Κάθε συσκευή που αγοράζεις, όπως το κλιματιστικό, συνοδεύεται με ένα manual. Σε αυτό υπάρχουν οι πληροφορίες για την ορθή χρήση, ώστε να επιμηκύνεται η διάρκεια ζωής του μηχανήματος.
Για κάποιο λόγο βέβαια- μάλλον για να είναι καλυμμένες ό,τι και αν συμβεί-, οι εταιρείες γράφουν… τον πάπυρο Σε σημεία που υποδείξαμε στα manuals, μπορείτε να διαβάσετε ότι έπειτα από παρατεταμένη χρήση στη λειτουργία Ψύξης ή Αφύγρανσης, επιλέγουμε τη λειτουργία Ανεμιστήρα, την οποία αφήνουμε να “τρέξει” για 1-2 ώρες «ώστε να στεγνώσει το εσωτερικό της εσωτερικής μονάδας και να αποτραπεί η δημιουργία μούχλας και δυσάρεστων οσμών».
Στα πιο σύγχρονα κλιματιστικά, υπάρχουν τα κουμπιά X-Fan, το Self Clean (ή Clean) ή το Blow. Στην ουσία, κάνουν το ίδιο πράγμα, αλλά κάθε εταιρεία προτιμά και ένα όνομα. Τι δουλειά κάνουν;
Όταν πατάμε το κουμπί, ο ανεμιστήρας της εσωτερικής μονάδας συνεχίζει να λειτουργεί για λίγα λεπτά, αφότου απενεργοποιήσουμε τη συσκευή, ώστε «να στεγνώσει το στοιχείο».
Τι συμβαίνει όταν κλείνεις το κλιματιστικό δίχως να το “στεγνώσεις”
Θα έχει υποπέσεις την αντίληψη σου πως αφότου πατήσεις το OFF, κλείνει η περσίδα (ή οι περσίδες), πράγμα που σημαίνει ότι εγκλωβίζονται στο σκοτάδι τα σταγονίδια νερού από τη ψύξη. Χρειάζονται μόνο λίγες ώρες για να αναπτυχθούν βακτήρια και μούχλα στην υγρή επιφάνεια. Όταν ενεργοποιείς ξανά το μηχάνημα, ο αέρας που “βγάζει’ σου δίνει τη μυρωδιά της “κλεισούρας”.
Αν αφήσεις τη μούχλα και την σκόνη στο εσωτερικό, “χτίζεται” και μοιραία ο αέρας δεν μπορεί να κυκλοφορήσει εύκολα, με συνέπεια να ζορίζεται το κλιματιστικό, να καταναλώνει περισσότερο ρεύμα και να ψύχει λιγότερο.
Πότε άλλαξε ο τρόπος που κλείνουμε το κλιματιστικό
Η αλήθεια είναι πως παλιά αρκούσε το OFF για να κλείσουμε το κλιματιστικό, δίχως να το καταστρέφουμε. Βλέπεις, αυτό συνέβαινε προ Inverter -πριν το 2010.
Τα old school κλιματιστικά δούλευαν στο 100% έως ότου κρυώσουν το δωμάτιο και μετά σταματούσαν απότομα. Τα new age αυξομειώνουν την ισχύ για να κρατούν σταθερή τη θερμοκρασία. Οπότε λειτουργούν σε χαμηλές στροφές για περισσότερες ώρες, με συνέπεια το εσωτερικό στοιχείο να είναι συνεχώς υγρό.
Η συνέπεια ήταν να δημιουργήσουν οι εταιρείες τη λύση στο πρόβλημα με τον Ανεμιστήρα και ειδικές λειτουργίες όπως τo Self Clean.
Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να καθαρίζουμε τα εξωτερικά φίλτρα από πλέγμα κάθε 2 με 3 εβδομάδες, ιδιαίτερα όταν αφήνουμε ανοιχτά τα παράθυρα για ώρες, με την σκόνη να κάθεται παντού. Βγάζουμε το μπροστινό πλαστικό κάλυμμα και αφαιρούμε τις δυο σήτες, για να τις ξεπλύνουμε με χλιαρό νερό και να τις αφήσουμε να στεγνώσουν καλά.
Αν το μηχάνημα διαχέει στο χώρο τη μυρωδιά του “παλιακού” (της υγρασίας από την κλεισούρα), καλούμε έναν ψυκτικό.
Η Ελένη Βουλγαράκη άλλαξε look – Έκοψε καρέ τα μαλλιά της και εντυπωσίασε τους θαυμαστές της
Μια ανανεωμένη εικόνα επέλεξε να παρουσιάσει η Ελένη Βουλγαράκη, η οποία αποφάσισε να κάνει μια μεγάλη αλλαγή στα μαλλιά της, υιοθετώντας ένα κομψό καρέ κούρεμα.
Η γνωστή ραδιοφωνική παραγωγός μοιράστηκε με τους διαδικτυακούς της φίλους ένα βίντεο στα social media, αποκαλύπτοντας το νέο της look, το οποίο απέσπασε αμέσως θετικά σχόλια. Το καρέ αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της και της χαρίζει μια ιδιαίτερα φρέσκια και μοντέρνα εμφάνιση.
Ωστόσο, όπως αποκάλυψε με χιούμορ, μετά την πρώτη της απόφαση άρχισε να αναρωτιέται μήπως θα έπρεπε να τολμήσει ακόμη περισσότερο.
Σε βίντεο που δημοσίευσε στο TikTok την Κυριακή 19 Ιουλίου, έγραψε:
«Εγώ που μέχρι χθες ένιωθα πολύ γενναία που έκοψα τα μαλλιά μου και σήμερα σκέφτομαι μήπως δεν είναι αρκετά καρέ και θέλω να τα κόψω κι άλλο, είμαι καλά;»
Στη λεζάντα της ανάρτησης πρόσθεσε με τη γνωστή αυτοσαρκαστική της διάθεση:
«Ή του ύψους ή του βάθους μια ζωή».
Η αλλαγή στην εμφάνισή της δεν πέρασε απαρατήρητη, με πολλούς ακόλουθούς της να σχολιάζουν ότι το νέο χτένισμα της ταιριάζει απόλυτα και της χαρίζει έναν αέρα ανανέωσης.
Η Ελένη Βουλγαράκη είναι ιδιαίτερα ενεργή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συχνά μοιράζεται στιγμές από την καθημερινότητά της, τις επαγγελματικές της δραστηριότητες αλλά και μικρές αλλαγές στην προσωπική της εικόνα, οι οποίες συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των θαυμαστών της. Αυτή τη φορά, το νέο καρέ φαίνεται πως ήταν μια επιλογή που κέρδισε τις εντυπώσεις, με αρκετούς να την ενθαρρύνουν να τολμήσει ακόμη πιο κοντό κούρεμα.
Υπάρχουν στιγμές στην καριέρα ενός αθλητή που ξεπερνούν τα όρια μιας απλής αγωνιστικής εμφάνισης. Στιγμές γεμάτες συναίσθημα, αναμνήσεις και μια βαθιά σύνδεση με τον κόσμο.
Για τη Μαρία Σάκκαρη, μία από αυτές ήταν η παρουσία της στο Athens Open, μπροστά σε ένα γεμάτο γήπεδο, στην πόλη όπου μεγάλωσε και έκανε τα πρώτα της όνειρα.
«Υπάρχουν στιγμές που ξεπερνούν κάθε προσδοκία. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα ερχόταν η μέρα που θα έπαιζα μπροστά σε ένα γεμάτο γήπεδο, στην πόλη που μεγάλωσα. Από παιδί ονειρευόμουν στιγμές σαν κι αυτή, αλλά το να τις ζεις είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Σας ευχαριστώ για την αγάπη και τη στήριξη που μου δείξατε όλη την εβδομάδα. Ανυπομονώ να ξαναζήσουμε τέτοιες στιγμές μαζί! Εις το επανιδείν», έγραψε χαρακτηριστικά η Μαρία Σάκκαρη σε ανάρτηση της στο Instagram.
Από μικρή ηλικία, η Ελληνίδα πρωταθλήτρια ονειρευόταν να ζήσει μεγάλες στιγμές μέσα στα γήπεδα του τένις και τα κατάφερε. Η πορεία της, γεμάτη επιμονή και αφοσίωση, την οδήγησε σε κορυφαίες διοργανώσεις και σε σημαντικές επιτυχίες στο παγκόσμιο στερέωμα.
Δείτε την πρώτη της ανάρτηση μετά τον τελικό του Athens Open:
Τζούλια Αλεξανδράτου: Η νέα της εμφάνιση ανησύχησε τους χρήστες
Έντονη συζήτηση προκάλεσε στα social media η νέα εμφάνιση της Τζούλιας Αλεξανδράτου, μετά τη δημοσίευση ενός νέου βίντεο στον προσωπικό της λογαριασμό.
Η άλλοτε εντυπωσιακή καλλονή εμφανίστηκε με αισθητά διαφορετική εικόνα, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τους διαδικτυακούς της φίλους.
Η πρώην εστεμμένη των καλλιστείων και μοντέλο εμφανίστηκε ιδιαίτερα αδυνατισμένη, ενώ το μακιγιάζ και το νέο της look αποτέλεσαν αντικείμενο σχολιασμού κάτω από την ανάρτησή της. Πολλοί χρήστες εξέφρασαν την ανησυχία τους για την εικόνα της, με αρκετούς να κάνουν λόγο για μια μεγάλη αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν.
Στα σχόλια της δημοσίευσης δεν έλειψαν τα μηνύματα συμπαράστασης, με ορισμένους να εύχονται να είναι καλά στην υγεία της και να εκφράζουν τη στεναχώρια τους για τη μεταμόρφωσή της. Παράλληλα, υπήρξαν και πιο αιχμηρές ή ειρωνικές τοποθετήσεις σχετικά με τις στυλιστικές της επιλογές και τη συνολική της εμφάνιση.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει καμία επιβεβαιωμένη πληροφορία πως η Τζούλια Αλεξανδράτου αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας. Τα σχόλια που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν προσωπικές εκτιμήσεις χρηστών και δεν έχουν επιβεβαιωθεί από την ίδια ή από επίσημη πηγή.
Η Τζούλια Αλεξανδράτου τα τελευταία χρόνια διατηρεί χαμηλότερο προφίλ, ζει εκτός Ελλάδας και κάνει σποραδικές εμφανίσεις στα social media, οι οποίες σχεδόν πάντα γίνονται θέμα συζήτησης και συγκεντρώνουν χιλιάδες αντιδράσεις.
Πέθανε ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης σε ηλικία 67 ετών, γιος της Μπέτυς Αρβανίτη
Θλίψη στον χώρο των γραμμάτων προκάλεσε η είδηση του θανάτου του καταξιωμένου συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών, ύστερα από γενναία μάχη με μια σπάνια ασθένεια του αίματος.
Ο Αλέξης Σταμάτης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, με μια σπουδαία πορεία που εκτείνεται σε περισσότερες από δύο δεκαετίες. Στη διάρκεια της καριέρας του εξέδωσε συνολικά 34 βιβλία, εκ των οποίων 20 μυθιστορήματα, ενώ ασχολήθηκε επίσης με την ποίηση, το θέατρο, τα παιδικά βιβλία και τη συγγραφή σεναρίων.
Γιος της σπουδαίας ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη και του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον στενά συνδεδεμένο με την τέχνη και τον πολιτισμό. Το συγγραφικό του έργο γνώρισε σημαντική απήχηση τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, με αρκετά βιβλία του να μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες και να αποσπούν διακρίσεις.
Τα τελευταία χρόνια έδινε μια δύσκολη μάχη με μια σπάνια αιματολογική ασθένεια, την οποία αντιμετώπισε με αξιοπρέπεια και δύναμη. Παρά τις δυσκολίες, δεν σταμάτησε να δημιουργεί, παραμένοντας ενεργός και σε επαφή με το αναγνωστικό κοινό του.
Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Εύα Σιμάτου, με την οποία απέκτησαν έναν γιο. Η απώλειά του αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς το έργο και η προσφορά του σημάδεψαν μια ολόκληρη γενιά αναγνωστών.
Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό και πνευματικό κόσμο, με φίλους, συναδέλφους και αναγνώστες να εκφράζουν τη θλίψη τους και να αποχαιρετούν έναν συγγραφέα που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στα ελληνικά γράμματα.
Ακίνητοι οι Εύζωνες εν μέσω καύσωνα – Τους δίνουν νερό και τους σκουπίζουν τον ιδρώτα
Με τον ισχυρό καύσωνα να πλήττει τη χώρα και τη θερμοκρασία να αγγίζει τους 43 βαθμούς Κελσίου σε αρκετές περιοχές, οι Εύζωνες της Προεδρικής Φρουράς συνεχίζουν να εκτελούν το καθήκον τους με απόλυτη πειθαρχία μπροστά από το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, στην πλατεία Συντάγματος.
Την ώρα που κάτοικοι και επισκέπτες αναζητούν δροσερά σημεία για να προστατευθούν από τις ακραίες θερμοκρασίες, οι Εύζωνες παραμένουν ακίνητοι στις θέσεις τους, φορώντας την παραδοσιακή στολή της Προεδρικής Φρουράς, η οποία περιλαμβάνει τη φουστανέλα, το γιλέκο, τις περικνημίδες και τα χαρακτηριστικά τσαρούχια.
Η πολύωρη παραμονή τους κάτω από τον καυτό ήλιο απαιτεί αυξημένη φροντίδα. Για τον λόγο αυτό, ο αξιωματικός υπηρεσίας βρίσκεται διαρκώς δίπλα τους, παρακολουθώντας την κατάστασή τους και παρεμβαίνοντας όποτε χρειάζεται.
Σε τακτά χρονικά διαστήματα, τους προσφέρει νερό ώστε να παραμένουν επαρκώς ενυδατωμένοι, ενώ σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπό τους, βοηθώντας τους να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες συνθήκες που δημιουργεί ο καύσωνας.
Οι εικόνες από το Σύνταγμα προκαλούν τον θαυμασμό των επισκεπτών, οι οποίοι παρακολουθούν με ενδιαφέρον την αφοσίωση και την αντοχή των Ευζώνων, παρά τις ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες.
Η Προεδρική Φρουρά λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία του προσωπικού της κατά τη διάρκεια των ακραίων καιρικών φαινομένων, διασφαλίζοντας ότι οι Εύζωνες μπορούν να εκτελούν με ασφάλεια τα καθήκοντά τους, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία τους.
Ο Αλέξης Σταμάτης ήταν ένας από τους πιο γνωστούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς – Η συγκλονιστική ανάρτηση με τη μάχη του για τη ζωή
Θλίψη σκόρπισε η είδηση ότι ο σπουδαίος συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 67 ετών, ύστερα από μάχη με σπάνια ασθένεια του αίματος, την οποία αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια. Η είδηση της απώλειάς του έγινε γνωστή την Τρίτη (21.7.26), σκορπίζοντας συγκίνηση σε συγγενείς και φίλους και σε όσους τον γνώρισαν μέσα από τα βιβλία του.
H Μπέτυ Αρβανίτη και ο Αλέξης Σταμάτης
Ο Αλέξης Σταμάτης υπήρξε μία από τις πλέον παραγωγικές και πολυσχιδείς παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες συγγραφείς, ο οποίος είχε εκδώσει συνολικά 34 βιβλία, ανάμεσά τους 20 μυθιστορήματα. Το πρώτο του έργο, «Ο έβδομος ελέφαντας», κυκλοφόρησε το 1998 στη Μεγάλη Βρετανία.
Ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη και της ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη. Είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές αρχιτεκτονικής και κινηματογράφου στο Λονδίνο. Από το 1988 εργάστηκε σαν αρχιτέκτονας σε διάφορα έργα στην Ελλάδα και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Δείτε το βίντεο:
Δέκα χρόνια αργότερα εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ο έβδομος ελέφαντας». Ξεχωριστή θέση στο συγγραφικό έργο του κατέχει το «Μπαρ Φλωμπέρ», το οποίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και γνώρισε διεθνή απήχηση.
Το μυθιστόρημα του Αμερικάνικη Φούγκα εκδόθηκε το 2008 στις ΗΠΑ, έχοντας κερδίσει το International Literature Award από το «National Endowment for the Arts». Το μυθιστόρημά του Βίλα Κομπρέ ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ το 2007. Για την δεύτερη συλλογή του, Αρχιτεκτονική Εσωτερικών Χώρων του απονεμήθηκε το 1994 από τον Δήμο Αθηναίων το Βραβείο Ποίησης στη μνήμη Νικηφόρου Βρεττάκου. Το παιδικό του μυθιστόρημα «Ο Άλκης και ο Λαβύρινθος» κέρδισε το Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου.
Ο μονόλογός του «Μεσάνυχτα σ’ έναν τέλειο κόσμο» ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» το 2013 σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη. Το έργο του Μελίσσια έχει παρουσιαστεί στα πλαίσια του προγράμματος «Αναγνώσεις» στο Εθνικό Θέατρο και ανέβηκε τον Μάιο του 2019 στο Εθνικό θέατρο με πρωταγωνίστρια την Μπέτυ Αρβανίτη. Το έργο του Innerview παίχτηκε το χειμώνα του 2014 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ.
Δείτε το βίντεο:
Πέρα από την πεζογραφία, δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, έγραψε θεατρικά έργα που παρουσιάστηκαν σε σημαντικές σκηνές της Αθήνας και υπέγραψε το σενάριο της κινηματογραφικής ταινίας «Καταιγίδα».
Το τελευταίο το μυθιστόρημα έχει τίτλο «Το παιδί και ο Άγγελος» και εκδόθηκε το Μάρτιο του 2025 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Είχε επανέλθει στην ποίηση εκδίδοντας το 2025 την ποιητική συλλογή Η ασθένεια των απλών Πραγμάτων (Κάπα εκδοτική) Δίδαξε δημιουργική γραφή σε συνεργασία με διάφορους φορείς (Κολέγιο Αθηνών-Ψυχικού, Σχολή Μωραΐτη, Μουσείο Ηρακλειδών, εκδόσεις Ψυχογιός). Έγραφε κριτική λογοτεχνίας στην εφημερίδα «Τα Νέα» και αρθρογραφούσε στην εφημερίδα Το Βήμα.
Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Εύα Σιμάτου, με την οποία απέκτησε το 2019 έναν γιο, τον Ερμή.
Τον τελευταίο καιρό ο Αλέξης Σταμάτης αντιμετώπιζε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας το οποίο αντιμετώπιζε με τη βοήθεια της οικογένειάς του. Μάλιστα, λίγες μέρες πριν είχε κάνει μια συγκλονιστική ανάρτηση περιμένοντας για μια μετάγγιση αίματος, όπως μπορεί να κατανοήσει κανείς από τα γραφόμενά του.
Η ανάρτηση με τη μάχη του για τη ζωή
«Οι παλιοί αλχημιστές περίμεναν την πρώτη σταγόνα του ελιξιρίου με απελπισία που έμοιαζε ήδη με πίστη. Η αναμονή είχε κάτι από ναό και από σφαγείο. Στον ίδιο χώρο ελπίδα και αποσύνθεση, όπως τα άνθη σε ένα φέρετρο συνεχίζουν να ευωδιάζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται τον νεκρό.
Το αίμα. Η μόνη αριστοκρατία που δεν αναγνωρίζει τίτλους. Η μόνη βασιλεία που αλλάζει σώματα χωρίς επανάσταση.
Οι άνθρωποι επινόησαν σύνορα, σημαίες, επώνυμα, τραπεζικούς λογαριασμούς, γενεαλογικά δέντρα. Το αίμα γελάει σιωπηλά με όλες αυτές τις δηθενιές. Κυκλοφορεί στις φλέβες σαν ανώνυμος περιπλανώμενος, αδιάφορος για την ηθική μας, για τις φιλοδοξίες μας, για τις μικρές αισχρότητες με τις οποίες και καλά Ψυμυθίωνουμε τη λέξη «χαρακτήρας». Ένας άγνωστος θα κατοικήσει για λίγο μέσα σου.
Κανένα μυστήριο της Εκκλησίας δεν υπήρξε πιο κυριολεκτικό.
Κοιτάζω το άδειο μεταλλικό στήριγμα που σε λίγο θα κρατά τη σακούλα του αίματος, δεν περιμένω ένα φάρμακο αλλά έναν επισκέπτη. Έναν αθέατο συνοδοιπόρο που θα περάσει από κάθε γωνιά του σώματός μου, θα ακουμπήσει τα πιο σκοτεινά τοπία της ύπαρξής μου και θα φύγει χωρίς να μάθει ποτέ το όνομά μου. Η ευγένεια της ανωνυμίας. Μορφή αγάπης που δεν επιθυμεί να αγαπηθεί πίσω.
Πόσο αλλόκοτο. Περάσαμε αιώνες υμνώντας την αυτάρκεια, ενώ το σώμα γνώριζε πάντοτε την αλήθεια. Δεν υπάρχει αυτάρκεια. Μόνο ανταλλαγή.
Ο πρώτος άνθρωπος γεννήθηκε από το αίμα μιας γυναίκας. Ο τελευταίος ίσως σωθεί από το αίμα ενός ξένου».
Συναγερμός σήμανε το πρωί της Τρίτης 21 Ιουλίου στη νότια είσοδο του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης, απέναντι από το Μουσείο Ακρόπολης και τα εκδοτήρια εισιτηρίων, έπειτα από αναφορά για άνδρα που κρατούσε μαχαίρι και απειλούσε διερχόμενους πολίτες.
Δείτε το βίντεο:
Διερχόμενη ενημέρωσε το Κέντρο Άμεσης Δράσης για το περιστατικό. Κατά την επέμβαση των αστυνομικών διαπιστώθηκε ότι ο άνδρας είχε ήδη επιτεθεί απρόκλητα σε ένα ζευγάρι Ελληνοαμερικανών. Πληροφορίες αναφέρουν ότι η γυναίκα τραυματίστηκε ελαφρά στα πόδια, ενώ ένας άνδρας που έχει χάσει αρκετό αίμα νοσηλεύεται σε σοβαρή κατάσταση στον Ερυθρό Σταυρό.
Στο σημείο έσπευσαν από τη πρώτη στιγμή μοτοσικλέτα ταχείας ανταπόκρισης και ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, προκειμένου να παράσχουν τις πρώτες βοήθειες στους τραυματίες.
Ο δράστης 60 ετών -με ψυχολογικά προβλήματα- λίγο αργότερα ακινητοποιήθηκε και συνελήφθη από Αστυνομικούς της διεύθυνση αστυνομίας Αθηνών. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο πιθανόν άστεγος άνδρας έχει ποινικό παρελθόν καθώς μόλις τον Ιούνιο είχε συλληφθεί για εξύβριση στην Κυψέλη και το 2019 είχε συλληφθεί στο Σύνταγμα για κατοχή μαχαιριού.
Δείτε το βίντεο:
«Πήγε να σφάξει τη γυναίκα, ακούσαμε φωνές»: Γυναίκα περιγράφει την επίθεση στο ζευγάρι των Ελληνοαμερικανών στην Ακρόπολη
Τις στιγμές που εκτυλίχθηκαν στα εκδοτήρια της Ακρόπολης κατά την αιματηρή επίθεση με μαχαίρι, νωρίς το πρωί της Τρίτης, περιγράφει αυτόπτης μάρτυρας.
«Είμαστε στη γραμμή και περιμέναμε να μπούμε μέσα. Δεν άνοιξαν οι πόρτες να μπούμε μέσα και εκεί ακούσαμε φωνές και οι άνθρωποι σκορπιστήκανε παντού και γυρίσαμε γύρω για να δούμε τι γινότανε. Και είδαμε τον ένα άνθρωπο με μαχαίρι και πήγε να σφάξει μια γυναίκα» λέει στο Orange Press Agency η Κόνι, ομογενής από την Αυστραλία.
Όπως εξηγεί, «μετά είδαμε τη γυναίκα που ήταν κάτω στη γη και είχε αίμα πίσω στην πλάτη της. Εμείς φοβηθήκαμε, πήγαμε λίγο πιο πέρα, αλλά μετά σιγά σιγά είδαμε την αστυνομία και ξαναήρθανε κοντά και εμείς συνεχίσαμε στο δρόμο μας».
Δείτε το βίντεο:
Αμέσως μετά, σύμφωνα με την Κόνι, που ήταν με την κόρη της στο σημείο, ανέλαβε η ΕΛ.ΑΣ και το ΕΚΑΒ. Οι τουρίστες που βρίσκονταν στα εκδοτήρια απομακρύνθηκαν από τους αστυνομικούς, μέχρι να γίνει σαφές το τι είχε συμβεί. Αρκετοί έδωσαν και καταθέσεις.
Ενας άλλος άνδρας που στεκόταν στην ίδια ουρά με το ζευγάρι των Ελληνοαμερικανών, δήλωσε πως είδε τον τραυματία να αιμορραγεί άσχημα. «Ακούσαμε ουρλιαχτά και είδαμε κόσμο να τρέχει. Είδα την κυρία πεσμένη στο έδαφος, παιδιά φώναζαν. Στην αρχή νομίζαμε ότι είχε πέσει ή κάτι τέτοιο, αλλά μετά ακούσαμε να λέει «πού είναι άντρας μου;». Κοίταξα δίπλα και είδα ότι αστυνομικοί κρατούσαν έναν τύπο κάτω και σε έναν άλλον έδιναν τις πρώτες βοήθειες. Αιμορραγούσε πολύ άσχημα, αλλά νομίζω θα είναι εντάξει. Ηταν τρομακτικό πάντως», είπε.
Υπενθυμίζεται ότι οι δύο τραυματίες -ο άνδρας πιο σοβαρά- διακομίστηκαν στον «Ερυθρό Σταυρό», ενώ ο 60χρονος δράστης συνελήφθη.
Δείτε το βίντεο:
Είχε διαταχθεί ο εγκλεισμός του δράστη
Ο 60χρονος δράστης της επίθεσης στο παρελθόν έχει αντιμετωπίσει ψυχολογικά προβλήματα, ενώ έχει διαταχθεί και ο εγκλεισμό του σε ιδρύματα.
Τον Ιούνιο, οδηγήθηκε στο ΓΝΑ Γεώργιος Γεννηματάς από αστυνομικούς του ΑΤ Κυψέλης, όπου κρατήθηκε για νοσηλεία.
Το 2022 υπήρξε εισαγγελική παραγγελία για εγκλεισμό, αλλά δεν εντοπίστηκε ποτέ, ενώ το 2014 οδηγήθηκε στο Δαφνί από αστυνομικούς του ΑΤ Κυψέλης για νοσηλεία.
Με ρίζες από την Καβάλα ο Τζον Πολ Ντετζόρια θεωρείται από το Forbes ως ένα από τα 100 μεγαλύτερα επιχειρηματικά μυαλά στον κόσμο σήμερα
Τι ακριβώς ήταν η τεκίλα 3 – 4 δεκαετίες πίσω; Το λαϊκό ποτό των Μεξικανών που έφτανε στις ΗΠΑ χύμα σε πλαστικά μπουκάλια, μία κατάσταση που θύμιζε πολύ το δικό μας τσίπουρο. Για τον John Paul DeJoria ήταν η βάση για το αγαπημένο του ποτό, την μαργαρίτα, που δεν αποχωρίζονταν ακόμη και όταν ήταν αδέκαρος.
Την δεύτερη φορά που είχε μείνει άστεγος, όταν άφησε το σπίτι του και ζούσε μέρα νύχτα στο αυτοκίνητο του, από τα δύο δολάρια που είχε για ημερήσια διαβίωση το ένα το έδινα για την απογευματινή του μαργαρίτα που συνοδεύονταν από τάκος και αν ήταν τυχερός καμιά φορά και από καυτερές φτερούγες κοτόπουλου.
Όταν έπιασε την καλή μέσα από την πρώτη του δουλειά που δεν είναι άλλη από την Paul Mitchell, την αυτοκρατορία των προϊόντων για κομμωτήρια, αποφάσισε να επενδύσει στην τεκίλα με στόχο να παράξει ένα ανώτερο προϊόν από αυτά που κυκλοφορούσαν έως τότε στην αγορά.
Το 1989 όταν εξαγοράζε μαζί με τον Martin Crowley μία μικρή ποτοποιία στο Μεξικό ο ίδιος είχε στο μυαλό του όπως ανέφερε αργότερα”την ευκαιρία να δημιουργήσει την καλύτερη τεκίλα στον κόσμο. Ακόμη και αν δεν πετύχαινε θα είχα αρκετά μπουκάλια τεκίλας να δίνω στους φίλους μου για δώρο κάθε χρόνο”.
Η τεκίλα Patron, για την οποία γίνεται ο λόγος, κατάφερε να γίνει όντως η πλέον premium τεκίλα καθώς όταν τα υπόλοιπα μπουκάλια πωλούνταν έναντι 4-5 δολάρια το δικό της άγγιζε τα 38 δολάρια. Για να καταφέρει να πετύχει η Patron γύριζε ο ίδιος στα καλύτερα εστιατόρια και μπαρ και έδινε δείγμα ένα δύο μπουκάλια και ζητούσε από τους ιδιοκτήτες να την συγκρίνουν με την καλύτερη τεκίλα που είχαν και να την κερνούν σε διάσημους πελάτες τους.
Λίγο καιρό αργότερα η Patron έγινε το αγαπημένο ποτό καλλιτεχνών όπως ο Κλιντ Ιστγουντ και κατάφερε να προσελκύσει και το βλέμμα κορυφαίων εταιρειών εμφιάλωσης όπως της Bacardi η οποία απέκτησε ένα 30% της Patron το 2008. Δέκα χρόνια μετά, και πριν από λίγες ημέρες, θα εξαγοράσει το υπόλοιπο 70% των μετοχών της ποτοποιίας της Patron από τον DeJoria έναντι 5,1 δισ. δολάρια.
Αν και τα σκληρά ποτά δοκιμάζονται και η παγκόσμια τάση είναι πτωτική η τεκίλα συνεχίζει την ανοδική της πορεία παρουσιάζοντας ετήσια αύξηση της τάξης του 6% σύμφωνα με το Distilled Spirits Council. H Patron είναι η δεύτερη μεγαλύτερη τεκίλα στον κόσμο με πωλήσεις 2,5 εκατ. κιβωτίων (9λίτρων) το 2016, πίσω από την Sauza (3,8 εκατ. κιβώτια).
Με την επιτυχημένη αυτή πώληση ο John Paul DeJoria δικαιολογεί με τον καλύτερο τρόπο την ένταξη του πριν από λίγους μήνες στην λίστα του Forbes 100 Greatest Living Business Minds.
O ίδιος βρέθηκε τον περασμένο Ιούνιο στην Αθήνα φορώντας το καπέλο του επικεφαλής της Paul Mitchell. Εδώ συναντήθηκε με συγγενείς του από την Καβάλα από όπου κατάγονταν η μητέρα του Μαγδαλινή Κοντούδη.
Aφιέρωμα στην Μαίρη Μαράντη: Η «Βασίλισσα της Πίστας» που ένωσε το λαϊκό τραγούδι με τον κινηματογραφικό μύθο
Η Μαίρη Μαράντη υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικότερες γυναικείες παρουσίες της ελληνικής νυχτερινής διασκέδασης κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980.
Με δυναμική σκηνική παρουσία, λαϊκή φωνή και την ικανότητα να επικοινωνεί άμεσα με το κοινό, δημιούργησε μια πορεία που δεν περιορίστηκε σε μία μεγάλη επιτυχία. Η δισκογραφία της περιλαμβάνει δεκάδες ηχογραφήσεις και συνεργασίες με σημαντικούς συνθέτες, ενώ η κινηματογραφική επανεμφάνιση του τραγουδιού «Θα πάρω φόρα» την έκανε γνωστή και σε ανθρώπους που δεν είχαν ζήσει την εποχή της ακμής της.
Πίσω από το καλλιτεχνικό όνομα Μαίρη Μαράντη βρισκόταν η Μαρία Τσεκούρα, γεννημένη στο Αίγιο στις 17 Δεκεμβρίου 1950. Πέθανε στις 28 Οκτωβρίου 2023, σε ηλικία 72 ετών — λίγες εβδομάδες πριν συμπληρώσει τα 73 — έπειτα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο. Σε αρκετά δημοσιεύματα αναφέρθηκε ως 73χρονη, με βάση το έτος γέννησής της. Η κηδεία της τελέστηκε στις 30 Οκτωβρίου, στον Ιερό Ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Αίγιο.
Τα παιδικά χρόνια στο Αίγιο και η μουσική οικογένεια
Η σχέση της Μαίρης Μαράντη με το λαϊκό τραγούδι άρχισε πολύ πριν από την επαγγελματική της εμφάνιση. Σύμφωνα με βιογραφικές μαρτυρίες, ο πατέρας της διατηρούσε ταβέρνα στο Αίγιο, από την οποία είχαν περάσει μεγάλα ονόματα του λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδιού, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Στέλιος Καζαντζίδης. Η ίδια είχε περιγράψει ότι, όταν ήταν παιδί, χρησιμοποιούσε ένα μπρίκι σαν αυτοσχέδιο μικρόφωνο και μιμούνταν τους τραγουδιστές που άκουγε.
Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια με συνολικά εννέα παιδιά. Η μουσική δεν ήταν προσωπική της εξαίρεση, αλλά οικογενειακό χαρακτηριστικό. Η ίδια απέδιδε το φωνητικό χάρισμα των αδελφών της στη μητέρα τους, η οποία, όπως έλεγε, είχε πολύ καλή φωνή. Δύο ακόμη μέλη της οικογένειας ακολούθησαν επαγγελματική καριέρα: η Γωγώ Πολέμη, με δισκογραφική παρουσία κυρίως στη δεκαετία του 1970, και ο Γιάννης Βορριάς, γνωστός μεταξύ άλλων από το τραγούδι «Θεός φυλάξοι».
Η Μαράντη δεν φοίτησε σε κάποια οργανωμένη μουσική σχολή που να καθόρισε την πορεία της. Η βασική της «εκπαίδευση» ήταν βιωματική: τα ακούσματα της οικογένειας, οι μουσικοί που περνούσαν από την ταβέρνα του πατέρα της, τα λαϊκά τραγούδια της εποχής και αργότερα η συνεχής εργασία μπροστά σε απαιτητικό κοινό.
Δείτε το βίντεο:
Η φυγή για την Αθήνα σε ηλικία δεκαεπτά ετών
Σε ηλικία περίπου δεκαεπτά ετών αποφάσισε να εγκαταλείψει το Αίγιο και να εγκατασταθεί στην Αθήνα, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της. Έμεινε αρχικά στο σπίτι μιας θείας της στην περιοχή της Πλατείας Αμερικής. Ο σκοπός της ήταν συγκεκριμένος: να γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Μία από τις πρώτες εμφανίσεις της έγινε στην ταβέρνα «Σέμη», στην οδό Αλκαμένους. Μέσα σε λίγους μήνες άρχισε να εμφανίζεται σε αθηναϊκά κέντρα, μικρές μπουάτ και νυχτερινά μαγαζιά.
Υπάρχει μια μικρή απόκλιση στις πηγές σχετικά με την ακριβή χρονολογία έναρξης της καριέρας της. Σε μεταγενέστερα βιογραφικά σημειώματα αναφέρεται συχνά το 1970 ως η χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε στο πάλκο. Η ίδια, όμως, σε συνέντευξή της το 2020, τοποθετούσε την έναρξη των επαγγελματικών εμφανίσεών της στο 1968. Τα διαθέσιμα δισκογραφικά αρχεία επιβεβαιώνουν ότι πραγματοποιούσε ηχογραφήσεις ήδη από το 1969. Επομένως, η ακριβέστερη εικόνα είναι ότι ξεκίνησε τις εμφανίσεις το 1968, μπήκε στη δισκογραφία το 1969 και άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστή στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Η ίδια απέδιδε τη γρήγορη άνοδό της όχι μόνο στις φωνητικές της δυνατότητες, αλλά και στην προσωπικότητα και στην επαγγελματική της συμπεριφορά. Όπως είχε αναφέρει, καθώς περνούσαν τα χρόνια μετακινούνταν σε μεγαλύτερα μαγαζιά και συνεργαζόταν με ολοένα γνωστότερους καλλιτέχνες.
Η καθοριστική γνωριμία με τον Γιάννη Καραμπεσίνη
Καθοριστικό σημείο στην καριέρα της ήταν η συνάντησή της με τον συνθέτη και δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Γιάννη Καραμπεσίνη. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο Καραμπεσίνης την άκουσε να τραγουδά στο γνωστό αθηναϊκό κέντρο του «Τζίμη του Χοντρού», στην οδό Αχαρνών, εντυπωσιάστηκε από τη φωνή της και ξεκίνησε μαζί της μια μακρόχρονη συνεργασία. Η επαγγελματική σχέση τους εξελίχθηκε και σε προσωπική, καθώς αργότερα παντρεύτηκαν, προτού τελικά ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους.
Τα τεκμήρια της Ελληνικής Δισκογραφίας δείχνουν ότι η συνεργασία τους είχε αρχίσει το αργότερο το φθινόπωρο του 1969. Στις 7 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς ηχογραφήθηκαν τα τραγούδια «Βασανοκατοικία» και «Πού σε βρήκα», σε μουσική και στίχους του Καραμπεσίνη. Το πρώτο κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών από τη His Master’s Voice στις 13 Νοεμβρίου 1969. Ακολούθησαν τα «Δεν σε πιστεύω πια» και «Δικάστε την καρδιά μου», που ηχογραφήθηκαν τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, καθώς και τα «Παίξε μπουζούκι μου» και «Μεγάλε μου έρωτα», τα οποία ηχογραφήθηκαν τον Ιανουάριο του 1970.
Η Μαράντη θεωρούσε ότι το τραγούδι του Καραμπεσίνη «Έχω κάψες» ήταν αυτό που έδωσε την πρώτη μεγάλη ώθηση στην καριέρα της. Το χαρακτήριζε άμεση και μεγάλη επιτυχία, ήδη γνωστή στο κοινό των νυχτερινών κέντρων πριν ακόμη συγκεντρωθεί μαζί με άλλες ηχογραφήσεις στον πρώτο προσωπικό της δίσκο.
Δείτε το βίντεο:
Από τον Άκη Πάνου στον Τάκη Μουσαφίρη
Η πρώιμη δισκογραφία της Μαράντη δείχνει ότι δεν συνδέθηκε αποκλειστικά με έναν δημιουργό. Το 1970 ηχογράφησε το «Βιάστηκα» του Άκη Πάνου, με τον ίδιο στη μουσική, στους στίχους και στη διεύθυνση της ορχήστρας. Στην ηχογράφηση συμμετείχαν στα μπουζούκια ο Λάκης Καρνέζης και ο Κώστας Παπαδόπουλος, δύο από τους σημαντικότερους μουσικούς του λαϊκού τραγουδιού.
Στην ίδια περίοδο εντάσσεται και το «Δώσ’ μου να πιω», επίσης δημιουργία του Άκη Πάνου. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών το 1970 και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες της, επειδή ανέδειξε την πιο αυθεντικά λαϊκή πλευρά της φωνής της, πέρα από την εικόνα της εντυπωσιακής τραγουδίστριας των μεγάλων κέντρων.
Η πρώτη της συμμετοχή σε δίσκο μεγάλης διάρκειας καταγράφεται το 1971, στο άλμπουμ «Χαλάλι σου ζωή». Εκεί ερμήνευσε το «Μαλώσαμε, μαλώσαμε», σε μουσική του Λυκούργου Μαρκέα και στίχους του Θάνου Σοφού. Η παρουσία της στον ίδιο δίσκο με ήδη καθιερωμένους τραγουδιστές, όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και ο Σταμάτης Κόκοτας, δείχνει ότι είχε αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως υπολογίσιμη νέα φωνή του λαϊκού τραγουδιού.
Το 1972 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός της δίσκος, με τίτλο το καλλιτεχνικό της όνομα. Κατά τη διάρκεια της πορείας της συνεργάστηκε με δημιουργούς διαφορετικών γενεών και αισθητικών κατευθύνσεων: τον Σπύρο Παπαβασιλείου, τον Τάκη Μουσαφίρη, τον Τάκη Σούκα, τον Δώρο Γεωργιάδη, τον Αντώνη Ρεπάνη, τον Γιώργο Κατσαρό, τον Λυκούργο Μαρκέα, τον Χρήστο Νικολόπουλο και τον Νίκο Καρβέλα, μεταξύ άλλων.
Ανάμεσα στις γνωστότερες ερμηνείες της συγκαταλέγονται τα τραγούδια:
«Έχω κάψες», του Γιάννη Καραμπεσίνη
«Τσιφτετέλι με μπουζούκι», του Γιάννη Καραμπεσίνη
«Τη ζωή μου τη χάλασα», του Γιάννη Καραμπεσίνη
«Δώσ’ μου να πιω», του Άκη Πάνου
«Πάρε με αγκαλιά», του Τάκη Μουσαφίρη
«Δεν θα πλήξεις», του Τάκη Μουσαφίρη
«Άιντε να δούμε», των Σπύρου Παπαβασιλείου και Μίμη Μπιζάνη
«Μην ανάβεις φωτιές», των Σπύρου Παπαβασιλείου και Μίμη Μπιζάνη
«Για σένα»
«Κόσμε γιατί»
«Η πιο μεγάλη μου αγάπη είσαι εσύ».
Ερμήνευσε επίσης σε δεύτερη εκτέλεση τραγούδια του Νίκου Καρβέλα, όπως τα «Δεν παντρεύομαι» και «Μ’ ανάβεις», στοιχείο που αποτυπώνει την προσπάθειά της να προσαρμόζεται στις αλλαγές του εμπορικού λαϊκού τραγουδιού.
Η ίδια είχε υπολογίσει ότι πραγματοποίησε δώδεκα προσωπικούς δίσκους και συμμετείχε σε δεκάδες ακόμη κυκλοφορίες. Η ψηφιακή βάση Ελληνική Δισκογραφία καταγράφει 85 επιμέρους εγγραφές που συνδέονται με το όνομά της, αριθμός ο οποίος περιλαμβάνει τραγούδια, συμμετοχές και κυκλοφορίες διαφορετικών μορφών.
Γιατί ονομάστηκε «Βασίλισσα της Πίστας»
Ο τίτλος «Βασίλισσα της Πίστας» δεν προέκυψε από κάποια επίσημη βράβευση. Ήταν ένα προσωνύμιο που δημιουργήθηκε μέσα στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης, για να περιγράψει την ικανότητά της να κυριαρχεί επάνω στη σκηνή και να κινητοποιεί το κοινό.
Η Μαράντη δεν αντιμετώπιζε τον ρόλο της μόνο ως εκείνον της τραγουδίστριας που εκτελεί σωστά ένα μουσικό έργο. Θεωρούσε ότι σταδιακά ο κόσμος τη χαρακτήρισε περισσότερο «διασκεδάστρια»: μία καλλιτέχνιδα που μπορούσε να κρατήσει ζωντανό το πρόγραμμα, να επικοινωνήσει με τα τραπέζια και να μετατρέψει την εμφάνιση σε συλλογική εμπειρία.
Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, όταν τα μεγάλα λαϊκά κέντρα αποτελούσαν κεντρικό χώρο κοινωνικής ψυχαγωγίας, η σκηνική αντοχή είχε ιδιαίτερη σημασία. Τα προγράμματα διαρκούσαν πολλές ώρες και οι τραγουδιστές εμφανίζονταν μέσα σε θόρυβο, καπνό, σπασμένα πιάτα και λουλούδια. Η ίδια είχε θυμηθεί ότι τα πιάτα που πετούσαν οι θαμώνες μπορούσαν να τραυματίσουν τα πόδια των καλλιτεχνών. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της υποστήριζε ότι εξακολουθούσε να αγαπά το τραγούδι, επειδή μέσα από αυτό ο ερμηνευτής «βγάζει τον εαυτό του».
Η λάμψη, τα εντυπωσιακά κοστούμια και η εξωστρεφής παρουσία της δεν πρέπει, επομένως, να αποσυνδέονται από τη σκληρή καθημερινότητα του επαγγέλματος. Πίσω από την εικόνα της «βασίλισσας» υπήρχαν νυχτερινά ωράρια, συνεχείς μετακινήσεις, ανταγωνισμός και η υποχρέωση να κερδίζει το κοινό ξανά σε κάθε εμφάνιση.
Η Κρήτη και η μουσική ταβέρνα «Φεγγάρι»
Γύρω στο 1996 η Μαράντη εγκατέλειψε την Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην Κρήτη μαζί με τον δεύτερο σύζυγό της και τον γιο τους. Στα Σπήλια Ηρακλείου δημιούργησαν τη μουσική ταβέρνα «Φεγγάρι». Η τραγουδίστρια εμφανιζόταν η ίδια στον χώρο, συνεχίζοντας την επαφή της με το κοινό σε ένα περιβάλλον μικρότερο και πιο προσωπικό από τα μεγάλα αθηναϊκά κέντρα.
Το «Φεγγάρι» λειτούργησε για σχεδόν δέκα χρόνια. Σύμφωνα με μεταγενέστερη βιογραφική αναφορά, προβλήματα σχετικά με την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την αδυναμία δημιουργίας χώρου στάθμευσης συνέβαλαν τελικά στο κλείσιμό του. Μετά το τέλος αυτής της περιόδου, η Μαράντη επέστρεψε στην Αθήνα και συνέχισε τις εμφανίσεις της.
Η περίοδος της Κρήτης είναι σημαντική επειδή δείχνει ότι η καριέρα της δεν στηριζόταν αποκλειστικά στη δισκογραφική δημοσιότητα. Ακόμη και όταν η βιομηχανία του τραγουδιού είχε αλλάξει και οι μεγάλες εταιρείες δεν επένδυαν πλέον με τον ίδιο τρόπο στις τραγουδίστριες της γενιάς της, εκείνη εξακολουθούσε να εργάζεται ζωντανά και να διατηρεί το προσωπικό της κοινό.
«Θα πάρω φόρα»: Το τραγούδι που απέκτησε δεύτερη ζωή
Παρότι είχε ήδη μακρόχρονη πορεία, το όνομα της Μαίρης Μαράντη συνδέθηκε οριστικά με το «Θα πάρω φόρα», γνωστό και με τον χαρακτηριστικό στίχο «Θα τα γκρεμίσω». Το τραγούδι γράφτηκε από τον συνθέτη Μάκη Γιαπράκα και τον στιχουργό Πάνο Φαλάρα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Δεν δημιουργήθηκε αρχικά κατά παραγγελία για τον κινηματογράφο και δεν είχε κυκλοφορήσει επίσημα όταν πρωτογράφτηκε.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Παντελής Βούλγαρης ζήτησε από τον Γιαπράκα τραγούδια για την τρίτη ιστορία της σπονδυλωτής ταινίας «Όλα είναι δρόμος», με τίτλο «Βιετνάμ». Ο συνθέτης θυμήθηκε το ανέκδοτο «Θα πάρω φόρα», το οποίο ταίριαζε σχεδόν απόλυτα με το σενάριο. Η Μαράντη το ερμήνευσε στην ταινία, σε μία σκηνή που έμελλε να γίνει από τις πιο αναγνωρίσιμες του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου.
Δείτε το βίντεο:
Στο «Βιετνάμ», ο Γιώργος Αρμένης υποδύεται έναν επιχειρηματία που βιώνει έντονη προσωπική κρίση και ξεσπά καταστρέφοντας το νυχτερινό κέντρο στο οποίο διασκεδάζει. Η Μαράντη εμφανίζεται ως τραγουδίστρια του κέντρου, ενώ η κραυγή «Ηλία, ρίχ’ το!» συνοδεύει την κατεδάφιση του μαγαζιού. Το τραγούδι, η ερμηνεία της και η υπερβολή της σκηνής δημιούργησαν ένα απόσπασμα που ξεπέρασε τα όρια της ταινίας και απέκτησε αυτόνομη θέση στη λαϊκή κουλτούρα.
Δείτε το βίντεο:
Η ίδια είχε περιγράψει ότι στη σκηνή όπου η καπαρντίνα του Αρμένη πιάνει φωτιά, το ρούχο είχε βραχεί με ουίσκι και ο ηθοποιός το πέταξε μόλις άρχισε να καίγεται. Εκείνη θυμόταν ότι το περιστατικό συνέβη τόσο φυσικά κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, ώστε οι παρευρισκόμενοι δεν πρόλαβαν να συνειδητοποιήσουν πλήρως την έντασή του.
Η ταινία κυκλοφόρησε το 1998 και προσέφερε στη Μαράντη κάτι σπάνιο: μια δεύτερη καριέρα στη συλλογική μνήμη. Νεότερες γενιές, που δεν γνώριζαν τα τραγούδια της δεκαετίας του 1970, ανακάλυψαν τη φωνή και την εικόνα της μέσα από τη σκηνή του Βούλγαρη. Η ίδια έλεγε ότι τη χαροποιούσε το γεγονός πως το τραγούδι είχε «περάσει στη νεολαία».
Μια καριέρα πολύ μεγαλύτερη από μία κινηματογραφική σκηνή
Η τεράστια αναγνωρισιμότητα του «Θα πάρω φόρα» είχε και μία παράδοξη συνέπεια: σκέπασε μεγάλο μέρος της προηγούμενης καλλιτεχνικής της διαδρομής. Για πολλούς νεότερους ακροατές, η Μαίρη Μαράντη ήταν αποκλειστικά η τραγουδίστρια της σκηνής με τον Γιώργο Αρμένη. Στην πραγματικότητα, είχε ήδη πίσω της δεκαετίες επαγγελματικής παρουσίας, δίσκους 45 στροφών, προσωπικά άλμπουμ και συνεργασίες με ορισμένους από τους σημαντικότερους δημιουργούς του λαϊκού τραγουδιού.
Η φωνή της μπορούσε να κινηθεί ανάμεσα στο βαρύτερο λαϊκό τραγούδι, στο τσιφτετέλι, στο ελαφρολαϊκό και στο εμπορικό ρεπερτόριο της πίστας. Δεν διεκδίκησε την αυστηρή, εσωστρεφή ερμηνευτική ταυτότητα άλλων μεγάλων λαϊκών φωνών. Το ιδιαίτερο προσόν της ήταν διαφορετικό: συνδύαζε τη φωνητική δύναμη με την εξωστρέφεια, τον ρυθμό και το θεατρικό ένστικτο.
Αυτό εξηγεί και τη μακροβιότητά της. Ένας ερμηνευτής που στηρίζεται μόνο σε μία δισκογραφική επιτυχία συνήθως εξαφανίζεται όταν αλλάξει η μόδα. Η Μαράντη, αντίθετα, μπορούσε να εργάζεται επί δεκαετίες επειδή είχε διαμορφώσει ολοκληρωμένη σκηνική προσωπικότητα. Η αξία της φαινόταν περισσότερο στη ζωντανή επαφή με το κοινό παρά στους πίνακες πωλήσεων.
Τα τελευταία χρόνια και ο θάνατός της
Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της έκανε επιλεγμένες εμφανίσεις και παραχωρούσε συνεντεύξεις στις οποίες αναφερόταν χωρίς εξιδανίκευση στις συνθήκες της παλιάς νυχτερινής Αθήνας. Παρέμενε συναισθηματικά συνδεδεμένη με το επάγγελμά της και υποστήριζε ότι θα αγαπούσε το τραγούδι μέχρι το τέλος της ζωής της.
Πέθανε στις 28 Οκτωβρίου 2023, έπειτα από σύντομη αντιμετώπιση του καρκίνου. Η είδηση του θανάτου της προκάλεσε εκτεταμένες αναφορές στον Τύπο, οι περισσότερες από τις οποίες επικεντρώθηκαν στο «Θα πάρω φόρα». Η κηδεία της έγινε δύο ημέρες αργότερα στη γενέτειρά της, το Αίγιο, κλείνοντας συμβολικά μια διαδρομή που είχε αρχίσει εκεί περισσότερο από επτά δεκαετίες πριν.
Η θέση της στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι
Η Μαίρη Μαράντη ανήκει σε μια γενιά καλλιτεχνών των οποίων η πλήρης ιστορία δεν αποτυπώνεται εύκολα μόνο μέσα από τους προσωπικούς δίσκους. Πολλά από τα τραγούδια τους κυκλοφόρησαν αρχικά σε δίσκους 45 στροφών, άλλα εμφανίστηκαν σε συλλογές και αρκετές από τις πιο σημαντικές στιγμές τους συνέβησαν στα νυχτερινά κέντρα, χωρίς να έχουν καταγραφεί οπτικοακουστικά.
Η δική της διαδρομή αποτελεί μέρος της ιστορίας της μεταπολεμικής ελληνικής διασκέδασης: από τις μικρές ταβέρνες και τα λαϊκά κέντρα της οδού Αχαρνών έως τις μεγάλες πίστες των δεκαετιών του 1970 και του 1980· και από τους δίσκους της His Master’s Voice μέχρι την κινηματογραφική εικόνα του Παντελή Βούλγαρη.
Ο τίτλος «Βασίλισσα της Πίστας» περιγράφει εύστοχα τη δημόσια εικόνα της, αλλά δεν εξαντλεί την καλλιτεχνική της ταυτότητα. Η Μαράντη υπήρξε ερμηνεύτρια του Άκη Πάνου, συνεργάτιδα του Γιάννη Καραμπεσίνη, του Τάκη Μουσαφίρη και πολλών άλλων δημιουργών, επαγγελματίας με περισσότερα από τριάντα χρόνια στα νυχτερινά κέντρα και μια τραγουδίστρια που κατόρθωσε να επανέλθει στη συλλογική μνήμη μέσα από τον κινηματογράφο.
Η σημαντικότερη κληρονομιά της βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διπλή ταυτότητα. Για όσους έζησαν τη χρυσή εποχή της πίστας, ήταν η δυναμική γυναίκα που μπορούσε να κρατήσει μόνη της ένα ολόκληρο πρόγραμμα. Για τους νεότερους, ήταν η φωνή που τραγουδούσε «Θα πάρω φόρα» ενώ γύρω της ένας κινηματογραφικός κόσμος κατέρρεε. Και στις δύο περιπτώσεις, η Μαίρη Μαράντη παρέμεινε αυτό που επιδίωξε από τα δεκαεπτά της χρόνια: μια γνήσια λαϊκή τραγουδίστρια που δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη.