διάφοραΠέθανε στα 73 από καρκίνο γνωστή τραγουδίστρια του λαϊκού πενταγράμμου

Πέθανε στα 73 από καρκίνο γνωστή τραγουδίστρια του λαϊκού πενταγράμμου

Aφιέρωμα στην Μαίρη Μαράντη: Η «Βασίλισσα της Πίστας» που ένωσε το λαϊκό τραγούδι με τον κινηματογραφικό μύθο

Η Μαίρη Μαράντη υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικότερες γυναικείες παρουσίες της ελληνικής νυχτερινής διασκέδασης κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980.

mairi maranti Με δυναμική σκηνική παρουσία, λαϊκή φωνή και την ικανότητα να επικοινωνεί άμεσα με το κοινό, δημιούργησε μια πορεία που δεν περιορίστηκε σε μία μεγάλη επιτυχία. Η δισκογραφία της περιλαμβάνει δεκάδες ηχογραφήσεις και συνεργασίες με σημαντικούς συνθέτες, ενώ η κινηματογραφική επανεμφάνιση του τραγουδιού «Θα πάρω φόρα» την έκανε γνωστή και σε ανθρώπους που δεν είχαν ζήσει την εποχή της ακμής της.

Πίσω από το καλλιτεχνικό όνομα Μαίρη Μαράντη βρισκόταν η Μαρία Τσεκούρα, γεννημένη στο Αίγιο στις 17 Δεκεμβρίου 1950. Πέθανε στις 28 Οκτωβρίου 2023, σε ηλικία 72 ετών — λίγες εβδομάδες πριν συμπληρώσει τα 73 — έπειτα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο. Σε αρκετά δημοσιεύματα αναφέρθηκε ως 73χρονη, με βάση το έτος γέννησής της. Η κηδεία της τελέστηκε στις 30 Οκτωβρίου, στον Ιερό Ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Αίγιο.

1 5

Τα παιδικά χρόνια στο Αίγιο και η μουσική οικογένεια

Η σχέση της Μαίρης Μαράντη με το λαϊκό τραγούδι άρχισε πολύ πριν από την επαγγελματική της εμφάνιση. Σύμφωνα με βιογραφικές μαρτυρίες, ο πατέρας της διατηρούσε ταβέρνα στο Αίγιο, από την οποία είχαν περάσει μεγάλα ονόματα του λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδιού, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Στέλιος Καζαντζίδης. Η ίδια είχε περιγράψει ότι, όταν ήταν παιδί, χρησιμοποιούσε ένα μπρίκι σαν αυτοσχέδιο μικρόφωνο και μιμούνταν τους τραγουδιστές που άκουγε.

Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια με συνολικά εννέα παιδιά. Η μουσική δεν ήταν προσωπική της εξαίρεση, αλλά οικογενειακό χαρακτηριστικό. Η ίδια απέδιδε το φωνητικό χάρισμα των αδελφών της στη μητέρα τους, η οποία, όπως έλεγε, είχε πολύ καλή φωνή. Δύο ακόμη μέλη της οικογένειας ακολούθησαν επαγγελματική καριέρα: η Γωγώ Πολέμη, με δισκογραφική παρουσία κυρίως στη δεκαετία του 1970, και ο Γιάννης Βορριάς, γνωστός μεταξύ άλλων από το τραγούδι «Θεός φυλάξοι».

Η Μαράντη δεν φοίτησε σε κάποια οργανωμένη μουσική σχολή που να καθόρισε την πορεία της. Η βασική της «εκπαίδευση» ήταν βιωματική: τα ακούσματα της οικογένειας, οι μουσικοί που περνούσαν από την ταβέρνα του πατέρα της, τα λαϊκά τραγούδια της εποχής και αργότερα η συνεχής εργασία μπροστά σε απαιτητικό κοινό.

Δείτε το βίντεο:

Η φυγή για την Αθήνα σε ηλικία δεκαεπτά ετών

Σε ηλικία περίπου δεκαεπτά ετών αποφάσισε να εγκαταλείψει το Αίγιο και να εγκατασταθεί στην Αθήνα, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της. Έμεινε αρχικά στο σπίτι μιας θείας της στην περιοχή της Πλατείας Αμερικής. Ο σκοπός της ήταν συγκεκριμένος: να γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Μία από τις πρώτες εμφανίσεις της έγινε στην ταβέρνα «Σέμη», στην οδό Αλκαμένους. Μέσα σε λίγους μήνες άρχισε να εμφανίζεται σε αθηναϊκά κέντρα, μικρές μπουάτ και νυχτερινά μαγαζιά.

Υπάρχει μια μικρή απόκλιση στις πηγές σχετικά με την ακριβή χρονολογία έναρξης της καριέρας της. Σε μεταγενέστερα βιογραφικά σημειώματα αναφέρεται συχνά το 1970 ως η χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε στο πάλκο. Η ίδια, όμως, σε συνέντευξή της το 2020, τοποθετούσε την έναρξη των επαγγελματικών εμφανίσεών της στο 1968. Τα διαθέσιμα δισκογραφικά αρχεία επιβεβαιώνουν ότι πραγματοποιούσε ηχογραφήσεις ήδη από το 1969. Επομένως, η ακριβέστερη εικόνα είναι ότι ξεκίνησε τις εμφανίσεις το 1968, μπήκε στη δισκογραφία το 1969 και άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστή στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Η ίδια απέδιδε τη γρήγορη άνοδό της όχι μόνο στις φωνητικές της δυνατότητες, αλλά και στην προσωπικότητα και στην επαγγελματική της συμπεριφορά. Όπως είχε αναφέρει, καθώς περνούσαν τα χρόνια μετακινούνταν σε μεγαλύτερα μαγαζιά και συνεργαζόταν με ολοένα γνωστότερους καλλιτέχνες.

mairi maranti 1.jpg

Η καθοριστική γνωριμία με τον Γιάννη Καραμπεσίνη

Καθοριστικό σημείο στην καριέρα της ήταν η συνάντησή της με τον συνθέτη και δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Γιάννη Καραμπεσίνη. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο Καραμπεσίνης την άκουσε να τραγουδά στο γνωστό αθηναϊκό κέντρο του «Τζίμη του Χοντρού», στην οδό Αχαρνών, εντυπωσιάστηκε από τη φωνή της και ξεκίνησε μαζί της μια μακρόχρονη συνεργασία. Η επαγγελματική σχέση τους εξελίχθηκε και σε προσωπική, καθώς αργότερα παντρεύτηκαν, προτού τελικά ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους.

Τα τεκμήρια της Ελληνικής Δισκογραφίας δείχνουν ότι η συνεργασία τους είχε αρχίσει το αργότερο το φθινόπωρο του 1969. Στις 7 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς ηχογραφήθηκαν τα τραγούδια «Βασανοκατοικία» και «Πού σε βρήκα», σε μουσική και στίχους του Καραμπεσίνη. Το πρώτο κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών από τη His Master’s Voice στις 13 Νοεμβρίου 1969. Ακολούθησαν τα «Δεν σε πιστεύω πια» και «Δικάστε την καρδιά μου», που ηχογραφήθηκαν τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, καθώς και τα «Παίξε μπουζούκι μου» και «Μεγάλε μου έρωτα», τα οποία ηχογραφήθηκαν τον Ιανουάριο του 1970.

Η Μαράντη θεωρούσε ότι το τραγούδι του Καραμπεσίνη «Έχω κάψες» ήταν αυτό που έδωσε την πρώτη μεγάλη ώθηση στην καριέρα της. Το χαρακτήριζε άμεση και μεγάλη επιτυχία, ήδη γνωστή στο κοινό των νυχτερινών κέντρων πριν ακόμη συγκεντρωθεί μαζί με άλλες ηχογραφήσεις στον πρώτο προσωπικό της δίσκο.

Δείτε το βίντεο:

Από τον Άκη Πάνου στον Τάκη Μουσαφίρη

Η πρώιμη δισκογραφία της Μαράντη δείχνει ότι δεν συνδέθηκε αποκλειστικά με έναν δημιουργό. Το 1970 ηχογράφησε το «Βιάστηκα» του Άκη Πάνου, με τον ίδιο στη μουσική, στους στίχους και στη διεύθυνση της ορχήστρας. Στην ηχογράφηση συμμετείχαν στα μπουζούκια ο Λάκης Καρνέζης και ο Κώστας Παπαδόπουλος, δύο από τους σημαντικότερους μουσικούς του λαϊκού τραγουδιού.

Στην ίδια περίοδο εντάσσεται και το «Δώσ’ μου να πιω», επίσης δημιουργία του Άκη Πάνου. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών το 1970 και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες της, επειδή ανέδειξε την πιο αυθεντικά λαϊκή πλευρά της φωνής της, πέρα από την εικόνα της εντυπωσιακής τραγουδίστριας των μεγάλων κέντρων.

Η πρώτη της συμμετοχή σε δίσκο μεγάλης διάρκειας καταγράφεται το 1971, στο άλμπουμ «Χαλάλι σου ζωή». Εκεί ερμήνευσε το «Μαλώσαμε, μαλώσαμε», σε μουσική του Λυκούργου Μαρκέα και στίχους του Θάνου Σοφού. Η παρουσία της στον ίδιο δίσκο με ήδη καθιερωμένους τραγουδιστές, όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και ο Σταμάτης Κόκοτας, δείχνει ότι είχε αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως υπολογίσιμη νέα φωνή του λαϊκού τραγουδιού.

Το 1972 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός της δίσκος, με τίτλο το καλλιτεχνικό της όνομα. Κατά τη διάρκεια της πορείας της συνεργάστηκε με δημιουργούς διαφορετικών γενεών και αισθητικών κατευθύνσεων: τον Σπύρο Παπαβασιλείου, τον Τάκη Μουσαφίρη, τον Τάκη Σούκα, τον Δώρο Γεωργιάδη, τον Αντώνη Ρεπάνη, τον Γιώργο Κατσαρό, τον Λυκούργο Μαρκέα, τον Χρήστο Νικολόπουλο και τον Νίκο Καρβέλα, μεταξύ άλλων.

Ανάμεσα στις γνωστότερες ερμηνείες της συγκαταλέγονται τα τραγούδια:

  • «Έχω κάψες», του Γιάννη Καραμπεσίνη
  • «Τσιφτετέλι με μπουζούκι», του Γιάννη Καραμπεσίνη
  • «Τη ζωή μου τη χάλασα», του Γιάννη Καραμπεσίνη
  • «Δώσ’ μου να πιω», του Άκη Πάνου
  • «Πάρε με αγκαλιά», του Τάκη Μουσαφίρη
  • «Δεν θα πλήξεις», του Τάκη Μουσαφίρη
  • «Άιντε να δούμε», των Σπύρου Παπαβασιλείου και Μίμη Μπιζάνη
  • «Μην ανάβεις φωτιές», των Σπύρου Παπαβασιλείου και Μίμη Μπιζάνη
  • «Για σένα»
  • «Κόσμε γιατί»
  • «Η πιο μεγάλη μου αγάπη είσαι εσύ».

Ερμήνευσε επίσης σε δεύτερη εκτέλεση τραγούδια του Νίκου Καρβέλα, όπως τα «Δεν παντρεύομαι» και «Μ’ ανάβεις», στοιχείο που αποτυπώνει την προσπάθειά της να προσαρμόζεται στις αλλαγές του εμπορικού λαϊκού τραγουδιού.

ns01njyylmpwzwc 2

Η ίδια είχε υπολογίσει ότι πραγματοποίησε δώδεκα προσωπικούς δίσκους και συμμετείχε σε δεκάδες ακόμη κυκλοφορίες. Η ψηφιακή βάση Ελληνική Δισκογραφία καταγράφει 85 επιμέρους εγγραφές που συνδέονται με το όνομά της, αριθμός ο οποίος περιλαμβάνει τραγούδια, συμμετοχές και κυκλοφορίες διαφορετικών μορφών.

Γιατί ονομάστηκε «Βασίλισσα της Πίστας»

Ο τίτλος «Βασίλισσα της Πίστας» δεν προέκυψε από κάποια επίσημη βράβευση. Ήταν ένα προσωνύμιο που δημιουργήθηκε μέσα στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης, για να περιγράψει την ικανότητά της να κυριαρχεί επάνω στη σκηνή και να κινητοποιεί το κοινό.

Η Μαράντη δεν αντιμετώπιζε τον ρόλο της μόνο ως εκείνον της τραγουδίστριας που εκτελεί σωστά ένα μουσικό έργο. Θεωρούσε ότι σταδιακά ο κόσμος τη χαρακτήρισε περισσότερο «διασκεδάστρια»: μία καλλιτέχνιδα που μπορούσε να κρατήσει ζωντανό το πρόγραμμα, να επικοινωνήσει με τα τραπέζια και να μετατρέψει την εμφάνιση σε συλλογική εμπειρία.

Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, όταν τα μεγάλα λαϊκά κέντρα αποτελούσαν κεντρικό χώρο κοινωνικής ψυχαγωγίας, η σκηνική αντοχή είχε ιδιαίτερη σημασία. Τα προγράμματα διαρκούσαν πολλές ώρες και οι τραγουδιστές εμφανίζονταν μέσα σε θόρυβο, καπνό, σπασμένα πιάτα και λουλούδια. Η ίδια είχε θυμηθεί ότι τα πιάτα που πετούσαν οι θαμώνες μπορούσαν να τραυματίσουν τα πόδια των καλλιτεχνών. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της υποστήριζε ότι εξακολουθούσε να αγαπά το τραγούδι, επειδή μέσα από αυτό ο ερμηνευτής «βγάζει τον εαυτό του».

Η λάμψη, τα εντυπωσιακά κοστούμια και η εξωστρεφής παρουσία της δεν πρέπει, επομένως, να αποσυνδέονται από τη σκληρή καθημερινότητα του επαγγέλματος. Πίσω από την εικόνα της «βασίλισσας» υπήρχαν νυχτερινά ωράρια, συνεχείς μετακινήσεις, ανταγωνισμός και η υποχρέωση να κερδίζει το κοινό ξανά σε κάθε εμφάνιση.

Η Κρήτη και η μουσική ταβέρνα «Φεγγάρι»

Γύρω στο 1996 η Μαράντη εγκατέλειψε την Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην Κρήτη μαζί με τον δεύτερο σύζυγό της και τον γιο τους. Στα Σπήλια Ηρακλείου δημιούργησαν τη μουσική ταβέρνα «Φεγγάρι». Η τραγουδίστρια εμφανιζόταν η ίδια στον χώρο, συνεχίζοντας την επαφή της με το κοινό σε ένα περιβάλλον μικρότερο και πιο προσωπικό από τα μεγάλα αθηναϊκά κέντρα.

Το «Φεγγάρι» λειτούργησε για σχεδόν δέκα χρόνια. Σύμφωνα με μεταγενέστερη βιογραφική αναφορά, προβλήματα σχετικά με την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την αδυναμία δημιουργίας χώρου στάθμευσης συνέβαλαν τελικά στο κλείσιμό του. Μετά το τέλος αυτής της περιόδου, η Μαράντη επέστρεψε στην Αθήνα και συνέχισε τις εμφανίσεις της.

Η περίοδος της Κρήτης είναι σημαντική επειδή δείχνει ότι η καριέρα της δεν στηριζόταν αποκλειστικά στη δισκογραφική δημοσιότητα. Ακόμη και όταν η βιομηχανία του τραγουδιού είχε αλλάξει και οι μεγάλες εταιρείες δεν επένδυαν πλέον με τον ίδιο τρόπο στις τραγουδίστριες της γενιάς της, εκείνη εξακολουθούσε να εργάζεται ζωντανά και να διατηρεί το προσωπικό της κοινό.

«Θα πάρω φόρα»: Το τραγούδι που απέκτησε δεύτερη ζωή

Παρότι είχε ήδη μακρόχρονη πορεία, το όνομα της Μαίρης Μαράντη συνδέθηκε οριστικά με το «Θα πάρω φόρα», γνωστό και με τον χαρακτηριστικό στίχο «Θα τα γκρεμίσω». Το τραγούδι γράφτηκε από τον συνθέτη Μάκη Γιαπράκα και τον στιχουργό Πάνο Φαλάρα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Δεν δημιουργήθηκε αρχικά κατά παραγγελία για τον κινηματογράφο και δεν είχε κυκλοφορήσει επίσημα όταν πρωτογράφτηκε.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Παντελής Βούλγαρης ζήτησε από τον Γιαπράκα τραγούδια για την τρίτη ιστορία της σπονδυλωτής ταινίας «Όλα είναι δρόμος», με τίτλο «Βιετνάμ». Ο συνθέτης θυμήθηκε το ανέκδοτο «Θα πάρω φόρα», το οποίο ταίριαζε σχεδόν απόλυτα με το σενάριο. Η Μαράντη το ερμήνευσε στην ταινία, σε μία σκηνή που έμελλε να γίνει από τις πιο αναγνωρίσιμες του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου.

Δείτε το βίντεο:

Στο «Βιετνάμ», ο Γιώργος Αρμένης υποδύεται έναν επιχειρηματία που βιώνει έντονη προσωπική κρίση και ξεσπά καταστρέφοντας το νυχτερινό κέντρο στο οποίο διασκεδάζει. Η Μαράντη εμφανίζεται ως τραγουδίστρια του κέντρου, ενώ η κραυγή «Ηλία, ρίχ’ το!» συνοδεύει την κατεδάφιση του μαγαζιού. Το τραγούδι, η ερμηνεία της και η υπερβολή της σκηνής δημιούργησαν ένα απόσπασμα που ξεπέρασε τα όρια της ταινίας και απέκτησε αυτόνομη θέση στη λαϊκή κουλτούρα.

Δείτε το βίντεο:

Η ίδια είχε περιγράψει ότι στη σκηνή όπου η καπαρντίνα του Αρμένη πιάνει φωτιά, το ρούχο είχε βραχεί με ουίσκι και ο ηθοποιός το πέταξε μόλις άρχισε να καίγεται. Εκείνη θυμόταν ότι το περιστατικό συνέβη τόσο φυσικά κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, ώστε οι παρευρισκόμενοι δεν πρόλαβαν να συνειδητοποιήσουν πλήρως την έντασή του.

Η ταινία κυκλοφόρησε το 1998 και προσέφερε στη Μαράντη κάτι σπάνιο: μια δεύτερη καριέρα στη συλλογική μνήμη. Νεότερες γενιές, που δεν γνώριζαν τα τραγούδια της δεκαετίας του 1970, ανακάλυψαν τη φωνή και την εικόνα της μέσα από τη σκηνή του Βούλγαρη. Η ίδια έλεγε ότι τη χαροποιούσε το γεγονός πως το τραγούδι είχε «περάσει στη νεολαία».

Μια καριέρα πολύ μεγαλύτερη από μία κινηματογραφική σκηνή

Η τεράστια αναγνωρισιμότητα του «Θα πάρω φόρα» είχε και μία παράδοξη συνέπεια: σκέπασε μεγάλο μέρος της προηγούμενης καλλιτεχνικής της διαδρομής. Για πολλούς νεότερους ακροατές, η Μαίρη Μαράντη ήταν αποκλειστικά η τραγουδίστρια της σκηνής με τον Γιώργο Αρμένη. Στην πραγματικότητα, είχε ήδη πίσω της δεκαετίες επαγγελματικής παρουσίας, δίσκους 45 στροφών, προσωπικά άλμπουμ και συνεργασίες με ορισμένους από τους σημαντικότερους δημιουργούς του λαϊκού τραγουδιού.

Η φωνή της μπορούσε να κινηθεί ανάμεσα στο βαρύτερο λαϊκό τραγούδι, στο τσιφτετέλι, στο ελαφρολαϊκό και στο εμπορικό ρεπερτόριο της πίστας. Δεν διεκδίκησε την αυστηρή, εσωστρεφή ερμηνευτική ταυτότητα άλλων μεγάλων λαϊκών φωνών. Το ιδιαίτερο προσόν της ήταν διαφορετικό: συνδύαζε τη φωνητική δύναμη με την εξωστρέφεια, τον ρυθμό και το θεατρικό ένστικτο.

Αυτό εξηγεί και τη μακροβιότητά της. Ένας ερμηνευτής που στηρίζεται μόνο σε μία δισκογραφική επιτυχία συνήθως εξαφανίζεται όταν αλλάξει η μόδα. Η Μαράντη, αντίθετα, μπορούσε να εργάζεται επί δεκαετίες επειδή είχε διαμορφώσει ολοκληρωμένη σκηνική προσωπικότητα. Η αξία της φαινόταν περισσότερο στη ζωντανή επαφή με το κοινό παρά στους πίνακες πωλήσεων.

Τα τελευταία χρόνια και ο θάνατός της

Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της έκανε επιλεγμένες εμφανίσεις και παραχωρούσε συνεντεύξεις στις οποίες αναφερόταν χωρίς εξιδανίκευση στις συνθήκες της παλιάς νυχτερινής Αθήνας. Παρέμενε συναισθηματικά συνδεδεμένη με το επάγγελμά της και υποστήριζε ότι θα αγαπούσε το τραγούδι μέχρι το τέλος της ζωής της.

Πέθανε στις 28 Οκτωβρίου 2023, έπειτα από σύντομη αντιμετώπιση του καρκίνου. Η είδηση του θανάτου της προκάλεσε εκτεταμένες αναφορές στον Τύπο, οι περισσότερες από τις οποίες επικεντρώθηκαν στο «Θα πάρω φόρα». Η κηδεία της έγινε δύο ημέρες αργότερα στη γενέτειρά της, το Αίγιο, κλείνοντας συμβολικά μια διαδρομή που είχε αρχίσει εκεί περισσότερο από επτά δεκαετίες πριν.

Η θέση της στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι

Η Μαίρη Μαράντη ανήκει σε μια γενιά καλλιτεχνών των οποίων η πλήρης ιστορία δεν αποτυπώνεται εύκολα μόνο μέσα από τους προσωπικούς δίσκους. Πολλά από τα τραγούδια τους κυκλοφόρησαν αρχικά σε δίσκους 45 στροφών, άλλα εμφανίστηκαν σε συλλογές και αρκετές από τις πιο σημαντικές στιγμές τους συνέβησαν στα νυχτερινά κέντρα, χωρίς να έχουν καταγραφεί οπτικοακουστικά.

Η δική της διαδρομή αποτελεί μέρος της ιστορίας της μεταπολεμικής ελληνικής διασκέδασης: από τις μικρές ταβέρνες και τα λαϊκά κέντρα της οδού Αχαρνών έως τις μεγάλες πίστες των δεκαετιών του 1970 και του 1980· και από τους δίσκους της His Master’s Voice μέχρι την κινηματογραφική εικόνα του Παντελή Βούλγαρη.

3 40

Ο τίτλος «Βασίλισσα της Πίστας» περιγράφει εύστοχα τη δημόσια εικόνα της, αλλά δεν εξαντλεί την καλλιτεχνική της ταυτότητα. Η Μαράντη υπήρξε ερμηνεύτρια του Άκη Πάνου, συνεργάτιδα του Γιάννη Καραμπεσίνη, του Τάκη Μουσαφίρη και πολλών άλλων δημιουργών, επαγγελματίας με περισσότερα από τριάντα χρόνια στα νυχτερινά κέντρα και μια τραγουδίστρια που κατόρθωσε να επανέλθει στη συλλογική μνήμη μέσα από τον κινηματογράφο.

Η σημαντικότερη κληρονομιά της βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διπλή ταυτότητα. Για όσους έζησαν τη χρυσή εποχή της πίστας, ήταν η δυναμική γυναίκα που μπορούσε να κρατήσει μόνη της ένα ολόκληρο πρόγραμμα. Για τους νεότερους, ήταν η φωνή που τραγουδούσε «Θα πάρω φόρα» ενώ γύρω της ένας κινηματογραφικός κόσμος κατέρρεε. Και στις δύο περιπτώσεις, η Μαίρη Μαράντη παρέμεινε αυτό που επιδίωξε από τα δεκαεπτά της χρόνια: μια γνήσια λαϊκή τραγουδίστρια που δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη.

Τα πιο σημαντικά