Blog Σελίδα 7563

Oι χορτοφάγοι πιο δυστυχισμένοι από τους κρεατοφάγους σύμφωνα με τους επιστήμονες

0

Oι χορτοφάγοι μπορεί να είναι πιο υγιείς από τους κρεατοφάγους αλλά είναι και πιο δυστυχισμένοι λένε οι ερευνητές.

Όσοι έχουν αφαιρέσει το κρέας από την διατροφή τους βιώνουν περισσότερο αρνητικά συναισθήματα, έχουν χαμηλότερη αυτοπεποίθηση και δεν βρίσκουν νόημα στην ζωή τους.

Σύμφωνα με την DAILYMAIL οι ερευνητές ζήτησαν από 400 χορτοφάγους, κρεατοφάγους και «ημι-χορτοφάγους» να καταγράψουν τα συναισθήματά τους για ένα δεκαπενθήμερο.

Από τις 3 ομάδες οι χορτοφάγοι ήταν εκείνοι που βίωναν τα πιο αρνητικά συναισθήματα και απολάμβαναν λιγότερο τις κοινωνικές εκδηλώσεις.

“Μερικές φορές άθελά τους και μερικές άλλες ηθελημένα οι χορτοφάγοι μπορεί να εξαιρούνται από διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις ή αισθάνονται περίεργα ή διαφορετικά επειδή είναι χορτοφάγοι. Αυτά τα πράγματα τείνουν να συμβαίνουν σε ανθρώπους που ανήκουν σε κοινωνικές μειονότητες”, ανέφερε ο Τζον Νέζλεκ, επικεφαλής της έρευνας.

ef75d36c1374f24efdf9820230c7e1f3 1

“Με το πέρασμα του χρόνου τέτοιες εμπειρίες μπορούν να επηρεάσουν την ευημερία ενός ανθρώπου. Πιστεύουμε ότι αυτή η έρευνα είναι σημαντική γιατί αφήνει να φανεί ότι οι άνθρωποι που καθορίζουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους ως χορτοφάγους έχουν επιπτώσεις στην ποιότητα της καθημερινής τους ζωής”, πρόσθεσε.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ecology of Food and Nutrition.

Επίσης, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι χορτοφάγοι μπορεί να υποφέρουν επειδή αυτοί που δεν είναι κρεατοφάγοι τους βλέπουν και τους αντιμετωπίζουν ως “ηθικά ανώτερους.”

[dailymail]

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: «Ούτε ζάρια ούτε καζίνα. Εγώ τα έτρωγα αλλού»

0

Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος παραχώρησε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο Magazine, όπου αναφέρθηκε στα πρώτα βήματά του στο χώρο της μουσικής.

Συγκεκριμένα ο τραγουδιστής μίλησε για τα πρώτα του βήματα στον χώρο της μουσικής, αποκάλυψε τις «ιστορίες» που κρύβονται πίσω από τραγούδια, ενώ αναφέρθηκε στη μεγάλη του αδυναμία.

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: Όσα αποκάλυψε για τα παιδικά του χρόνια και τη σχέση του με τη μουσική

Ακολουθεί απόσπασμα της συνέντευξης:

Σε ποια ηλικία βγήκατε να παίξετε μπροστά σε κόσμο πρώτη φορά;

Θυμάμαι ήμουνα 13ών χρονών. Ο πατέρας μου ήταν μουσικός και μου λέει μια μέρα “Μάκη, θα πάμε σε ένα χωριό από δω με τα άλογα”. Δεν είχαμε τότε πώς να πάμε αλλιώς. Ο πατέρας μου έπαιζε κλαρίνο και είχε στο σπίτι κι ένα λαούτο, ένα σαντούρι, ένα βιολί… Και έπαιρνα εγώ το λαούτο όταν έφευγε και το γρατσούναγα μόνος μου. Μετά άρχισε να μου δείχνει… Μεγάλη σχολή. Έτσι, όταν το έμαθα το όργανο, με πήρε απ’ το σχολείο και πηγαίναμε και παίρναμε δύο μερτικά. Τι να κάναμε, ήμασταν τόσα παιδιά. Επτά αδέρφια -οκτώ αρχικά, ο ένας έφυγε πολύ νέος τότε.

Σε γάμο; Σε πανηγύρι πήγατε την πρώτη φορά;

Σε γάμο, σε σπίτι. Έπαιζα, λοιπόν, εγώ λαούτο εκεί στην αυλή και λένε στον πατέρα μου “Γιώργη, βάλε το παιδί τώρα να κοιμηθεί”. “Όχι”, έλεγε αυτός. Ε, με πήρε ο ύπνος εκεί που έπαιζα και με βάλανε πάνω στο σπίτι και κοιμήθηκα. Είδανε όμως οι μουσικοί την τρίτη, την τέταρτη φορά που πήγα μαζί τους ότι ήμουνα πολύ σταθερός στον χρόνο, αυτό που λέμε “δεν τράβαγα ούτε πίσω ούτε μπροστά” στον ρυθμό.
Αλλά εμένα το μεράκι μου ήταν το κλαρίνο. Το έπαιρνα από δέκα χρονών και έφευγα απ’ το σπίτι, πήγαινα κι έπαιζα κάπου μακριά γιατί δεν μ’ άφηνε ο πατέρας μου. Αλλά σε έναν χρόνο μέσα, είδε ότι το κατάφερνα και με άφησε. Αυτά τα όργανα είναι μέσα στη ζωή μας, έχουμε γεννηθεί μ’ αυτά.

Και συνεχίσατε να παίζετε κλαρίνο μετά;

Ναι, γιατί ο πατέρας μου έπαιζε καμπίσια, καγκέλια και τέτοια αλλά κάποιες φορές έπαιζε κι αυτά τα τραγούδια απ’ τη Σμύρνη, απ’ τον Βόσπορο, αυτά τα τούρκικα. Έπαιζαν τις εισαγωγές απ’ τα τσιφτετέλια στους γάμους και γινόταν χαμός. Και έτσι κάποια στιγμή που πήγαμε σε μια δουλειά, με έβαλε και έπαιξα ένα σόλο με το κλαρίνο, ένα τσιφτετέλι και άρεσε πολύ. Και από τότε πήγαινα στις δουλειές με το κλαρίνο.

Οπότε κάπου στα 12 εκεί σταματήσατε κι οριστικά το σχολείο.

Ναι, έμαθα λίγα πράγματα αλλά δεν ήταν τότε όπως είναι τώρα που πάνε γυμνάσιο, λύκειο. Δεν είχαμε και τα χρήματα κιόλας.

Είδα μια συνέντευξη που λέγατε ότι είχατε όνειρο να γίνετε φωτογράφος.

Μ’ άρεσε να γίνω φωτογράφος και στρατιωτικός. Μ’ άρεσε ο στρατός.

Και πότε αρχίσατε να τραγουδάτε;

Θυμάμαι όταν έγινα 17 χρονών πήγαμε κάπου στη Λιβαδειά, κοντά στο χωριό που γεννήθηκε ο Στάθης ο Κάβουρας που τραγούδαγε τα δημοτικά. Και του λέει μια τραγουδίστρια “κύριε Κάβουρα, βάλτον Μάκη να πει ένα τραγούδι, ξέρει, τραγουδάει”. Εγώ έλεγα πού και πού κανένα, είπα κι εκεί κάποια τραγούδια και μου λέει ο Κάβουρας μετά “Μάκη, να το παρατήσεις το κλαρίνο”. “Τι λες μωρέ, του λέω, άμα το παρατήσω αυτό, θα πεθάνω, είναι η ζωή μου”. “Να το παρατήσεις μου λέει και να γίνεις τραγουδιστής”.

Ήταν ο πρώτος που το κατάλαβε κατά κάποιον τρόπο;

Ναι… Άκου τώρα όμως να δεις τι έγινε μετά. Το μεγαλύτερο κλαρίνο που είχαμε στην Ελλάδα ήταν ο συγχωρεμένος ο Βασίλης ο Σαλέας, ο θείος του Βασίλη του σημερινού. Αυτός ήταν 15 χρόνια στην Αμερική αλλά με τον γιο του, τον Γιάννη που έπαιζε ακορντεόν πηγαίναμε μαζί στις δουλειές στα πανηγύρια. Εγώ όμως δεν είχα δει ποτέ τον πατέρα του, μόνο στις φωτογραφίες. Υπήρχε τότε στην πλατεία Βάθης ένα κεντράκι το “Σούλι”, όπου η ορχήστρα έλεγε και τα δικά μας τα δημοτικά αλλά και ηπειρώτικα. Ήρθαν και με βρήκαν στο καφενείο που συχνάζαμε οι μουσικοί, ήταν στο Βασιλικό Θέατρο στη Μενάνδρου, και μου λένε “σε θέλουμε να έρθεις στο μαγαζί, να πάρεις και τη Βιτάλη μαζί σου” -εγώ είχα τότε κοντά μου την Ελενίτσα μου, ήταν μικρή τότε.

Και την έλεγαν ακόμα αλλιώς;

Ναι, Λαβίδα. Πάμε βλέπουμε το μαγαζί -να χώραγε εκατό άτομα, κάπου τόσο. Ένα μικρούλι ήτανε.

Υπόγειο;

Υπόγειο, ναι. Είχε και μία φίρμα τον Βασίλη τον Χρυσανθόπουλο, που είχε βγάλει το “Ήρθε μια βλάχα απ’ το χωριό” (σ.σ. μου το τραγουδάει), είχαμε και τη Μαρία Σαλτού απ’ την Άρτα, μια πολύ ωραία τραγουδίστρια. Εγώ έπαιζα κλαρίνο αλλά μου λέγανε “πες ρε Μάκη και εσύ κανά τραγούδι”. Ένα σαββατοκύριακο, λοιπόν, είχε τέτοια γρίπη ο τραγουδιστής που δεν μπορούσε να ‘ρθει στο μαγαζί. Κάποια στιγμή, κουράστηκαν οι γυναίκες -γιατί σχολάγαμε και 8 η ώρα το πρωί αδερφέ- και άρχισα να τραγουδάω εγώ. Και κατά τις 5 το πρωί μπαίνει μία παρέα έξι εφτά άτομα, με γραβάτες με παλτά…

Κυριλέ όλοι να πούμε… Είχανε πάει στον Κάβουρα αυτοί προηγουμένως, που τραγούδαγε απάνω στην Αθήνα σε ένα μαγαζί. Και μέσα σ’ αυτήν την παρέα ήταν κι ο Σαλέας, μόλις που είχε έρθει απ’ την Αμερική. Εγώ όμως δεν τον αναγνώρισα, δεν τον είχα δει ποτέ. Καθίσανε σε ένα τραπέζι αλλά το μαγαζί εκεί είχε μόνο κρασί Ζίτσας, ένα ηπειρώτικο, δεν είχε ουίσκι που ήθελαν αυτοί. Και στέλνει κάποιον το μαγαζί και τους φέρνει τρία τέσσερα μπουκάλια.

Οπότε το βλέπετε εσείς από πάνω και λέτε κάποιοι είναι αυτοί για να τους προσέχουν;

Το βλέπω, ναι…Τότε που λες δεν παίρναμε μεροκάματα, ήτανε η χαρτούρα.

Μόνο ό, τι πετάγανε στην πίστα, ό, τι δίνανε στο χέρι;

Τα πετάγανε στην ορχήστρα, όπως κάνανε παλιά στα πανηγύρια.

Δεν υπήρχε μισθός, τίποτα; Ούτε ένα κατοστάρικο;

Τίποτα, δεν υπήρχαν αυτά τότε. Λοιπόν, εκείνη την ώρα ένας πελάτης μου είπε να πω ένα πολύ δύσκολο τραγούδι, τη “Δυστυχία” (σ.σ. μου το τραγουδάει). Την ώρα που λέω το πρώτο κουπλέ, έρχεται ο σερβιτόρος και μου δίνει μία χούφτα δολάρια. Μου λέει “αυτός ο κύριος εκεί θέλει να πεις άλλο ένα”.

Είχατε ξαναδεί εσείς δολάριο από κοντά;

Ποτέ στη ζωή μου, τι λες τώρα (γελάει)! Έρχεται άλλη μια χούφτα δολάρια μετά. “Να μας πει κι άλλο ένα ο μικρός”… Αυτός ήξερε το τραγούδι, και όποτε τελείωνε το ρεφρέν, έστελνε άλλη μια χούφτα δολάρια. Γέμισε λεφτά και τη Βιτάλη, και τη Σαλτού και τέλος πάντων, φιλαράκι, από τις 5 που ήρθαν αυτοί, σταματήσαμε 8 η ώρα, λέμε “δεν μπορούμε άλλο”.

Πάω να φύγω και μου λέει ο σερβιτόρος “σε θέλει εκείνος ο κύριος”. Πάω εκεί, του συστήνομαι και με ρωτάει “γενικά πού παίζεις, πού πηγαίνεις;”. Του λέω “παίρνω το κλαρίνο, έχω κι ένα παιδί που παίζει ακορντεόν, τον γιο του Βασίλη του Σαλέα του μεγάλου κλαριντζή, έχουμε και καμιά κιθαρίτσα και πάμε στις ταβέρνες, πάμε σε γάμους, σε τέτοια πράγματα”.

Με ρωτάει από πού είμαι, του λέω “από την Αμαλιάδα, από ένα χωριό τον Σώστι”. “Ποιος είναι ο πατέρας σου;”. “Ο Γιώργης ο Χριστοδουλόπουλος”, του απαντάω. “Παίζει κλαρίνο’, μου λέει, αυτός.

makis christodoylopoylos quot oyte zaria oyte kazina ego ta etroga alloy ta lefta moy ayto einai to pathos moy quot

Τον ήξερε δηλαδή. Μου λέει “εγώ είμαι ο πατέρας του Γιάννη που παίζει μαζί σου ακορντεόν”. Και εκεί καταλαβαίνω ποιος είναι. Και μου λέει τότε στη γλώσσα μας -η μάνα μου είναι τσιγγάνα, εγώ τα λέω όλα- μου λέει “μπες”. Το “μπες” ξέρεις τι σημαίνει; “Κάτσε”. “Άκου, μου λέει. Ήρθα πριν δυο μέρες από την Αμερική, αύριο γιορτάζω και το σπίτι της γυναίκας μου είναι στα Νέα Λιόσια, επάνω που είναι τα κυπαρίσσια. Θα ‘ρθεις εκεί, σε θέλω κάτι”.

Πάω το βρισκω, ήταν εκεί 40-50 άτομα, ψητά, πράγματα, είχαν μαζέψει και όλα τα κλαρίνα, τις κιθάρες, γινόταν χαμός. Κάθομαι εγώ και μου λέει “παίζεις καλά κλαρίνο, θα γίνεις καλός κλαριτζής αλλά θα κάνουμε κάτι. Έχεις ρεπερτόριο, ξέρεις τραγούδια;”. Του λέω “άμα κουράζονται στη δουλειά με βάζουν και λέω κανά τραγούδι”. “Θα πάω στου Κομπότι μετά από ένα μήνα, μου κάνει, γιατί έχει πανηγύρι και δεν έχω τραγουδιστή άλλονε, έχω μόνο έναν τον Τάκη τον Καρναβά και μπορεί να πάθει κάτι ο άνθρωπος. Θέλω να έρθεις μαζί μόνο για τραγουδιστής. Θα μου χαλάσεις το χατίρι;”.

Το Κομπότι ήταν ένα χωριό επάνω στην Άρτα -από εκεί είναι οι Σουκαίοι, ο Βαγγέλης και ο Βασίλης ο Σούκας. Συγγενής τους είναι και ο Τάκης ο Σούκας, μεγάλος καλλιτέχνης, μου ‘χε δώσει και τραγούδι. Ξέρεις ποιο; “Τώρα που φεύγεις μακριά στη ζωή μου” (μου το τραγουδάει).

Και εσείς πήγατε μαζί του στο πανηγύρι;

Το σκεφτόμουν γιατί έτρεμα αλλά μου έλεγαν κάποιοι άλλοι “τράβα ρε, θα πάρεις πολλή χαρτούρα με αυτόν τον άνθρωπο”. Και τελικά πήγα.

Και μόλις φτάνουμε, Κώστα μου, στο χωριό, του είχαν βάλει ένα κόκκινο χαλί από δω μέχρι εκεί πέρα για να κατέβει απ’ το ταξί. Και μετά λουλούδια. Είχε μαζευτεί όλο το χωριό να τον καλωσορίσει.

Πολλές ώρες πριν το πανηγύρι;

Ναι… Πώς ήταν ο Καραμανλής ντυμένος; Τέτοιο ντύσιμο είχε κι αυτός -ήταν στην Αμερική ο άνθρωπος τόσα χρόνια, ήξερε. Θυμάμαι φόραγε μεταξωτό κοστούμι, μεταξωτές κάλτσες και γραβάτα, και παπούτσια σεβρά… Άλλο πράγμα.

Ανεβαίνει στο πάλκο και με το που παίζει ένα σόλο, το κουτί που είχαμε εμείς για να μαζεύουμε τη χαρτούρα, γέμισε μέχρι τη μέση.

Και είδα και κάτι άλλο. Ήρθε ένας και την ώρα που έπαιζε το κλαρίνο -όταν παίζεις και δίνεις πολύ στο κλαρίνο, από κάτω απ’ την “καμπάνα” που λέμε, βγάζει σάλιο- πήγε ένας και το έγλειφε… Είχαμε μείνει ξεροί. Του είχαν μεγάλη λατρεία δηλαδή. Τραγουδάω κι εγώ κάποια δημοτικά, και το πρωί που σχολάσαμε του λένε “Βασίλη, το μικρό από πού είναι;”. Ήμουνα και ξανθός εγώ. ”Μπαλαμό είναι;”. “Μπαλαμό, λέει, ναι, από την Αμαλιάδα”. Και με αγαπήσαν πολύ εκεί πέρα.

Θυμάμαι που γυρίζαμε Αθήνα με το ταξί, ψιλοκοιμόμουνα, και τους έλεγε ο Σαλέας “μη φωνάζετε, κοιμάται το παιδί”.

makis christodoylopoylos quot oyte zaria oyte kazina ego ta etroga alloy ta lefta moy ayto einai to pathos moy quot 2

Πόσο χρονών ήσασταν τότε;

17 χρονών. Τελικά με έψησε και το παράτησα το όργανο. Πηγαίναμε σε πολλές δουλειές τότε, ειδικά προς Αγρίνιο γιατί από κάπου εκεί ήταν ο Βασίλης, και πήραμε πολλά λεφτά, σου μιλάω για πολλή χαρτούρα. Έμεινα τρία χρόνια μαζί του. Μου έμαθε και τους δρόμους απ’ τα τραγούδια.

Η τελευταία δουλειά μας ήταν σε ένα χωριό στο Μοναστηράκι. Κάποια στιγμή μου λέει “δεν θα προλάβω να σε δω που θα φτάσεις ψηλά”. Του λέω “πάλι θα φύγεις, μωρέ Βασίλη, για την Αμερική;”. “Όχι Μάκη, μου κάνει, αλλά άμα μπει ο λύκος στο μαντρί θα φάει πρόβατο”. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε.

Φεύγουμε από το χωριό, εμείς πάμε στην Αθήνα και αυτός πάει στην Πάτρα γιατί είχε κάποιες δουλειές. Μετά από 25-30 μέρες, παίρνουν τηλέφωνο στο καφενείο το μουσικό, ζητάνε τον γιο του και του λένε “έλα κάτω να πάρεις τον πατέρα σου γιατί δεν είναι καλά. Δεν μπορούμε να ανοίξουμε τα μάτια του και πίνει δέκα κιλά νερό την ημέρα”.

Τον φέρνουν στην Αθήνα και μετά από 10-15 μέρες, έφυγε. 44άρων χρονών.

Από τι;

Απ’ την παλιαρρώστια.

Είχε καταλάβει ότι είχε καρκίνο για αυτό σας έλεγε για τον “λύκο στο μαντρι”;

Μπράβο, ναι. Ένας κύριος ήταν, 1.90, πολύ πράμα, σίδερο σου λέω. Και ρωτάγανε “μα πέθανε αυτός ο άνθρωπος;”.

Και λέω τότε “πέθανε ο δάσκαλος μου, δεν ξανατραγουδάω”. Πήρα ξανά το κλαρίνο αλλά δεν με έπαιρνε κανένας για δουλειά, όλοι με θέλανε για τραγουδιστή. “Δεν ξανατραγουδάω”, τους έλεγα, στον σταυρό που σου κάνω.

Έναν μήνα μετά, δύο, μου λέει η γυναίκα μου “Μάκη, πεινάνε τα παιδιά”.

Πόσα είχατε τότε;

Δυο παιδιά. Έρχεται τότε ο Βασίλης ο Σούκας, ένας κύριος του κόσμου, που είχε ένα κέντρο με τον Θανάση τον Βαλσαμά για τραγουδιστή, μεγάλη φίρμα τότε, και μου λέει “έλα στο μαγαζί ως τραγουδιστής, θα σου δώσω κι ένα τραγούδι”. Και μου δίνει το “Να ζήσουν οι κομμώτριες, τα όμορφα κορίτσια…” (σ.σ. το τραγουδάει).

Τόσο παλιό είναι αυτό το τραγούδι;

Ε, βέβαια. Και γίνεται αμάν. Μετά απ’ αυτό το μαγαζί πήγα στην “Ελαφίνα” στην Ομόνοια. Εκεί έπαιζε κλαρίνο ο συγχωρεμένος ο Νίκος ο Γούβας, πολύ καλός. Έπαιζε και κάποια τσιφτετέλια, κάτι σμυρναίικα και λέω “ω αμάν, τη βρήκα εδώ πέρα”.

Και μια μέρα μου λέει μία κυρία παντρεμένη “θέλω να με βγάλεις να πιω έναν καφέ”. Της λέω “δεν μπορώ κι εγώ παντρεμένος είμαι”, κι εκεί που παίζει μια μελωδία ο Γούβας έβγαλα κι εγώ “Παντρεμένοι και οι δυο”. Πίστεψε με, ειλικρινά σου μιλάω, το έφτιαξα εκείνη την ώρα. Βρήκα μια μελωδία και έβγαλα κουπλέ και ρεφρέν. Και το βράδυ στο μαγαζί, όποια παρέα είχε σειρά να χορέψει, σηκωνόταν και μου ζητούσε να το παίξω. Όποιος ήθελε να χορέψει έλεγε “θα πεις αυτό το τραγούδι” δηλαδή.

Πρώτα το “Παντρεμένοι” και μετά όλα τα άλλα. Πρέπει να το είπα 15 φορές εκείνη τη βραδιά. Δεν είχα δεύτερο κουπλέ όμως, και μου λέει ο κιθαρίστας ο Κώστας ο Κεκές ο συγχωρεμένος “πήγαινε στο σπίτι και κόφτο κεφάλι σου να βάλεις και δεύτερο”. Πήγα, φίλε, και έγραψα το “μη μου βάζεις τη φωτιά…” (τραγουδάει).

Αυτό πότε ηχογραφήθηκε;

Το ‘77.

Και έγινε αμέσως χαμός;

Τι;;; Λέγανε ότι έφευγαν μεγάλες κασέλες γεμάτες κασέτες απ’ την Ομόνοια και πήγαιναν στο Αγρίνιο, στην Πάτρα, στη Θήβα, στην Καλαμάτα…

Είχε μέσα και το “βρε Μελαχρινάκι”;

Ναι! Εγώ το έγραψα κι αυτό! Έπαιξε ο Κόρος εκεί και ο Μάκης ο Μπέκος.

Πώς βγήκε αυτό το τραγούδι;

Ήταν μελαχρινή αυτή.

Πάλι για την παντρεμένη;

Ναι (γέλια)! Και σου ορκίζομαι, Κώστα μου, στον σταυρό που σου κάνω, δεν είχα καμιά σχέση με την κυρία αυτή. Θα πω την αλήθεια τώρα: ήταν τραγουδίστρια. Να ‘ναι καλά στη ζωή της, να έχει περάσει καλά. Και έγινε το έλα να δεις με αυτά τα τραγούδια, μέχρι που σιχάθηκα τον εαυτό μου, δεν μπορούσα να τα πω άλλο.

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: Ιστορίες πίσω από μεγάλα τραγούδια

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης αναφέρεται:

Θέλω να ρωτήσω μερικές ιστορίες πίσω από κάποια τραγούδια σας. Το “Προσκλητήριο» για παράδειγμα.

Αυτό μου το φέρανε στις “Αμπάρες” αλλά κάτσε πρώτα να σου πω για το μαγαζί. Άνοιξε το ‘87 και ο ιδιοκτήτης δεν ήξερε τι όνομα να του δώσει. Και μια μέρα όπως καθόμασταν απ’ έξω περνάει ένα αυτοκίνητο και έπαιζε το “Να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες” -χωρίς να ξέρει ο οδηγός ότι είμαι εγώ εκεί. Μετά από δέκα αυτοκίνητα, περνάει άλλο ένα, που και αυτό έπαιζε “Να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες”.

Ε, και του λέω “ποιο τραγούδι θα ζητάει και ο κόσμος στο μαγαζί; Τις ‘Αμπάρες’. Βάλτο ταμπέλα”.

Και το “Προσκλητήριο”;

Έρχεται ένας με ένα μαγνητόφωνο στο μαγαζί, μου το βάζει, το ακούω και τρελαίνομαι. Και μου λέει ότι το πήγαν πρώτα στον Γονίδη αλλά εκείνος είπε ότι πρέπει να το τραγουδήσω εγώ.

Γενναιόδωρος.

Ναι, λέει αυτό το τραγούδι είναι για τον Χριστοδουλόπουλο. Αυτός το έλεγε όμως από λα μινόρε, έχει κορόνα επάνω. Είχα τον Άκη τον Πετρίδη μαέστρο τότε, που ήταν με τον Καζαντζίδη, με τη Μαρινέλλα κλπ, και πάμε δω στο Ηράκλειο το στούντιο του κυρ Γιάννη για να το περάσουμε. Και επειδή ήμουν υψίφωνος πολύ, του λέω “κύριε Άκη, ή σι μινόρε ή σι μπεμόλ μινόρε”, αλλά κάνει λάθος και περνάει την ορχήστρα όλη σε ντο μινόρε! Δεν ήταν για μένα αυτό! Ήταν γυναικείος τόνος!

Το βάζουν, του λέω “είναι πολύ ψηλά, αυτό είναι ντο. Θα ανέβω στη καρέκλα για να το φτάσω”. “Όχι παιδάκι μου”, μου λέει.

Πρώτα λέω τα κουπλέ -γιατί αν έλεγα πρώτα το ρεφρέν από ντο μινόρε, μετά από τρεις φορές θα έκλεινε η φωνή μου. Και λέω μετά μία φορά ψεύτικα το ρεφρέν σε ντο μινόρε, και τη δεύτερη φορά, φίλε, το λέω κανονικά και πήγε πάνω στον Θεό. Και έγινε μετά χαλασμός.

makis christodoylopoylos quot oyte zaria oyte kazina ego ta etroga alloy ta lefta moy ayto einai to pathos moy quot 1

Σε άλλο σημείο ερωτηθείς ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος για το “Δεν κοιμάμαι τώρα πια τα βράδια” , απάντησε:  «Αρχικά ήταν να το πει ο γιος μου ο Γιώργος αλλά στα ρεφρέν έβγαινε έξω απ’ το ζεϊμπέκικο το παιδί, δεν μπορούσε. Και νομίζω ότι και οι μισοί στίχοι είναι δικοί του. Αυτό το ηχογραφήσαμε στο στούντιο του Νικολόπουλου, εκείνος παίζει μέσα».

Σε άλλο σημείο, ερωτηθείς ο ερμηνευτής αν είχε κάποιο πάθος, απάντησε: «Όχι, ούτε καζίνα πάω ούτε ζάρια έχω παίξει ποτέ στη ζωή μου. Δεν τα έτρωγα εκεί» και συμπλήρωσε: «Κάποτε, όταν ήμουν στις “Αμπάρες” έρχονταν κάποιοι που σπάγανε πέντε χιλιάδες πιάτα, και αυτοί παίζανε ζάρια, είχαν μία μπαρμπουτιέρα. Και μου λέει το αφεντικό “έλα ρε Μάκη να σε δούνε τουλάχιστον”, και πήγα έτσι μία φορά για να βγάλω την υποχρέωση, στον σταυρό που σου κάνω. Μου ‘δωσε κάτι λεφτά το αφεντικό και παίξαμε μαζί, δεν είχα ιδέα πώς παίζουνε. Και λίγο μετά φωνάζει το αφεντικό ότι δήθεν με θέλουν στο τηλέφωνο, και καλά ότι με ζητάνε στο μαγαζί για πρόβες -ψέματα για να φύγω».

«Όχι, ποτέ. Το πάθος μου το πρώτο, αυτό που είμαι γεμάτος όλος μέσα μου, είναι η μουσική. Και μετά τα ρούχα. Πήγαινα στο Μιλάνο και έπαιρνα παπούτσια και ρούχα. Άκου να δεις, εγώ δεν έχω βγει ποτέ στη ζωή μου στο πρώτο πρόγραμμα ξεκούμπωτος στο σακάκι. Ποτέ. Τον είδες ποτέ τον Βοσκόπουλο να βγαίνει ξεκούμπωτος στη δουλειά; Είναι σεβασμός στον κόσμο. Γιατί τραγουδάς με το μικρόφωνο, σηκώνεται το σακάκι φαίνονται οι κοιλιές, τα αυτά, δεν το κάνω ποτέ αυτό.

Πήγαινα, λοιπόν, στο παλιό αεροδρόμιο, έμπαινα στο αεροπλάνο και καθόμουν ένα βράδυ στο Μιλάνο για να ψωνίσω. Και με πήγαιναν στα μαγαζιά κάτι Ελληνόπουλα που σπουδάζανε εκεί. Και μάλιστα με πήγαιναν και στο εργοστάσιο που ήταν μιάμιση ώρα από εκεί, και τα έπαιρνα στη μισή τιμή -γιατί έπαιρνα πολλά. Έπαιρνα παπούτσια και ρούχα ιταλικά, που ακόμα δεν έχουν χαλάσει. Όταν δουλεύεις, είσαι όνομα και παίρνεις λεφτά και δεν πας να πάρεις να ντυθείς, δεν κάνει ρε αδερφέ να πούμε. Εγώ έχω αρρώστια με τα παπούτσια».

Το σπίτι της γιαγιάς μας ήταν και θα είναι πάντα ο παράδεισός μας

0

Ένα απ΄τα πράγματα που πιθανώς έχουν μείνει αναλλοίωτα από τότε που ήσουν παιδί μέχρι σήμερα είναι το σπίτι της γιαγιά και του παππού. Το σπίτι που γνωρίζεις όσο κανένα άλλο. Το μοναδικό σου βασίλειο, εκεί πιθανότατα έκανες τα πρώτα σου βήματα, έβγαλες το πρώτο σου δόντι κι έριξες την πρώτη σου ρουκέτα γάλακτος στο κατάλευκο σεμέν της γιαγιάς σου.

γράφει η Κατερίνα Πατήρα

Εκεί όλα ήταν επιτρεπτά κι εφικτά. Το «όχι» και το «μη» ακουγόταν σε σπάνιες περιπτώσεις. Αυτό το μέρος, που μόλις περάσεις το κατώφλι χώνονται στα ρουθούνια σου απίστευτες μυρωδιές καλομαγειρεμένων κι αχνιστών φαγητών που πάντα υπάρχουν εκεί και λέμε υπάρχουν γιατί πάντοτε είναι πάνω από δύο. Φυσικά πάντα υπάρχει γλυκό στο σπίτι. Φρέσκο και παραδοσιακό είναι πάντα καλοστολισμένο κι ακουμπισμένο πάνω στο πλαστικό προστατευτικό στο τραπέζι της κουζίνας, αυτό που απλώνεται πάνω απ’ το φλοράλ τραπεζομάντιλο.

Δίπλα απ’ το γλυκό υπάρχει πάντα η φρουτιέρα, τίγκα από φρούτα εποχής τα οποία υποχρεωτικά θα φας μετά το γεύμα. Αν, δε, υπάρχουν πορτοκάλια θα πιεις έστω ένα ποτήρι -επιτόπου, όμως, χωρίς να χάσεις χρόνο γιατί όπως όλοι ξέρουμε θα φύγουν οι βιταμίνες.

Επίσης δε λείπει το κουτί με τα βουτήματα του απογευματινού καφέ, σου έδινε κι εσένα, αμέ, αραιωμένο βέβαια. Για να μη ζηλεύεις. Αυτό το κλασσικό τσίγκινο κουτί μόλις τελειώσουν τα βουτήματα θα φιλοξενήσει στο εσωτερικό του τα ραφτικά (κλωστές, βελόνες, μασούρια, παραμάνες).

Κάθε άνοιξη υποφέρεις λίγο η αλήθεια είναι στο σπίτι της γιαγιάς γιατί κάθε φορά που πας σε πεθαίνει η αλλεργία σου αφού τριγύρω υπάρχουν γλάστρες, γλαστράκια και παραγλαστράκια με ανθοφόρα φυτά, μυρωδικά, αλλά και φυτά που χρειάζονται πολλή φροντίδα, για την οποία μόνο μια γιαγιά θα είχε τον χρόνο να παρέχει.

Στο σαλόνι εδώ και χρόνια στέκει αγέρωχη η τεράστια τηλεόραση, όχι σε μήκος, αλλά σε φάρδος. Ναι, εννοούμε την παλιά τηλεόραση, αυτή με το εκτόπισμα.  Συνοδεύεται από αντίστοιχου μεγέθους σκούρο ξύλινο έπιπλο και περιφερειακό εξάρτημα το τηλεκοντρόλ μέσα στο φθαρμένο σελοφάν. Σαν τώρα θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει: «Ε, αυτή η τηλεόραση αθάνατη!».

Λίγο παραδίπλα συναντάμε τη βιτρίνα με τα αντικείμενα-μπιζουδάκια .Ενδεχομένως εκεί να βρίσκεται και το περίφημο «καλό σερβίτσιο». Προφανώς και δεν επιτρεπόταν να τα αγγίξεις! Μόνο να τα καθαρίσεις. Κάπου σε αυτό το έπιπλο υπάρχει και το συρτάρι με κορδέλες. Οι κορδέλες απ’ τα κουτιά ζαχαροπλαστείου είναι must. Κι αν τολμήσεις να τη ρωτήσεις γιατί δεν τις πετάει, στραβώνει κιόλας.

Διάσπαρτες σε όλο το σπίτι και κυρίως πάνω σε καθρέφτες υπάρχουν φωτογραφίες απ’ την παιδική ή βρεφική σου ηλικία στις περισσότερες απ’ τις οποίες σε απαθανατίζουν είτε να τρέχεις ανέμελα χωρίς βρακί σε κάποια παραλία είτε να τρως λαίμαργα και να έχεις λερώσει μέχρι και την οροφή του σπιτιού.

Ανοίγεις τον καταψύκτη κι αντικρίζεις μες στη χαρά την αγαπημένη σου συσκευασία παγωτού. Βγάζεις μπολ, βγάζεις κουτάλι, ανοίγεις, τι να δεις; Κατεψυγμένα φασολάκια! Αν έχεις τον Θεό σου! Παλιές συσκευασίες παγωτών ή φέτας που πλέον χρησιμοποιούνται κι ως τάπερ. «Μια χαρά την κάνει τη δουλειά του», θα σου πει αν τη ρωτήσεις γιατί πάει να σου βάλει μέσα σε αυτό φαγητό. Κι ας υπάρχουν χιλιάδες κλασικά τάπερ που δε λείπουν από κανένα σπίτι γιαγιάς –ή και το δικό σου, πάνε κληρονομιά, αμέ!

Στην κουζίνα υπάρχει ένα ξεχωριστό ντουλάπι με σακούλες, ανεξέλεγκτα πολλές πλαστικές σακούλες. Γιατί μπορούν να σηκώσουν τα πάντα, γιατί πάντα χρειάζονται. Σε κάποια γωνιά του σπιτιού, που κάθε άλλο παρά μικρή τη λες, υπάρχει σίγουρα η γωνιά της προσευχής. Καντηλάκια, εικόνες αγίων, κομποσκοίνια, καρβουνάκια, θυμιατά, φυλαχτά και λοιπά ενθύμια από μοναστήρια που έχουν επισκεφθεί οι ίδιοι ή φιλικά πρόσωπα κι αγιασμός, όταν λέμε αγιασμός εννοούμε πολύ αγιασμός που εμπεριέχεται σε μπουκαλάκια κάθε μεγέθους.

Φυσικά όλες οι επιφάνειες του σπιτιού καλύπτονται με σεμέν. Κάθε γιαγιά που θέλει να θεωρείται ευυπόληπτη οφείλει να έχει συλλογή την οποία φροντίζει σαν μουσειακό έκθεμα. Αφενός τα έχει πλέξει με τα χεράκια της, αφετέρου γιατί μιλάμε για την προίκα σου. Κι αν την πετύχαινες και σε καλή μέρα; Χαρτζιλίκι loaded! Αλλά πρόσεχε: O «μαγικός» τρόπος που σου έδινε το «φυλαχτό» κρύβοντάς το, ήταν κι είναι από αυτά που δε θα ξεχάσεις ποτέ.

Όλα αυτά τα συναντάς και σε περίοπτες θέσεις, αλλά και κρυμμένα στα ράφια της κουζίνας ή τα συρτάρια του σκρίνιου. Αλλόκοτα και τα περισσότερα παρωχημένα, αυτά τα πράγματα  μπορεί να αντανακλούν μια άλλη εποχή και μια εντελώς διαφορετική νοοτροπία, αλλά συνθέτουν έναν άνθρωπο που αγαπάς πολύ. Εξάλλου, χωρίς αυτά οι επισκέψεις στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς δε θα ήταν ποτέ ίδιες.

Συντάκτης: Κατερίνα Πατήρα
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Άδωνις Γεωργιάδης: «Οι Αλβανοί επιχειρηματίες είναι ευπρόσδεκτοι στη χώρα μας»

0

Πρόσκληση στην επιχειρηματική κοινότητα από την Αλβανία, αλλά και από την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, να επενδύσει στη χώρα μας, απηύθυνε ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων ‘Αδωνις Γεωργιάδης σε εκδήλωση του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.

Ο υπουργός απηύθηνε χαιρετισμό στην εκδήλωση με θέμα: «Η επιχειρηματικότητα δεν έχει σύνορα», που διοργάνωσε το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, που πραγματοποιείται αυτή την ώρα και στην οποία συμμετέχουν Έλληνες και Αλβανοί υπουργοί και εκπρόσωποι φορέων.

Ο κ. Γεωργιάδης υπογράμμισε ότι οι Αλβανοί επιχειρηματίες είναι ευπρόσδεκτοι στη χώρα μας καθώς και πολλοί Έλληνες δραστηριοποιούνται στην Αλβανία και υπογράμμισε ότι στο μέλλον μπορούν οι δύο χώρες να αποκτήσουν και πιο ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς, στο πλαίσιο μιας πιο στενής ευρωπαϊκής σχέσης.

Ακόμη υπογράμμισε τον κομβικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το επιμελητήριο στην ανάπτυξη των επιχειρηματικών σχέσεων, όχι μόνο με την Αλβανία αλλά με όλα τα Βαλκάνια.

ΑΠΕ

Πεθερά δώρισε το νεφρό της στη νύφη της για να τη σώσει

0

Μια έγκυος από τη Μελβούρνη, η οποία πάλεψε με νεφρική ανεπάρκεια και νοσηλεύτηκε στην εντατική, έλαβε από την πεθερά της, πριν από μερικές μέρες, ένα δώρο ανεκτίμητης αξίας που της χάρισε μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή.

Η Carolina Maistry ανακάλυψε ότι είχε προβλήματα με τα νεφρά της όταν διαγνώστηκε με πολυκυστική νεφρική νόσο, λίγο πριν παντρευτεί τον σύντροφό της Andre. Η κατάσταση της υγείας της δεν εμπόδισε το ζευγάρι να παντρευτεί και να κάνουν παιδί.

4f217cf5ba905aab011b5102823b1cb36ab64932

Στις αρχές του 2020 η Maistry έμεινε έγκυος, αλλά τόσο η αγέννητη κόρη της όσο και η ίδια αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας. Στον υπέρηχο των 16 εβδομάδων, η μέλλουσα μαμά έμαθε ότι η δεξιά πλευρά της καρδιάς του μωρού της δεν είχε ακόμα σχηματιστεί.

Προκειμένου το μωράκι να σωθεί έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, κάτι που σήμαινε πως η εγκυμοσύνη έπρεπε να διαρκέσει τουλάχιστον 37 εβδομάδες.

«Έπρεπε να κάνουμε κάποιες πολύ δύσκολες συζητήσεις από νωρίς για να αποφασίσουμε τι ήμασταν διατεθειμένοι να κάνουμε σε εκείνο το σημείο», δήλωσε.

6157bc90a59b3bf0d0df383281ebda89255bb386

Ενώ η μικρή Olivia ήταν ακόμα στην κοιλιά της μαμάς της, η Maistry υποβλήθηκε σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις, μία από τις οποίες της προκάλεσε αναφυλακτική αντίδραση, με αποτέλεσμα να μπει στην εντατική.

Μαμά και κόρη, όμως, αποδείχτηκαν αληθινές μαχήτριες! Ευτυχώς, η Maistry έφτασε επιτυχώς στις 37 εβδομάδες και μέσα σε έξι ημέρες από τη γέννηση της, η Olivia υποβλήθηκε στην πρώτη της καρδιοχειρουργική επέμβαση. Όλα πήγαν καλά, όμως, η Maistry, χρειαζόταν επειγόντως να κάνει μεταμόσχευση νεφρού.

Η πεθερά της, η οποία ήταν συμβατή δότρια, της χάρισε το δώρο της ζωής! Η μεταμόσχευση στέφθηκε με επιτυχία και τώρα μαμά και κόρη επικεντρώνονται στο να δυναμώνουν μέρα με τη μέρα.

Πηγή: 7news.com.au, mama365

Ο Κιάνου Ριβς δώρıσε το 70% του μıσθού του από το Matrix στην έρευνα για τη λευχαıμία

0

Φημολογείται εδώ και χρόνια ότι πίσω στα 90s ο Keanu Reeves χάρισε μέρος της αμοιβής του από την πρώτη ταινία του θρυλικού franchise Matrix στους εργαζόμενους των ειδικών εφέ, των κοστουμιών και του μακιγιάζ. Οι φήμες ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν, μέχρι σήμερα.

Όπως αποκαλύπτει με δημοσίευμά του το Lad Bible, ο ηθοποιός δώρισε τελικά τα περισσότερα χρήματα που έλαβε για την επιστημονική έρευνα για τη λευχαιμία.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο Keanu Reeves φέρεται ότι το 1999 πήρε ως προκαταβολή για το φιλμ 10 εκατομμύρια δολάρια. Κέρδισε ακόμα 35 εκατομμύρια δολάρια όταν η ταινία έγινε τεράστια επιτυχία στο box office, ανεβάζοντας τα συνολικά του κέρδη στα 45 εκατομμύρια δολάρια.

Η New York Post αναφέρει ότι η φιλανθρωπική δωρεά του ανήλθε στα 31,5 εκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στο 70% του μισθού του από το πρώτο Matrix.

depositphotos 140021472 l

Η ιστορία πίσω από τη μεγάλη δωρεά του Keanu Reeves

Ότι ο 57χρονος έχει βιώσει τραγικές απώλειες στη ζωή του είναι γνωστό. Ο πατέρας του ήταν απών από την οικογένεια, η σύντροφος και το αγέννητο παιδί του πέθαναν, ο καλός του φίλος και συνάδελφος, River Phoenix το ίδιο. Λίγο έλειψε να χάσει ακόμα και τη μικρή του αδερφή, Kim Reeves όταν διαγνώστηκε με λευχαιμία (τύπος καρκίνου του αίματος ή του μυελού των οστών) και πάλεψε με τη νόσο σκληρά για περίπου 10 χρόνια, βγαίνοντας τελικά νικήτρια.

Η περιπέτεια της υγείας της είχε συμπέσει χρονικά με τη συμμετοχή του Keanu Reeves στο Matrix. Ο Keanu Reeves έβαλε τη ζωή του σε αναμονή καθώς έγινε ο φροντιστής της, με αποτέλεσμα οι συνέχειες του Matrix να καθυστερούν και ο Keanu Reeves να πουλά το σπίτι του για να μπορέσει να πλησιάσει πιο κοντά της και να τη φροντίσει.

Έπειτα, αθόρυβα, χωρίς να προσελκύσει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του, ίδρυσε μετά το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας, μία φιλανθρωπική οργάνωση για τον καρκίνο.

depositphotos 140021520 l

«Έχω ένα ιδιωτικό ίδρυμα που λειτουργεί εδώ και πέντε ή έξι χρόνια, βοηθάει νοσοκομεία για παιδιά και συνδράμει για την έρευνα για τον καρκίνο», είχε δηλώσει στο Ladies Home Journal το 2009. «Δε θα μου άρεσε να βάλω το όνομά μου σε αυτό, απλώς άφησα το ίδρυμα να κάνει αυτό που κάνει».

Αυτή πάντως δεν είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται ότι ο Reeves χαρίζει χρήματα που κερδίζει από τις ταινίες του για καλό σκοπό ή έτσι απλά, για να κάνει λίγο πιο χαρούμενους τους γύρω του. Μέσα στην πρώτη καραντίνα δημοπράτησε μία κλήση του με Ζoom με τα 19 χιλιάδες δολάρια που συγκεντρώθηκαν να πηγαίνουν για την έρευνα για τον καρκίνο των παιδιών. Η τελευταία του καλή πράξη ήταν τα Rolex ρολόγια που δώρισε στο συνεργείο του John Wick: Chapter Four.

depositphotos 82003950 l

Από πού πηγάζουν οι ευαισθησίες και η τρομερή γενναιοδωρία που τον διακρίνει; Ο ίδιος είχε αναφέρει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, στην εκ βαθέων συνέντευξη που είχε δώσει πριν λίγο καιρό στο Esquire: «Σίγουρα το μεγάλωμά μου εξηγεί πολλά. Ανέπτυξα από μικρό παιδί μεγάλη ενσυναίσθηση… Πιστεύω ότι πρέπει να κάνεις ό,τι μπορείς για εκείνους που αγαπάς. Ένα από αυτά είναι να τους ακούς για να καταλάβεις τι περνούν, πώς νιώθουν, ποιοι είναι στ’ αλήθεια και ίσως πώς εσύ να τους βοηθήσεις. Πάντα μπορούμε να δώσουμε περισσότερα από όσα δίνουμε. Δεν υπάρχει ταβάνι στο νοιάξιμο».

Μα πόσο ωραίος τύπος είναι τέλος πάντων.

Πελέ Η ντρίπλα που καθήλωσε τους θεατές – Η συγκλονιστικότερη ενέργειά ήταν αυτή που δεν ακούμπησε την μπάλα

0

Μια ντρίπλα που καθήλωσε τους θεατές από τον Πελέ και μια προσποίηση που θα μείνει στα χρονικά με τον δημιουργό της επιτυχίας να είναι καλύτερος από ποτέ για εκείνη την εποχή.

Δεν έβλεπαν τον Πελέ από την τηλεόραση, μόνο άκουγαν τις μαρτυρίες

Αλήθεια είναι πως ο μύθος του Πελέ, που πέθανε στα 82 χρόνια του, γιγαντώθηκε απ’ όσα οι περισσότεροι δεν είδαν με τα μάτια τους. Κατά την περίοδο της βασιλείας του στη Σάντος οι εικόνες δεν ήταν εφικτό να ταξιδέψουν στην Ευρώπη και οι περισσότερες χάνονταν στα νερά του Ατλαντικού.

Αναγκαστικά οι μαρτυρίες αφορούσαν τα όσα πέτυχε στα τρία Παγκόσμια Κύπελλα ως μέλος της εθνικής Βραζιλίας. Σε πρώτη φάση του 1958 στη Σουηδία, αλλά κατά βάση στη διοργάνωση του 1970 στο Μεξικό. Τότε που πια η τηλεόραση έπιανε τον δικό της χώρο στα νοικοκυριά του δυτικού κόσμου.

10 12 1200x720 1

Ο Πελέ στα 30 του κουβαλούσε ένα ολόκληρο έθνος

Ο Πελέ του 1970 ήταν ομολογουμένως η πιο ώριμη μορφή του ίδιου ποδοσφαιριστή. Πριν κλείσει τα 30 του κουβάλησε ένα ολόκληρο έθνος στις πλάτες του και δημιούργησε τις συνθήκες για την αψεγάδιαστη πορεία ως τον τελικό και κατ’ επέκταση κατάκτηση του τροπαίου.

Η Σελεσάο ήταν μία από τις 16 φιναλίστ της διοργάνωσης και συμμετείχε ως φαβορί στον 3ο όμιλο. Το 3/3 επί των Τσεχοσλοβακίας (4-1), Αγγλίας (1-0) και Ρουμανίας (3-2) την έφερε στα νοκ άουτ με πρώτο αντίπαλο το Περού. Το 4-2 επί της Μπλανκιρόχα στη Γουαδαλαράχα ήταν το πέρασμα για τον ημιτελικό με την Ουρουγουάη, η οποία την ίδια ημέρα απέκλειε την ΕΣΣΔ στο Μέξικο Σίτι με 1-0 ύστερα από παράταση.

9 8 720x480 1

Ο Πελέ στη διάρκεια του αγώνα με την Ουρουγουάη

Το ραντεβού με τη Σελέστε ήταν ιστορικής σημασίας για τους Βραζιλιάνους, 20 χρόνια μετά το φιάσκο του 1950 στο Μαρακανά. Τότε που οπαδοί αυτοκτονούσαν, απογοητευμένοι από το 2-1. Ο Πελέ είχε το χρέος του εξαγνισμού. Ιδίως μετά το γκολ που πέτυχε ο Κουμπίγια στο 19′.

Κατά μαρτυρίες της εποχής και κείμενα του Τύπου, η απόδοσή του Βραζιλιάνου σταρ στο παιχνίδι ήταν καθηλωτική. Δεν χρειάστηκε να σκοράρει. Απλώς να ηγηθεί και να εμπνεύσει. Ο Κλοντοάλτο, ο Ζαϊρζίνιο και ο Ριβελίνο ανέλαβαν τα υπόλοιπα, για την ανατροπή και την πρόκριση. Του άξιζε του Νο10 ένα γκολ. Δεν το βρήκε ούτε μετά το 3-1 στο 89′. Του το χρωστούσε η ιστορία μέχρι να φύγει από τη ζωή.

Η μαγευτικότερη ενέργεια του Πελέ

Υπήρξε έκτοτε και δια παντός η μαγευτικότερη ενέργεια του Πελέ στο φινάλε της οποίας η μπάλα δεν κατέληξε στ’ αντίπαλα δίχτυα. Ευτυχώς ο Λαντισλάο Μαζουρκιέβιτς, ένας σπουδαίος τερματοφύλακας της εποχής, δεν κατάφερε να την αποτρέψει.

11 12 1199x674 1

Ως αφετηρία όλο αυτό είχε το κλέψιμο του Ζαϊρζίνιο στ’ αριστερά, προτού ο Τοστάο περάσει, με το αριστερό, την κάθετη μπαλιά στον κενό χώρο. Ο Πελέ ήταν πάνω στο τρέξιμο όταν ο Μαζουρκιέβιτς επιχείρησε την έξοδο για να προλάβει την απειλή. Χωρίς φυσικά να ξέρει το τι θ’ ακολουθήσει. Διότι, σε μια στιγμή ακατάληπτης ποδοσφαιρικής αλλοφροσύνης, ο Πελέ άφησε την μπάλα να περάσει και αναπτύσσοντας ταχύτητα την πρόλαβε από την άλλη πλευρά του Ουρουγουανού γκολκίπερ.

Ενόσω ο Μαζουρκιέβιτς έψαχνε να δει τι ακριβώς τον έχει βρει, χάνοντας την επαφή του με το περιβάλλον, ο θρυλικός Βραζιλιάνος εκτελούσε διαγώνια προς την κενή εστία. Μόνο που η μπάλα αντί να διασχίσει τη γραμμή του τέρματος και ν’ αναπαυτεί στα δίχτυα περνούσε σαδιστικά δίπλα από το δεξί δοκάρι και κατέληγε άουτ. Αν είναι δυνατόν.

12 18 880x1160 1

Ο Πελέ δεν είχε προκαλέσει μόνο την απόκρουση του αιώνα, στην απίθανη κεφαλιά που έβγαλε στη γωνιά του ο Άγγλος Γκόρντον Μπανκς, αλλά και την ευκαιρία που σημάδεψε για τους σωστούς, απόλυτα ποδοσφαιρικούς, λόγους την καριέρα του.

Εμείς να πούμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικοίους του. Ζωή σ΄αυτούς…

Αν έχεις τύχη διάβαινε: Κέρδισε 700.000 ευρώ στο λαχείο και λίγες μέρες μετά βρήκε μπροστά του 2500 χρυσά νομίσματα

0

Ο Rathnakaran Pillai  θα μπορούσε να είναι ο είναι ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου αφού κέρδισε περισσότερα από 800.000 δολάρια σε μια λαχειοφόρο αγορά του 2018 και λίγο καιρό αργότερα ένα δοχείο που περιείχε 2500 νομίσματα αντίκες 100 ετών.

Πως αυτός ο τυχερός άνθρωπος βρήκε τον θησαυρό με τα νομίσματα

Αγόρασε ένα οικόπεδο στην πατρίδα του στο Kilimanoor, το οποίο βρίσκεται στην πολιτεία της Ινδίας στην Κεράλα, δίπλα από ένα παλιό ναό του Κρίσνα. Αυτός ο τυχερός άνθρωπος ξεκίνησε να σκάβει το οικόπεδο όταν ανακάλυψε το δοχείο με τα νομίσματα. Τον θησαυρό.

56 13 1536x1024 1

Ο Pillai ειδοποίησε γρήγορα τις αρχές για την απίστευτη ανακάλυψη του. Ο θησαυρός θα σταλεί σε ένα εργαστήριο που θα καθαριστεί, καθώς τα περισσότερα κέρματα έχουν γίνει πράσινα από την οξείδωση. Η αξία τους θα αξιολογηθεί από μια ομάδα εμπειρογνωμόνων.

57 4

Θα πάρει ανταμοιβή από την Κυβέρνηση ο τυχερός άνθρωπος που βρήκε τον θησαυρό με τα νομίσματα

Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις τα νομίσματα προέρχονταν από το βασίλειο του Travancore, ο οποίος κυβέρνησε τη νότια Κεράλα για εκατοντάδες χρόνια. Ζυγίζοντας περισσότερα από 20 κιλά, τα κέρματα κόπηκαν σε ασήμι, χαλκό και χρυσό και πιστεύεται ότι είναι περίπου 100 ετών. Το νόμισμα χρησιμοποιήθηκε προτού η Ινδία να εισάγει το δικό της το 1949.

59 13 1280x720 1

Η κυβέρνηση σχεδιάζει να του δώσει ανταμοιβή για τη εύρεση των παλαιών αυτών νομισμάτων.

Αυτό θα πει να έχεις τύχη… βέβαια και ο ίδιος έσκαβε στο χωράφι του οπότε προκάλεσε την τύχη του μόνος του.

Αδιανόητο περιστατικό: Γυναίκα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο γιατί εγκλωβίστηκε μέσα στο αυτί της κατσαρίδα

0

Ένα ασυνήθιστο περιστατικό κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι γιατροί του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας (ΠΓΝΛ), καθώς πήγε μια γυναίκα που παραπονιόταν για έντονους πόνους στο αυτί και τελικά έκρυβε μέσα μια κατσαρίδα.

Όπως αναφέρει το larissanet.gr, στο ΠΓΝΛ έφτασε με ασθενοφόρο γυναίκα από τη Δομή Μεταναστών στο Κουτσόχερο, παραπονούμενη για πόνους στο αυτί. Όπως προέκυψε όμως στη συνέχεια μέσα στο αυτί της νεαρής γυναίκας βρίσκονταν μια κατσαρίδα.

Όπως έγινε αργότερα γνωστό, σύμφωνα με πληροφορίες, η κατσαρίδα φαίνεται να εισχώρησε και να «εγκλωβίστηκε» στη μαντήλα της γυναίκας το βράδυ που αυτή κοιμόταν. Το πρωί αισθανόταν πόνους και ακολούθως κλήθηκε ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στη Δομή.

Όταν η γυναίκα μεταφέρθηκε στο ΠΓΝΛ, έγινε γνωστή και η αιτία του πόνου, με τους γιατρούς να αφαιρούν την κατσαρίδα και τη γυναίκα στη συνέχεια να επιστρέφει στη Δομή, χωρίς να χρειαστεί περαιτέρω νοσηλεία.

Αμάρυνθος: Ο 24χρονος που είχε βούτηξε για τον σταυρό και έμεινε παράλυτος δεν χάνει την αισιοδοξία του και την πίστη του

0

Ήταν τα Θεοφάνεια του 2021, πριν από ένα χρόνο όταν ο 24χρονος, τότε, Γιάννης βούτηξε στα κρύα νερά στην Αμάρυνθο για να πιάσει τον Τίμιο Σταυρό.

Η βουτιά όμως αυτή έμελε να είναι μοιραία, καθώς χτύπησε το κεφάλι του και τραυματίστηκε σοβαρά με αποτέλεσμα να μείνει καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο μέχρι σήμερα.

Το χρονικό της μοιραίας βουτιάς για τον Σταυρό

Ο νεαρός μαζί με τον πατέρα του ξεκίνησαν από τη Δροσιά Ευβοίας για την Αμάρυνθο προκειμένου να ρίξουν μόνοι τους τον Τίμιο Σταυρό.

Ήθελαν με αυτό τον τρόπο να εκπληρώσουν το τάμα για τον αδελφό του, ο οποίος πάσχει από λευχαιμία. Λίγες μέρες νωρίτερα, τα Χριστούγεννα, ο 24χρονος είχε γίνει δότης μυελού των οστών με σκοπό να βοηθήσει τον μεγαλύτερο αδελφό του.

Όμως η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Βούτηξε μαζί με τον πατέρα του και δύο ακόμα φίλους τους, όμως τραυματίστηκε σοβαρά στον αυχένα. Για μέρες ήταν σε κώμα. Τελικά οι γιατροί διέγνωσαν ολική τετραπληγία. Έκτοτε παραμένει καθηλωμένος σε αμαξίδιο.

Ωστόσο, δεν έχασε την πίστη του και παραμένει αισιόδοξος για τη ζωή, παρόλο που αντιμετωπίζει μέχρι σήμερα αρκετές δυσκολίες.

Ένα χρόνο αργότερα, ο αδελφός του Γιάννη, Στέργιος βούτηξε και αυτός με τη σειρά του να πιάσει τον Σταυρό, για να εκπληρώσει το τάμα του για τον αδελφό του.

Μιλώντας στην εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», τα δύο αδέλφια αναφέρθηκαν στην αγάπη και την ενότητα που έχουν.

«Είμαστε ο ένας για τον άλλον», είπαν χαρακτηριστικά.

Ο Γιάννης συνεχίζει να χαμογελά παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μετά το ατύχημά του, ενώ η σύντροφός του Μαρία στέκεται στο πλευρό του από την πρώτη στιγμή.