέψη, μακάρι αυτά να ήταν τα προβλήματά μας, μία βέσπα και κάποια ευρώ που οφείλονται στην εταιρία ύδρευσης και τη ΔΕΗ», δήλωσε στο Live News και τον Νίκο Ευαγγελάτο.
«Δεν ξέρω πολλά για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ξέρω όμως ότι η οικονομική κατάσταση δεν ήταν καλή. Μετά τον θάνατο της Ευγενίας Κούτρα δεν εμφανίστηκαν οι κληρονόμοι και δεν υπήρχε άτομο να παραδοθούν τα κλειδιά του σπιτιού. Η περιουσία της μετά τον θανάτό της έμεινε χωρίς κάποιον να καλύπτει τα έξοδο συντήρησης, όπως και επίσης γνωρίζω ότι δεν υπάρχει για τη δική μου εντολέα μεταβολή της περιουσιακής της κατάστασης».
Επιπλέον, ο κ. Παπαδόπουλος τόνισε πως ετοιμάζεται ο φάκελος για το αίτημα αποφυλάκισης της Ρούλας Πισπιρίγκου. «Αναζητούμε την ακριβή ώρα θανάτου της Τζωρτζίνας και τη χορήγηση της κεταμίνης», δήλωσε.
Η Ρούλα Πισπιρίγκου φαίνεται πως αλλάζει στάση και ξεκίνησε να προαυλίζεται.
Υπενθυμίζεται ότι η 33χρονη είχε ζητήσει να προαυλίζεται στον πριβέ χώρο των γυναικείων φυλακών, ωστόσο προτιμούσε να περνάει στο καρτοτηλέφωνο το χρόνο που δικαιούταν για προαυλισμό, μιλώντας με τους συγγενείς και τον δικηγόρο της.
Όλα δείχνουν πως άλλαξε στάση τις τελευταίες ημέρες και αποφάσισε να βγει έξω στο προαύλιο.
Η Ρούλα Πισπιρίγκου δεν έρχεται σε επαφή με άλλες συγκρατούμενές της, ίσως γιατί φοβάται ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις.
Σε ηλικία 106 ετών, έφυγε από την ζωή ο τελευταίος επιζών ήρωας του έπους του 1940 ,που ζούσε τα τελευταία χρόνια στο Γηροκομείο Βόλου.
Σε ηλικία 106 ετών, έφυγε από την ζωή ο τελευταίος επιζών ήρωας του έπους του 1940 ,που ζούσε τα τελευταιά χρόνια στο Γηροκομείο Βόλου.. Ο Δημήτρης Κάλμπαρης, όπως γράφει το magnesianews που έκανε γνωστή την είδηση του θανάτου του, διατηρούσε έως το τέλος της ζωής του διαύγεια πνεύματος.
Πέρυσι μάλιστα είχε συνδεθεί διαδικτυακά με τους μαθητές του ΓΕΛ Αγριάς, με τους οποίους είχε συνομιλία και τους εξιστόρησε τη ζωή αλλά και τη δράση του στον πόλεμο.
Ο Δημήτρης Κάλμπαρης γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου του 1917 στη Μακρινίτσα, ενώ είχε άλλα εννέα αδέλφια. Εργάστηκε στην κλινική του Τριχόπουλου ως νοσοκόμος κι έπειτα έγινε τσαγκάρης. Πολέμησε στο έπος του 40 και ήταν ο τελευταίος επιζών της μάχης στο ύψωμα 731.
Από τα τελευταία αφιερώματα, στα οποία μετέφερε σκέψεις του ήταν στην έκδοση της ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ «Πρόσωπα», ενώ φέτος ήταν εκείνος που έκοψε την πρωτοχρονιάτικη πίτα στο Γηροκομείο.
Με τα δικά του λόγια…
«Γεννήθηκα στις 16 Φεβρουαρίου 1917 στη Μακρινίτσα. Ήμασταν δέκα παιδιά. Οι γονείς μας είχαν κάνει και άλλα, αλλά πέθαναν. Τώρα έχουμε μείνει τρεις. Οι αδερφές μου, η μία είναι 92 και η άλλη 94 ετών κι εγώ που έφτασα τα 102 χρόνια μου. Δύο γριούλες και ένας παππούς. Αυτοί ζούμε τώρα. Στο χωριό μεγάλωσα.
Ο πατέρας μου δούλευε βυρσοδέψης. Φτώχεια μεγάλη. Έτσι, όταν μεγαλώσαμε λίγο, ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν βρακάς, μας κατέβασε στον Βόλο. Ο αδερφός ο ένας, ήταν έναν χρόνο μεγαλύτερος από εμένα. Εμένα με έβαλαν νοσοκόμο στην κλινική του Τριχόπουλου, 12-13 χρόνων ήμουν, εκείνος μπήκε σε ένα φαρμακείο. Κάθισε 40 χρόνια φαρμακοϋπάλληλος.
Μία μέρα είπα στον Τριχόπουλο: «Γιατρέ μου, θα φύγω». «Γιατί;», ρώτησε εκείνος. Ήθελα να πάω να γίνω τσαγκάρης. «Μα καλά, από δήμαρχος θα γίνεις κλητήρας;», Τέλος πάντων, κάθισα δύο χρόνια στην κλινική. Αργότερα ο πατέρας μου με πήγε σε ένα τσαγκάρικο. Το 1938 παρουσιάστηκα για τη θητεία μου. Πήγα πρώτα στο Σιδηρόκαστρο. Εκεί μας κράτησαν λίγο, μετά μας πήγαν στο Αχλαδοχώρι Σερρών. Κατέληξα στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στα οχυρωματικά έργα που έκανε ο Μεταξάς. Στο Μπέλλες ήμουν εγώ. Δύο χρόνια υπηρέτησα. Αρχές Οκτωβρίου του 1940 πήρα τον δρόμο της επιστροφής στον Βόλο».
[…]
«Μπήκαμε στην Αλβανία. Εγώ πόλη δεν είδα. Θυμάμαι ότι περνούσαμε μέσα από χωριά. Στον δρόμο δεν βρίσκαμε κανέναν. Οι Ιταλοί τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό ότι εμείς σφάζαμε τους πάντες. Βρήκα ένα γεροντάκι. Ήταν 70άρης, με το καπελάκι του, το μπαστούνι. Καθόταν ζαρωμένος σ’ ένα παγκάκι. Τον καλημέρισα, είπε γεια κι εκείνος.
Τον έπιασα το χέρι και του το φίλησα. Δάκρυσε, αλλά δεν μ’ απάντησε. Αλβανός ήταν.
Σ’ ένα άλλο χωριό, στα υπόστεγα είχαν κρεμάσει ρόκες. Στέγνωναν το καλαμπόκι. Τα φάγαμε όλα. Ήμουν πολλές ημέρες νηστικός, είχα φτάσει στο σημείο να τρώω φλούδες από δέντρα. Όχι ότι η Ελλάδα δεν είχε να μας δώσει να φάμε. Δεν έφτανε ο ανεφοδιασμός. Ήμασταν καταδικασμένοι. Όταν πολεμάς στην πρώτη γραμμή, είσαι καταδικασμένος σε θάνατο. Οι μονάδες στα μετόπισθεν, ανεφοδιάζονταν. Είχαν το φαγητό τους. Έφταναν τα ζώα. Σε κάποιο άλλο σπίτι, βρήκαμε στην αυλή μελίσσια. Έξι-επτά. Τα δώσαμε μια, τα ανοίξαμε, βγήκαν οι μέλισσες και μας τσιμπούσαν. Τίποτα δεν μας πτοούσε. Φάγαμε το μέλι. Ο κόσμος μάς κοιτούσε κλειδωμένος από τα σπίτια του. Τρώγαμε το μέλι, και τις μέλισσες μαζί. Δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Άγρια ζώα ήμασταν».
Η μάχη στο ύψωμα 731
«Σκότωσα πολλούς Ιταλούς εκείνες τις ημέρες…τί απάντηση να σου δώσω τώρα. Ούτε εγώ το ξέρω αυτό. Έπρεπε να πολεμήσω και πολέμησα, δεν ξέρω ποιος άγιος με βοήθησε τότε. Μονάχα μία σφαίρα πέρασε ξυστά από το αριστερό αυτί. Ελαφρά τραυματίστηκα. Τους είπα, δεν είναι τίποτα, αφήστε με.
Η χλαίνη μου είχε κατατρυπήσει από τις σφαίρες. Παλεύαμε με τις ξιφολόγχες. Στήθος με στήθος πολεμούσαμε. Αγκαλιασμένοι πέφταμε καταγής. Τους αλλάξαμε όμως τα φώτα. Τους δώσαμε τράκο γερό. Θα τρελαινόταν, όποιος το έβλεπε σήμερα. Να πατάμε στα πτώματα. Σκοτώθηκαν πάρα πολλοί. Διαλυθήκαμε. Από το δικό μας τάγμα του Βόλου, κανείς σχεδόν δεν γύρισε. Χύθηκε το αίμα τόσων παλικαριών».
«Στην Τρεμπεσίνα είδα από μακριά, κάπου 15 μέτρα, δύο Αλβανούς. Οι Αλβανοί είχαν καταταγεί εθελοντές και βοηθούσαν τις ιταλικές φάλαγγες. Τους έριξα και γύρισα να δω από πού βγήκαν. Βρήκα ένα αμπρί. Μπήκα μέσα με το πολυβόλο στο χέρι. Αντίκρισα καμιά 20αριά Ιταλούς. Όλοι κάθονταν πάνω στους σάκους τους. Αξιωματικοί και οπλίτες. Καμία αντίδραση. Σηκώθηκε τότε ένας Ιταλός και με αγκάλιασε. «Πιέτρο», μου συστήθηκε και πέρασε μία χρυσή καδένα στον λαιμό μου. Από τη μία πλευρά είχε τη Μαντόνα, την Παναγία στη μία όψη. Και στην άλλη, τη φωτογραφία μίας γυναίκας.
Την έδωσα για ένα κομμάτι ψωμί στον άλλον. Τον κατέβασα 70 μέτρα πιο κάτω. Είχε τραυματιστεί ο Ιταλός, το γόνατό του ήταν πρησμένο. Παρέδωσα τον αιχμάλωτο στην 5η Μεραρχία Κρητών, που ήταν πίσω μας. Φοβήθηκα τους Κρητικούς, αλλά παρακάλεσα να μην τον πειράξουν».
Η Οδύσσεια της επιστροφης στον Βόλο
«Στο τέλος γυρίσαμε με τα πόδια στα σπίτια μας. Στον γυρισμό, τα ελληνικά χωριά μας έδιναν ψωμί, λίγο τυρί. Μέσα όμως δεν μας έβαζαν, γιατί ήμασταν φορτωμένοι ψείρα. Μέρες ατελείωτες περπατούσα. Φτάσαμε στην Καλαμπάκα, μας είπαν οι ντόπιοι: «Γυρίστε πίσω. Οι Γερμανοί έχουν στήσει μπλόκα.
Στέλνουν στη Γερμανία αιχμαλώτους». Μόλις το άκουσα, πιάσαμε τα βουνά. Δεν το γλυτώσαμε όμως. Πέσαμε σε μία φάλαγγα γερμανική. Με πήρε ένας στρατιώτης των Γερμανών να φουσκώσω ένα λάστιχο από τη μηχανή του. Πώς να το φουσκώσω; Εγώ δεν μπορούσα να σηκώσω τα χέρια μου από την εξάντληση. Δεν ήμουν άνθρωπος. …
«Κάποια στιγμή στα πεδινά, βρήκα ένα άλογο ψόφιο. Είχα μαζί μου ένα μαχαίρι ιταλικό. Μέχρι και κιθάρα είχαμε βρει, οι Ιταλοί κατέβαιναν με τα όργανα, σίγουροι ότι θα έκαναν περίπατο.
Όμως, τα βρήκαν μπαστούνια από εμάς, γιατί ήμασταν παλικάρια πραγματικά. Τέλος πάντων, έβγαλα το τομάρι του ζώου, έκοψα ένα κομμάτι από τα καπούλια και έτρωγα λίγο-λίγο, μέχρι που γύρισα στον Βόλο. Έφτασα νύχτα στο Φυτόκο. Στην αρχή δεν με γνώρισε ο ίδιος ο πατέρας μου. Δεν άνοιγε την πόρτα. «Πατέρα, εγώ είμαι», φώναζα. Ήταν διώροφο το σπίτι. Από πάνω με έβλεπε. Δεν το πίστευε ότι είχα επιστρέψει ζωντανός».
Τη δική του απάντηση στις επιθέσεις που δέχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ για την πρόσληψη της κόρης του στο «Ελληνικό» έδωσε ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Μιλώντας στην Ολομέλεια κατά τη λήξη της συζήτησης νομοσχεδίου του υπουργείου Ανάπτυξης, ο υπουργός απάντησε στην πρόκληση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Χ. Μαμουλάκη:
«Η κόρη μου έχει κάνει εξαιρετικές σπουδές. Δούλευε σε μια μεγάλη εταιρεία. Άνοιξε μια θέση στο Ελληνικό και την πήραν. Χαμηλόμισθη θέση. Το επιχείρημα είναι ότι δεν έπρεπε να προσληφθεί γιατί είμαι εγώ υπουργός και έχω εξουσία στο έργο. Υπονοεί ότι είναι κάποιου είδους πολιτική συναλλαγή».
Ο κ. Γεωργιάδης επισήμανε επίσης πως με τη λογική αυτή δεν θα μπορούσε να δουλέψει ούτε στον ιδιωτικό τομέα, ούτε στο δημόσιο ούτε στο εξωτερικό.
«Οπως ξέρετε, έχω αρμοδιότητα σε ένα τεράστιο κομμάτι της αγοράς. Για παράδειγμα, έχω αρμοδιότητα σε όλα τα super market. Μπορεί να προσληφθεί η κόρη μου σε super market. Για εσάς όχι; Σε εστιατόρια και ξενοδοχεία; Πάλι όχι. Δηλαδή, το παιδί μου δεν μπορεί να δουλέψει πουθενά στον ιδιωτικό τομέα. Μήπως μπορεί στο Δημόσιο; Πάλι όχι. Μήπως στο εξωτερικό. Ούτε και εκεί, καθώς είδαμε την κριτική σας για τα παιδιά του πρωθυπουργού. Άρα τα παιδιά μου δεν μπορούν να δουλέψουν πουθενά» είπε, και πρόσθεσε πως ακόμα και στον πόλεμο τα γυναικόπαιδα τα αφήνει κανείς απ’ έξω.
«Είναι αυθύπαρκτη προσωπικότητα, που κάνει τη δική της ζωή. Μην πυροβολείτε τα νέα παιδιά, ακόμα και αν είναι παιδιά των πολιτικών» κατέληξε, και χαρακτήρισε λανθασμένη την επιλογή του Αλ. Τσίπρα να υποστηρίξει τον Κ. Βαξεβάνη.
Ο Βαγγέλης, ο Θύμιος, ο Μάκης… Τρία νέα παιδιά-θύματα bullying που πλέον ξέρουμε με το μικρό τους όνομα.
Τρία παιδιά που μάθαμε το όνομά τους, όχι όμως για καλό. Όλοι τους θύματα ενός άγριου εκφοβισμού στο σχολείο, στη σχολή, στη γειτονιά.
Θύματα μιας βίας με διαφορετική αλλά παρόμοια, ίσως, τραγική κατάληξη.
Η τραγική ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη
Ο Βαγγέλης Γιακουμάκης έβαλε τέλος στη ζωή του το 2015 καθώς δεν άντεξε τον εκφοβισμό από μερικούς Κρητικούς «λεβέντες» συμφοιτητές του που του ασκούσαν συστηματικά σωματική, λεκτική αλλά και ψυχολογική βία χωρίς κανέναν να επέμβει.
Δεν άντεξε και αποφάσισε να βάλει ο ίδιος τέλος στο μαρτύριό του, να αποφασίσει ο ίδιος πώς θέλει να τελειώσει αυτή η πικρή ιστορία.
Μέχρι σήμερα, κανένα «παλληκάρι» δεν έχει πληρώσει για τον πόνο που προκάλεσε.
Βαγγέλης Γιακουμάκης
Ο Θύμιος, άλλο ένα θύμα bullying
Εδώ και λίγες ημέρες, δύο νέες υποθέσεις bullying συγκλονίζουν ξανά την μικρή μας κοινωνία.
Ο Θύμιος, ένας 39χρονος από τον Πύργο εξαφανίστηκε μετά τον εκφοβισμό που δέχεται εδώ και χρόνια.
Ο λόγος; Ένα τροχαίο ατύχημα που τον παραμόρφωσε και τον ανάγκασε να μιλάει και τρώει με μηχανική υποστήριξη. Ο ίδιος μάλιστα φορά μάσκα για να κρύβει το πρόσωπό του…
Ο Θύμιος είναι άλλο ένα θύμα εκφοβισμού, από μια ομάδα τραμπούκων που τον παρενοχλούν ρίχνοντας ακόμη και φωτοβολίδες στο σπίτι του. Μια παρέα άνανδρων συντοπιτών του που βρήκαν αστείο να ενοχλούν έναν άνθρωπο και να παίζουν με τον πόνο και την υγεία του.
Ο Θύμιος από τον Πύργο / Φωτογραφία: patrisnews
Μάλιστα, όταν ο 39χρονος βγήκε από το σπίτι του και προσπάθησε να αμυνθεί με ένα μπαστούνι εκείνοι τράβηξαν ένα βίντεο που ανέβασαν στα social media παρουσιάζοντάς τον ως μανιακό που τους κυνηγάει με πριόνι για να τους κάνει κακό.
Και ενώ ο Θύμιος ζήτησε από την αστυνομία να τον προστατέψει, αυτό δεν συνέβη ποτέ. Αντ’ αυτού, ο Θύμιος εξαφανίστηκε, έφυγε μακριά από όλους και από όλα που του κάνουν κακό, χωρίς να ξέρει κανείς αν είναι καλά…
Τραγωδία με αυτοκτονία 14χρονου στα Κάτω Πατήσια
Ο 14χρονος Μάκης από τα Κάτω Πατήσια αυτοκτόνησε την περασμένη Παρασκευή στο σπίτι του με μια ζώνη που έδεσε στον λαιμό του. Το παιδί αποφάσισε να κόψει το νήμα της ίδιας του της ζωής με αυτόν τον τραγικό τρόπο.
Ο 14χρονος φαίνεται πώς έπεφτε συχνά θύμα bullying στο σχολείο του. Άλλο ένα παιδί που βίωσε τον σχολικό εκφοβισμό από νταήδες και δεν άντεξε την τεράστια ψυχολογική πίεση…
Το «αντίο» των συμμαθητών του 14χρονου στα Κάτω Πατήσια
Η μάστιγα της εποχής
Αυτή η μάστιγα που δεν λέει να εκλείψει από την κοινωνία μας. Η κοροϊδία και η βία που παίρνουν τέτοιες διαστάσεις και πνίγουν τους ανθρώπους, όσο δυνατοί κι αν είναι. Που τους κάνουν να βρίσκουν «καταφύγιο» και λύτρωση στο να κάνουν κακό στον εαυτό τους, βάζοντας τέλος στο μαρτύριό τους…
Η κοινωνία, η πολιτεία και η παιδεία είναι αυτές που έχουν υποχρέωση και καθήκον να χτυπήσουν αυτό το ολοένα και αυξανόμενο φαινόμενο που παίρνει διαστάσεις χιονοστιβάδας και απειλεί τους νέους ανθρώπους.
Πολλά και δραστικά μέτρα πρέπει να παρθούν πριν να είναι πολύ αργά και για τον Θύμιο…
Την ομιλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Κογκρέσο των ΗΠΑ σχολίασε με ανάρτησή του στo linkedin ο Νίκος Παπανδρέου.
«Για έναν πολίτη με διπλή υπηκοότητα όπως εγώ που ασχολείται με την πολιτική και στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα όλη του την ζωή και ως υποψήφιος ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, η μεγάλη εικόνα από την ομιλία του πρωθυπουργού στην κοινή συνεδρίαση του Κογκρέσου ήταν αυτή που έπρεπε», επισημαίνει μεταξύ άλλων ο γιος του Ανδρέα Παπανδρέου.
«Απέδειξε ότι είναι ένας ευρωπαίος ηγέτης και έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα ότι η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός έχουν αποφασίσει να αναμετρηθούν με παγκόσμια θέματα που μας στοιχειώνουν χωρίς να εγκαταλείπουν τις αρχές της δημοκρατίας και της ισότητας αξίες που μοιράζονται και οι δυο χώρες», συνεχίζει ο ίδιος.
«Το γεγονός ότι τόσο οι Ρεπουμπλικάνοι όσο και οι Δημοκρατικοί χειροκρότησαν όρθιοι πολλές φορές κατά την διάρκεια της ομιλίας του ήταν μια σπάνια διακομματική απόλαυση. Αυτή την φορά μόνο υπερηφάνεια», κατέληξε ο Νίκος Παπανδρέου.