Τις καλοκαιρινές του διακοπές έχει ξεκινήσει ο Νίκος Χατζηνικολάου, ο οποίος δεν παραλείπει να μοιράζεται σχετικά στιγμιότυπα με τους διαδικτυακούς του φίλους και followers στο instagram.
Σε μία από τις τελευταίες του αναρτήσεις, ωστόσο, στην οποία τον βλέπουμε να επιδίδεται σε θαλάσσιο σκι, το κλίμα «βάρυνε» καθώς ο ίδιος αποκάλυψε πως μπήκε στο χειρουργείο για μία επέμβαση στη σπονδυλική του στήλη, για την οποία δεν είχε μιλήσει μέχρι σήμερα.
«Στα 60 και μετά από ένα ζόρικο χειρουργείο στη σπονδυλική στήλη… Συνεχίζουμε! Με αγωνιστική διάθεση και νεανικό πείσμα» έγραψε χαρακτηριστικά ο Νίκος Χατζηνικολάου, με τους διαδικτυακούς του φίλους να τον ενθαρρύνουν ακόμη περισσότερο με τα μηνύματά τους!», έγραψε χαρακτηριστικά.
Και κάπως έτσι, ξεκαθάρισε ότι… δεν το βάζει κάτω.
Το αποκλεισμό των τρανσέξουαλ γυναικών από τα Μις Ιταλία ανακοίνωσαν τα καλλιστεία, λίγες μέρες μετά τον σάλο που προκλήθηκε με την πρόσφατη νίκη της τρανς Rikkie Valerie Kolle στα καλλιστεία της Ολλανδίας.
Οπως ανακοίνωσαν οι διοργανωτές του θεσμού, στα καλλιστεία θα μπορούν να δηλώσουν συμμετοχή μόνο «εκ γενετής» γυναίκες.
Patrizia Mirigliani, the official patron of Miss Italy, has made it clear that contestants in the competition must be "a woman from birth." #italy#transgenderhttps://t.co/GHkktvBGN9
Η Patrizia Mirigliani, η υπεύθυνη των ιταλικών καλλιστείων, εξέφρασε τις ανησυχίες της για την τάση των διαγωνισμών ομορφιάς να χρησιμοποιούν «παράλογες» στρατηγικές για να προσελκύσουν την προσοχή των μέσων ενημέρωσης.
Τόνισε μάλιστα ότι η Μις Ιταλία δεν θα συμμετάσχει στη «λαμπερή μπάντα του τρανς ακτιβισμού».
Πάντως, η Μις Ολλανδία θα εκπροσωπήσει τη χώρα της στα καλλιστεία της Μις Υφήλιος, τα οποία δέχονται τρανς υποψήφιες από το 2012.
Νύχτα αγωνίας βιώνει το νησί της Ρόδου με την φωτιά να συνεχίζει ανεξέλεγκτη την καταστροφική της πορεία.
Το μέγεθος του πύρινου μετώπου που εκτείνεται σε μήκος πολλών χιλιομέτρων φαίνεται σε βίντεο που αναρτήθηκε από χρήστη του Twitter μέσα από αεροπλάνο επιβεβαιώνοντας τις τρομαχτικές εκτάσεις που έχει πάρει η φωτιά.
Την ίδια στιγμή, σε ανάρτηση της ομάδας Prometheus φαίνεται η απόσταση που διένυσαν οι φλόγες μέσα σε διάστημα επτά ωρών.
#Πυρκαγιά#Ρόδος#Rhode Η σύγκριση των περιοχών που έχουν καεί και των ενεργών εστιών σε διάστημα 7 ωρών. Η δορυφορική απεικόνιση έχει κάποια χρονική καθυστέρηση λόγω της επεξεργασίας των δεδομένων. Γνωρίζουμε από μαρτυρίες ότι η πυρκαγιά έχει φτάσει σε πολλά σημεία στην θάλασσα pic.twitter.com/qwQLfbOLnz
— PROMETHEUS Team – Disaster Intelligence (@PROMETHEUSTeam1) July 22, 2023
Μόλις κυκλοφόρησε η αφίσα της Άννας Βίσση από τη συναυλία που ετοιμάζει στο Ηρώδειο. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου και θα έχει μία επιπλέον ξεχωριστή σημασία, καθώς θα ενισχυθεί το φιλανθρωπικό έργο της ΕΛΕΠΑΠ.
Μία βραδιά γεμάτη διαχρονικές επιτυχίες, ασυναγώνιστες ερμηνείες, λάμψη, παλμό και δυνατά συναισθήματα. Με τη σπουδαία και αγαπημένη σε όλους φωνή της και πλαισιωμένη από τους εξαιρετικούς μουσικούς της, θα παρουσιάσει μερικές από τις σελίδες του σπουδαίου καλλιτεχνικού βιβλίου που έχει γράψει αυτά τα 50 χρόνια και περιλαμβάνει μία τεράστια δισκογραφική παραγωγή με ευρεία γκάμα τραγουδιών, τα οποία έχουν αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην καριέρα της και στην ελληνική μουσική εν γένει.
Στη σκηνή θα τη συνοδεύουν το Σύνολο Ποικίλης Μουσικής «Φιλαρμόνια» υπό τη διεύθυνση του Αλέξιου Πρίφτη, η 40μελής Ακαδημαϊκή Χορωδία Νέων Αθηνών και η βραβευμένη πιανίστα Βικτωρία Φιοράλμπα Κιαζίμη. Η προπώληση θα ανοίξει τις επόμενες μέρες.
Αντιδράσεις για τη συναυλία της Βίσση στο Ηρώδειο
Σημειώνεται ότι η συναυλία της Άννας Βίσση, αρχικά, απορρίφθηκε από το ΚΑΣ, καθώς υπήρξε διχογνωμία. Τελικά, όμως, εγκρίθηκε έπειτα από ένσταση και νέα ψηφοφορία, λόγω του φιλανθρωπικού χαρακτήρα της εκδήλωσης.
Για την ιστορία, τα αιτήματα για την παραχώρηση του Ηρωδείου κατατίθενται στο υπουργείο Πολιτισμού και εξετάζονται αρχικά από 11μελή επιτροπή που ορίζεται επί τούτου και η οποία αποτελείται από υψηλόβαθμα στελέχη υπηρεσιών και φορέων του ΥΠΠΟ και από τους καλλιτεχνικούς διευθυντές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, του Εθνικού Θεάτρου και του Ελληνικού Φεστιβάλ.
Η πρότασή τους κατατίθεται στη Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, η οποία, αφού την εξετάσει και κατά περίπτωση ενδεχομένως εκφράσει άλλη άποψη, κάνει την εισήγησή της στα μέλη του ΚΑΣ. Στη συνέχεια ο/η υπουργός Πολιτισμού έχει το δικαίωμα ν’ απορρίψει, ν’ αποδεχθεί ή να τροποποιήσει τη γνωμοδότηση του ΚΑΣ.
Θα ήθελα και γω με τη σειρά μου να σας εξομολογηθώ την δική μου εμπειρία.
Είμαι 38 χρονών, παντρεμένη και μαμά 3 υπέροχων κοριτσιών (4 χρ., 3 χρ. και 10 μηνών). Με τον άντρα μου γνωριστήκαμε στο εξωτερικό πριν 10 χρόνια. Εγώ φοιτήτρια, αυτός μη Έλληνας και χωρισμένος πατέρας ενός 10χρονου αγοριού τότε. Ερωτευθήκαμε τρελλά και απολαμβάναμε κάθε στιγμή που ήμασταν μαζί. Το γεγονός ότι ο άνθρωπός μου ήταν χωρισμένος με παιδί καθόλου δεν με ένοιαξε. Εν αντιθέσει με την μητέρα μου, η οποία απειλούσε οτι θα πεθάνει, επειδή ο άνθρωπός με τον οποίο ήμουν μαζί και ήμουν ευτυχισμένη, είχε – σύμφωνα με την γνώμη της- τρία κακα: 1. δεν ήταν Έλληνας 2. ήταν χωρισμένος 3. είχε ήδη παιδί. Εγώ όμως αγνόησα και μάνα και πατέρα και όλους και συνέχισα με τον άνθρωπο που με έκανε απόλυτα ευτυχισμένη.
Τον Νοέμβριο του 2007 μου έκανε την πιο ρομαντική πρόταση γάμου (μετά απο περίπου 2 χρόνια που ήμασταν μαζί) στην Ακρόπολη, όπου είχαμε πάει ταξίδι για να του γνωρίσω τις ομορφιές της Ελλάδος μας. Με τον αρραβώνα μας το πήρε απόφαση και η μάνα μου και δέχθηκε να τον γνωρίσει. Την απόλυτη όμως ευτυχία την κατακεραύνωσε ένα γεγονός που γύρισε την ζωή όλων μας τούμπα. Στον 10χρονο γιο του τότε αρραβωνιαστικού μου και σημερινού συζύγου μου διαγνώστηκε κακοήθης όγκος στο κεφάλι. Τα λόγια μικρά να περιγράψω τον πόνο, την πίκρα, την αγανάκτηση, την οργή και όλα αυτά τα συναισθήματα που κάποιος νιώθει, όταν μαθαίνει ότι ο καρκίνος χτυπάει έναν δικό του άνθρωπο και χειρότερα: το ίδιο σου το παιδί.
Έβλεπα τον άνθρωπό μου να καταρρέει μέρα με τη μέρα, να εγκαταλείπει δουλειά και υποχρεώσεις και να βρίσκεται μέρα και νύχτα στο νοσοκομείο, στο προσκεφάλι του μικρού ήρωα, να μιλάει μαζί του, να παίζει μαζί του, να προσπαθεί να τον κάνει να γελάσει, να του δώσει κουράγιο και να προσπαθήσει να τον πείσει κάτι που και ο ίδιος βαθιά μεσα του δεν πίστευε: ότι θα νικήσει τον καρκίνο. Δυστυχώς. Μετά απο ένα χρόνο με χημειοθεραπείες, νοσοκομεία και ταλαιπωρίες, η άτιμη αυτή αρρώστια κέρδισε και ο μικρος Τίγρης (έτσι αποκαλούσε ο άντρας μου τον γιο του) άφησε την τελευταία του πνοή, 2 βδομάδες πριν κλείσει τα 12 του γενέθλια.
Θυμάμαι τον εαυτό μου τότε να μην ζει, απλά να λειτουργεί. Να τρέχω το πρωί στην δουλειά, μετά στο νοσοκομείο, να βλέπω τον άνθρωπό μου σε κακά χάλια και να μην μπορώ να κάνω τίποτα για να τον βοηθήσω. Τις στιγμές που έφευγε από το νοσοκομείο και ερχόταν σπίτι να φάει κάτι ήμουν εκεί, να του δίνω κουράγιο. Και τα βράδια μιλουσαμε στο τηλέφωνο, αυτός στο νοσοκομείο και γω σπίτι, να ΄του δίνω δύναμη και κουράγιο. Του είχα πει τότε ότι μόνο μια έγνοια πρέπει να έχει: τον γιο του. Εγώ θα τακτοποιήσω τα υπόλοιπα. Όπως και έγινε.
Ανέλαβα όλες τις υποχρεώσεις, όλες τις χαρτούρες, την σχολή, που είχε ανοίξει και παράλληλα δούλευα οκτάωρο. Και κάθε βράδυ να προσπαθώ να κοιμηθώ, κατάκοπη αλλά τα δάκρυα να μην το επιτρέπουν. Με τον θάνατο του μικρού άλλαξε και ο άνθρωπός μου: έγινε απότομος, νευρικός, ξεσπούσε πάνω μου(δεν με χτύπησε, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό) με φώναζε χωρίς λόγο, με έδιωχνε από κοντά του. Εκείνο το διάστημα χωρίσαμε πάνω απο 40 φορές. Άρχισε να πίνει!
Αυτός, που ως αθλητής και διεθνώς διεκεκριμένος μάλιστα πρωταθλητής πολεμικών τεχνών, δεν ήξερε μέχρι τότε τι γεύση είχε το αλκοόλ. Χανόταν για μέρες, χωρίς να δίνει σημεία ζωής και γω να τρελλαίνομαι απο την αγωνία ότι μπορεί και να έδωσε τέλος στη ζωή του. Και όμως εγώ δεν το έβαλα κάτω. Έμεινα εκεί, δίπλα του, να τον στηρίζω και να ανέχομαι όλα αυτά, που θα έκαναν μια άλλη γυναίκα να φύγει. Έμεινα εκεί και πάλεψα μόνη μου, να σώσω την σχέση μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον άφηνα. Όχι έτσι, όχι εκείνη την χρονική στιγμή.
Κατάλαβα ότι ο θυμός του απέναντί μου δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η πληγωμένη του ψυχούλα, που αιμορραγούσε επειδή έχασε το σπλάχνο του, τον μονάκριβό του γιο. Το αγοράκι που είχε επίσης διακριθεί στις πολεμικές τέχνες. Το αγοράκι που ήταν το στήριγμα του, που του έδινε δύναμη, που τον λάτρευε σαν πατέρα. Η οικογένεια του άντρα μου άφαντη. Μια μάνα, ένας πατέρας και επτά αδερφές, που εγκατέλειψαν τον αντρα μου στην χειρότερη στιγμή της ζωής του. Που το τηλέφωνο του χτύπησε μόνο για τα συλληπητήρια και μετά άφαντοι: όλοι τους. Τον άφησαν μόνο μεσα στον πόνο του. Να έκανα και γω το ίδιο; ΟΧΙ, ΟΧΙ και πάλι ΟΧΙ. Εγώ έμεινα και υπέμεινα. Εγώ του στάθηκα και του συμπαραστάθηκα. Εγώ πάλεψα και νίκησα.
Και ναι! Σήμερα είμαι ακόμη με αυτόν τον άντρα και είμαι ευτυχισμένη. Κάναμε οικογένεια και είναι ένας υπέροχος πατέρας και ένας αξιολάτρευτος σύζυγος: αυτός ετοιμάζει και πηγαίνει τα παιδιά στον παιδικό, για να μπορώ εγώ να πάω στην δουλειά μου. Αυτός σηκώνεται τα βράδια να τα σκεπάσει και να τα παρηγορήσει αν κλαίνε. Αυτός παίρνει συνήθως άδεια και μένει σπίτι όταν ο παιδικός έχει αργία. Αυτός με βοηθάει και στις δουλειές του σπιτιού. Αυτός γέμισε το σπίτι με ροδοπέταλα, με κεριά και έντυσε τα παιδιά με τα καλά τους ρούχα επειδή κλείναμε 10 χρόνια που ήμασταν μαζί. Και ‘γω γύρισα από την δουλειά χωρίς να έχω ιδέα και είδα αυτό το σκηνικό και μόνο έκλαιγα από ευτυχία.
Αυτός με αγκάλιασε και μου είπε: “Σε ευχαριστώ για όλα αυτά τα χρόνια. Σε ευχαριστώ για τα υπέροχα αυτά παιδιά. Σε ευχαριστώ που μου έσωσες την ζωή”.
Η Κάλλι Αναγνώστου, μια βαριά εγκαυματίας που έζησε την κόλαση της φωτιάς και τον γολγοθά των νοσοκομείων περιέγραψε με οδύνη όσα έζησε στο Μάτι και πώς κατόρθωσε να επιζήσει η ίδια και το παιδάκι της 4,5 χρόνων.
Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ
«Είμαστε αγκαλιά με το γιο μου και συζητούσαμε για την εξαφάνιση των ειδών. Του είχα υποσχεθεί ότι θα πάμε στο Πλανητάριο κατά τις πέντε και ξύπνησα από τους καπνούς. Όπως ήμουν με το παιδί στην αγκαλιά και κοιτούσα το κινητό για συμβάν κοντά στη περιοχή μας.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που έγιναν γεγονότα στην περιοχή. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ήρθε κανένας. Κάποια στιγμή κατά τις έξι παρά κατέβηκα κάτω. Έριξα μια ματιά από τα παράθυρα και έβλεπα μια μαυρίλα. Δεν υπήρχε σειρήνα, πυροσβεστικό αστυνομία τίποτα. Εμεις δεν ξέραμε τίποτα, ήταν ο πεθερός μου και εκείνος ανήσυχος. Καναμε βόλτα γύρω από το σπίτι.
Μονο μαυρίλα. Καποια στιγμή στη βεράντα έβλεπα πράγματα να πετάνε. Κάηκε το χέρι μου που έπεσε ένα μεγάλο κομμάτι στάχτης. Το μόνο που άκουσα ήταν ο δήμαρχος Ραφήνας ότι η φωτιά πάει στο Διόνυσο και οι κάτοικοι να μη βγουν» περιέγραψε.
Ακολούθησαν λεπτά έντονης ανησυχίας, με τη γυναίκα να παίρνει τηλέφωνα παντού προκειμένου αν δει τι να κάνει για να σωθεί εκείνη και η οικογένεια της.
«Τα τηλέφωνα είτε δεν απαντούν είτε βουιζουν. Κατά τις έξι και πέντε ξύπνησε το παιδί και τότε κόπηκε το ρεύμα. Από ένστικτο ανέβηκα επάνω και πήρα ρούχα για το παιδί. Έριξα μια ματιά έξω και είδα το μαύρο σύννεφο είχε φτάσει σε εμάς. Είδα τεράστιες φλόγες δεξιά μου και φώναξα το παιδί μου.
Καιγόμαστε! Κλάματα! Δεν μπορεί να γίνεται αυτό! Είναι ταινία! Είναι όνειρο! Είναι εφιάλτης. Ήταν ο δικός μου εφιάλτης. Φώναξα στο παιδί μου «Κωνσταντίνε φεύγουμε τώρα!».
Κανένας δεν μας είπε να φύγουμε. Να μη ζήσει το παιδί μου αυτό που έζησε. Αρχιζει να ουρλιάζει «μαμά μου θα κάνουμε; Μαμά μου θα πεθάνουμε; Και εγώ να του λέω ντύσου θα φύγουμε. Δεν έχουμε επιλογή. Τις φλόγες τις βλέπαμε στα δέντρα γύρω μας.
Έξι και τέταρτο. Το ρολόι που φορούσα είχε μέταλλο και μου έκαψε το δέρμα. Με πάγωσε περισσότερο η θέα από τις φλόγες που έρχονταν πάνω μου».
Ξεσπώντας σε λυγμούς, είπε “μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει τη φρίκη; Κανένας. Γιατι δεν ήταν εκεί. Εμεις είμαστε εκεί και το ζήσαμε. Ξαφνικά το παιδί φωνάζει μαμά! Και πέφτουμε και οι δύο κάτω και αρχίζει να ουρλιάζει!Μαμά καίγομαι!!!”
Συνειδητοποίησα δεν είχε βάλει τη μπλούζα του. Καίγεται το δέρμα του και έχω βάλει τα νύχια μου μέσα στο σώμα του. Φωνάζω συνέχεια. Μην κοιτάς τίποτα μόνο τρέξε. Βρισκόμαστε ανάμεσα στο δρόμο…Όπως τρέχουμε λιώνουν τα πόδια του και εγώ δεν μπορώ να του πω τίποτα.
Φωνάζει «μαμά βοηθά με, μαμά σώσε με». Εγώ δεν τον πήρα αγκαλιά γιατί αν το έκανα αυτό, θα είμαστε οι πρώτοι που θα έβρισκαν αγκαλιά.
Ήμασταν μόνοι μας και καιγόμαστε. Η μόνη φωνή και τα ουρλιαχτά ήταν του παιδιού μου. Μια φωνή που την έχω μέσα μου ακομα και τώρα φοβάμαι να τον πάρω αγκαλιά».
Συνεχίζοντας την περιγραφή της, η Κάλλι Αναγνώστου περιέγραψε λεπτό προς λεπτό την προσπάθεια της να φτάσει σε ασφαλές σημείο με το γιο της.
«Κάποια στιγμή όπως τρέχαμε είδαμε προβολείς. Ήταν ο γιος ενός γείτονα και θεώρησε ότι ήταν πυροσβέστες, αλλά είδε και μια μικρή σκιά. Εγώ πέθαινα ήδη… Είχα πάρει μεγάλο φορτίο. Ενιωθα τις φλέβες μου να χτυπάνε ακανόνιστα λες και ήθελαν όλα να βγουν από το σώμα.
Μας κατεβάζει κάτω και βλέπαμε μόνο καπνούς και πύρινες μπάλες. Μας αφήνει και μας είπε ότι πρέπει να φύγει. Με το που κλείνω την πόρτα του αυτοκινήτου λιποθύμησα για πρώτη φορά.
Με παίρνει ο πεθερός μου να με ανεβάσει σε ένα τραπέζι και να πάει να βρει νερό. Δεν ήταν εύκολο.Ειχαν φύγει όλοι σαν τρελοί. Καιγόμαστε σαν τα ποντίκια και φύγαμε σαν τα ποντίκια. Βρηκε ένα μπουκάλι και μου έδωσε λίγες σταγόνες.
Εκεινη την ώρα λιποθύμησα και άλλες φορές μετά. Με έσυρε. Με έβαλε πάνω στην πλάτη του. Η πεθερά μου πήρε τον μικρό και πήγαν σε έναν κολπίσκο. Ευτυχώς ήταν μια τουρίστρια και τύλιξε τα ποδαράκια του και αυτό τον βοήθησε.
Αν δεν ήταν εκείνη το παιδί μου θα το είχα χάσει. Στην καλύτερη περίπτωση θα είχε χάσει τα πόδια και τα χέρια του. Μου ζητά βοήθεια. Δεν μπορούσα να του μιλήσω, αλλά δεν ήθελα να καταλάβει ότι πέθαινα.
Ο κόσμος ούρλιαζε για βοήθεια και να μην έρχεται η βοήθεια. Δεν υπήρχαμε έως τότε. Όμως δεν υπήρχαμε ούτε και μετά στη ουσία..Αμελητέες οι δικές μας οι απώλειες. Τα παιδιά να ουρλιάζουν. Είδα τη θάλασσα και είπα να μπω να δροσιστώ αλλά δεν ήθελα να με δει το παιδί μου να πεθαίνω μπροστά του. Είχαμε ένα μπουκάλι νερό και μοιράζαμε τις σταγόνες. Ο σύζυγος μου που ήταν έξω προσπαθούσε να μας βρει. Μίλησε με τον πεθερό μου και του είπε καιγόμαστε.
Με ρώτησε αν ήθελα να του μιλήσω.Τι να του πω; Ότι το παιδί ήταν καμένο και δεν τον προστάτευσα; Κάποια στιγμή ήρθαν πυροσβέστες. Έδωσα τον Κωνσταντίνο και εκείνος φώναζε «θέλω τη μαμά μου».
Προσπαθησαν να πάρουν και εμένα αλλά είχα τόσο καεί, είχα ανοίξει και δεν μπορούσαν να με πιάσουν από πουθενά. Πάλευα να ανέβω. Τα πόδια μου ήταν γεμάτα υγρό. Το μόνο που έκανα κάθε φορά που ανάσαινα ήταν να νιώθω τις στάχτες μέσα μου.
Ανέβηκα επάνω και δεν τους είδα πουθενά. Είχαν φύγει. Ρώτησα έναν κύριο που είναι το παιδί μου. Κανένας δεν κατέβηκε κάτω γιατί φοβόταν. Εμείς δεν φοβόμαστε δεν καιγόμαστε και δεν πνιγόμαστε».
Περιγράφοντας στο δικαστήριο τη προσπάθειά της να σωθεί, έδωσε μια σοκαριστική εικόνα στο δικαστήριο.
«Απέναντί μου είδα κάτι που νόμιζα ότι ήταν κορμός δέντρου. Δεν ήταν. Ήταν άνθρωπος που κάηκε. Αυτός ο άνθρωπος δεν φοβήθηκε. Κάθισα σε κάτι σκαλάκια και είπα να κάτσω εκεί να περάσω το τέλος. Δεν μπορούσα να φύγω. Σωριάστηκα και έχασα τις αισθήσεις μου.
Κάποια στιγμή ξύπνησα. Ειδα μια κυρία καμένη.Με βλέπει και την ακούω να λέει για εμένα, «έχει πεθάνει ή ζει;». Με όλα αυτά πλέον δεν ζούσα. Μου μιλάνε και λένε δεν θα την βγάλει…Περίμενα …Το τίποτα. Προσευχομουν να φτάσει το λάδι μου να αντέξει και να είμαι καλά».
Όπως εξήγησε δεν ερχόταν βοήθεια από κανένα, μέχρι που εμφανίστηκε ένα βαν ιδιώτη.
«Μας βάζει μέσα για να μπορέσουμε να φύγουμε. Μπαίνουμε μέσα τρεις και ξεκινάμε να φύγουμε. Μας λέει συνεχώς κάντε υπομονή θα φτάσουμε. Θα μας πάνε τα παιδιά.
Ηταν δύο αστυνομικοί της Δίας που ήρθαν μόνοι τους γιατί άκουσαν ότι κατω καίγονται και ήρθαν. Το άκουσαν! Από που; Από τους ασύρματους που κάποιοι δεν άκουγαν. Μας πήγαν στο Σισμανόγλειο
. Άλλος Γολγοθάς. Και αν δεν φτάναμε μόνοι μας θα είμαστε νεκροί. Με έβαλαν σε φορείο και με ένα ψαλίδι έκοβαν τα ρούχα μου. Μου έβαλαν έναν ορό. Είμαι σε ένα φορείο στο διάδρομο και απέναντι μου έχω μια πόρτα ανοιχτή και εκεί έβαζαν σάκους που τους στιβαζονταν ο ένας πάνω στον άλλον. Εγω το ήξερα. Δεν ξέρω πως άλλοι δεν το γνώριζαν».
«Μένω εκεί μέχρι αργά με μια κουβέρτα, γυμνή και περιμένω να δω τι θα με κάνουν. Έχω τηλέφωνο στα χέρια μου και περιμένω να δω τι έχει γίνει με το παιδί μου. Δεν ξέρω αν έχει φτάσει, πως είναι, αν έχει ζήσει, αν ξέρει για μένα και τι ξέρει.
Τον έχουν πάει στο Αγία Σοφια στα επείγοντα να τον καθαρίσουν, να του περιποιηθούν τις πληγές. Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Φοβάται και είναι μόνος του. Ένα μωρό 5,5 ετών. Μέχρι τότε ήξερε μόνο εμάς. Δεν ήξερε κανέναν.
Έπρεπε να αφήσει άλλους ξένους να τον περιποιηθούν να τον ψαχουλέψουν, να του βάλουν σωληνάκια, να τον γδάρουν, όπως έγδαραν κι εμένα μετά. Ζητάει τη μαμά του και το μπαμπά του και δεν είμαστε εκεί. Κανένας δεν περίμενε ότι εγώ θα ζήσω. Για το παιδί μου το έκανα. Με είχαν σε ένα δωμάτιο με ανθρώπους που είχαν λοιμώξεις, εγώ να είμαι ανοιχτή. Με μια κουβέρτα. Σα να μην έφτανε ότι εισέπνευσα από τα τοξικά» είπε η μάρτυρας.
Η Κάλλι Αναγνωστου περιέγραψε λεπτομερώς όσα ακολούθησαν στα νοσοκομεία και τον Γολγοθά που πέρασε για να καταφέρει να ζήσει.
«Η περιποίηση τους ήταν να μου σκάσουν τις φουσκάλες με βελόνα. Ότι υπήρχε κόλλησε πάνω μου. Με πήραν στο Γεννήματα. Μπαίνουν γιατροί, νοσοκόμοι μου λένε σφιξε με, βρίσε με αλλά άσε να κάνουν τη δουλειά τους.
Τότε κατάλαβα. Αρχίζουν να με τραβάνε. Μου τραβούσαν το δέρμα. Να ουρλιάζω, να μη μπορώ να το αντέξω. Να ξέρω ότι αυτό το έχει περάσει το παιδί μου.
Ο αδελφός μου απ έξω δεν άντεξε. Έφτασε στο προαύλιο. Μέχρι εκεί ακούστηκαν τα ουρλιαχτά. Δεν μου είχαν δώσει ένα παυσίπονο στο Σισμανόγλειο. Δεν πίστευαν ότι θα ζήσω. Νόμιζαν ότι θα μείνω εκεί από καρδιά, από τις απλές αυτές σωματικές βλάβες.
Με έβαλαν σε ένα δωμάτιο μόνη μου με ένα σάκο σαν αυτούς που βάζουν στα νεκροτομεία. Είχα άγχος για το παιδί. Δεν ήξερα τι γίνεται. Ντρεπόμουν που δεν έκανα ότι καλύτερο μπορούσα».
Συνεχίζοντας την περιγραφή της, η μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στη διαδικασία που ακολούθησαν οι γιατροί, την οποία οι ίδιοι χαρακτήρισαν «βιασμό».
«Στις 25 Ιουλίου έρχονται να μου κάνουν αλλαγή. Μου έγδαραν ότι μπορούσαν, τα καθάρισαν. Είχαν πάρει δυο μεγάλες σακκούλες σκουπιδιών και πετούσαν γάζες, επιδέσμους, τις σάρκες μου. Τα έβλεπα και σκεφτόμουν τι έχει περάσει το παιδί μου. Ακούω στην τηλεόραση «όλα τα κάναμε καλά και θα τα ξανακαναμε με τον ίδιο τρόπο».
Οι νεκροί κι εμείς είμαστε η απόδειξη ότι όλα έγιναν καλά! Με τον ίδιο τρόπο θα τα ξαναέκαναν! Τους λέω στείλτε με μέσα στη Βουλή να δουν ποσο καλά τα κάνανε!
Ήμουν καμμένη σε όλο το σώμα. Το πρόσωπο παραμορφωμένο. Το ματι έχει κλείσει δεν ξέρω αν θα έχω όραση. Να νιώθω τα πάντα να τεντώνουν, να μαζεύουν, να πετάνε οι φλέβες. Να τσούζω, να πονάω.
Με είχαν γεμίσει με σωληνάκια. Δεν υπήρχε φλέβα να μην έχει χρησιμοποιηθεί. Και να καίνε όλα. Όλα αυτό που είχα εισπνεύσει είχε συγκεντρωθεί στα πνευμονία μαζί με τη λοίμωξη. Άρχισα να κάνω αιμοπτυση, να βγάζω πήγματα μαύρα».
Τη στιγμή που πίστευε ότι δεν θα καταφέρει να ζήσει, η Κάλλι Αναγνωστου σκεφτόταν μόνο το παιδί της.
«Ήθελα να χαιρετίσω το παιδί μου. Με διασωλήνωσαν, εγώ ήθελα να ακούσω το παιδί μου. Δεν μπορεί τα τελευταία μου λόγια να είναι «τρέξε, φυγε». Οσο είμαι εκεί το παιδί μου σου Αγία Σοφια. Είναι καμμένη όλη η πλάτη του, τα χεράκια του, τα ποδαράκια του.
Έχει γίνει αγρίμι. Το μωρό. Ένα παιδί κοινωνικό και γλυκό. Ρωτούσε γιατί δεν έρχεται η μαμά μου; Γιατί δε μου μιλάει; Του είπαν ότι η μαμά κοιμάται. Πέρασαν έτσι 3 εβδομάδες».
Φανερά οργισμένη ανέφερε πως όταν ξύπνησε άκουσε στην τηλεόραση πως για όσα έγιναν στο Ματι, έφταιγαν οι κάτοικοι.
«Το πρώτο πράγμα που άκουσα όταν συνήλθα ήταν να ακούω ποιοι «έφυγαν» και για εμάς που μείναμε. Η μόνη σειρήνα που άκουσα εγώ ήταν από το Θριάσειο στο Γεννήματα.
Αν είχα ακούσει κάτι ίσως να μην ειχε γίνει τίποτα απ όλα αυτά» είπε και συμπλήρωσα: «Όσο ήμουν στο νοσοκομείο έπρεπε να κάνω αλλαγές. Με έβαλαν να κάνω χειρουργείο με χειροκίνητο θερμοτομο, αυτομοσχευματα όλα. Για να με κλείσουν μετά μου τα χτυπούσαν με συραπτικά.
Μετά για να μου τα βγάλουν χρησιμοποιούσαν τανάλιες. Πέρασα ένα μήνα σε ακινησία και να μαθαίνω ότι από θύματα είχαμε γίνει θύτες».
Η μάρτυρας περιέγραψε ότι όταν το παιδί της βγήκε από το νοσοκομείο, ήθελε να τη δει.
«Εγώ δεν ήθελα. Ήμουν γεμάτη πληγές και σωληνάκια. Έκανα δεύτερο χειρουργείο. Ηλπιζα να φύγω και να παω να τον δω από κοντά. Οι σωματικές βλάβες που αναφέρουν θα μας κυνηγούν μια ζωή. Θα πρέπει να προσέχουμε, να κάνουμε χειρουργεία, δε θα έχουμε φυσιολογική ζωή».
Αναφερόμενη στο παιδί της είπε:
«Ένα παιδί 5,5 ετών που έχει μια ζωή που μόνο παιδική δεν είναι. Δεν μπορεί να αθληθεί, να παίξει. Να ξυπναει τα βραδιά, να ουρλιάζει. Να το ζει ξανά και ξανά. Όπως κι εμείς. Ο,τι ζήσαμε εκεί και στα νοσοκομεία.
Το παιδί μου δε θα έχει ζωή όπως τα αλλά παιδιά. Ξυπναει και λέει «χεράκια μου, ποδαράκια μου δεν θα είστε ξανά τα ίδια».
Θέλει να μάθει λεπτομέρειες. Που είναι τα αλλά παιδάκια που χάθηκαν».
Εκφράζοντας το παράπονο της ότι δεν ακούστηκε μια συγγνώμη από τις Αρχές, ανέφερε:
«Συγγνώμη μου είπε η φυσιοθεραπεύτρια, ο γιατρός. Να σε γδέρνουν και να βγάζουν φωτογραφίες. 10%, 15%, 35% που θα φτάσει! Τους λέω αφήστε με. Δεν αντέχω άλλο. Βιασμός σώματος και ψυχής ξανά και ξανά. Δεν έφτασε η κόλαση της φωτιάς, έπρεπε να ζήσουμε κι αυτή την κόλαση. Ζούμε ζωές φυλακισμένες, ζούμε σε σώματα φυλακισμένα.
Μας είχαν κλείσει τους δρόμους και δε μπορούσαμε να φύγουμε. Περίμεναν απ’ έξω. Κανένας από εμάς δεν κοιμάται καλά το βράδυ. Τέσσερα χρόνια ουρλιάζουν όλα μέσα σου. Σωματική βλάβη.
Και να ουρλιάζει το παιδί μου κάθε βράδυ και να το ζει ξανά και ξανά. Να κοιμάται με το μπαμπά του για να μη ξύνεται.Επι 2,5 χρόνια ξυπνούσε ματωμένος. Κάθε πρωί να αλλάζουμε σεντόνια και να είναι ματωμένο μέχρι το κρεβάτι.
Ακόμα. Και τώρα γίνεται αυτό. Μπορεί να έχει φύγει το έντονο πρήξιμο αλλά είναι εκεί. Όσο μεγαλώνει, όσο ψηλώνει το δεσμά τεντώνει και σκίζεται.
Αρνούμαι να κάνω χειρουργεία γιατί δε θέλω να με δει. Είναι με αυτονοσχεύματα. Δε θέλω να με δει. Δε θα τα κάνω. Παίρνουμε αποφάσεις μόνοι μας. Μόνοι μες φροντίζουμε για όλα αυτά. Μόνοι μας κάναμε λίστες ο ένας για τον άλλο».
«Δε μπορώ εγώ να φτιάξω αυτά ότι έχουν χαλάσει στο παιδί μου. Δε μπορώ να κάνω τίποτα άλλο γι αυτό. Το μόνο που μπορώ είναι σας ζητήσω όλος αυτός ο πόνος του γιου μου να μη περάσει έτσι.
Ανήκω στην κατηγορία εκείνων που τα έζησε όλα. Θέλω να δικαιωθεί αυτό. Να βγει αυτή η αλήθεια. Να μη ξανασυμβεί. Θέλω να μου επιτρέψετε να φέρω τη φωνή του εδώ μέσα. Δεν μπορεί να έρθει ο ίδιος» είπε.
Σε εκείνο το σημείο η μάρτυρας έβαλε ένα βίντεο να παίξει με τη φωνούλα του γιου της να ζητάει δικαιοσύνη.
Ξέρω μαμάδες που τις γνώρισε ο πόνος …που τους χάιδεψε τα μαλλιά..που τους ψιθύρισε στο αυτί χίλιες νύχτες να κάνουν κουράγιο,υπομονή….κάτι βράδια που αργούσε να ξημερώσει…με πνιχτή σιωπή και τον ήχο του μηχανήματος για την έγχυση φαρμάκων να εχει ρυθμιστεί με τον χτύπο της καρδιάς τους..
Ξέρω «μανούλες» που ξεχάσαν το όνομα τους γιατί οι γιατροί και οι νοσοκόμες τις αποκαλούσαν «μανούλα» ή με το επίθετο του παιδιού τους….έκανα μήνες να ακούσω το όνομα μου…και όταν το άκουσα ξανά δεν ήμουνα η ίδια…
Ξέρω μαμάδες που ζούσαν για μήνες σε ένα δωμάτιο ογκολογικής που άπλωναν το βουβό κορμί τους δίπλα στο σπλάχνο τους …που έκαναν μπάνιο …που έπιναν και έτρωγαν εκεί…που 24 ώρες πήγαιναν πάσο στην ζωή….τουλάχιστον ετσι όπως την νόμιζαν…
Ξέρω μαμάδες που έδιναν και δίνουν δύναμη σε άλλες μαμάδες και πλέον τις αποκαλούν «αδελφές» τους…άνθρωποι που συναντήθηκαν σε μία κουζίνα σε έναν παιδότοπο και οι ψυχές τους ακολούθησαν ενα δικό τους μονοπάτι…
Ξέρω μαμάδες που έδωσαν χρυσάνθεμα και ουρανό ..
Ξέρω μαμάδες που έλεγαν και λένε την ευχή…και κάνανε προσευχή..και τώρα απόμειναν να ανάβουν ένα καντηλάκι μπροστά απο την φωτογραφία του παιδιού τους για να ¨»νιώθουν» οτι είναι και αυτό εδώ..
Ξέρω μαμάδες που ψάχνουν σημάδια σε ένα σύννεφο,σε ενα τραγούδι,σε ένα βιβλίο,σε έναν σκοπό…ψάχνουν να καταλάβουν …για να αντέξουν..για να διώξουν τις ρυτίδες της απελπισίας….
Ξέρω μαμάδες που τις γνώρισε ο πόνος ,τις γονάτισε …αλλες σηκώθηκαν άλλες προσπαθούν ακόμα και τα δύο ανθρώπινα..
Ξέρω μαμάδες και είναι πολλές….και γονατίζω μπροστά τους …γιατί όλες …μα όλες τις αγαπώ…άλλωστε είναι αλλιώτική η σιώπη με παρέα.
Ξέρω μαμάδες.
«Λόγω της γαμοβάπτισης θα μέναν σπίτι μας για 5 ημέρες τα πεθερικά μου και ο κουνιάδος με την κοπέλα του. Εκτός από τον πεθερό τους υπόλοιπους θα έβλεπα 1η φορά. Δεν είχαν έρθει λόγω οικονομικών δυσκολιών, γι αυτό και θα μέναν και σπίτι μας. Πολύ καιρό πριν ο άντρας μου τσακώνονταν με την μάνα του για το αν θα έφερνε το σκύλο, ενα σαμογιέν 50 κιλά. Φυσικά επικράτησε το δικό της. Μου είπαν ψέματα ότι ο σκύλος είναι ήρεμος και εκπαιδευμένος. Με το που μπήκε σπίτι όρμησε στο 9 μηνών παιδί μου. Είχαν την απαίτηση ο σκύλος να κάνει ότι θέλει στο σπίτι, να ανεβαίνει στους καναπέδες, να τρώει τα παιχνίδια του μωρού και σε κάθε μου παρατήρηση γινότανε καβγάς. Ο άντρας μου είναι πολύ μαλθακός σαν άνθρωπος και προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες. Πιστεύω κιόλας ότι για κάποιο λόγο φοβάται τους γονείς του. Το μόνο που μου έλεγε ήταν : Υπομονή θα φύγουν.
Μια μέρα πριν φύγουν βρήκα το σκύλο πάνω στον καναπέ να τρώει το αγαπημένο κουκλάκι της κόρης μου. Επειδή εκνευρίστηκα και φώναξα η πεθερά μου άρχισε να κλοτσάει τα έπιπλα μου και να επιτίθεται λεκτικά σ εμένα και στον άντρα μου. Δυστυχώς δεν άντεξα άρχισα να την βρίζω και εγώ. Τότε προσπάθησε να με χτυπήσει και μαζί με αυτήν ο άντρας της και ο γιος της. Ο άντρας μου με το παιδί στην αγκαλιά μπήκε ανάμεσα μας, με αποτέλεσμα 2 μέρες μετά την γαμοβάπτιση εγώ και ο άντρας μου, να έχουμε μελανιές και το μωρό μου μια γρατσουνιά στην πλάτη. Χτύπησαν το παιδί μου στην προσπάθεια να χτυπήσουν εμένα.
Από τις λίγες φράσεις του καβγά που θυμάμαι έντονα είναι όταν μου έλεγε ότι εγώ φταίω που επιτέθηκε στο παιδί, επειδή δίνω πολύ σημασία στο παιδί και κάνω το καημένο το σκυλί να ζηλεύει! Εκείνη την ημέρα έφυγαν από το σπίτι μας, αφού με έβρισαν χυδαία. Ο άντρας μου είπε πως δεν θα μας ξαναενοχλήσουν ποτέ. Για ασφαλιστικά μέτρα δεν ήθελε να το συζητήσει καν. Εγώ όμως δεν μπορώ να το ξεπεράσω και ας έχουν περάσει 8 μήνες. Φοβάμαι ότι κάποια στιγμή θα ξανάρθουν και θα απαιτήσουν επαφή με το παιδί ή οτιδήποτε. Επίσης δεν έχω συγχωρέσει τον άντρα μου για την μαλθακότητα του και αυτό δημιουργεί καβγάδες. Μήπως πρέπει να κινηθώ μόνη μου δικαστικώς; Mήπως έτσι νιώσω ξανά ασφαλής; Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων.»
Απαντάει η δικηγόρος και διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια κυρία Ράνια Σαλπιστή
Κατά κανόνα και οι δύο γονείς έχουν την επιμέλεια των παιδιών τους, εφόσον δε συντρέχει λόγος αφαίρεσης εξαιτίας σοβαρών παραπτωμάτων των γονέων, αδυναμίας άσκησής της εκ μέρους τους, οπότε αποφασίζει το Δικαστήριο, που αποφαίνεται αποκλειστικά σύμφωνα με το καλώς νοούμενο συμφέρον των παιδιών, κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των γονέων.
Δείτε σχετικά: Οι γονείς του πρώην συζύγου θέλουν ξεχωριστή επικοινωνία με το παιδί
Το δικαιϊκό μας σύστημα επίσης προβλέπει τη δυνατότητα επικοινωνίας των παππούδων (απώτερων συγγενών κατά το νόμο) με το εγγόνι τους (άρθρο 1520 του Αστικού μας Κώδικα). Και αυτή όμως η επικοινωνία υπόκειται σε περιορισμούς εφόσον αντιστρατεύεται το συμφέρον του παιδιού.
Στην περίπτωση του ερωτήματός σας, από τα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι και οι δύο γονείς έχετε τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του παιδιού και θα έπρεπε αμφότεροι να στραφείτε κατά των παππούδων για την περιστολή του δικαιώματος επικοινωνίας τους με το εγγόνι τους.
Στην περίπτωση όμως που θεωρείτε (κάτι που θα κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο) ότι τα περιστατικά του ερωτήματός σας είναι άκρως επείγοντα και επιβαρυντικά, τότε μπορείτε και μόνη σας να εκπροσωπήσετε το παιδί ενώπιον του δικαστηρίου, ζητώντας την περιστολή του δικαιώματος επικοινωνίας των παππούδων λόγω επείγουσας προστασίας του παιδιού από την επιθετική συμπεριφορά τους.
Στην αίτησή σας θα μπορούσατε να προβλέψετε την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, εφόσον οι παππούδες παραβιάσουν το περιεχόμενο της απόφασης.
Επίσης και σε προσωπικό επίπεδο θα μπορούσατε να ασκήσετε όλα τα δικαιώματα ποινικά και αστικά, που απορρέουν από την προσβολή της σφαίρας της προσωπικότητός σας εκ μέρους της αήθους συμπεριφοράς των πεθερικών σας, υπολογίζοντας αναλόγως την παράμετρο της οριστικής ρήξης στην οικογενειακή σας ζωή με τον σύζυγό σας και τους συγγενείς του.
Όταν ήμουν παιδί δεν μου δόθηκε η επιλογή αν ήθελα να είμαι Χριστιανή ή κάτι άλλο. Χριστιανή με βάφτισαν, ως Χριστιανή με μεγάλωσαν και ως Χριστιανή έμαθα να ζω. Στο σπίτι κάναμε πάντα την προσευχή μας πριν φάμε, πριν κοιμηθούμε και σχεδόν κάθε Κυριακή και σε γιορτές πηγαίναμε στην εκκλησία μαζί με τους παππούδες και τις γιαγιάδες μου για να ευχαριστήσουμε το Θεό για όσα μας έχει προσφέρει.
Στο σχολείο κάναμε κανονικά θρησκευτικά και μία φορά την εβδομάδα πήγαινα στο Κατηχητικό από την A’ κιόλας Δημοτικού. Κάθε Σάββατο συνεπής στις υποχρεώσεις μου.
Προσωπικά το Κατηχητικό δεν το συμπάθησα ποτέ. Έπρεπε να ντυνόμαστε καλά και να συμμετέχουμε σε κάποιες δραστηριότητες που εμένα προσωπικά δεν μου άρεσαν καθόλου. Αλλά μπορούσε μία πιστή Χριστιανή να μη συμμετάσχει; Σε καμία περίπτωση. Θυμάμαι να μαθαίνω την ιστορία του Ιησού: τη γέννησή Του, το θάνατό Του, τη Σταύρωση, την Αμαρτία, για τον Παράδεισο και το αδιάψευστο γεγονός ότι ο Θεός είναι άντρας και όχι γυναίκα.
Σαν παιδί έτρωγα αμάσητο ό,τι μου έδιναν. Ήμουν αρκετά μικρή για να σκεφτώ κριτικά. Όλο αυτό με το Κατηχητικό για μένα ήταν σκέτη απομνημόνευση. Ήθελα να είμαι καλή και να μην αντιδρώ ή να προκαλώ προβλήματα στους άλλους. Στο Κατηχητικό μας έμαθαν να είμαστε υπάκουοι και να ακούμε τους γονείς μας και άλλους «ιερούς» ενήλικες, όπως οι παπάδες και οι καλόγριες. Τις Δέκα Εντολές να μην το συζητήσω. Κάθε Σάββατο πρωί στο Κατηχητικό και στο τελείωμα έπρεπε να τις πούμε μονοκοπανιά απ’ έξω.
Με θυμάμαι στην Ε’ Δημοτικού να παραπονιέμαι συνέχεια ότι δεν θέλω να πάω. Ήθελα να βλέπω τις φίλες μου, να πηγαίνω μπαλέτο, να παίζω με τα παιδιά στην παιδική χαρά και όχι να ακούω τις ίδιες ιστορίες που είχα ακούσει άλλες εκατό φορές πριν. Η μητέρα μου ως γνήσια και πιστή Χριστιανή επέμενε ότι έπρεπε να πηγαίνω. Και όσο το μισούσα, άλλο τόσο ήθελα να είμαι σωστή απέναντί τους και να πάω στον Παράδεισο, οπότε της έκανα το χατίρι.
Όταν πήγα Λύκειο, χίλιες φορές να κολυμπούσα με ένα κοπάδι καρχαρίες παρά να πάω στο Κατηχητικό. Δεν μπορούσαν πλέον να με αναγκάζουν να πηγαίνω. Με έγραψαν όμως σε Εκκλησιαστικό Λύκειο, οπότε αναγκάστηκα τα τρία τελευταία χρόνια του σχολείου, να τα περάσω παρέα με τις γνωστές, κλασικές, θρησκευτικές ιστορίες που τόσα χρόνια άκουγα.
Κοιτάζοντας πίσω βλέπω ότι η θρησκεία γενικά σαν έννοια κυριάρχησε σε ένα μεγάλο μέρος της παιδικής μου ηλικίας χωρίς να είναι επιλογή μου. Ξεκίνησε στα 6 μου και τελείωσε στα 18 μου. Ποτέ δεν με ρώτησε κανείς αν ήθελα να πάω Κατηχητικό ή να μάθω κάτι απ’ όσα έμαθα. Ακόμα και όταν εξέφρασα τα θέλω μου και είπα ότι δεν θέλω πια να πηγαίνω στο Κατηχητικό, δεν μου επέτρεψαν να σταματήσω. Δεν είχα καμία επιλογή και αισθανόμουν δυσαρεστημένη. Ο μοναδικός καημός της μητέρας μου ήταν να τελειώσω όλες τις τάξεις του Κατηχητικού και να μπορέσω κάποτε να παντρευτώ σε μία κανονική, χριστιανική εκκλησία και όχι στο δημαρχείο.
Ήταν δυνατόν ένα 11χρονο παιδάκι να σκέφτεται το γάμο ή που θα παντρευτεί; Ήταν τόσο σημαντικό για τη μητέρα μου το αν ήμουν Χριστιανή και αν θα παντρευόμουν σε εκκλησία και όχι στο δημαρχείο; Ήξερα ποιον θα παντρευόμουν και αν ήταν Χριστιανός; Μπορεί να διάλεγα Βουδιστή, Ινδουιστή ή άθεο! Εκείνη τί πρόβλημα είχε;
Τελικά πήρα τον άντρα μου και παντρευτήκαμε οι δυο μας στο δημαρχείο. Δεν μου ξαναμίλησε από τότε, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας.
Το πρόβλημά μου είναι ότι δεν μου δόθηκε ποτέ η επιλογή της θρησκείας, ούτε ως παιδί ούτε μετά. Υπάρχουν τόσες πολλές θρησκείες στον κόσμο να διαλέξει κάποιος. Γιατί πρέπει οι γονείς να επιβάλλουν τη δική τους στα παιδιά τους; Η απόφαση αυτή πάρθηκε από κάποιον άλλο αντί για μένα. Ακόμα και όταν είπα την άποψή μου, εξακολουθούσαν να με αναγκάζουν να πηγαίνω, κάτι που αρνούμαι κατηγορηματικά να κάνω στα παιδιά μου.
Η θρησκευτική κατήχηση γίνεται σκόπιμα σε νεαρή ηλικία. Για το υπόλοιπο της ζωής μου ανεξάρτητα από το με πόσες άλλες μορφές θρησκείας έρθω σε επαφή, θα βλέπω τα πράγματα πάντα υπό το πρίσμα του «χριστιανικού» φακού.
Αρνούμαι να το κάνω αυτό στα παιδιά μου. Προς το παρόν τα μεγαλώνω χωρίς να πιστεύουν σε κάποια θρησκεία μολονότι τους έχω έχω μιλήσει για τα πιστεύω μου. Προτιμώ να κάνουν τη δική τους επιλογή μεγαλώνοντας παρά να τους επιβάλω μία θρησκεία που ενδεχομένως να μην τους ταιριάζει. Θα τα υποστηρίξω όποια απόφαση κι αν πάρουν, αλλά ποτέ δεν θα τα αναγκάσω να πιστέψουν σε ένα σύνολο ιδεών, που εγώ επέλεξα για αυτά.
Αυτός είναι ο λόγος που μεγαλώνω τα παιδιά μου σε μία άθεη οικογένεια. Δεν τα μεγαλώνω με σκοπό να γίνουν άθεα, τα μεγαλώνω δίνοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν.
Ο άντρας μου και εγώ είμαστε παντρεμένοι…εις διπλούν. Παντρευτήκαμε, πήραμε διαζύγιο και στη συνέχεια ξαναπαντρευτήκαμε.
Την πρώτη φορά που παντρευτήκαμε ήμασταν πολύ νέοι. Σπουδάζαμε ακόμα και ο γάμος φαινόταν σαν το πιο λογικό βήμα στην τέλεια ζωή που είχαμε οραματιστεί. Ήμασταν μαζί από το λύκειο. Δεν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να στραβώσει στην πορεία.
Και όμως. Όλα πήγαν στραβά.
Αμέσως μόλις πήρε το πτυχίο του διορίστηκε σε μία επαρχιακή πόλη τρεις ώρες μακριά. Ήταν σπίτι – δουλειά, δουλειά – σπίτι και σπάνια ερχόταν να με δει. Η απόσταση ήταν μακρινή και εκείνος έπρεπε να μελετά και να είναι προετοιμασμένος καλά για την επόμενη ημέρα στην τάξη.
Εμένα από την άλλη η μοναξιά μου με έπνιγε με αποτέλεσμα να τρώω όσα λεφτά μου έστελνε, αλλά και τα λεφτά που είχαμε μαζέψει από το γάμο μας σε ψώνια: ρούχα, παπούτσια και γενικά διάφορες αγορές με την ελπίδα ότι έτσι θα γεμίσω το κενό που ένιωθα μέσα μου. Αλλιώς φανταζόμουν το γάμο και αλλιώς ήταν. Όταν ανακάλυψε τι έκανα, σταμάτησε να μου έχει εμπιστοσύνη. Η προδοσία που ένιωσε τον οδήγησε στο να με απατήσει.
Γνωρίστηκε με μία κοπέλα εκεί στην επαρχία και έκαναν σχέση. Δεν ήταν αυτό που λέμε μία φορά και έξω από την πόρτα. Η σχέση συνεχίστηκε ακόμα και ένα χρόνο μετά, όταν πήρε μετάθεση και γύρισε σπίτι μας.
Μέχρι και που ήρθε δεν γνώριζα κάτι. Υποψιαζόμουν, αλλά δεν είχα αποδείξεις. Ποτέ μου δεν έψαξα ίσως γιατί φοβόμουν τι θα ανακαλύψω. Τελικά ήταν εκείνος που μου είπε ότι ήθελε να χωρίσουμε. Τα μάζεψε και έφυγε χωρίς να μου πει τίποτα. Λίγο καιρό μετά μου έστειλε σπίτι τα χαρτιά του διαζυγίου. Βρεθήκαμε τελευταία φορά σε μία καφετέρια όπου και υπογράψαμε. Εκεί μου έδωσε πίσω και κάποια πράγματα που κατά λάθος είχε πάρει από το σπίτι μας.
Όλα είχαν τελειώσει.
Για τέσσερα χρόνια είχα κλειστεί στον εαυτό μου και δεν είχα καμία διάθεση να βγω, να γνωρίσω, να αγαπήσω, να αγαπηθώ, να κάνω σχέση. Η αλήθεια είναι πως δοκίμασα μία και μόνο φορά, αλλά δεν μου βγήκε. Καλύτερα να έμενα μόνη μου, παρά να τα έφτιαχνα με κάποιον με τον οποίο η σχέση μας μόνο υγιής δεν θα ήταν. Κάθε βράδυ έπινα και έπαιρνα χάπια για να κοιμηθώ. Είχα εφιάλτες και ένιωθα ενοχές και ντροπή. Έκλαιγα κάθε μέρα και λυπόμουν για όσα είχα στα χέρια μου και τα έχασα.
Αποδείξεις για την απιστία του άντρα μου δεν βρήκα ποτέ. Όσα ήξερα ήταν μόνο φήμες. Δεν ήξερα τι από αυτά ίσχυε και τι όχι με αποτέλεσμα να κατηγορώ τον εαυτό μου για τη διάλυση της οικογένειάς μας. Μισούσα τον εαυτό μου που φτάσαμε μέχρι εκεί και που είχαμε να μιλήσουμε τόσα χρόνια.
Ένα βράδυ δεν άντεξα. Είχα πιει πέντε ποτήρια ουίσκι πριν αποφασίσω να του στείλω μήνυμα να τον ρωτήσω αυτό που με στοίχειωνε από τότε που ήμασταν παντρεμένοι: «Με απατούσες;». Σκέφτηκα ότι τα τόσα χρόνια που μας είχαν χωρίσει ήταν αρκετά και δεν υπήρχε πια κανένας λόγος να μου πει ψέματα. Είχα δίκιο. Παραδέχτηκε ότι με είχε απατήσει. Επίσης παραδέχθηκε ότι ήταν λάθος του και μου ζήτησε συγγνώμη.
Πέρασαν έξι ακόμα μήνες πριν αρχίσουμε και πάλι να μιλάμε μέσω μηνυμάτων. Το φθινόπωρο του 2012 ένα βράδυ μου ζήτησε να βγούμε για φαγητό. Συναντηθήκαμε στην ίδια καφετέρια που είχαμε υπογράψει τα χαρτιά του διαζυγίου και μετά πήγαμε σε ένα πολύ ωραίο εστιατόριο. Ήταν ντυμένος πολύ ωραία. Είχε βάλει και ωραίο άρωμα. Από την πρώτη στιγμή θυμηθήκαμε μόνο τα καλά του γάμου μας και όχι τα κακά. Ήμασταν και οι δύο εντελώς διαφορετικοί απ’ ότι ήμασταν τότε. Εκείνος πιο ώριμος, πιο χαρούμενος, πιο ευδιάθετος και πιο πρόθυμος να αντιμετωπίσει τα όποια προβλήματα προέκυπταν. Το αποδίδω στο γεγονός ότι ζήσαμε χωριστά και ότι ο χρόνος μας έκανε να ωριμάσουμε.
Το ένα έφερε το άλλο και βρεθήκαμε ξανά στο κρεβάτι. Ήταν λες και τον γνώριζα, αλλά δεν τον γνώριζα. Ο χρόνος τον είχε αλλάξει πολύ. Είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος. Και εγώ όμως δεν ήμουν πια η ίδια. Το έβλεπα στον τρόπο που τον κοίταζα και του μίλαγα.
Σύντομα μου ζήτησε να ξαναείμαστε μαζί. Δέχτηκα, αλλά τον προειδοποίησα ότι αν με ξαναπατήσει, δεν θα με ξαναδεί. Μου πήρε πολύ καιρό να τον εμπιστευτώ, αλλά στο τέλος τα κατάφερα.
Μου ζήτησε να παντρευτούμε τον Ιούλιο του 2013 και είπα αμέσως ναι. Την ίδια χρονιά έμεινα έγκυος και ξαναπαντρευτήκαμε στο δημαρχείο αυτή τη φορά με καλεσμένους μόνο πέντε άτομα. Ο δεύτερος γάμος ήταν πολύ καλύτερος από τον πρώτο. Δεν υπήρχε προετοιμασία, δεν υπήρχε πίεση.
Είμαστε παντρεμένοι ήδη 5 χρόνια και έχουμε δύο παιδιά.
Αναρωτιέστε αν ανησυχώ μη με απατήσει ξανά; Το έχω βγάλει από το μυαλό μου. Είμαστε πολύ ευτυχισμένοι και δεν αφήνω τις κακές σκέψεις να μου χαλάσουν την ευτυχία αυτή.
Αναγνωρίζω ότι η ιστορία μας είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Με τον καιρό και οι τσακωμοί θα έρθουν και τα προβλήματα και όλα. Πιστεύω όμως ότι είμαστε πια ικανοί να τα καταφέρουμε. Το αξίζουμε μετά από όσα περάσαμε.