Γρατσουνιές γυαλιών: Αντιμετωπίζετε πρόβλημα, με τα γυαλιά σας, τα οποία φέρουν γρατσουνιές; Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να στεναχωριέστε. Το μόνο που χρειάζεται για να βρείτε λύση στο πρόβλημά σας, είναι να χρησιμοποιήσετε την κατάλληλη μέθοδο. Αναλυτικότερα:
Γρατσουνιές γυαλιών: Ακολουθούν εννέα συμβουλές για να τις αφαιρέσετε
– Οδοντόκρεμα: Τρίψτε απαλά κάποια οδοντόκρεμα στον φακό σας με ένα βαμβακερό ύφασμα ή ένα μαλακό πανί με κυκλικές κινήσεις για περίπου 10 δευτερόλεπτα. Ξεπλύνετε με κρύο νερό και σκουπίστε το φακό σας για να στεγνώσει. Επαναλάβετε για τις γρατσουνιές που επιμένουν και μέχρι να αφαιρεθεί η γρατσουνιά.
Φτιάξτε μια πάστα από μαγειρική σόδα και νερό. Βάλτε μέρος της πάστας στο φακό σας και τρίψτε το με ένα βαμβακερό ή μάλλινο ύφασμα με κυκλικές κινήσεις. Ξεπλύνετε το με κρύο νερό και σκουπίστε το. Μπορεί να χρειαστεί να το επαναλάβετε για να αφαιρέσετε πλήρως τη γρατσουνιά.
– Armor Etch: Υπάρχει ένα προϊόν που ονομάζεται Armor Etch, το οποίο είναι μια γυάλινη ένωση και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να βελτιώσει την επιφάνεια των πλαστικών φακών σας και να αφαιρέσει τις γρατσουνιές. Προσοχή! Δεν χρησιμοποιείτε για γυάλινους φακούς, μόνο για πλαστικούς! Τοποθετήστε μια παχιά επίστρωση του Armor Etch σε κάθε πλευρά από τους φακούς σας και αφήστε το να καθίσει για πέντε λεπτά. Στη συνέχεια ξεπλύνετε και σκουπίστε. Βεβαιωθείτε ότι δεν τρίβετε την ένωση στους φακούς.
– Κερί αυτοκινήτου: Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε κερί αυτοκινήτου για να αφαιρέσετε τις γρατζουνιές, εφαρμόζοντας λίγη ποσότητα στο φακό σας με ένα απαλό και καθαρό πανί και σκουπίζοντας απαλά τη γρατσουνιά.
Γρατσουνιές γυαλιών: Κι άλλες συμβουλές για να τις αφαιρέσετε
– Υγρό καθαριστικό για παρμπρίζ: Εφαρμόστε λίγο υγρό παρμπρίζ στο τζάμι σας και τρίψτε απαλά για μερικά δευτερόλεπτα. Αυτό λειτουργεί καλύτερα στα επιφανειακά σημάδια και απομακρύνει επίσης τη βρωμιά και την υγρασία, εμποδίζοντας τα να θολώνουν.
– Γυαλιστικό ασημικών: Άλλη μια μέθοδος που δεν πρέπει να χρησιμοποιήσετε ποτέ σε γυαλί. Ωστόσο, δουλεύει μια χαρά σε πλαστικούς φακούς. Προσθέστε λίγη ποσότητα. Αφαιρέστε την περίσσεια γυαλιστικού με ένα μαλακό πανί.
– Βαζελίνη: Τοποθετήστε ένα λεπτό στρώμα βαζελίνης στο φακό σας και χρησιμοποιήστε ένα πανί για να το γυαλίσετε με κυκλικές κινήσεις για 10 δευτερόλεπτα. Μπορείτε να το επαναλάβετε αν χρειαστεί. Χρησιμοποιήστε λίγο νερό και ένα νωπό πανί για να αφαιρέσετε την περίσσεια βαζελίνης.
Γρατσουνιές γυαλιών: Οι υπόλοιπες συμβουλές για να τις αφαιρέσετε
– Σπρέι για έπιπλα: Ψεκάστε τους φακούς των γυαλιών σας ελαφρά με ένα σπρέι επίπλων. Χρησιμοποιήστε ένα πανί χωρίς χνούδια για να τρίψετε τον φακό με κυκλικές κινήσεις μέχρι να φύγουν οι γρατσουνιές. Το μόνο πρόβλημα με αυτήν τη μέθοδο, είναι ότι μπορεί να χρειαστεί να επαναλάβετε τη διαδικασία κάθε λίγες μέρες.
– Στάχτη τσιγάρου: Πασπαλίστε λίγη στάχτη από τσιγάρο στο τζάμι (βεβαιωθείτε ότι είναι δροσερή και όχι φρέσκια από το τσιγάρο) και τρίψτε το απαλά. Ξεπλύνετε και επαναλάβετε εάν είναι απαραίτητο.
– Υγρό για τους τραυματισμούς: Εφαρμόστε κάποιο υγρό για τους τραυματισμούς στο φακό και αφήστε το να στεγνώσει. Χρησιμοποιήστε ένα πανί γυαλίσματος για να απορροφήσετε τυχόν περίσσεια υγρού.
“Μάχη” για να σταθεροποιήσουν την κατάσταση της υγείας ενός 6χρονου αγοριού δίνουν γιατροί στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών στο Γενικό Νοσοκομείο των Γρεβενών, μετά την ανακοπή καρδιάς που υπέστη.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ΕΡΤ, το πλήρωμα του ΕΚΑΒ πού έφτασε σχεδόν αμέσως στο σπίτι του παιδιού προσέφερε τις πρώτες βοήθειες. Το αγοράκι έχει διασωληνωθεί και από λεπτό προς λεπτό με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, αναμένεται να μεταφερθεί στο νοσοκομείο των Πατρών.
Αυτή την ώρα (22:20) το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, στο οποίο επιβαίνει και γιατρός, αναχώρησε από τα Γρεβενά για να μεταφέρει το 6χρονο αγοράκι στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ρίου.
Στην παραδοχή ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε πλειστηριασμούς προχώρησε ο Αλέξης Τσίπρας ενώ παράλληλα κάλεσε την κυβέρνηση να προχωρήσει στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. Παράλληλα, δήλωσε περήφανος για την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών και εξαπέλυσε εφ όλης της ύλης επίθεση στην Κυβέρνηση και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Χαρακτηριστικό είναι ότι υποστήριξε πως η κυβέρνηση φέρνει Μνημόνιο χωρίς να έχουμε Μνημόνια! Μάλιστα, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίστηκε στη γραμμή Πολάκη προαναγγέλοντας ότι τη δεύτερη φορά τα πράγματα θα είναι τελείως διαφορετικά!
Όπως είπε ο κ. Τσίπρας, «το πρώτο που θα κάνουμε τη δεύτερη φορά, θα είναι να πάρουμε τα κλειδιά της οικονομίας από το παρασιτικό κεφάλαιο» τονίζοντας ότι αυτό θα γίνει μεταξύ άλλων «με συστημική τράπεζα υπό Δημόσιο μανατζμεντ, με αξιοποίηση της Αναπτυξιακής Τράπεζας. και με παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και όχι στην ελίτ».
Μάλιστα, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε απευθυνόμενος στα κυβερνητικά έδρανα: «Γιατί η δεύτερη φορά θα έρθει, όσο και να σας στηρίζει η ελιτ που ευνοείτε με τη παντοδυναμία του χρήματος και των μέσων. Και η δεύτερη φορά να το ξέρετε, θα είναι αλλιώς. Όχι για εμάς, ούτε για εσάς, αλλά για τον ελληνικό λαό»
Ξεκινώντας την ομιλία του ο επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης καταλόγισε στην κυβέρνηση ότι ο νταλκάς της είναι από το πως θα πτωχεύουν οι Έλληνες και πως θα παίρνουν τη πρώτη κατοικία των πτωχευμένων νοικοκυριών οι τράπεζες. «Είναι αδιανόητο να είναι αυτή η βασική σας προτεραιότητα, τούτες τις ώρες. Και μόνο που φέρνετε ένα νομοσχέδιο σαν αυτό, την ώρα της μέγιστης ανασφάλειας και αβεβαιότητας για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, σας αξίζει η μομφή», είπε και αναφέρθηκε στα εθνικά θέματα.
«Αισθάνεστε τόσο άνετα με όλα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες ;Είστε περήφανοι με την αποτελεσματικότητά σας στην εξωτερική πολιτική ;Επί 40 μέρες το Όρουτς Ρέις παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Εσείς κ. Μητσοτάκη, άβουλος – ελπίζω όχι και μοιραίος αντάμα-χωρίς καμία στρατηγική, χωρίς καμία πρωτοβουλία, παρακολουθείτε απλά τις εξελίξεις», σημείωσε και αναρωτήθηκε τι θα κάνει η κυβέρνηση αν αύριο έρθει γεωτρύπανο Νότια ή Ανατολικά της Κρήτης ;
Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι δεν προτρέπει την κυβέρνηση να εμπλακεί σε πολεμικές επιχειρήσεις, «αλλά σας ζητάμε να εγκαταλείψετε το δρόμο της διπλωματικής αδράνειας, σας ζητάμε να ασκήστε τώρα το κυριαρχικό μας δικαίωμα για 12 μίλια στη Κρήτη. Και ανάλογα με τις εξελίξεις Νότια της Κάσου, της Καρπάθου, της Ρόδου και του Καστελόριζου. Διότι ο μόνος τρόπος να προασπίσεις ένα κυριαρχικό σου δικαίωμα που ντε φάκτοαμφισβητείται, είναι να το ασκήσεις και να το υπερασπιστείς».
Σε ότι αφορά τον πτωχευτικό ισχυρίστηκε ότι από το 2010 και μέχρι να εκλεγείτε καμία άλλη κυβέρνηση δεν κατήργησε τη προστασία της πρώτης κατοικίας. «Τον Φλεβάρη του 19, δεν έληξε η προστασία αλλά η δυνατότητα υποβολής νέων αιτήσεων στο νόμο Κατσέλη. Και είχαμε δημόσια δεσμευθεί και στους θεσμούς και στον ελληνικό λαό να φέρουμε ένα ολιστικό πλαίσιο προστασίας της κατοικίας στο τέλος του 2019», είπε και προανήγγειλε ότι το πρώτο νομοσχέδιο της δεύτερης φοράς Αριστερά θα είναι η προστασία της πρώτης κατοικίας.
Ωστόσο, παραδέχτηκε ότι όντως έγιναν πλειστηριασμοί την προηγούμενη πενταετία. «Μα φυσικά έγιναν πλειστηριασμοί, αλλά έγιναν γι’ αυτούς που αφού φέσωσαν τις επιχειρήσεις τους, ζούσαν ζωή πλουσιοπάροχη. Με τα λεφτά στο εξωτερικό και με τις βίλες, τα κότερα, τα σκάφη άθικτα στο εσωτερικό. Έγιναν πλειστηριασμοί γι’ αυτούς που χρωστούσαν εκατομμύρια και δεν τους άγγιζε κανείς. Η πρώτη κατοικία ήταν επί των ημερών μας θεσμικά και νομικά πάντοτε κατοχυρωμένη. Αν γινόταν άλλωστε, πλειστηριασμός πρώτης κατοικίας από τις τράπεζες, κάποιου λαϊκού νοικοκυριού , τι πιστεύετε, θα μας είχατε αφήσει έτσι; Δε θα σπεύδανε τα τσακάλια οι ρεπόρτερς των καναλιών και των εντύπων του κου Αλαφούζου και του κου Μαρινάκη να το προβάλουνε; Πρώτη είδηση θα το είχανε. Θα ήταν με τις κάμερες έξω από τα σπίτια και θα έπαιρναν συνεντεύξεις. Θα μαθαίναμε ονόματα διευθύνσεις, bigbrother και survivor μαζί θα έστηναν.
Την Πέμπτη το τελευταίο αντίο στον 16χρονο πυγμάχο – «Το μωρό μας βρέθηκε στην εντατική, εκεί έπεσε σε κώμα 17 μέρες και πέθανε» – «Είχε βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση», λέει το Τζάνειο
Ότι έπαιξε σε άλλη κατηγορία από αυτή που ταίριαζε στην ηλικία και τα κιλά του αναφέρει η γιαγιά του 16χρονου Βασίλη Τόπαλου, του νεαρού πυγμάχου ο οποίος νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση εδώ και δύο εβδομάδες περίπου αλλά δεν άντεξε ο οργανισμός και υπέκυψε.
«Λιποθύμησε φαίνεται και έπεσε και χτύπησε βαριά το κεφάλι του. Το μωρό μας βρέθηκε στην εντατική. Εκεί έπεσε σε κώμα 17 μέρες και πέθανε. Εμείς μάθαμε ότι έγινε σπάρινγκ, τον βάλανε με έναν 20χρονο κάπου 70 κιλά και το δικό μας ήταν 60 κιλά και 16 ετών. Αυτό ξέρουμε»τόνισε στον Alpha η γιαγιά του 16χρονου, επισημαίνοντας πως ήταν σε διαφορετική κατηγορία.
Δείτε βίντεο:
Τι είναι το σπάρινγκ
Οι προπονήσεις των πυγμάχων είναι συνήθως ατομικές, αλλά ανά τακτά χρονικά διαστήματα διοργανώνονται αγώνες σπάρινγκ, που επί της ουσίας αποτελούν προσομοιώσεις πραγματικής μάχης, όπου οι αθλητές βελτιώνουν την τεχνική τους στη χρήση χεριών και ποδιών, όπως φυσικά και την επίθεση και την άμυνά τους.
Οι μποξέρ φορούν μεγαλύτερα γάντια και προστατευτικό εξοπλισμό, ενώ οι προπονητές διακόπτουν πολύ συχνά τους αγώνες, για να δώσουν οδηγίες ή να διορθώσουν λάθη.
Μία από τις βασικές οδηγίες που δίνουν οι προπονητές στους αθλητές πριν από αγώνες σπάρινγκ, είναι να μην έχουν καταπονηθεί το προηγούμενο βράδυ, καθώς πρέπει να είναι ξεκούραστοι και απαλλαγμένοι από στρες.
Την Πέμπτη η κηδεία του
Εν τω μεταξύ, την Πέμπτη, συγγενείς και φίλοι θα αποχαιρετήσουν τον 16χρονο πυγμάχο Βασίλη Τόπαλο. Όπως έγινε γνωστό, η εξόδιος ακολουθία του άτυχου πρωταθλητή θα γίνει την Πέμπτη στις 14:30 στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος και θα ακολουθήσει η κηδεία του στο νεκροταφείο Σχιστού.
Παρέμβαση από τον Άρειο Πάγο
Υπενθυμίζεται πως στην υπόθεση του θανάτου του 16χρονου πυγμάχου υπήρξε παρέμβαση του Αρείου Πάγου. Πιο συγκεκριμένα, την κατά απόλυτη προτεραιότητα ολοκλήρωση της έρευνας για τα αίτια θανάτου του 16χρονου και την αναζήτηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών προς κάθε κατεύθυνση ζήτησε η αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αρμόδια για θέματα αθλητισμού από τον αρμόδιο αθλητικό εισαγγελέα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εισαγγελικός λειτουργός είχε παρέμβει αυτεπαγγέλτως αμέσως μετά τον τραυματισμό του νεαρού πρωταθλητή και όλο αυτό το διάστημα δίνοντας παραγγελία για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης στη ΓΑΔΑ, η οποία, σύμφωνα με το Mega, αναμένεται σύντομα να έχει ολοκληρωθεί σηματοδοτώντας ενδεχόμενες ποινικές εξελίξεις. Μετά τον θάνατο του πρωταθλητή αναμένεται να διαβιβαστεί αρμοδίως και η ιατροδικαστική έκθεση οπότε και η δικογραφία θα σταλεί από την αστυνομία στον εισαγγελέα.
Τραγικό θάνατο βρήκε νωρίς το βράδυ της Τρίτης, ενώ βρισκόταν με τη σύζυγό του στο σπίτι τους στην Κουκουράβα, στο Πήλιο, ο Νότης Μαυρουδής, γνωστός στο Πανελλήνιο συνθέτης, κιθαριστής και ραδιοφωνικός παραγωγός.
Ο άτυχος καλλιτέχνης, όπως μεταδίδει το magnesianews.gr, ενώ είχε βρεθεί για διακοπές στο σπίτι του στην Κουκουράβα, λίγο μετά τις 8.30 το βράδυ, έβαλε ένα ξύλο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του και πάτησε πάνω, ίσως για να διορθώσει κάτι, αλλά πιθανόν έχασε την ισορροπία του ή ζαλίστηκε και έπεσε στο κενό.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει το magnesianews.gr, ο 77χρονος έπεσε από ύψος τριών μέτρων πάνε σε πέτρα με το κεφάλι, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα. Η σύζυγός του, μη μπορώντας να πιστέψει τι είχε συμβεί, κάλεσε το ΕΚΑΒ στις 20.45, κινητή μονάδα με γιατρό πήγε στο σημείο, αλλά ο άτυχος συνθέτης ήταν γεμάτος αίμα και ήδη είχε αφήσει την τελευταία του πνοή. Η σορός του μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Βόλου, όπου οι γιατροί διαπίστωσαν τον θάνατό του.
Ποιος ήταν ο Νότης Μαυρουδής
Είχε γεννηθεί το 1945. Τα δυο πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στη φυλακή δίπλα στη μητέρα του, που ήταν πολιτική κρατούμενη. Το 1958 ξεκίνησε μαθήματα κιθάρας στο Εθνικό Ωδείο με καθηγητή τον Δημήτρη Φάμπα και πήρε το δίπλωμα το 1969 με Άριστα.
Το 1970 εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όπου του ανατέθηκε η έδρα κλασικής κιθάρας στη Scuola Ciciva di Milano, στην οποία δίδαξε ως το 1975. Το 1970 παρακολούθησε και τα μαθήματα της Ακαδημίας Santiago de Compostella στην Ισπανία με τον Jose Tomas.
Το 1975 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα και από αυτή τη χρονιά άρχισε να διδάσκει κλασική κιθάρα στο Εθνικό Ωδείο. Τα έτη 1975, 1977 και 1979 έδωσε ρεσιτάλ στο Φεστιβάλ Κλασικής Κιθάρας του Esztergom της Ουγγαρίας. Το 1978 πήρε μέρος στο διεθνές Φεστιβάλ Πολιτικού Τραγουδιού στο Ανατολικό Βερολίνο και στο 11ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στην Αβάνα της Κούβας. Ως συνθέτης και σολίστ έχει δώσει πολλά ρεσιτάλ σε πολλές χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Φινλανδία, Ελβετία, Γερμανία, Ουγγαρία, Αυστρία, Κούβα).
Ως καθηγητής στο Εθνικό Ωδείο Αθήνας, είχε μαθητές αρκετούς δημοφιλείς καλλιτέχνες όπως οι Μανώλης Ανδρουλιδάκης, Σωκράτης Μάλαμας, Παναγιώτης Μάργαρης, Γιώργος Μελάς, Λάμπρος Ντούσικος, Δημήτρης Σωτηρόπουλος, κ.ά.. Από το 1994 ανέλαβε καθήκοντα προέδρου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Πολιτισμού και από το 1995 ανέλαβε καλλιτεχνικός διευθυντής στο διεθνές Φεστιβάλ της Πάτρας.
Ο Νότης Μαυρουδής μπήκε στη δισκογραφία το 1964 με τα τραγούδια «Άκρη δεν έχει ο ουρανός» και «Τα γιορτινά σου φόρεσε», σε στίχους του Γιάννη Κακουλίδη με ερμηνευτή τον Γιώργο Ζωγράφο. Το 1966 έγραψε μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Το 1968 μελοποίησε το έργο του Οδυσσέα Ελύτη Άσμα Ηρωϊκό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, ένα λαϊκό ορατόριο για φωνή-χορωδία και ορχήστρα.
Το 1976 κυκλοφορεί ο δίσκος Ζωγραφιές απ’ τον Θεόφιλο σε στίχους του Άκου Δασκαλόπουλου, εμπνευσμένους από τις ζωγραφιές του Θεόφιλου. Το 1977, μελοποιεί ποιήματα του Μάνου Χατζιδάκι στον δίσκο Παιδί της Γης.
Το 1985 κυκλοφορεί ο δίσκος Έρως ανίκατε μάχαν σε ποίηση του Ηλία Πετρόπουλου.
Από το 1990 έχει γράψει τραγούδια για Παιδική Χορωδία, και συνεργάζεται με την Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου.
Το 1998 κυκλοφόρησαν οι δίσκοι με μουσική για τις θεατρικές παραστάσεις «Όλιβερ Τουίστ» (με μουσική και τραγούδια του για την παράσταση του «Θιάσου 81»), και «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» (με μουσική και 3 τραγούδια, για την παράσταση της ομώνυμης τραγωδίας από τον Θίασο «Θυμέλη»).
Μεταξύ 1999-2008 ηχογράφησε μαζί με τον μαθητή του Παναγιώτη Μάργαρη τη βραβευμένη σειρά Cafe de l’ art, στην οποία διασκεύαζαν γνωστά τραγούδια από το ελληνικό και διεθνές ρεπερτόριο, για δύο κιθάρες.
Στο ίδιο πνεύμα, το 2018 ξεκίνησε τη σειρά Café Latino με τον Γιώργο Τοσσικιάν.
Το 2019 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις IANOS το έργο “Άγρυπνο φεγγάρι”, Μελοποιημένοι Έλληνες ποιητές από τον 19ο και τον 20ό αιώνα.
Το 1999 κυκλοφορεί ο δίσκος Λούνα Πάρκ, με την Παιδική Χορωδία του Δημήτρη Τυπάλδου και συμμετοχή του Γιώργου Νταλάρα. Το 2002 γράφει τραγούδια για γυναικείες φωνές, στον δίσκο Στην ηχώ του έρωτα, στον οποίον συμμετέχουν μεγάλα ονόματα όπως η Χάρις Αλεξίου, η Γλυκερία, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Έλλη Πασπαλά.
Το 2006 γράφουν με τον Ηλία Κατσούλη τραγούδια που «αφηγούνται» τις ιστορίες μεγάλων ελλήνων καλλιτεχνών (Γρ. Μπιθικώτσης, Στ. Χασκήλ, Ρόζα Εσκενάζυ, Μαρίνα Νίνου, Φλέρυ Νταντωνάκη, Σωτηρία Μπέλλου κ.ά.) και κυκλοφορούν στον δίσκο Carte Postale.
Ο Νότης Μαυρουδής έχει συνεργαστεί με ποιητές όπως ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Κακουλίδης, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Άκος Δασκαλόπουλος, Μάνο Χατζιδάκι, και τραγουδιστές όπως Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Γιώργο Ζωγράφο, Αρλέτα, Πόπη Αστεριάδη, Ελένη Βιτάλη, Γιώργο Μουφλουζέλη, Γιάννη Σαμσιάρη, Νένα Βενετσάνου, Πέτρο Πανδή, Κώστα Θωμαΐδη, Σταμάτη Κραουνάκη, Τάνια Τσανακλίδου, Μανώλη Μητσιά, Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα, Γλυκερία, Παντελή Θαλασσινό, Έλλη Πασπαλά, Αναστασία Μουτσάτσου κ.ά..
Oι χορτοφάγοι μπορεί να είναι πιο υγιείς από τους κρεατοφάγους αλλά είναι και πιο δυστυχισμένοι λένε οι ερευνητές.
Όσοι έχουν αφαιρέσει το κρέας από την διατροφή τους βιώνουν περισσότερο αρνητικά συναισθήματα, έχουν χαμηλότερη αυτοπεποίθηση και δεν βρίσκουν νόημα στην ζωή τους.
Σύμφωνα με την DAILYMAIL οι ερευνητές ζήτησαν από 400 χορτοφάγους, κρεατοφάγους και «ημι-χορτοφάγους» να καταγράψουν τα συναισθήματά τους για ένα δεκαπενθήμερο.
Από τις 3 ομάδες οι χορτοφάγοι ήταν εκείνοι που βίωναν τα πιο αρνητικά συναισθήματα και απολάμβαναν λιγότερο τις κοινωνικές εκδηλώσεις.
“Μερικές φορές άθελά τους και μερικές άλλες ηθελημένα οι χορτοφάγοι μπορεί να εξαιρούνται από διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις ή αισθάνονται περίεργα ή διαφορετικά επειδή είναι χορτοφάγοι. Αυτά τα πράγματα τείνουν να συμβαίνουν σε ανθρώπους που ανήκουν σε κοινωνικές μειονότητες”, ανέφερε ο Τζον Νέζλεκ, επικεφαλής της έρευνας.
“Με το πέρασμα του χρόνου τέτοιες εμπειρίες μπορούν να επηρεάσουν την ευημερία ενός ανθρώπου. Πιστεύουμε ότι αυτή η έρευνα είναι σημαντική γιατί αφήνει να φανεί ότι οι άνθρωποι που καθορίζουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους ως χορτοφάγους έχουν επιπτώσεις στην ποιότητα της καθημερινής τους ζωής”, πρόσθεσε.
Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ecology of Food and Nutrition.
Επίσης, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι χορτοφάγοι μπορεί να υποφέρουν επειδή αυτοί που δεν είναι κρεατοφάγοι τους βλέπουν και τους αντιμετωπίζουν ως “ηθικά ανώτερους.”
Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος παραχώρησε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο Magazine, όπου αναφέρθηκε στα πρώτα βήματά του στο χώρο της μουσικής.
Συγκεκριμένα ο τραγουδιστής μίλησε για τα πρώτα του βήματα στον χώρο της μουσικής, αποκάλυψε τις «ιστορίες» που κρύβονται πίσω από τραγούδια, ενώ αναφέρθηκε στη μεγάλη του αδυναμία.
Μάκης Χριστοδουλόπουλος: Όσα αποκάλυψε για τα παιδικά του χρόνια και τη σχέση του με τη μουσική
Ακολουθεί απόσπασμα της συνέντευξης:
Σε ποια ηλικία βγήκατε να παίξετε μπροστά σε κόσμο πρώτη φορά;
Θυμάμαι ήμουνα 13ών χρονών. Ο πατέρας μου ήταν μουσικός και μου λέει μια μέρα “Μάκη, θα πάμε σε ένα χωριό από δω με τα άλογα”. Δεν είχαμε τότε πώς να πάμε αλλιώς. Ο πατέρας μου έπαιζε κλαρίνο και είχε στο σπίτι κι ένα λαούτο, ένα σαντούρι, ένα βιολί… Και έπαιρνα εγώ το λαούτο όταν έφευγε και το γρατσούναγα μόνος μου. Μετά άρχισε να μου δείχνει… Μεγάλη σχολή. Έτσι, όταν το έμαθα το όργανο, με πήρε απ’ το σχολείο και πηγαίναμε και παίρναμε δύο μερτικά. Τι να κάναμε, ήμασταν τόσα παιδιά. Επτά αδέρφια -οκτώ αρχικά, ο ένας έφυγε πολύ νέος τότε.
Σε γάμο; Σε πανηγύρι πήγατε την πρώτη φορά;
Σε γάμο, σε σπίτι. Έπαιζα, λοιπόν, εγώ λαούτο εκεί στην αυλή και λένε στον πατέρα μου “Γιώργη, βάλε το παιδί τώρα να κοιμηθεί”. “Όχι”, έλεγε αυτός. Ε, με πήρε ο ύπνος εκεί που έπαιζα και με βάλανε πάνω στο σπίτι και κοιμήθηκα. Είδανε όμως οι μουσικοί την τρίτη, την τέταρτη φορά που πήγα μαζί τους ότι ήμουνα πολύ σταθερός στον χρόνο, αυτό που λέμε “δεν τράβαγα ούτε πίσω ούτε μπροστά” στον ρυθμό.
Αλλά εμένα το μεράκι μου ήταν το κλαρίνο. Το έπαιρνα από δέκα χρονών και έφευγα απ’ το σπίτι, πήγαινα κι έπαιζα κάπου μακριά γιατί δεν μ’ άφηνε ο πατέρας μου. Αλλά σε έναν χρόνο μέσα, είδε ότι το κατάφερνα και με άφησε. Αυτά τα όργανα είναι μέσα στη ζωή μας, έχουμε γεννηθεί μ’ αυτά.
Και συνεχίσατε να παίζετε κλαρίνο μετά;
Ναι, γιατί ο πατέρας μου έπαιζε καμπίσια, καγκέλια και τέτοια αλλά κάποιες φορές έπαιζε κι αυτά τα τραγούδια απ’ τη Σμύρνη, απ’ τον Βόσπορο, αυτά τα τούρκικα. Έπαιζαν τις εισαγωγές απ’ τα τσιφτετέλια στους γάμους και γινόταν χαμός. Και έτσι κάποια στιγμή που πήγαμε σε μια δουλειά, με έβαλε και έπαιξα ένα σόλο με το κλαρίνο, ένα τσιφτετέλι και άρεσε πολύ. Και από τότε πήγαινα στις δουλειές με το κλαρίνο.
Οπότε κάπου στα 12 εκεί σταματήσατε κι οριστικά το σχολείο.
Ναι, έμαθα λίγα πράγματα αλλά δεν ήταν τότε όπως είναι τώρα που πάνε γυμνάσιο, λύκειο. Δεν είχαμε και τα χρήματα κιόλας.
Είδα μια συνέντευξη που λέγατε ότι είχατε όνειρο να γίνετε φωτογράφος.
Μ’ άρεσε να γίνω φωτογράφος και στρατιωτικός. Μ’ άρεσε ο στρατός.
Και πότε αρχίσατε να τραγουδάτε;
Θυμάμαι όταν έγινα 17 χρονών πήγαμε κάπου στη Λιβαδειά, κοντά στο χωριό που γεννήθηκε ο Στάθης ο Κάβουρας που τραγούδαγε τα δημοτικά. Και του λέει μια τραγουδίστρια “κύριε Κάβουρα, βάλτον Μάκη να πει ένα τραγούδι, ξέρει, τραγουδάει”. Εγώ έλεγα πού και πού κανένα, είπα κι εκεί κάποια τραγούδια και μου λέει ο Κάβουρας μετά “Μάκη, να το παρατήσεις το κλαρίνο”. “Τι λες μωρέ, του λέω, άμα το παρατήσω αυτό, θα πεθάνω, είναι η ζωή μου”. “Να το παρατήσεις μου λέει και να γίνεις τραγουδιστής”.
Ήταν ο πρώτος που το κατάλαβε κατά κάποιον τρόπο;
Ναι… Άκου τώρα όμως να δεις τι έγινε μετά. Το μεγαλύτερο κλαρίνο που είχαμε στην Ελλάδα ήταν ο συγχωρεμένος ο Βασίλης ο Σαλέας, ο θείος του Βασίλη του σημερινού. Αυτός ήταν 15 χρόνια στην Αμερική αλλά με τον γιο του, τον Γιάννη που έπαιζε ακορντεόν πηγαίναμε μαζί στις δουλειές στα πανηγύρια. Εγώ όμως δεν είχα δει ποτέ τον πατέρα του, μόνο στις φωτογραφίες. Υπήρχε τότε στην πλατεία Βάθης ένα κεντράκι το “Σούλι”, όπου η ορχήστρα έλεγε και τα δικά μας τα δημοτικά αλλά και ηπειρώτικα. Ήρθαν και με βρήκαν στο καφενείο που συχνάζαμε οι μουσικοί, ήταν στο Βασιλικό Θέατρο στη Μενάνδρου, και μου λένε “σε θέλουμε να έρθεις στο μαγαζί, να πάρεις και τη Βιτάλη μαζί σου” -εγώ είχα τότε κοντά μου την Ελενίτσα μου, ήταν μικρή τότε.
Και την έλεγαν ακόμα αλλιώς;
Ναι, Λαβίδα. Πάμε βλέπουμε το μαγαζί -να χώραγε εκατό άτομα, κάπου τόσο. Ένα μικρούλι ήτανε.
Υπόγειο;
Υπόγειο, ναι. Είχε και μία φίρμα τον Βασίλη τον Χρυσανθόπουλο, που είχε βγάλει το “Ήρθε μια βλάχα απ’ το χωριό” (σ.σ. μου το τραγουδάει), είχαμε και τη Μαρία Σαλτού απ’ την Άρτα, μια πολύ ωραία τραγουδίστρια. Εγώ έπαιζα κλαρίνο αλλά μου λέγανε “πες ρε Μάκη και εσύ κανά τραγούδι”. Ένα σαββατοκύριακο, λοιπόν, είχε τέτοια γρίπη ο τραγουδιστής που δεν μπορούσε να ‘ρθει στο μαγαζί. Κάποια στιγμή, κουράστηκαν οι γυναίκες -γιατί σχολάγαμε και 8 η ώρα το πρωί αδερφέ- και άρχισα να τραγουδάω εγώ. Και κατά τις 5 το πρωί μπαίνει μία παρέα έξι εφτά άτομα, με γραβάτες με παλτά…
Κυριλέ όλοι να πούμε… Είχανε πάει στον Κάβουρα αυτοί προηγουμένως, που τραγούδαγε απάνω στην Αθήνα σε ένα μαγαζί. Και μέσα σ’ αυτήν την παρέα ήταν κι ο Σαλέας, μόλις που είχε έρθει απ’ την Αμερική. Εγώ όμως δεν τον αναγνώρισα, δεν τον είχα δει ποτέ. Καθίσανε σε ένα τραπέζι αλλά το μαγαζί εκεί είχε μόνο κρασί Ζίτσας, ένα ηπειρώτικο, δεν είχε ουίσκι που ήθελαν αυτοί. Και στέλνει κάποιον το μαγαζί και τους φέρνει τρία τέσσερα μπουκάλια.
Οπότε το βλέπετε εσείς από πάνω και λέτε κάποιοι είναι αυτοί για να τους προσέχουν;
Το βλέπω, ναι…Τότε που λες δεν παίρναμε μεροκάματα, ήτανε η χαρτούρα.
Μόνο ό, τι πετάγανε στην πίστα, ό, τι δίνανε στο χέρι;
Τα πετάγανε στην ορχήστρα, όπως κάνανε παλιά στα πανηγύρια.
Δεν υπήρχε μισθός, τίποτα; Ούτε ένα κατοστάρικο;
Τίποτα, δεν υπήρχαν αυτά τότε. Λοιπόν, εκείνη την ώρα ένας πελάτης μου είπε να πω ένα πολύ δύσκολο τραγούδι, τη “Δυστυχία” (σ.σ. μου το τραγουδάει). Την ώρα που λέω το πρώτο κουπλέ, έρχεται ο σερβιτόρος και μου δίνει μία χούφτα δολάρια. Μου λέει “αυτός ο κύριος εκεί θέλει να πεις άλλο ένα”.
Είχατε ξαναδεί εσείς δολάριο από κοντά;
Ποτέ στη ζωή μου, τι λες τώρα (γελάει)! Έρχεται άλλη μια χούφτα δολάρια μετά. “Να μας πει κι άλλο ένα ο μικρός”… Αυτός ήξερε το τραγούδι, και όποτε τελείωνε το ρεφρέν, έστελνε άλλη μια χούφτα δολάρια. Γέμισε λεφτά και τη Βιτάλη, και τη Σαλτού και τέλος πάντων, φιλαράκι, από τις 5 που ήρθαν αυτοί, σταματήσαμε 8 η ώρα, λέμε “δεν μπορούμε άλλο”.
Πάω να φύγω και μου λέει ο σερβιτόρος “σε θέλει εκείνος ο κύριος”. Πάω εκεί, του συστήνομαι και με ρωτάει “γενικά πού παίζεις, πού πηγαίνεις;”. Του λέω “παίρνω το κλαρίνο, έχω κι ένα παιδί που παίζει ακορντεόν, τον γιο του Βασίλη του Σαλέα του μεγάλου κλαριντζή, έχουμε και καμιά κιθαρίτσα και πάμε στις ταβέρνες, πάμε σε γάμους, σε τέτοια πράγματα”.
Με ρωτάει από πού είμαι, του λέω “από την Αμαλιάδα, από ένα χωριό τον Σώστι”. “Ποιος είναι ο πατέρας σου;”. “Ο Γιώργης ο Χριστοδουλόπουλος”, του απαντάω. “Παίζει κλαρίνο’, μου λέει, αυτός.
Τον ήξερε δηλαδή. Μου λέει “εγώ είμαι ο πατέρας του Γιάννη που παίζει μαζί σου ακορντεόν”. Και εκεί καταλαβαίνω ποιος είναι. Και μου λέει τότε στη γλώσσα μας -η μάνα μου είναι τσιγγάνα, εγώ τα λέω όλα- μου λέει “μπες”. Το “μπες” ξέρεις τι σημαίνει; “Κάτσε”. “Άκου, μου λέει. Ήρθα πριν δυο μέρες από την Αμερική, αύριο γιορτάζω και το σπίτι της γυναίκας μου είναι στα Νέα Λιόσια, επάνω που είναι τα κυπαρίσσια. Θα ‘ρθεις εκεί, σε θέλω κάτι”.
Πάω το βρισκω, ήταν εκεί 40-50 άτομα, ψητά, πράγματα, είχαν μαζέψει και όλα τα κλαρίνα, τις κιθάρες, γινόταν χαμός. Κάθομαι εγώ και μου λέει “παίζεις καλά κλαρίνο, θα γίνεις καλός κλαριτζής αλλά θα κάνουμε κάτι. Έχεις ρεπερτόριο, ξέρεις τραγούδια;”. Του λέω “άμα κουράζονται στη δουλειά με βάζουν και λέω κανά τραγούδι”. “Θα πάω στου Κομπότι μετά από ένα μήνα, μου κάνει, γιατί έχει πανηγύρι και δεν έχω τραγουδιστή άλλονε, έχω μόνο έναν τον Τάκη τον Καρναβά και μπορεί να πάθει κάτι ο άνθρωπος. Θέλω να έρθεις μαζί μόνο για τραγουδιστής. Θα μου χαλάσεις το χατίρι;”.
Το Κομπότι ήταν ένα χωριό επάνω στην Άρτα -από εκεί είναι οι Σουκαίοι, ο Βαγγέλης και ο Βασίλης ο Σούκας. Συγγενής τους είναι και ο Τάκης ο Σούκας, μεγάλος καλλιτέχνης, μου ‘χε δώσει και τραγούδι. Ξέρεις ποιο; “Τώρα που φεύγεις μακριά στη ζωή μου” (μου το τραγουδάει).
Και εσείς πήγατε μαζί του στο πανηγύρι;
Το σκεφτόμουν γιατί έτρεμα αλλά μου έλεγαν κάποιοι άλλοι “τράβα ρε, θα πάρεις πολλή χαρτούρα με αυτόν τον άνθρωπο”. Και τελικά πήγα.
Και μόλις φτάνουμε, Κώστα μου, στο χωριό, του είχαν βάλει ένα κόκκινο χαλί από δω μέχρι εκεί πέρα για να κατέβει απ’ το ταξί. Και μετά λουλούδια. Είχε μαζευτεί όλο το χωριό να τον καλωσορίσει.
Πολλές ώρες πριν το πανηγύρι;
Ναι… Πώς ήταν ο Καραμανλής ντυμένος; Τέτοιο ντύσιμο είχε κι αυτός -ήταν στην Αμερική ο άνθρωπος τόσα χρόνια, ήξερε. Θυμάμαι φόραγε μεταξωτό κοστούμι, μεταξωτές κάλτσες και γραβάτα, και παπούτσια σεβρά… Άλλο πράγμα.
Ανεβαίνει στο πάλκο και με το που παίζει ένα σόλο, το κουτί που είχαμε εμείς για να μαζεύουμε τη χαρτούρα, γέμισε μέχρι τη μέση.
Και είδα και κάτι άλλο. Ήρθε ένας και την ώρα που έπαιζε το κλαρίνο -όταν παίζεις και δίνεις πολύ στο κλαρίνο, από κάτω απ’ την “καμπάνα” που λέμε, βγάζει σάλιο- πήγε ένας και το έγλειφε… Είχαμε μείνει ξεροί. Του είχαν μεγάλη λατρεία δηλαδή. Τραγουδάω κι εγώ κάποια δημοτικά, και το πρωί που σχολάσαμε του λένε “Βασίλη, το μικρό από πού είναι;”. Ήμουνα και ξανθός εγώ. ”Μπαλαμό είναι;”. “Μπαλαμό, λέει, ναι, από την Αμαλιάδα”. Και με αγαπήσαν πολύ εκεί πέρα.
Θυμάμαι που γυρίζαμε Αθήνα με το ταξί, ψιλοκοιμόμουνα, και τους έλεγε ο Σαλέας “μη φωνάζετε, κοιμάται το παιδί”.
Πόσο χρονών ήσασταν τότε;
17 χρονών. Τελικά με έψησε και το παράτησα το όργανο. Πηγαίναμε σε πολλές δουλειές τότε, ειδικά προς Αγρίνιο γιατί από κάπου εκεί ήταν ο Βασίλης, και πήραμε πολλά λεφτά, σου μιλάω για πολλή χαρτούρα. Έμεινα τρία χρόνια μαζί του. Μου έμαθε και τους δρόμους απ’ τα τραγούδια.
Η τελευταία δουλειά μας ήταν σε ένα χωριό στο Μοναστηράκι. Κάποια στιγμή μου λέει “δεν θα προλάβω να σε δω που θα φτάσεις ψηλά”. Του λέω “πάλι θα φύγεις, μωρέ Βασίλη, για την Αμερική;”. “Όχι Μάκη, μου κάνει, αλλά άμα μπει ο λύκος στο μαντρί θα φάει πρόβατο”. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε.
Φεύγουμε από το χωριό, εμείς πάμε στην Αθήνα και αυτός πάει στην Πάτρα γιατί είχε κάποιες δουλειές. Μετά από 25-30 μέρες, παίρνουν τηλέφωνο στο καφενείο το μουσικό, ζητάνε τον γιο του και του λένε “έλα κάτω να πάρεις τον πατέρα σου γιατί δεν είναι καλά. Δεν μπορούμε να ανοίξουμε τα μάτια του και πίνει δέκα κιλά νερό την ημέρα”.
Τον φέρνουν στην Αθήνα και μετά από 10-15 μέρες, έφυγε. 44άρων χρονών.
Από τι;
Απ’ την παλιαρρώστια.
Είχε καταλάβει ότι είχε καρκίνο για αυτό σας έλεγε για τον “λύκο στο μαντρι”;
Μπράβο, ναι. Ένας κύριος ήταν, 1.90, πολύ πράμα, σίδερο σου λέω. Και ρωτάγανε “μα πέθανε αυτός ο άνθρωπος;”.
Και λέω τότε “πέθανε ο δάσκαλος μου, δεν ξανατραγουδάω”. Πήρα ξανά το κλαρίνο αλλά δεν με έπαιρνε κανένας για δουλειά, όλοι με θέλανε για τραγουδιστή. “Δεν ξανατραγουδάω”, τους έλεγα, στον σταυρό που σου κάνω.
Έναν μήνα μετά, δύο, μου λέει η γυναίκα μου “Μάκη, πεινάνε τα παιδιά”.
Πόσα είχατε τότε;
Δυο παιδιά. Έρχεται τότε ο Βασίλης ο Σούκας, ένας κύριος του κόσμου, που είχε ένα κέντρο με τον Θανάση τον Βαλσαμά για τραγουδιστή, μεγάλη φίρμα τότε, και μου λέει “έλα στο μαγαζί ως τραγουδιστής, θα σου δώσω κι ένα τραγούδι”. Και μου δίνει το “Να ζήσουν οι κομμώτριες, τα όμορφα κορίτσια…” (σ.σ. το τραγουδάει).
Τόσο παλιό είναι αυτό το τραγούδι;
Ε, βέβαια. Και γίνεται αμάν. Μετά απ’ αυτό το μαγαζί πήγα στην “Ελαφίνα” στην Ομόνοια. Εκεί έπαιζε κλαρίνο ο συγχωρεμένος ο Νίκος ο Γούβας, πολύ καλός. Έπαιζε και κάποια τσιφτετέλια, κάτι σμυρναίικα και λέω “ω αμάν, τη βρήκα εδώ πέρα”.
Και μια μέρα μου λέει μία κυρία παντρεμένη “θέλω να με βγάλεις να πιω έναν καφέ”. Της λέω “δεν μπορώ κι εγώ παντρεμένος είμαι”, κι εκεί που παίζει μια μελωδία ο Γούβας έβγαλα κι εγώ “Παντρεμένοι και οι δυο”. Πίστεψε με, ειλικρινά σου μιλάω, το έφτιαξα εκείνη την ώρα. Βρήκα μια μελωδία και έβγαλα κουπλέ και ρεφρέν. Και το βράδυ στο μαγαζί, όποια παρέα είχε σειρά να χορέψει, σηκωνόταν και μου ζητούσε να το παίξω. Όποιος ήθελε να χορέψει έλεγε “θα πεις αυτό το τραγούδι” δηλαδή.
Πρώτα το “Παντρεμένοι” και μετά όλα τα άλλα. Πρέπει να το είπα 15 φορές εκείνη τη βραδιά. Δεν είχα δεύτερο κουπλέ όμως, και μου λέει ο κιθαρίστας ο Κώστας ο Κεκές ο συγχωρεμένος “πήγαινε στο σπίτι και κόφτο κεφάλι σου να βάλεις και δεύτερο”. Πήγα, φίλε, και έγραψα το “μη μου βάζεις τη φωτιά…” (τραγουδάει).
Αυτό πότε ηχογραφήθηκε;
Το ‘77.
Και έγινε αμέσως χαμός;
Τι;;; Λέγανε ότι έφευγαν μεγάλες κασέλες γεμάτες κασέτες απ’ την Ομόνοια και πήγαιναν στο Αγρίνιο, στην Πάτρα, στη Θήβα, στην Καλαμάτα…
Είχε μέσα και το “βρε Μελαχρινάκι”;
Ναι! Εγώ το έγραψα κι αυτό! Έπαιξε ο Κόρος εκεί και ο Μάκης ο Μπέκος.
Πώς βγήκε αυτό το τραγούδι;
Ήταν μελαχρινή αυτή.
Πάλι για την παντρεμένη;
Ναι (γέλια)! Και σου ορκίζομαι, Κώστα μου, στον σταυρό που σου κάνω, δεν είχα καμιά σχέση με την κυρία αυτή. Θα πω την αλήθεια τώρα: ήταν τραγουδίστρια. Να ‘ναι καλά στη ζωή της, να έχει περάσει καλά. Και έγινε το έλα να δεις με αυτά τα τραγούδια, μέχρι που σιχάθηκα τον εαυτό μου, δεν μπορούσα να τα πω άλλο.
Μάκης Χριστοδουλόπουλος: Ιστορίες πίσω από μεγάλα τραγούδια
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης αναφέρεται:
Θέλω να ρωτήσω μερικές ιστορίες πίσω από κάποια τραγούδια σας. Το “Προσκλητήριο» για παράδειγμα.
Αυτό μου το φέρανε στις “Αμπάρες” αλλά κάτσε πρώτα να σου πω για το μαγαζί. Άνοιξε το ‘87 και ο ιδιοκτήτης δεν ήξερε τι όνομα να του δώσει. Και μια μέρα όπως καθόμασταν απ’ έξω περνάει ένα αυτοκίνητο και έπαιζε το “Να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες” -χωρίς να ξέρει ο οδηγός ότι είμαι εγώ εκεί. Μετά από δέκα αυτοκίνητα, περνάει άλλο ένα, που και αυτό έπαιζε “Να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες”.
Ε, και του λέω “ποιο τραγούδι θα ζητάει και ο κόσμος στο μαγαζί; Τις ‘Αμπάρες’. Βάλτο ταμπέλα”.
Και το “Προσκλητήριο”;
Έρχεται ένας με ένα μαγνητόφωνο στο μαγαζί, μου το βάζει, το ακούω και τρελαίνομαι. Και μου λέει ότι το πήγαν πρώτα στον Γονίδη αλλά εκείνος είπε ότι πρέπει να το τραγουδήσω εγώ.
Γενναιόδωρος.
Ναι, λέει αυτό το τραγούδι είναι για τον Χριστοδουλόπουλο. Αυτός το έλεγε όμως από λα μινόρε, έχει κορόνα επάνω. Είχα τον Άκη τον Πετρίδη μαέστρο τότε, που ήταν με τον Καζαντζίδη, με τη Μαρινέλλα κλπ, και πάμε δω στο Ηράκλειο το στούντιο του κυρ Γιάννη για να το περάσουμε. Και επειδή ήμουν υψίφωνος πολύ, του λέω “κύριε Άκη, ή σι μινόρε ή σι μπεμόλ μινόρε”, αλλά κάνει λάθος και περνάει την ορχήστρα όλη σε ντο μινόρε! Δεν ήταν για μένα αυτό! Ήταν γυναικείος τόνος!
Το βάζουν, του λέω “είναι πολύ ψηλά, αυτό είναι ντο. Θα ανέβω στη καρέκλα για να το φτάσω”. “Όχι παιδάκι μου”, μου λέει.
Πρώτα λέω τα κουπλέ -γιατί αν έλεγα πρώτα το ρεφρέν από ντο μινόρε, μετά από τρεις φορές θα έκλεινε η φωνή μου. Και λέω μετά μία φορά ψεύτικα το ρεφρέν σε ντο μινόρε, και τη δεύτερη φορά, φίλε, το λέω κανονικά και πήγε πάνω στον Θεό. Και έγινε μετά χαλασμός.
Σε άλλο σημείο ερωτηθείς ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος για το “Δεν κοιμάμαι τώρα πια τα βράδια” , απάντησε: «Αρχικά ήταν να το πει ο γιος μου ο Γιώργος αλλά στα ρεφρέν έβγαινε έξω απ’ το ζεϊμπέκικο το παιδί, δεν μπορούσε. Και νομίζω ότι και οι μισοί στίχοι είναι δικοί του. Αυτό το ηχογραφήσαμε στο στούντιο του Νικολόπουλου, εκείνος παίζει μέσα».
Σε άλλο σημείο, ερωτηθείς ο ερμηνευτής αν είχε κάποιο πάθος, απάντησε: «Όχι, ούτε καζίνα πάω ούτε ζάρια έχω παίξει ποτέ στη ζωή μου. Δεν τα έτρωγα εκεί» και συμπλήρωσε: «Κάποτε, όταν ήμουν στις “Αμπάρες” έρχονταν κάποιοι που σπάγανε πέντε χιλιάδες πιάτα, και αυτοί παίζανε ζάρια, είχαν μία μπαρμπουτιέρα. Και μου λέει το αφεντικό “έλα ρε Μάκη να σε δούνε τουλάχιστον”, και πήγα έτσι μία φορά για να βγάλω την υποχρέωση, στον σταυρό που σου κάνω. Μου ‘δωσε κάτι λεφτά το αφεντικό και παίξαμε μαζί, δεν είχα ιδέα πώς παίζουνε. Και λίγο μετά φωνάζει το αφεντικό ότι δήθεν με θέλουν στο τηλέφωνο, και καλά ότι με ζητάνε στο μαγαζί για πρόβες -ψέματα για να φύγω».
«Όχι, ποτέ. Το πάθος μου το πρώτο, αυτό που είμαι γεμάτος όλος μέσα μου, είναι η μουσική. Και μετά τα ρούχα. Πήγαινα στο Μιλάνο και έπαιρνα παπούτσια και ρούχα. Άκου να δεις, εγώ δεν έχω βγει ποτέ στη ζωή μου στο πρώτο πρόγραμμα ξεκούμπωτος στο σακάκι. Ποτέ. Τον είδες ποτέ τον Βοσκόπουλο να βγαίνει ξεκούμπωτος στη δουλειά; Είναι σεβασμός στον κόσμο. Γιατί τραγουδάς με το μικρόφωνο, σηκώνεται το σακάκι φαίνονται οι κοιλιές, τα αυτά, δεν το κάνω ποτέ αυτό.
Πήγαινα, λοιπόν, στο παλιό αεροδρόμιο, έμπαινα στο αεροπλάνο και καθόμουν ένα βράδυ στο Μιλάνο για να ψωνίσω. Και με πήγαιναν στα μαγαζιά κάτι Ελληνόπουλα που σπουδάζανε εκεί. Και μάλιστα με πήγαιναν και στο εργοστάσιο που ήταν μιάμιση ώρα από εκεί, και τα έπαιρνα στη μισή τιμή -γιατί έπαιρνα πολλά. Έπαιρνα παπούτσια και ρούχα ιταλικά, που ακόμα δεν έχουν χαλάσει. Όταν δουλεύεις, είσαι όνομα και παίρνεις λεφτά και δεν πας να πάρεις να ντυθείς, δεν κάνει ρε αδερφέ να πούμε. Εγώ έχω αρρώστια με τα παπούτσια».
Ένα απ΄τα πράγματα που πιθανώς έχουν μείνει αναλλοίωτα από τότε που ήσουν παιδί μέχρι σήμερα είναι το σπίτι της γιαγιά και του παππού. Το σπίτι που γνωρίζεις όσο κανένα άλλο. Το μοναδικό σου βασίλειο, εκεί πιθανότατα έκανες τα πρώτα σου βήματα, έβγαλες το πρώτο σου δόντι κι έριξες την πρώτη σου ρουκέτα γάλακτος στο κατάλευκο σεμέν της γιαγιάς σου.
γράφει η Κατερίνα Πατήρα
Εκεί όλα ήταν επιτρεπτά κι εφικτά. Το «όχι» και το «μη» ακουγόταν σε σπάνιες περιπτώσεις. Αυτό το μέρος, που μόλις περάσεις το κατώφλι χώνονται στα ρουθούνια σου απίστευτες μυρωδιές καλομαγειρεμένων κι αχνιστών φαγητών που πάντα υπάρχουν εκεί και λέμε υπάρχουν γιατί πάντοτε είναι πάνω από δύο. Φυσικά πάντα υπάρχει γλυκό στο σπίτι. Φρέσκο και παραδοσιακό είναι πάντα καλοστολισμένο κι ακουμπισμένο πάνω στο πλαστικό προστατευτικό στο τραπέζι της κουζίνας, αυτό που απλώνεται πάνω απ’ το φλοράλ τραπεζομάντιλο.
Δίπλα απ’ το γλυκό υπάρχει πάντα η φρουτιέρα, τίγκα από φρούτα εποχής τα οποία υποχρεωτικά θα φας μετά το γεύμα. Αν, δε, υπάρχουν πορτοκάλια θα πιεις έστω ένα ποτήρι -επιτόπου, όμως, χωρίς να χάσεις χρόνο γιατί όπως όλοι ξέρουμε θα φύγουν οι βιταμίνες.
Επίσης δε λείπει το κουτί με τα βουτήματα του απογευματινού καφέ, σου έδινε κι εσένα, αμέ, αραιωμένο βέβαια. Για να μη ζηλεύεις. Αυτό το κλασσικό τσίγκινο κουτί μόλις τελειώσουν τα βουτήματα θα φιλοξενήσει στο εσωτερικό του τα ραφτικά (κλωστές, βελόνες, μασούρια, παραμάνες).
Κάθε άνοιξη υποφέρεις λίγο η αλήθεια είναι στο σπίτι της γιαγιάς γιατί κάθε φορά που πας σε πεθαίνει η αλλεργία σου αφού τριγύρω υπάρχουν γλάστρες, γλαστράκια και παραγλαστράκια με ανθοφόρα φυτά, μυρωδικά, αλλά και φυτά που χρειάζονται πολλή φροντίδα, για την οποία μόνο μια γιαγιά θα είχε τον χρόνο να παρέχει.
Στο σαλόνι εδώ και χρόνια στέκει αγέρωχη η τεράστια τηλεόραση, όχι σε μήκος, αλλά σε φάρδος. Ναι, εννοούμε την παλιά τηλεόραση, αυτή με το εκτόπισμα. Συνοδεύεται από αντίστοιχου μεγέθους σκούρο ξύλινο έπιπλο και περιφερειακό εξάρτημα το τηλεκοντρόλ μέσα στο φθαρμένο σελοφάν. Σαν τώρα θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει: «Ε, αυτή η τηλεόραση αθάνατη!».
Λίγο παραδίπλα συναντάμε τη βιτρίνα με τα αντικείμενα-μπιζουδάκια .Ενδεχομένως εκεί να βρίσκεται και το περίφημο «καλό σερβίτσιο». Προφανώς και δεν επιτρεπόταν να τα αγγίξεις! Μόνο να τα καθαρίσεις. Κάπου σε αυτό το έπιπλο υπάρχει και το συρτάρι με κορδέλες. Οι κορδέλες απ’ τα κουτιά ζαχαροπλαστείου είναι must. Κι αν τολμήσεις να τη ρωτήσεις γιατί δεν τις πετάει, στραβώνει κιόλας.
Διάσπαρτες σε όλο το σπίτι και κυρίως πάνω σε καθρέφτες υπάρχουν φωτογραφίες απ’ την παιδική ή βρεφική σου ηλικία στις περισσότερες απ’ τις οποίες σε απαθανατίζουν είτε να τρέχεις ανέμελα χωρίς βρακί σε κάποια παραλία είτε να τρως λαίμαργα και να έχεις λερώσει μέχρι και την οροφή του σπιτιού.
Ανοίγεις τον καταψύκτη κι αντικρίζεις μες στη χαρά την αγαπημένη σου συσκευασία παγωτού. Βγάζεις μπολ, βγάζεις κουτάλι, ανοίγεις, τι να δεις; Κατεψυγμένα φασολάκια! Αν έχεις τον Θεό σου! Παλιές συσκευασίες παγωτών ή φέτας που πλέον χρησιμοποιούνται κι ως τάπερ. «Μια χαρά την κάνει τη δουλειά του», θα σου πει αν τη ρωτήσεις γιατί πάει να σου βάλει μέσα σε αυτό φαγητό. Κι ας υπάρχουν χιλιάδες κλασικά τάπερ που δε λείπουν από κανένα σπίτι γιαγιάς –ή και το δικό σου, πάνε κληρονομιά, αμέ!
Στην κουζίνα υπάρχει ένα ξεχωριστό ντουλάπι με σακούλες, ανεξέλεγκτα πολλές πλαστικές σακούλες. Γιατί μπορούν να σηκώσουν τα πάντα, γιατί πάντα χρειάζονται. Σε κάποια γωνιά του σπιτιού, που κάθε άλλο παρά μικρή τη λες, υπάρχει σίγουρα η γωνιά της προσευχής. Καντηλάκια, εικόνες αγίων, κομποσκοίνια, καρβουνάκια, θυμιατά, φυλαχτά και λοιπά ενθύμια από μοναστήρια που έχουν επισκεφθεί οι ίδιοι ή φιλικά πρόσωπα κι αγιασμός, όταν λέμε αγιασμός εννοούμε πολύ αγιασμός που εμπεριέχεται σε μπουκαλάκια κάθε μεγέθους.
Φυσικά όλες οι επιφάνειες του σπιτιού καλύπτονται με σεμέν. Κάθε γιαγιά που θέλει να θεωρείται ευυπόληπτη οφείλει να έχει συλλογή την οποία φροντίζει σαν μουσειακό έκθεμα. Αφενός τα έχει πλέξει με τα χεράκια της, αφετέρου γιατί μιλάμε για την προίκα σου. Κι αν την πετύχαινες και σε καλή μέρα; Χαρτζιλίκι loaded! Αλλά πρόσεχε: O «μαγικός» τρόπος που σου έδινε το «φυλαχτό» κρύβοντάς το, ήταν κι είναι από αυτά που δε θα ξεχάσεις ποτέ.
Όλα αυτά τα συναντάς και σε περίοπτες θέσεις, αλλά και κρυμμένα στα ράφια της κουζίνας ή τα συρτάρια του σκρίνιου. Αλλόκοτα και τα περισσότερα παρωχημένα, αυτά τα πράγματα μπορεί να αντανακλούν μια άλλη εποχή και μια εντελώς διαφορετική νοοτροπία, αλλά συνθέτουν έναν άνθρωπο που αγαπάς πολύ. Εξάλλου, χωρίς αυτά οι επισκέψεις στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς δε θα ήταν ποτέ ίδιες.
Πρόσκληση στην επιχειρηματική κοινότητα από την Αλβανία, αλλά και από την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, να επενδύσει στη χώρα μας, απηύθυνε ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων ‘Αδωνις Γεωργιάδης σε εκδήλωση του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.
Ο υπουργός απηύθηνε χαιρετισμό στην εκδήλωση με θέμα: «Η επιχειρηματικότητα δεν έχει σύνορα», που διοργάνωσε το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, που πραγματοποιείται αυτή την ώρα και στην οποία συμμετέχουν Έλληνες και Αλβανοί υπουργοί και εκπρόσωποι φορέων.
Ο κ. Γεωργιάδης υπογράμμισε ότι οι Αλβανοί επιχειρηματίες είναι ευπρόσδεκτοι στη χώρα μας καθώς και πολλοί Έλληνες δραστηριοποιούνται στην Αλβανία και υπογράμμισε ότι στο μέλλον μπορούν οι δύο χώρες να αποκτήσουν και πιο ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς, στο πλαίσιο μιας πιο στενής ευρωπαϊκής σχέσης.
Ακόμη υπογράμμισε τον κομβικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το επιμελητήριο στην ανάπτυξη των επιχειρηματικών σχέσεων, όχι μόνο με την Αλβανία αλλά με όλα τα Βαλκάνια.
Μια έγκυος από τη Μελβούρνη, η οποία πάλεψε με νεφρική ανεπάρκεια και νοσηλεύτηκε στην εντατική, έλαβε από την πεθερά της, πριν από μερικές μέρες, ένα δώρο ανεκτίμητης αξίας που της χάρισε μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή.
Η Carolina Maistry ανακάλυψε ότι είχε προβλήματα με τα νεφρά της όταν διαγνώστηκε με πολυκυστική νεφρική νόσο, λίγο πριν παντρευτεί τον σύντροφό της Andre. Η κατάσταση της υγείας της δεν εμπόδισε το ζευγάρι να παντρευτεί και να κάνουν παιδί.
Στις αρχές του 2020 η Maistry έμεινε έγκυος, αλλά τόσο η αγέννητη κόρη της όσο και η ίδια αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας. Στον υπέρηχο των 16 εβδομάδων, η μέλλουσα μαμά έμαθε ότι η δεξιά πλευρά της καρδιάς του μωρού της δεν είχε ακόμα σχηματιστεί.
Προκειμένου το μωράκι να σωθεί έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, κάτι που σήμαινε πως η εγκυμοσύνη έπρεπε να διαρκέσει τουλάχιστον 37 εβδομάδες.
«Έπρεπε να κάνουμε κάποιες πολύ δύσκολες συζητήσεις από νωρίς για να αποφασίσουμε τι ήμασταν διατεθειμένοι να κάνουμε σε εκείνο το σημείο», δήλωσε.
Ενώ η μικρή Olivia ήταν ακόμα στην κοιλιά της μαμάς της, η Maistry υποβλήθηκε σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις, μία από τις οποίες της προκάλεσε αναφυλακτική αντίδραση, με αποτέλεσμα να μπει στην εντατική.
Μαμά και κόρη, όμως, αποδείχτηκαν αληθινές μαχήτριες! Ευτυχώς, η Maistry έφτασε επιτυχώς στις 37 εβδομάδες και μέσα σε έξι ημέρες από τη γέννηση της, η Olivia υποβλήθηκε στην πρώτη της καρδιοχειρουργική επέμβαση. Όλα πήγαν καλά, όμως, η Maistry, χρειαζόταν επειγόντως να κάνει μεταμόσχευση νεφρού.
Η πεθερά της, η οποία ήταν συμβατή δότρια, της χάρισε το δώρο της ζωής! Η μεταμόσχευση στέφθηκε με επιτυχία και τώρα μαμά και κόρη επικεντρώνονται στο να δυναμώνουν μέρα με τη μέρα.