Blog Σελίδα 8685

Η μέρα που συνελήφθη ο Ανδρέας Παπανδρέου

0

Το ιστορικό της σύλληψής του.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν αδιαμφησβίτητα μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές προσωπικότητες του περασμένου αιώνα στη χώρα. Την πολιτική του ζωή συνοδεύουν πολλές ιστορίες. Μία εξ αυτών ήταν η σύλληψή του μετά το πραξικόμημα της 21ης Απριλίου.

Ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία όταν εκλέχθηκε βουλευτής για πρώτη φορά το 1964 με την Ένωση Κέντρου. Μετείχε στην κυβέρνηση του πατέρα του, Γεωργίου Παπανδρέου, αρχικά ως Υπουργός Προεδρίας και λίγο αργότερα ως αναπληρωτής Υπουργός Συντονισμού.

Παραιτήθηκε λίγο αργότερα μετά από πολλές πιέσεις άλλων τάσεων μέσα στο κόμμα και συσπείρωσε γύρω του τη λεγόμενη κεντροαριστερή πτέρυγα της Ένωσης Κέντρου. Στις 25 Απριλίου του 1965 γίνεται ξανά αναπληρωτής Υπουργός Συντονισμού, ενώ ένα μήνα αργότερα κατηγορήθηκε ως εμπνευστής και αρχηγός στην υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ» και στο συνωμοτικό Σχέδιο Ελικών.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1966, χιλιάδες οπαδοί του υποδέχθηκαν τον Ανδρέα Παπανδρέου που επέστρεφε από 12ήμερη περιοδεία στη Σκανδιναβία. Ένα πανό έγραφε: «Καλώς όρισες Κένεντι της Ελλάδος». Κύρια αιτία αυτής της θριαμβευτικής υποδοχής ήταν ότι την προηγουμένη της αναχώρησής του είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για «συνωμοσία προς εκτέλεσιν πράξεων εσχάτης προδοσίας», κατά όσων είχαν αναμιχθεί στην οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ. svg%3E

Η σύλληψη

Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967, ο Ανδρέας Παπανδρέου συνελήφθη από τη χούντα των Συνταγματαρχών και φυλακίστηκε. Τις επόμενες μέρες ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Λίντον Τζόνσον παρενέβη υπέρ του Παπανδρέου και άλλων πολιτικών ηγετών. Στη φυλακή ο Παπανδρέου ανέμενε να παραπεμφθεί σε δίκη για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ με την κατηγορία ότι προετοίμαζε στρατιωτικό πραξικόπημα με στόχο την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικής δικτατορίας, την εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου και την απομάκρυνση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και συνέταξε ένα εννεασέλιδο αυτοβιογραφικό υπόμνημα για την απολογία του.

Αποφυλακίστηκε, ωστόσο, μετά τη χορήγηση μερικής αμνηστίας μετά το αποτυχημένο αντικίνημα του Κωνσταντίνου το Δεκέμβριο του ’67 χάρη στην αμερικανική παρέμβαση μετά από έντονες πιέσεις και διαμαρτυρίες κορυφαίων ακαδημαϊκών και διανοούμενων των Ηνωμένων Πολιτειών στον Πρόεδρο Τζόνσον. Στις 16 Ιανουαρίου του 1968 φεύγει από τη χώρα και ιδρύει το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ), επικεφαλής του οποίου έδρασε αντιδικτατορικά σε πολλές δυτικές χώρες, και στο οποίο συσπειρώνονται πολλά από τα γνωστά στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Έδρα του ΠΑΚ ήταν αρχικά η πρωτεύουσα της Σουηδίας, Στοκχόλμη.

Από την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1961 και ως την επιβολή της δικτατορίας, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε καταγγείλει το τότε σύστημα εξουσίας (παρακράτος, συνωμοτικές οργανώσεις, οικονομικά συμφέροντα) στεκόμενος ιδιαίτερα στην τρομοκράτηση της επαρχίας από τη Χωροφυλακή και τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ). svg%3E

Οι αναμνήσεις μια σύλληψης

«Άκουσα έναν αστυνομικό, ο οποίος ήταν στην ασφάλειά μου, να φωνάζει… από ξυλοδαρμό. Και είδα τουλάχιστον τριάντα μαυροσκούφηδες με τα αυτόματα να σπάζουν παράθυρα… να σπάζουν πόρτες. Και δεν φαντάστηκα, ούτε καν, πως επρόκειτο για δικτατορία. Εκείνη τη στιγμή φαντάζομαι πως επρόκειτο για εκτελεστικό απόσπασμα» περιέγραφε ο Ανδρέας Παπανδρέου στον Γιώργο Δουατζή.

«Αποφάσισα να μην παραδοθώ και πήγα στην ταράτσα, πάνω από μια σοφίτα. Είχα ένα πιστόλι στο χέρι. Με βοήθησε ο γιος μου, ο Γιώργος, να ανέβω». Οι στρατιώτες πιάνουν τον Γιώργο, που τότε ήταν 15 χρόνων. Τον ρωτούν πού είναι ο πατέρας του και τον απειλούν πως θα τον σκοτώσουν, αν δεν τους αποκαλύψει πού κρύβεται. «Τότε σηκώθηκα, τους είπα “είμαι εδώ”, κρατούσα πιστόλι. Γύρισαν τα αυτόματα (προς εμένα) και μου είπαν “ή πηδάς ή σε πυροβολούμε”». Ο Ανδρέας οδηγείται στο Γουδί. Την επομένη μεταφέρεται στο ξενοδοχείο Πικέρμι. Στις 10 Μαΐου μεταφέρεται στις φυλακές Αβέρωφ, απομονωμένος από τους άλλους κρατούμενους, όπως αναφέρει το People Greece.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου περιέγραψε τη νύχτα της απελευθέρωσής του στον Φρέντυ Γερμανό, το 1975: «Ήθελα να πάω στα μπουζούκια, γιατί χορεύω… Χορεύω ρεμπέτικο. Και ήθελα να ζωντανέψουν, όχι μόνο εγώ, αλλά και οι άλλοι. Και ήταν λιγάκι δύσκολο για εμένα να χορέψω, γιατί ήμουν εξαντλημένος από τη φυλακή. Αλλά το έκανα. Ήταν ωραίο βράδυ. Όμορφο, ζεστό». Η εκπομπή δεν προβλήθηκε ποτέ, αλλά αποσπάσματα παίχτηκαν στην εκπομπή Ενώπιος Ενωπίω, του Νίκου Χατζηνικολάου.

Η μέρα που σταμάτησα να λέω «Βιάσου, κάνε γρήγορα» μου άλλαξε τη ζωή

0

Αποφάσισε να δει τη μητρότητα με διαφορετικό μάτι. Λίγο πιο χαλαρά. Να χαμηλώσει τους τόνους και να σκεφτεί τι πραγματικά θέλει εκείνη και τι τα παιδιά της. Είχε κουραστεί να φωνάζει συνέχεια ακόμη και για τα πιο απλά πράγματα και κατάφερε να στρέψει τη ζωή της και την καθημερινότητά της προς το καλύτερο κόβοντας το πιο απλό. Τη φράση «Βιαστείτε παιδιά!».

«Όταν ζεις μια ζωή έξαλλη, κάθε λεπτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Νιώθεις σαν να πρέπει να ελέγξεις κάτι από τη λίστα, κοιτάζοντας μια οθόνη, ή να τρέξεις στον επόμενο προορισμό. Δεν έχει σημασία ούτε με πόσους τρόπους μπορείς να χωρίσεις τον χρόνο σου και την προσοχή σου, ούτε πόσα πολλαπλά καθήκοντα προσπαθείς να εκπληρώσεις ταυτόχρονα. Ποτέ δεν θα υπάρχει αρκετός χρόνος για να τα προλάβεις όλα!

Αυτή ήταν η ζωή μου για δύο ξέφρενα χρόνια. Οι σκέψεις μου και οι πράξεις μου ελεγχόντουσαν από ηλεκτρονικές υπενθυμίσεις, κουδουνίσματα και βαρυφορτωμένες ατζέντες. Και παρόλο που το υποσυνείδητό μου ήθελε να είμαι στην ώρα μου σε κάθε δραστηριότητα το υπέρ δεσμευμένο πρόγραμμά μου, δεν μου το επέτρεπε.

viasou paidi mou 1

Βλέπετε, πριν από έξι χρόνια ευλογήθηκα να αποκτήσω ένα κοριτσάκι που κάθε λίγο και λιγάκι θέλει να σταματάει να μυρίζει τα τριαντάφυλλα που συναντούμε στο διάβα μας.

Όταν έπρεπε να βγω γρήγορα από την πόρτα πάντα θυμόταν να πάρει το μικρό της τσαντάκι και το αστραφτερό της στέμμα.

Όταν έπρεπε να φτάσουμε κάπου πέντε λεπτά νωρίτερα, επέμενε να πάρει μαζί στο καρεκλάκι αυτοκινήτου και το γιγάντιο λούτρινο αρκουδάκι της.

Όταν έπρεπε ψωνίσω βιαστικά κάτι από το σούπερ μάρκετ, η μικρή μου έπιανε κουβέντα με την ηλικιωμένη κυριούλα που της θύμιζε τη γιαγιά της.

Όταν είχα μόνο 30 λεπτά να τρέξω με το καρότσι, ήθελε να σταματάω για να ταΐσουμε και να χαϊδέψουμε κάθε σκυλάκι που θα συναντούσαμε.

Όταν το πρόγραμμά μου ήταν γεμάτο από τις 6 το πρωί, ήθελε να σπάσει εκείνη τα αβγά για να τα βάλει στο κέικ. Θα το έκανε τόσο απαλά και τόσο αργά που δεν θα γινόταν καμία ζημιά.

Το παιδί μου πραγματικά ήταν δώρο Θεού, απλά εγώ δεν το έβλεπα. Ναι, δεν το έβλεπα, γιατί όταν έχεις προγραμματισμένη τη ζωή σου και βαδίζεις μόνο με γνώμονα το τι γράφει μια ατζέντα, τότε δεν μπορείς να παρεκκλίνεις. Ό,τιδήποτε δεν αναφέρετε εκεί είναι απλά χάσιμο χρόνου.

Κάθε φορά που το παιδί μου με έκανε να παρεκκλίνω από το πρόγραμμά μου έλεγα στον εαυτό μου “Έλα τώρα… δεν έχουμε χρόνο για αυτό”. Και για του λόγου το αληθές, μόνο μία λέξη έβγαινε από το στόμα μου! “Βιάσου”.

Ξεκινούσα τις φράσεις μου όπως:
“Βιάσου θα αργήσουμε”

Και κατέληγαν με αυτή:
“Θα χάσουμε τα πάντα αν δεν βιαστείς!”

Ξεκινούσα τη μέρα μου λέγοντας:
“Βιάσου, φάε το πρωινό”

“Βιάσου και ντύσου γρήγορα”

Και τελείωνα τη μέρα μου:
“Βιάσου, πλύνε τα δόντια σου άντε”
“Βιάσου, στο κρεβάτι γρήγορα”

Αν και το «βιάσου» δεν βοηθούσε το παιδί μου να κάνει πιο γρήγορα, εγώ το χρησιμοποιούσα περισσότερο και από τη λέξη “Σε αγαπώ”.

Η αλήθεια πληγώνει, μα η αλήθεια θεραπεύει.. και με φέρνει πιο κοντά στον γονιό που θέλω να είμαι.

Και μια μοιραία μέρα, τα πράγματα άλλαξαν. Είχα μόλις πάρει τη μεγαλύτερη κόρη μου από το νηπιαγωγείο και βγαίναμε από το αυτοκίνητο. Δεν προχωρούσαμε γρήγορα και η μεγάλη μου κόρη γύρισε στη μικρή της αδερφή και της είπε, «Είσαι τόσο αργή». Και τότε την τράβηξε απότομα όπως έκανα εγώ τόσο καιρό τώρα σε εκείνη. Είδα τον εαυτό μου…

Ήμουν ένας νταής που έσπρωχνα ένα παιδί και το ανάγκαζα να κάνει γρήγορα ενώ εκείνο το μόνο που ήθελε ήταν να… απολαύσει τη ζωή του! Τα μάτια μου ξαφνικά άνοιξαν. Άρχισα να βλέπω το κακό που έκανα και στα ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ μου, όλες τις ζημιές που τους έκανε το «Βιάσου».

Αν και η φωνή μου έτρεμε κοίταξα το μικρό μου παιδί κατάματα και είπα: «Λυπάμαι που σε έκανα να βιάζεσαι. Μ’ αρέσει πολύ να παίρνεις το χρόνο σου και θέλω να σου μοιάσω».

Και οι δύο κόρες μου έδειχναν έκπληκτες στην τόσο πονεμένη παραδοχή μου, αλλά η μεγαλύτερη κόρη μου ήταν εκείνη που αμέσως έλαμψε με αυτή μου την αλλαγή.

“Υπόσχομαι να έχω περισσότερη υπομονή από δω και πέρα”, της είπα καθώς την αγκάλιαζα αγγίζοντας τα σγουρά της μαλλιά.

Ήταν αρκετά εύκολο να αφαιρέσω από το λεξιλόγιό μου τη λέξη “Βιάσου”. Αυτό που δεν ήταν εύκολο ήταν ότι πια είχα να διαχειριστώ δύο μεγάλα κορίτσια και όχι ένα. Αλλά τα καταφέρνω. Μπορεί να αργούμε κάποιες φορές αλλά τα καταφέρνω.

Τώρα πια δεν βιαζόμαστε και απολαμβάνουμε την κάθε στιγμή μαζί. Ακόμη και αν πρέπει να σταματήσουμε για να ταΐσουμε σκυλάκια στο δρόμο, ακόμη και αν χρειαστεί να κόψουμε τριαντάφυλλα, ακόμη και αν πιάσουμε την κουβέντα με την καλοκάγαθη γριούλα που μας θυμίζει τη γιαγιά μας.

Από τη συγγραφέα Rachel Macy Stafford 

[handsfreemama] [mblog]

Η μέρα που σταμάτησα να λέω “κάνε γρήγορα!”

0

Όταν ζεις μια έντονη ζωή, το κάθε λεπτό μετράει. Νιώθεις σαν να πρέπει συνέχεια να κάνεις όλα αυτά που έχεις στο πρόγραμμα σου, να κοιτάς συνέχεια μια οθόνη ή να τρέχεις να πας στον επόμενο προορισμό σου. Άσχετα από το με πόσους τρόπους μπορείτε να κατανείμετε τον χρόνο και την προσοχή σας, άσχετα από το πόσα πράγματα προσπαθείτε να κάνετε ταυτόχρονα, δεν υπάρχει ποτέ αρκετός χρόνος για να τα προλάβετε όλα μέσα σε μια μέρα.

Αυτή ακριβώς ήταν η ζωή μου για δυο ολόκληρα χρόνια. Οι σκέψεις μου και οι πράξεις μου καθορίζονταν από τις ειδοποιήσεις και τις κλήσεις στο κινητό μου και μια υπερφορτωμένη ατζέντα. Παρόλο που ήθελα με όλη μου την δύναμη να είμαι πάντα ακριβής στο πρόγραμμά μου, δεν ήμουν.

Πριν από 6 χρόνια ήμουν ευλογημένη να έχω μια πολύ χαριτωμένη, όμορφη και χαλαρή κορούλα.

  • Όταν βιαζόμουν να φύγουν, εκείνη διάλεγε χαλαρή ποια τσάντα και ποιο στέμμα θα πάρει μαζί της.
  • Όταν είχα αργήσει για κάποιο ραντεβού, εκείνη επέμενε να στριμώχνει τα αρκουδάκια της μέσα στο κάθισμα του αυτοκινήτου.
  • Όταν ήθελα να φάω κάτι στα γρήγορα πηγαίνοντας προς το μετρό, εκείνη σταματούσε και μιλούσε σε μια ηλικιωμένη γυναίκα που έμοιαζε στην γιαγιά της.
  • Όταν είχα μόνο μισή ώρα για τρέξιμο, εκείνη επέμενε να σταματήσουμε και να ταΐσουμε όλα τα αδέσποτα.
  • Όταν είχα μια γεμάτη μέρα που ξεκινούσε στις 6 το πρωί, εκείνη μου ζήτησε να σπάσουμε τα αυγά και να χτυπήσουμε όσο πιο μαλακά γίνεται.

Το ανέμελο παιδί μου ήταν ένα δώρο για μένα, αλλά δεν το έβλεπα τότε. Όταν έχεις μια έντονη και γεμάτη ζωή και η προσοχή σου είναι συνεχώς αλλού, το μόνο που βλέπεις είναι το πρόγραμμα της επόμενης μέρας στην ατζέντα σου. Και ότι δεν ανήκει στην ατζέντα είναι απλά χάσιμο χρόνου.

Κάθε φορά που το παιδί μου με έκανε να αποκλίνω από το κύριο πρόγραμμά μου, έλεγα: “Δεν έχουμε χρόνο για αυτό.”Κατά συνέπεια η πιο συχνή λέξη που έλεγα στην κόρη μου ήταν “Βιάσου!”

Ξεκινούσα την πρότασή μου ως εξής:

“Βιάσου, δεν έχουμε χρόνο.”

Τελείωνα την πρόταση μου ως εξής:

“Δεν θα προλάβουμε τίποτα, αν δεν βιαστείς!”

Ξεκινούσα την μέρα μου με αυτό:

“Βιάσου, να φας το πρωινό σου και να ντυθείς γρήγορα.”

Τελείωνα την μέρα μου με αυτό:

“Βιάσου να πλύνεις τα δόντια σου και να πας για ύπνο.”

Παρόλο που η λέξη “Βιάσου” δεν είχε ιδιαίτερο αποτέλεσμα στο παιδί μου, της το έλεγα συνέχεια. Ίσως πιο συχνά και από το “Σ’ αγαπώ.”

Η αλήθεια πονάει, αλλά η αλήθεια … θεραπεύει και με φέρνει πιο κοντά στο πρότυπο της μητέρας που θέλω να είμαι.

Τότε, μια μοιραία μέρα, τα πράγματα άλλαξαν. Είχαμε πάει να πάρουμε την μεγάλη μου κόρη από το νηπιαγωγείο και μόλις είχαμε μπει στο αυτοκίνητο. Πήγαινα αργά, όπως της άρεσε, και τότε η μεγάλη μου κόρη είπε στην μικρή της αδερφή: “Είσαι τόσο αργή.” Όταν η μικρή σταύρωσε τα χέρια της και άφησε να βγει από μέσα της ένας εξοργισμένος αναστεναγμός, τότε αναγνώρισα τον εαυτό μου σε εκείνη. Και αυτό ήταν γροθιά στο στομάχι.

Ήμουν ένας νταής, που πίεζε ένα μικρό, που απλά ήθελε να απολαύσει την ζωή του.

Επιτέλους, είδα την αλήθεια ξεκάθαρα και κατάλαβα το κακό που είχα κάνει στα παιδιά μου.

Παρά το γεγονός ότι η φωνή μου έτρεμε, κοίταξα την μικρή μου κόρη στα μάτια και της είπα: “Συγγνώμη που σε κάνω να βιάζεσαι. Μου αρέσει που παίρνεις τον χρόνο σου και θέλω να είμαι περισσότερο σαν εσένα. Υπόσχομαι να είμαι πιο υπομονετική από τώρα και στο εξής.”

Από κει και πέρα ήταν εύκολο να βγάλω την λέξη “Βιάσου” από το λεξιλόγιο μου. Αυτό που δεν ήταν εύκολο ήταν να δείξω υπομονή στο χαλαρό παιδί μου. Για να βοηθήσω και τις δυο μας, λοιπόν, της έδινα παραπάνω χρόνο να ετοιμαστεί, όταν είχαμε να πάμε κάπου. Και μερικές φορές ακόμα και τότε αργούσαμε.

Όταν πηγαίναμε βόλτες ή στα μαγαζιά, την άφηνα να καθορίζει εκείνη τον ρυθμό που περπατούσαμε. Τότε, παρατήρησα εκφράσεις στο πρόσωπό της που δεν είχα ξαναδεί.

Παρατήρησα πως λάμπουν τα μάτια της, όταν χαμογελάει. Παρατήρησα πως της απαντούσε ο κόσμος, όταν σταματούσε για να τους μιλήσει. Είδα τον τρόπο που κοιτούσε τα έντομα πάνω στα λουλούδια. Τότε, κατάλαβα, ότι η κόρη μου ήταν Παρατηρητής και οι Παρατηρητές είναι πολύ σπάνιοι σε αυτόν τον κόσμο. Η κόρη μου ήταν ένα δώρο στην ξέφρενη ψυχή μου.

Την υπόσχεση να επιβραδύνω τους ρυθμούς της ζωής μου την έδωσα πριν από 3 χρόνια και ακριβώς εκείνη την στιγμή απαγκριστρώθηκα από τους καθημερινούς περισπασμούς και επικεντρώθηκα μόνο σε αυτά που έχουν αξία. Το να επιβραδύνω τους ρυθμούς της ζωής μου ακόμα χρειάζεται συντονισμένη προσπάθεια, αλλά η μικρότερη κόρη μου είναι πάντα εδώ για να μου υπενθυμίζει, γιατί πρέπει να συνεχίσω να προσπαθώ.

Τις προάλλες μου το υπενθύμισε για ακόμα μια φορά, όταν είχαμε πάει μια βόλτα με το ποδήλατο και σταματήσαμε, για να πάρει ένα παγωτό. Ξαφνικά, εκεί που καθόμασταν με ρώτησε γεμάτη αγωνία: “Μαμά, πρέπει να βιαστώ;”

Καθώς το παιδί μου με κοιτούσε γεμάτο αγωνία ήξερα, ότι είχα 2 επιλογές: ή να κάτσω και να σκεφτώ όλες τις φορές που ανάγκασα το παιδί μου να βιαστεί ή να γιορτάσω το γεγονός, ότι σήμερα προσπαθώ να κάνω τα πράγματα διαφορετικά.

Επιλέγω να ζήσω στο σήμερα.

“Δεν χρειάζεται να βιαστείς. Πάρε τον χρόνο σου”, της είπα ευγενικά και αμέσως το πρόσωπό της έλαμψε. Μετά, αρχίσαμε να συζητάμε για ό, τι μπορεί να απασχολεί ένα 6χρονο παιδί. Υπήρχαν και στιγμές που απλά καθόμασταν σιωπηλές και αγναντεύαμε την θέα.

Νόμιζα, ότι η κόρη θα έτρωγε όλο το παγωτό της, αλλά όταν έφτασε στην τελευταία μπουκιά, σταμάτησε και μου είπε: “Άφησα αυτή την τελευταία μπουκιά για σένα μαμά.”

Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα το πραγματικό νόημα της ζωής.

Αφιέρωσα λίγο χρόνο στο παιδί μου και σε αντάλλαγμα μου έδωσε την τελευταία μπουκιά του παγωτού της, υπενθυμίζοντάς μου, ότι η ζωή είναι πιο γλυκιά και η αγάπη έρχεται πιο εύκολα, όταν δεν βιάζεσαι.

Είτε πρόκειται για…

Την απόλαυση του παγωτού

Το μάζεμα των λουλουδιών

Το σπάσιμο των αυγών

Τους περιπάτους

Το μάζεμα κοχυλιών

Δεν πρόκειται να πω ποτέ ξανά: “Δεν έχουμε χρόνο για αυτό”, γιατί είναι σαν να λες, ότι δεν έχεις χρόνο για να ζήσεις.

Το να επιβραδύνεις για να γευθείς τις μικρές χαρές της ζωής είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσεις να ζήσεις αληθινά.

Η μέρα που πέθανε η μάνα μου

0

Τη μέρα που πέθανε η μάνα μου, πέρασα τουλάχιστον 2 ώρες μιλώντας στο τηλέφωνο με το γραφείο. Φορούσα κάτι ξεχαρβαλωμένες της πυτζάμες, στη μέσα εσοχή της βεράντας για να μη με βλέπει έτσι ο κόσμος που πήγαινε και ερχόταν στο μπαλκόνι μας,  τελώντας ο καθένας εσωτερικά το δικό του προσωπικό μνημόσυνο μέρες τώρα. Ήταν μέρες ή μήνες; Ο χρόνος ξαφνικά έγινε ελαστικός σαν τσίχλα που σου κολλάει στο παπούτσι για ώρες. Ή μήνες;

Τη μέρα που πέθανε η μάνα μου και ενώ με το γυαλί ηλίου και τις ξεχαρβαλωμένες της πυτζάμες διέσχισα το ηλιόλουστο μπαλκόνι και τους ανθρώπους, δεν μπορούσα παρά να αισθάνομαι λύπη για τη λύπη που εκείνοι αισθάνονταν. Κάποιοι από αυτούς, ήταν μακράν θλιβερότεροι της ληθαργικής μου μάνας, που μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας δεν αποφάσιζε αν ήθελε να φύγει ή αν άντεχε να μείνει. Ας είναι.

Το σαββατοκύριακο πριν τη μέρα που πέθανε η μάνα μου, έκανα τον πρώτο σοβαρό μου τσακωμό με τα θεία. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, εκτός από κάποιες συμπάθειες και αρκετές αντιπάθειες, λίγα ήταν τα πάρε δώσε μου με τα άνωθεν. Γενικώς πάντα σκεφτόμουν ότι τα θέματα μου είναι πολύ υποδεέστερα συγκριτικά με μυριάδες βασανισμένες ζωές που κυκλοφορούν γύρω μας. Τσακώθηκα όμως. Και με το Θεό και με γιαγιάδες και παππούδες και πεθαμένες θειάδες και γενικώς με όλο το client service του άλλου κόσμου, που ενώ (θεωρητικά) την έβλεπαν να παραπαίει, δεν τσακίστηκαν να έρθουν να την πάρουν να λυτρωθεί, όσο και αν ικέτευα, όσο και αν χτυπιόμουνα, όσο και αν έκανα τα άχρηστα μαγικά μου, με τις ενέργειες και τις βλακείες.

Εκείνο το σαββατοκύριακο, εγώ η αδελφή μου και η καλύτερη φίλη της μάνας μου, ξαπλωμένες όλες στο ίδιο αυτό παλαιό διπλό της κρεβάτι, τραγουδήσαμε παράφωνα τραγούδια, φιλήσαμε κρύα χέρια ξανά και ξανά, ακούσαμε με λαχτάρα ασθενικούς χτύπους καρδιάς και υπογράψαμε όλες ένα μυστικό συμβόλαιο αφοσίωσης. Είδαμε τη στιγμή που η συνειδητότητα έδωσε τη θέση της στο μεταξύ γης και ουρανού. Τη στιγμή που εκείνη αφέθηκε από συστολές ανθρώπινες, έπαψε να κλαίει και να αντιστέκεται και ξεκίνησε να κολυμπάει μισότυφλη στην άλλη πλευρά. Είδαμε τη στιγμή που πια το στόμα δεν άνοιγε ούτε για να φάει, ούτε για να πιεί, ούτε για να ζητήσει. Σε εκείνο το μπαλκόνι, λίγο πιο πέρα από το παλαιό διπλό της κρεβάτι, καραβοτσακιστήκαμε μια η μία μια η άλλη, μαζί με μνήμες, με ματωμένες ματιές, με τρολαρίσματα, με απόγνωση, με αγάπη πιο πάνω από το χρόνο, πιο πέρα από το θάνατο.

Τη μέρα που πέθανε η μάνα μου, έκανα μπάνιο και έφαγα ομελέτα. Η αδελφή μου ήταν ξαπλωμένη μαζί της, δεν ερχόταν να φάει. «Η μαμά νομίζω φεύγει», μου είπε και της χαίδευε τα μαλλιά. Νομίζεις η μαμά φεύγει; Η μαμά έφευγε 6 μήνες. Τόσο χρόνο έδωσαν οι γιατροί και καταλήξαμε εμείς οι μοναδικές, με εκείνη τη μοναδικότερη των μοναδικών,  να γίνουμε αριθμός σε απάνθρωπες καρκινικές στατιστικές. Στον έρωτα και στο θάνατο, πάντα μοναδικός νιώθεις. Μετά το τέλος, το βλέπεις. Το καταραμένο στατιστικό. Την κατάπτυστη επιβεβαίωση του κανόνα.

Τη μέρα που πέθανε η μάνα μου, έκατσα δίπλα της στο κρεβάτι και είδα τα μάτια της ορθάνοιχτα μετά από μέρες. Πού κοιτούσε; Τι κοιτούσε; Μερικές μέρες πριν μου ζητούσε να διώξω το μαύρο που κρυβόταν πίσω από τον καλόγερο. Δεν υπήρχε μαύρο. Μαύρη ήταν η αρρώστια της, που μου την έκανε να ζει αγκαλιά με μια λεκάνη. Την έβλεπα να κάνει εμετούς ξανά και ξανά και φαντασιωνόμουν ότι μια από αυτές τις φορές, θα τον έβγαζε τον καρκίνο της. Σα μια μαύρη μπάλα. Θα τον έπιανα τότε στα χέρια μου και θα τον έκοβα με ξυράφια. Θα τον έκαιγα με αναπτήρες. Θα τον ξέσκιζα με ψαλίδια. Θα τον ξεφτίλιζα.

Αυτή την ίδια μισητή λεκάνη, 4 μέρες μετά τη μέρα που πέθανε η μάνα μου, καθαγίασα με ούζο. Μια γουλιά εγώ, μια γουλιά αυτή. Εγώ μέθυσα και κυλίστηκα στα πατώματα και αυτή η ατιμασμένη δεν έλιωσε από ντροπή, όπως της άξιζε. Την κλώτσησα μέσα στη σακούλα και την πέταξα στα σκουπίδια κάνοντας οχτάρια.

Τη μέρα που πέθανε η μάνα μου, έβαλα το χέρι μου πάνω στο κεφάλι της και την εξομολόγησα από μέσα μου. Εγώ η σχεδόν άθεη. Η αμαρτωλή μεγάλη της κόρη. Της ζήτησα να συγχωρήσει εμένα και όλους. Όποιον την πρόδωσε, την πόνεσε, την απογοήτευσε, την τερμάτισε, την εκμεταλλεύτηκε. Της είπα ότι τη συγχωρώ. Και εγώ και όποιος άθελα της πλήγωσε. Το «άθελα της» βγήκε αβίαστα, γιατί ήταν σιγουράκι. Ζήτησα από τους δικούς μου να μην της λένε «Φύγε Θάλεια, φύγε να ξεκουραστείς» γιατί ήταν πάντα γνωστό, ότι η μάνα μου αν την πίεζες μουλάρωνε. Έφηβη στα 61,5 της. Αν δεν μου τη γερνούσε ο καρκίνος μέσα σε 6 μήνες, ακόμα έτσι θα ήταν και θα μου έπαιζε τα νεύρα. Κρυφά όμως την καμάρωνα. Την ατίθαση. Την πεισματάρα. Τη ξεροκέφαλη. Την ελεύθερη μου μάνα.

Τη μέρα που πέθανε η μάνα μου και λίγο μετά αφού άφησε την τελευταία της κοφτή ανάσα στην αγκαλιά μας, συνέβη κάτι που με σόκαρε βαθιά. Δεν πέθανα. Αν κρίνουμε με βάση τη σημαντικότητα της στη ζωή μου, την καθοριστική επιρροή της σε κάθε συνειδητό και ασυνείδητο μου, την καψούρα που της είχα 35 χρόνια τώρα, κανονικά μαζί με εκείνη, θα έπρεπε να είχα πεθάνει και εγώ. Άντε με μερικά λεπτά διαφορά λόγω μικρότερης ηλικίας.

Δεν πέθανα όμως. Έζησα για να καλέσω τη γιατρό για να υπογράψει το πιστοποιητικό θανάτου. Έζησα για να τηλεφωνήσω στο γραφείο τελετών για να έρθουν οι άνθρωποι και να πράξουν τα δέοντα. Έζησα για να της κλείσω με την αδελφή μου τα μάτια. Και παραδόξως, έζησα για να υπογράψω χαρτιά και άλλα χαρτιά, για να λάβω στο viber το κηδειοχαρτο της και να δώσω το οκ για να τυπωθεί, για να δω μέσα στην κλειστή κρεβατοκάμαρα να τη βάζουν στο φέρετρο και να τους παρακαλώ να της ρίξουν από πάνω το πράσινο σεντόνι. Δεν μπορούσε να προστατευθεί όπως έκανε σε όλη της τη ζωή το αγρίμι μου. Ήταν σχεδόν γυμνή και τελείως νεκρή.

Τη μέρα που πέθανε η μάνα μου, προφανώς ήμουν στην Κρήτη, οπότε άκουσα Ψαραντώνη και Φουσταλιέρη. Προφανώς πίτα στο μεθύσι. Προφανώς δεν έβλεπα πια τίποτα, εκτός από το στίχο. Η γη όμως δεν άνοιξε ποτέ μέσα να μπω, κόσμε ψεύτη.  Άνοιξε την επόμενη και μπήκε εκείνη. Φοβόμουν μην την δουν οι φίλοι μου και τρομάξουν. Όμως ήταν όμορφη η άτιμη. Ήρεμη. Έκανα τον κόσμο να κλαίει γιατί της χάιδευα το κεφάλι και της μίλαγα στο αυτί. Αν δεν ντρεπόμουν θα το έκανα περισσότερο. Αλλά ντρεπόμουν τόσος κόσμος. Να έρχεσαι να με βλέπεις και να μου μιλάς, της έλεγα συνέχεια. Ποια εγώ. Που ούτε Χάρυ Πότερ δεν βλέπω μόνη μου το βράδυ.

Τη μέρα που πέθανε η μάνα μου, πιο πολύ από όλους αυτούς τους βασανισμένους  6 μήνες, ήπια όλη την παιδική μου ηλικία χτυπημένη στο μίξερ. Μέχρι που μου βγήκε από τα αυτιά. Μέχρι που ζήτησα βοήθεια από τα θεία που έβριζα πριν μερικές μέρες. Δεν ξέρω τι βοήθεια ήρθε από ψηλά. Ξέρω τη βοήθεια που ήρθε από  χαμηλά. Από την οικογένεια και τους φίλους που 6 μήνες κοπανούσα σαν άγριο κρητικό κρι κρι. Και κοπανάω ακόμα. Ξέρω τη βοήθεια που ήρθε από μέσα.

Όλα τα αντέχει ο άνθρωπος. Αυτό ήταν η πρώτη κουβέντα που είπα ελάχιστα λεπτά αφού πέθανε η μάνα μου. Όλα. Όλα. Ξέρω τη βοήθεια που γεννήθηκε τη μέρα που γεννήθηκα και η μάνα μου αποφάσισε ότι ήμουν η κόρη της. Και με μεγάλωσε με μια αγάπη όχι θεϊκή, αλλά βαθιά ανθρώπινη. Που μέσα της χώρεσαν όλα. Η αλήθεια μου και η αλήθεια της μαζί σφιχτά σαν μία. Μια αλήθεια γεμάτη ουσία και ένταση και μύθους και θρύλους και θυμούς και αγκαλιές και βιβλία και αγάπη, αγάπη που δεν αφήνει τίποτα ανολοκλήρωτο. Τίποτα ανείπωτο. Δεν υπάρχει τίποτα που δεν είπα στη μάνα μου. Και όχι από όταν αρρώστησε. Πάντα.  Αυτά που με διαόλιζαν σε εκείνη, αυτά που τις χρέωνα, αυτά που γονάτιζα μπροστά της από σεβασμό. Αυτά που με έκαναν και θα με κάνουν πάντα υπερήφανη. Τόσο υπερήφανη για εκείνη, που θα υποκλίνομαι στη χάρη της για όσο ζω. Ο έρωτας μου για εκείνη,  ο αγιάτρευτος. Ο απίστευτος. Ο αξεπέραστος. Τα σ΄αγαπώ, τα σε έχω ανάγκη, τα θα σε κλέισω όμως τώρα γιατί θα πλακωθούμε, τα χωρίς εσένα τι είμαι; Ίδια στη μούρη, ίδια στη ψυχή, μάνα.

Από τη μέρα που πέθανε η μάνα μου πέρασαν μέρες. Όχι πολλές. Πώς μετριέται όμως μετά από όλα αυτά ο χρόνος; Ρολόγια δεν φόραγα ούτως ή άλλως ποτέ. Τώρα που πέθανε, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μπορεί να παίζει μπάλα στη ζωή μου πιο εύκολα. Να τα κανονίσει όλα όπως της γουστάρει. Πριν που ζούσε, ήμουν και εγώ πάντα μουλάρα και τη ζόριζα. Ίδια στη μούρη, ίδια στη ψυχή δεν είπαμε;

Στα σαράντα της που ήταν και η μέρα των γενεθλίων της, πήρα όρκο ιερό. Θα σε λατρεύω και θα σε τιμώ για πάντα, της είπα σταυροπόδι πάνω στον τάφο. Μου φαίνεται, ή έσκασε στα γέλια η τύπισσα; Άσε τώρα τις μαλακίες στα μνήματα και πήγαινε να ευτυχήσεις παιδουλινάκι μου, σα να άκουσα.

Λίγο χρόνο δώσε μου μανούλα και έτρεξα.

Της Ιωάννας Μαραγκουδάκη

Πηγή: athensvoice.gr

Η μέρα που όλοι χειροκρότησαν την Γεωργία Βασιλειάδου: Θεατής την είπε άσχημη και η απάντηση που του έδωσε έμεινε στην ιστορία

0

Η Γεωργία Βασιλειάδου έχει μείνει στην ιστορία της “χρυσής” εποχής του ελληνικού κινηματογράφου ως η “πιο όμορφη-άσχημη“.

Η Γεωργία Βασιλειάδου ξεκίνησε στα 42 την καριέρα της

Η ηθοποιός είχε μια δύσκολη ζωή, δούλεψε σκληρά για να μεγαλώσει τα αδέλφια της, χωρίς να τους λείψουν τα απαραίτητα, όταν οι γονείς της πέθαναν και ξεκίνησε την καριέρα της στα 42 της χρόνια, όταν την ανακάλυψε και της έδωσε την ευκαιρία να κάνει μεγάλη καριέρα ο Αλέκος Σακελλάριος.

Στα πρώτα της βήματα, όμως, δεν ένιωθε και πολύ άνετα με τα σχόλια για την εξωτερική της εμφάνιση, ειδικά όταν αυτά γίνονταν μπροστά της από αγενείς θεατές.

Η πληρωμένη απάντηση της Γεωργίας Βασιλειάδου

Σε συνέντευξη που παραχώρησε τον Ιούνιο του 1972, η ηθοποιός αποκάλυψε ότι “δούλευα στην Σπηλιά του Παρασκευά. Καθώς έβγαινα στην πίστα, περνώντας από τα τραπέζια, κάποια επίτηδες φώναξε, για να την ακούσω, “πόσο άσχημη είναι η Βασιλειάδου!”. Το νόμισμα που της πλήρωσα ήταν πολύ ακριβό. Ανεβαίνοντας στην πίστα, πριν αρχίσω το νούμερό μου, είπα “τώρα που ερχόμουν στην πίστα, κάποια φώναξε για την ακούσω: “Πόσο άσκημη είναι η Βασιλειάδου”. Κυρία μου, της απάντησα, εγώ με την ασχήμια μου έγινα διάσημη. Εσάς ποιος σας ξέρει;”.

Γεωργία Βασιλειάδου: Ετσι ήταν στα νιάτα της η πασίγνωστη ελληνίδα ηθοποιός

Μια φωτογραφία σε νεαρή ηλικία για τη σπουδαία ηθοποιό μας
Μια φωτογραφία διάσημης ελληνίδας ηθοποιού που ποτέ δεν θα μπορούσατε να αναγνωρίσετε. Μια από τις πιο αγαπημένες κινηματογραφικές περσόνες που σε νεαρή ηλικία ήταν… άλλος άνθρωπος.

Ο λόγος για τη Γεωργία Βασιλειάδου η οποία στη φωτογραφία αυτή είναι νεαρή και δεν έχει καμιά σχέση με το πρόσωπο που γνωρίσαμε στον κινηματογράφο.

100696672 3165465200151307 485503592766111744 n

Η Γεωργία Βασιλειάδου γεννήθηκε στην Αθήνα στην περιοχή της Κυψέλης το 1897 σε μια οικογένεια με δέκα παιδιά. Το πραγματικό της όνομα ήταν Γεωργία Αθανασίου, αλλά η ίδια το άλλαξε σε Βασιλειάδου όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με το τραγούδι και την υποκριτική. Υποχρεώθηκε να αφήσει νωρίς το σχολείο για να εργαστεί σε κατάστημα και να βοηθήσει την πολυμελή οικογένειά της, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα της κατόπιν πτώσης από άλογο, ο οποίος ήταν αξιωματικός του ιππικού .

Την πρώτη της καλλιτεχνική εμφάνιση έκανε το 1922 σαν μέλος της χορωδίας του Θεάτρου Ολύμπια, στο έργο Ερνάνη του Τζουζέπε Βέρντι, μάλλον συμπτωματικά οπότε και ξεκίνησε τις σπουδές της στην Γεννάδειο Σχολή το 1923 και κατόπιν εμφανίστηκε σε διάφορες όπερες. Εργάστηκε σε μεγάλα θεατρικά σχήματα της εποχής με τους Κυβέλη, Μαρίκα Κοτοπούλη, Δημήτρη Μυράτ, ερμηνεύοντας ποικίλους ρόλους.

Στα μέσα του 1930 αποφάσισε να σταματήσει, μετά από ένα γάμο της που υπήρξε όμως ατυχής. Στη συνέχεια γνώρισε τη Σοφία Βέμπο η οποία και της υποσχέθηκε να τη βοηθήσει. Ο άνθρωπος που την ανακάλυψε και της έδωσε την ευκαιρία να κάνει μεγάλη καριέρα ήταν ο Αλέκος Σακελλάριος έτσι στα σαράντα δύο της χρόνια η Γεωργία Βασιλειάδου κάνει ένα νέο δυναμικό ξεκίνημα και με το έμφυτο ταλέντο της κατακτάει αμέσως το κοινό.

Δείτε το βίντεο:

Ο Αλέκος Σακελλάριος της προσέφερε ένα ρόλο το 1939 στα Κορίτσια της παντρειάς, που έγινε η αφορμή για το ξεκίνημα μιας δεύτερης, αλλά περισσότερο γνωστής καριέρας – αυτή τη φορά ως κοσμαγάπητης κωμικού, της «ομορφότερης άσχημης» του ελληνικού κινηματογράφου, όπως χαρακτηρίστηκε. Στην εταιρεία της Φίνος Φιλμ έγιναν οι μεγάλες της επιτυχίες όπως: Η ωραία των Αθηνών, Η θεία απ΄ το Σικάγο, Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός και πολλές άλλες. Έλαβε μέρος στην τηλεοπτική σειρά Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.

Έμενε στο Μαρούσι και είχε μια κόρη, την Φωτεινή Αποστολίδου. Τον τελευταίο καιρό, υπέφερε από βρογχικό άσθμα. Η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε και νοσηλεύτηκε στον Ευαγγελισμό. Πέθανε στις 12 Φεβρουαρίου του 1980 κηδεύτηκε δύο μέρες μετά, ένα βροχερό πρωί με πολύ κρύο. Ωστόσο παραμένει ακόμα αξιαγάπητη χάρη στις ταινίες της. Κηδεύτηκε παρουσία λίγου κόσμου, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η μέρα που οι καταρράκτες του Νιαγάρα έμειναν χωρίς νερό.

0

Το καλοκαίρι του 1969 μια ομάδα μηχανικών του αμερικανικού στρατού διέκοψε τη ροή στους καταρράκτες του Νιαγάρα προκειμένου να πραγματοποιήσει γεωλογικές έρευνες μετά από κατολισθήσεις που είχαν σημειωθεί.

Για σχεδόν έξι μήνες οι καταρράκτες που βρίσκονται στην αμερικανική πλευρά, έμειναν χωρίς νερό μετά από 12 .000 χρόνια συνεχούς ροής.

article-1338793-0c7dbac7000005dc-832_634x410

Για το έργο οι Αμερικανοί έφτιαξαν ένα τεράστιο φράγμα 182 μέτρων στον ποταμό εκτρέποντας τη ροή προς τη μεριά του Καναδά.

article-1338793-0c7dbbff000005dc-973_634x436

Οι μηχανικοί μελέτησαν την κοίτη του ποταμού ώστε να εντοπίσουν τυχόν προβλήματα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν διάβρωση του εδάφους.

article-1338793-0c7dba2f000005dc-380_634x417

Κατά το χρονικό διάστημα που οι καταρράκτες έμειναν στεγνοί ανακαλύφθηκαν δύο πτώματα, ενός άνδρα και μίας γυναίκας.

niagara3-700x535

Όσο οι μηχανικοί εξέταζαν τον ποταμό δημιουργήθηκε ένας προσωρινός διάδρομος που επέτρεπε στους επισκέπτες να δουν το απρόσιτο και σκληρό τοπίο. Στην αρχή τους φάνηκε παράξενο και απογοητευτικό το θέαμα.

article-1338793-0c7dba42000005dc-448_634x407

Στη συνέχεια όμως ολοένα και περισσότεροι επισκέπτονταν την περιοχή για να δουν από κοντά τους στεγνούς καταρράκτες. Κατά το χρονικό διάστημα που οι καταρράκτες έμειναν στεγνοί ανακαλύφθηκαν δύο πτώματα, ενός άνδρα και μίας γυναίκας.

Για περίπου 6 μήνες οι καταρράκτες του Νιαγάρα έμειναν χωρίς νερό.

niagara2-700x557

Τον Νοέμβριο του 1969 μπροστά σε 2.650 θεατές συνεργεία ανατίναξαν το φράγμα και η ροή αποκαταστάθηκε. Οι καταρράκτες του Νιαγάρα είναι σύμπλεγμα του ποταμού Νιαγάρα, στα διεθνή σύνορα μεταξύ του Οντάριο στον Καναδά και της πολιτείας της Νέας Υόρκης.

Αποτελούνται από δύο μεγάλα τμήματα που χωρίζονται από το νησί Goat : οι καταρράκτες Horseshoe, η πλειονότητα των οποίων βρίσκεται στην Καναδική πλευρά των συνόρων και των Americans Falls στην Αμερικανική πλευρά.

article-1338793-0c7dba42000005dc-448_634x407

Οι μικρότεροι Bridal Veil Falls βρίσκονται στην αμερικανική πλευρά, αλλά διαχωρίζονται από τους άλλους με το νησί Luna. Ακόμα και μετά τι εργασίες των μηχανικών το νησί Luna έμεινε κλειστό για το κοινό καθώς υπήρχε ο φόβος της αστάθειας.

Οι μηχανικοί δημιούργησαν ένα τεράστιο φράγμα και έστειλαν τη ροή προς την πλευρά του Καναδά

chute-niagara-sans-eau-asseche-05

Οι καταρράκτες του Νιαγάρα έχουν μεγάλο πλάτος. Περισσότερο από 6 εκατομμύρια κυβικά πόδια νερού πέφτουν κάθε λεπτό κατά την περίοδο της υψηλής ροής και σχεδόν 4 εκατομμύρια κυβικά πόδια κατά μέσο όρο. Είναι οι πιο ισχυροί καταρράκτες στη Βόρεια Αμερική.

[MTX] [dailymail]

Η μέρα που ο Θανάσης Βέγγος πήγε στο ΝΒΑ

0

Ήταν λίγο μετά το τέλος του πρώτου αγώνα των Τελικών του NBA ανάμεσα στους Κλίβελαντ Καβαλιέρς και τους Γκόλντεν Στέιτ Γουόριορς, όταν η ήττα των πρώτων λόγω του εφιαλτικού λάθος του Τζέι Αρ Σμιθ στην τελευταία επίθεση, στοίχισε στον Λεμπρόν Τζέιμς να συνδυάσει την επική του εμφάνιση με το σπάσιμο της έδρας των πρωταθλητών.

Η αντίδρασή του στην τελευταία φάση ήταν έντονη προς τον συμπαίκτη του και όσοι γνωρίζουν την επιρροή που έχει ο σούπερ σταρ των Καβς στην ομάδα ξεκίνησαν στα social media να σχολιάζουν για το τι μπορεί να ακολούθησε.

Ένας από αυτούς που σχολίασαν με χιούμορ το τι μπορεί να συνέβαινε μέσα στα αποδυτήρια των Καβαλίερς ήταν και ο Ενές Καντέρ, ο διεθνής Τούρκος καλαθοσφαιριστής, που αγωνίζεται εδώ και 7 χρόνια στο NBA.

Ο Καντέρ, ο οποίος ακολουθείται από πάνω από 500.000 κόσμο μόνο στο Twitter, ανέβασε μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του μεγάλου Θανάση Βέγγου για να δείξει τι θα έκανε ο Λεμπρόν στους ανακόλουθους συμπαίκτες του.

Η περίφημη σκηνή είναι από την ταινία «Ο Παπατρέχας» στην οποία ο Θανάσης Βέγγος παίζει τον βιοπαλαιστή αδερφό που δουλεύοντας ως θυρωρός σε μία πολυκατοικία πρέπει μόνος και ορφανός να φροντίσει να παντρέψει τις έξι αδερφές του και την γεροντοκόρη θεία του.

Η σκηνή που όλοι θυμόμαστε είναι αυτή την οποία έχει γυρίσει κουρασμένος σπίτι και οι αδερφές του καβγαδίζουν οπότε ο Θανάσης της βάζει στη σειρά και τους ρίχνει ένα χαστούκι «τρένο» αφού σε μία κίνηση τις χαστούκισε όλες μαζί.

Δείτε τι ανέβασε ο Τούρκος σέντερ των Νικς, φέρνοντας μέσα στα σπίτια των εκατοντάδων χιλιάδων ακόλουθών του, τον Θανάση Βέγγο και την ταινία του, η οποία εννοείται ότι αναφέρθηκε στα σχόλια.

[dailymedia]

Η μέρα που ο Διάβολος έσκυψε το κεφάλι: Η αληθινή ταυτότητα του ηλικιωμένου άνδρα που ταπείνωσε τον νταή της φυλακής

Αν έρχεστε από τη σελίδα μας στο Facebook για να μάθετε τι συνέβη με τον «Ρώσο» και ποιος ήταν πραγματικά εκείνος ο ηλικιωμένος άνδρας, βρίσκεστε στο σωστό μέρος.

Παρακάτω σας λέμε όλη την ιστορία, χωρίς λογοκρισία, με ένα τέλος που κανείς δεν περίμενε. Ετοιμαστείτε, γιατί όσα πρόκειται να διαβάσετε θα αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο κρίνετε τους ανθρώπους από την εμφάνισή τους.

stigmiotypo othonis 2025 12 26 01.51.58

Η τραπεζαρία της φυλακής Σαν Κουέντιν είναι ένα μέρος όπου ο αέρας είναι βαρύς. Μυρίζει μπαγιάτικο ιδρώτα, καμένα φασόλια και, πάνω απ’ όλα, φόβο. Όμως εκείνο το απόγευμα, ο φόβος είχε διαφορετική γεύση. Ήταν μεταλλικός, σαν όταν δαγκώνεις κατά λάθος τη γλώσσα σου.

Ο Ιβάν «ο Ρώσος» Πετρόφ δεν γνώριζε αυτή τη γεύση. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Με ύψος σχεδόν δύο μέτρα και βάρος 120 κιλά καθαρού, φουσκωμένου μυϊκού όγκου, είχε μπει στη φυλακή μόλις τρεις μέρες νωρίτερα με τη στάμπα του «άλφα θηρευτή». Στο μυαλό του, η φυλακή δεν ήταν τιμωρία· ήταν επιχείρηση, και εκείνος είχε έρθει για να γίνει ο διαχειριστής της.

Είχε περάσει τις πρώτες 72 ώρες αναλύοντας τον χώρο. Είδε τις συμμορίες, είδε τους μοναχικούς, είδε τους αδύναμους. Όμως το μοιραίο του λάθος ήταν ότι μπέρδεψε τη σιωπή με την αδυναμία.

Όταν ο Ρώσος πρόσεξε το τραπέζι στο βάθος, είδε αυτό που βλέπουν όλοι οι πρωτάρηδες: έναν ετοιμόρροπο γέρο. Ο ηλικιωμένος, τον οποίο ορισμένοι δεσμοφύλακες αποκαλούσαν με σεβασμό «Ντον Ανσέλμο», έτρωγε με εκνευριστικά αργά. Το δέρμα του ήταν ταλαιπωρημένο σαν παλιό δέρμα παπουτσιού, τα μαλλιά του ολόλευκα, και τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά καθώς κρατούσε το κουτάλι.

Για τον Ρώσο, αυτή η εικόνα ήταν προσβολή. «Πώς γίνεται αυτό το απολίθωμα να κάθεται στο καλύτερο τραπέζι, αυτό δίπλα στο παράθυρο;» σκέφτηκε.

stigmiotypo othonis 2025 12 26 01.52.41

Πλησίασε. Κάθε του βήμα αντηχούσε στο τσιμεντένιο πάτωμα. Οι άλλοι κρατούμενοι, που βρίσκονταν εκεί χρόνια, ήξεραν να διαβάζουν την ατμόσφαιρα καλύτερα κι από τον καιρό. Ο «Τσίνο» Λόπες, αρχηγός της νότιας πτέρυγας, άφησε το ψωμί του μισοφαγωμένο. Τα μέλη της Αδελφότητας, που δεν φοβούνταν ούτε τον θάνατο, χαμήλωσαν το βλέμμα στα πιάτα τους.

Κανείς δεν τον προειδοποίησε. Στη φυλακή, όταν ένας νεοφερμένος ετοιμάζεται να διαπράξει κοινωνική αuτοκτονiα, κανείς δεν τον σταματά. Είναι μέρος του θεάματος.

Ο Ρώσος έφτασε στο τραπέζι. Κλώτσησε την καρέκλα. Ο κρότος αυτός ήταν το πιστόλι εκκίνησης για μια κούρσα προς την άβυσσο.

«Είσαι κουφός, γέρο;» βρυχήθηκε, με εκείνη τη φωνή που κάποτε έκανε τους οφειλέτες του να κατουριούνται στον δρόμο.

Ο Ντον Ανσέλμο δεν ανατρίχιασε καν. Συνέχισε να μασάει ένα κομμάτι ψωμί, κοιτάζοντας στο κενό, σαν ο γίγαντας που του έκρυβε το φως να μην ήταν τίποτα περισσότερο από μια ενοχλητική μύγα. Αυτή η αδιαφορία ήταν που διέλυσε τον εγωισμό του Ρώσου. Τον έσπρωξε. Ο δίσκος με το φαγητό εκτοξεύτηκε. Η σούπα λέρωσε τη μέχρι τότε πεντακάθαρη στολή του γέρου.

Και τότε, ο χρόνος πάγωσε.

Το τατουάζ που σταμάτησε την καρδιά της φυλακής

Ο γέρος σηκώθηκε αργά. Όμως εδώ η ιστορία παίρνει σκοτεινή τροπή. Δεν ήταν απλώς ένα τατουάζ αυτό που αποκαλύφθηκε όταν σήκωσε το μανίκι του.

Καθώς τραβούσε προς τα πάνω το γκρι ύφασμα της στολής του, φάνηκε ο αριστερός του πήχης. Το δέρμα είχε χαλαρώσει από την ηλικία, όμως το μελάνι παρέμενε μαύρο, έντονο, σαν να είχε χαραχτεί χθες. Δεν ήταν κρανίο, ούτε γuμνή γυναίκα, ούτε τα κλασικά «δάκρυα» των φυλακισμένων.

Ήταν ένα σύνθετο γεωμετρικό σύμβολο: ένα φίδι με δύο κεφάλια που καταβρόχθιζε μια κλεψύδρα.

Ο Ρώσος δεν ήξερε τι σήμαινε. Όμως όλη η τραπεζαρία ήξερε.

Το σύμβολο ανήκε στους «Άχρονους». Μια οργάνωση της δεκαετίας του ’80 που δεν ασχολούνταν με διακίνηση ή κλοπές. Ήταν «καθαριστές». Εκείνοι που προσλάμβαναν τα καρτέλ όταν χρειάζονταν κάποιον να εξαφανιστεί χωρίς ίχνη, χωρίς θόρυβο, χωρίς μάρτυρες. Ήταν φαντάσματα. Και ο Ντον Ανσέλμο δεν ήταν απλός στρατιώτης αυτής της οργάνωσης.

Από τα δύο κεφάλια του φιδιού, ο Ντον Ανσέλμο ήταν ο ιδρυτής.

Ο αρχηγός των δεσμοφυλάκων, παρακολουθώντας από τον πύργο ελέγχου, χλόμιασε. Σήκωσε τον ασύρματο και έδωσε μια εντολή που σπάνια ακούγεται σε φυλακή υψίστης ασφαλείας:

«Κανείς να μη ρίξει! Επαναλαμβάνω, κανείς να μην επέμβει. Αν αγγίξετε τον γέρο, είμαστε όλοι νεκροί πριν ξημερώσει.»

Ο Ρώσος, ανίδεος ότι στεκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο, σήκωσε τη γροθιά του για το τελειωτικό χτύπημα. Ένα χτύπημα ικανό να συντρίψει το κρανίο ενός ανθρώπου αυτής της ηλικίας.

«Θα σου μάθω εγώ σεβασμό, άχρηστε γέρο», φώναξε.

Έριξε τη γροθιά. Έναν πύραυλο από σάρκα και αίμα, κατευθείαν προς το πρόσωπο του Ντον Ανσέλμο.

Αυτό που ακολούθησε ήταν τόσο γρήγορο, που πολλοί πίστεψαν πως ήταν παιχνίδι του φωτός.

Ο χορός του πόνου

Ο Ανσέλμο δεν έτρεξε. Δεν πήδηξε πίσω. Απλώς έστριψε τον λαιμό του δύο εκατοστά προς τα δεξιά. Η γροθιά του Ρώσου πέρασε ξυστά από το αυτί του, σχίζοντας τον αέρα.

Πριν προλάβει ο Ρώσος να ξαναβρεί την ισορροπία του, το τρεμάμενο χέρι του γέρου ζωντάνεψε. Με μια κοφτή, ακριβή κίνηση, ο Ντον Ανσέλμο χτύπησε τον λαιμό του γίγαντα με την κόψη της παλάμης του. Δεν ήταν δυνατό χτύπημα· ήταν χειρουργικό.

Ο Ρώσος πνίγηκε. Οι αεραγωγοί του κατέρρευσαν στιγμιαία. Άρπαξε τον λαιμό του, με τα μάτια ορθάνοιχτα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να πάρει ανάσα.

Όμως ο Ντον Ανσέλμο δεν είχε τελειώσει. Με ανατριχιαστική ψυχραιμία, έπιασε το δεξί χέρι του Ρώσου —το ίδιο που είχε προσπαθήσει να τον χτυπήσει— και πίεσε τον αντίχειρά του σε ένα συγκεκριμένο σημείο του καρπού.

Ο δίμετρος γίγαντας γονάτισε. Ούρλιαξε, αλλά δεν βγήκε ήχος, μόνο ένας βασανιστικός συριγμός. Ο πόνος ήταν τόσο έντονος που τα πόδια του λύγισαν. Ήταν σαν να είχε μπει καλώδιο υψηλής τάσης κατευθείαν στο νευρικό του σύστημα.

Η τραπεζαρία έμεινε απόλυτα σιωπηλή. Ακούγονταν μόνο οι λαχανιασμένες ανάσες του Ρώσου και ο απαλός ήχος από τα παπούτσια του ΝτονΑνσέλμο που τον κύκλωναν.

Ο γέρος έσκυψε μέχρι να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον γονατισμένο νταή. Τα μάτια του, που πριν έδειχναν κουρασμένα, τώρα έλαμπαν με αρπακτική ένταση.

«Γιε μου», ψιθύρισε ο Ντον Ανσέλμο, με φωνή τραχιά αλλά καθαρή, πιο δυνατή από τις κραυγές του Ρώσου. «Εδώ μέσα, το μέγεθος δεν μετράει. Η ιστορία μετράει. Και εσύ… εσύ δεν έχεις ιστορία.»

Ο Ντον Ανσέλμο άφησε τον καρπό του Ρώσου. Ο γίγαντας έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα, βήχοντας, κλαίγοντας, ταπεινωμένος μπροστά σε πεντακόσιους άνδρες.

Η πραγματική ποινή

Εδώ είναι που τελειώνουν συνήθως οι ταινίες: ο ήρωας νικά, ο κακός χάνει. Όμως η πραγματική ζωή, και η φυλακή, είναι πολύ πιο σύνθετες.

Ο Ρώσος περίμενε να τον σκοτώσουν εκείνο το βράδυ. Κουλουριάστηκε στο κελί του, τρέμοντας, περιμένοντας να έρθουν οι άνθρωποι του Ντον Ανσέλμο να αποτελειώσουν τη δουλειά. Όμως δεν ήρθε κανείς.

Το επόμενο πρωί, στο πρωινό, ο Ρώσος μπήκε στην τραπεζαρία. Περπατούσε σκυφτός, με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα. Κανείς δεν τον χλεύασε. Κανείς δεν του επιτέθηκε. Η ταπείνωση είχε υπάρξει τόσο βίαιη, που οι υπόλοιποι ένιωθαν ένα μείγμα λύπησης και τρόμου.

Ο Ρώσος πήρε τον δίσκο του και, διστακτικά, κατευθύνθηκε προς το πίσω τραπέζι. Το τραπέζι του Ντον Ανσέλμο.

Σταμάτησε περίπου δύο μέτρα μακριά. Ο Ντον Ανσέλμο σήκωσε το βλέμμα από το πιάτο του.

«Κάτσε», είπε ο γέρος.

Ο Ρώσος υπάκουσε.

«Δεν σε σκότωσα χθες», είπε ο Ντον Ανσέλμο, κόβοντας ένα κομμάτι ψωμί και προσφέροντάς το στον γίγαντα, «γιατί ένας νεκρός δεν μαθαίνει. Και εσύ πρέπει να μάθεις. Από σήμερα, θα είσαι τα μάτια και τα αυτιά μου. Όσο είσαι υπό την προστασία μου, κανείς δεν θα σε αγγίξει. Αλλά αν σηκώσεις ξανά χέρι σε κάποιον πιο αδύναμο από εσένα… θα ευχηθείς να σε είχα σκοτώσει χθες.»

Η απρόσμενη ανατροπή

Έχουν περάσει τρία χρόνια από εκείνη τη μέρα.

Αν επισκεφθείτε τη φυλακή σήμερα, θα δείτε κάτι παράξενο. Στο πίσω τραπέζι, ο Ντον Ανσέλμο είναι πάντα εκεί, διαβάζοντας την εφημερίδα ή τρώγοντας αργά. Και δίπλα του, πάντα, σαν πιστός φρουρός, βρίσκεται ο Ρώσος.

Δεν είναι πια ο νταής που χτυπούσε τα τραπέζια. Έχει χάσει βάρος, δεν φωνάζει πια. Έχει γίνει ένας ήσυχος και σεβαστικός άνθρωπος. Έμαθε να διαβάζει χάρη στα βιβλία που του δανείζει ο Ντον Ανσέλμο. Προστατεύει τους νεοφερμένους, τρομαγμένους, εμποδίζοντας τους άλλους να τους κακοποιήσουν.

Ο άνθρωπος που μπήκε θέλοντας να γίνει βασιλιάς της ζούγκλας, κατέληξε να γίνει ο φύλακας-μοναχός του ναού.

Ο Ντον Ανσέλμο, «ο Χειρουργός» των παλιών καιρών, δεν χρησιμοποίησε τη βία για να καταστρέψει τον εχθρό του. Χρησιμοποίησε μόνο τη δίκαιη και αναγκαία βία για να τον μεταμορφώσει.

Ηθικό δίδαγμα: Ποτέ μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του, πόσο μάλλον από την ηλικία των σελίδων του. Μερικές φορές, οι πιο ήσυχοι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους τις πιο βίαιες καταιγίδες. Η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στο πόσο δυνατά μπορείς να χτυπήσεις, αλλά στο να έχεις τη δύναμη να καταστρέψεις κάποιον και να επιλέγεις, αντί γι’ αυτό, να του μάθεις πώς να γίνεται άνθρωπος.

Η μέρα που ο Γιουσέιν Μπολτ έπαιξε το ρόλο του βοηθού για μια τυφλή Παραολυμπιονίκη

Ο Γιουσέιν Μπολτ είναι ο ταχύτερος άνθρωπος στον κόσμο. Ο ταχύτερος άνθρωπος στον κόσμο σε πολλούς αγώνες και πρωταθλήματα, για αρκετά χρόνια τώρα. Σε αντίθεση με πολλά από τα γεγονότα στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο στίβος (και το κολύμπι), είναι πολύ εύκολο να γίνουν εύκολα αντιληπτά από τον κοινό τηλεθεατή. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσο σκληρή ήταν η μάχη και ποιες οι ανατροπές, ή τι συνιστά καλή φόρμα για έναν αθλητή.

Το μόνο που χρειάζεται να ξέρουμε είναι ποιος έκανε τα καλύτερα άλματα ή τα ψηλότερα ή ποιος διέσχισε τη γραμμή τερματισμού πρώτος.

Στην περίπτωση του Γιουσέιν Μπολτ, έχουμε δει με τα μάτια μας ότι κάνει τους υπόλοιπους αθλητές του σταδίου να φαίνονται… αργοί. Ο Μπολτ λαμβάνει, έτσι, πολλή αγάπη και αναγνώριση από το κοινό. Αλλά δεν ξεχνά να δίνει και πίσω, στον αθλητισμό και άλλους αθλητές, ειδικά στο άθλημα που αγαπά.

GettyImages-591927506

Πέρυσι στο Ρίο, στην προετοιμασία μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του φετινού καλοκαιριού, ο Μπολτ έπαιξε το ρόλο του οδηγού για την τρεις φορές Παραολυμπιονίκη του σπριντ Terezinha Guilhermina. Να σημειώσουμε, ότι στους αγώνες δρόμου, οι σπρίντερ τρέχουν μαζί με έναν οδηγό, για την προστασία τους.

“Ήταν ένα όνειρο που πραγματοποιήθηκε”, είπε η Guilhermina που κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στα 100 και στα 200 μέτρα στους Παραολυμπιακούς του 2012 στο Λονδίνο και το χρυσό στα 200 μέτρα στο Πεκίνο το 2008. “Ήταν λίγο ανήσυχος στην αρχή, γιατί φοβόταν μήπως πέσω και εκείνος τρέξει πιο γρήγορα.”

Αυτή η πλευρά του Μπολτ δεν καλύπτεται συχνά από τα μίντια και δείχνει πραγματικά το σεβασμό που νιώθει για την υπερπροσπάθεια των αθλητών που συμμετέχουν στους Παραολυμπιακούς Αγώνες.

Δείτε το βίντεο

paralympic.org

Η μέρα που ο γιος του άντρα μου, μου είπε σ’ αγαπώ

0

Τον γνωρίζω τρία χρόνια, από τότε που ήταν 12 χρονών. Πριν παντρευτώ προσπαθούσα να φανταστώ πώς θα ήταν τα πράγματα, όταν θα αποκτούσα οικογένεια. Τα παιδιά μου, το φαγητό μαζί με όλη την οικογένεια, τα βράδια μας στον καναπέ να βλέπουμε τηλεόραση και να παίζουμε επιτραπέζια… όλα αυτά. Μου φαινόταν ιδανικό και ανυπομονούσα να έρθει εκείνη η στιγμή. Τα είχα σκεφτεί όλα εκτός από ένα πράγμα. Αν ο άντρας που θα παντρευόμουν είχε ήδη παιδί;

Την πρώτη φορά που συνάντησα τον σύζυγό μου ήμασταν σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Δεν είχα καμία όρεξη να πάω, αλλά οι φίλοι μου με κυνηγούσαν για μέρες. Η καλύτερη μου φίλη ήταν αυτή που μας σύστησε. Είχα ακούσει ήδη πάρα πολλά για εκείνον και είχα μεγάλη περιέργεια να τον γνωρίσω αν και δεν ήμουνα πολύ θετική στο να βγω με έναν μόνο μπαμπά.

Εκ πρώτης όψεως δεν μου γέμισε το μάτι. Κάποια στιγμή έσκυψε προς το μέρος του γιου του, κάτι είπανε και με κοίταξαν και οι δύο με ένα πλατύ χαμόγελο.

Την επόμενη φορά που είδα ξανά το παιδί ήταν κάποιες εβδομάδες αφού είχα αρχίσει να βγαίνω με το μπαμπά του. Ο μπαμπάς του με σύστησε ως η κοπέλα του. Ήμουν ήδη τρελά ερωτευμένη μαζί του και βλέποντας πόσο κοντά ήταν με το γιο του ήθελα και εγώ να τον γνωρίσω καλύτερα και να χτίσουμε σιγά-σιγά μια όμορφη σχέση. Είχα ανάγκη την έγκριση του παιδιού. Ήθελα να ξέρω οτι με συμπαθεί, ότι ήθελε να συνεχίσω να είμαι με τον μπαμπά του και ότι ήθελε να γίνω μέρος της οικογένειας τους.

Είπα στο παιδί «Σ’ αγαπώ» τα Χριστούγεννα ένα χρόνο μετά. Ήταν για την ακρίβεια παραμονή Χριστουγέννων στο εορταστικό τραπέζι. Τα κεράκια γύρω μας έλαμπαν με τις μικρές φωτίτσες τους και η λάμψη αντανακλούσε στο πανέμορφο δαχτυλίδι αρραβώνων που μου είχε φορέσει ο μπαμπάς του. Με κοίταξε, αλλά δεν μου απάντησε. Ίσως να μην ένιωθε άνετα. Ίσως να μην το ένιωθε γενικά. Ίσως να με θεώρησε υπερβολική και ότι βιαζόμουν. Σημασία είχε ότι δεν μου επέστρεψε το «Σ’ αγαπώ» που του είπα. Ήξερα ότι το παιδί αυτό δεν είναι δικό μου, αλλά δεν με ένοιαζε. Ήταν παιδί του άντρα μου και το έβλεπα σαν παιδί μου. Το αγαπούσα όχι γιατί ήμουν υποχρεωμένη, αλλά επειδή έτσι ένιωθα.

Λίγες εβδομάδες αργότερα γλίστρησε έξω στο πεζοδρόμιο, καθώς γυρνούσε απ’ το σχολείο. Έκανε πάρα πολύ κρύο και το νερό στο πεζοδρόμιο είχε παγώσει με αποτέλεσμα να γυρίσει κλαίγοντας και γεμάτος μώλωπες. «Μην κλαις, πάω να σου φέρω πάγο», του είπα.

Μήπως τον πονούσα; Αναρωτιόμουν. Ήταν εντάξει; Έκανα προς τα πίσω και παρακολουθούσα κάθε μορφασμό του μήπως τον πονούσα και δεν μου το έλεγε. Όλη την υπόλοιπη μέρα προσπαθούσα να μην καρφωθώ. Είχα κολλήσει τα μάτια μου πάνω του προσπαθώντας να βρω τυχόν σημάδια δυσφορίας που θα με έκαναν να το πάρω αμέσως και να πάμε στο νοσοκομείο.

Λίγους μήνες μετά , ήταν τα γενέθλιά μου. Το απόγευμα ενώ ήμουν στο νεροχύτη και έπλενα κάτι πιάτα άκουσα μια μικρή φωνή δίπλα μου. «Χρόνια πολλά». Γύρισα και είδα το γιο του άντρα μου. «Τι είπες;», τον ρώτησα. «Χρόνια πολλά», μου ξαναείπε. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τα χέρια μου ήταν γεμάτα σαπουνάδες και έτρεμαν. Το νερό εξακολουθούσε να τρέχει και εγώ είχα μείνει να τον κοιτάζω. Του χαμογέλασα και μου χαμογέλασε.

Πριν από τρεις μήνες ο άντρας μου μετατέθηκε σε άλλη υπηρεσία αρκετά μακριά από τον τόπο κατοικίας μας. Το παιδί έμεινε πίσω με τη μαμά του κάτι που μου στοίχισε περισσότερο απ’ ό,τι στοίχισε στο μπαμπά του. Έρχεται όσο πιο συχνά μπορεί, αεροπορικώς πάντα, αλλά πηγαίνουμε κι εμείς να το δούμε.

Την πρώτη φορά που ήρθε, τον πήρα εγώ από το αεροδρόμιο και τον ξαναπήγα όταν έπρεπε να φύγει. Μέσα στο αεροδρόμιο τον άφησα να κάνει βόλτες για να δει πως είναι και να ξέρει όταν μεγαλώσει και ταξιδεύει μόνο του πως είναι ένα αεροδρόμιο. Ευτυχώς μου έδωσαν την άδεια και πήγα μαζί του μέχρι την πύλη. Ήταν νευρικός, γιατί ήταν η δεύτερη φορά που έμπαινε σε αεροπλάνο.

Περιμέναμε μια περίπου ώρα μέχρι να αρχίσει η επιβίβαση και μόλις οι επιβάτες άρχισαν να μπαίνουν στο αεροπλάνο, ήξερα ότι είχε έρθει η ώρα να τον αποχαιρετήσω. Κρατήθηκα με το ζόρι να μη βάλω τα κλάματα. Έδειξε το εισιτήριό του και έσκυψε το κεφάλι για να μπει στη φυσούνα και από κει στο αεροπλάνο. Με πόνεσε η καρδιά μου.

«Αυτό ήταν;», σκέφτηκα. Τρία ολόκληρα χρόνια μαζί και τώρα ξαφνικά να πρέπει να μου φύγει; Ήξερα ότι δεν είμαι μαμά του, αλλά τον αγαπούσα πολύ και τα συναισθήματά μου γι’ αυτόν ήταν πολύ έντονα για να τα απαρνηθώ. Καθώς περπατούσε στο τούνελ που θα τον οδηγούσε στο εσωτερικό του αεροπλάνου, γύρισε και με κοίταξε. Μου χαμογέλασε και μου φώναξε δυνατά «Σ’ αγαπώ». Δεν περίμενε απάντηση. Γύρισε κατευθείαν και έφυγε.

Εκεί δεν κρατήθηκα. Έκλαψα για το παιδί αυτό τόσο όσο δεν είχα κλάψει τότε που γλίστρησε και έπεσε. «Εγώ να δεις πόσο σε αγαπάω», είπα από μέσα μου. «Μόνο να ‘ξερες πόσο».

Σωριάστηκα στην πρώτη πολυθρόνα που βρήκα μπροστά μου και με τρεμάμενα χέρια έπιασε το κινητό μου για να στείλω μήνυμα στον άντρα μου: Όλα καλά. Το παιδί ΜΑΣ μόλις μπήκε στο αεροπλάνο.