Blog Σελίδα 3829

Πέθανε ξεχασμένη στο σπίτι της στους Αγίους Αναργύρους η μεγάλη γυναικεία φωνή

0

Αννα Χρυσάφη: Το αφιέρωμα στην τραγουδίστρια με το «γρέζι» στη φωνή

Σαν τραγουδούσε με το λαϊκό ηχόχρωμα της φωνής της και το αυστηρό παρουσιαστικό της το ανέμελο «Δεν μπορεί κανείς να ξέρει» του Μάνου Χατζιδάκι, στο «Κοροϊδάκι της δεσποινίδας».

602896345 122163733616626020 6523787261263799939 n

Άννα Χρυσάφη – Γιώργος Μητσάκης 

Η Αννα Χρυσάφη ήταν φανερό ότι δεν ανήκε στον κόσμο της ξεγνοιασιάς ούτε είχε την κινηματογραφική ακτινοβολία της Τζένης Καρέζη και του Ντίνου Ηλιόπουλου. Είχε όμως μια δική της δύναμη. Και πάνω απ’ όλα ήταν «η πρώτη τραγουδίστρια που σηκώθηκε όρθια στο πάλκο», όπως καμάρωνε και θύμιζε σε όλους.

Επιτυχίες

Παρότι πολλές προσπάθησαν να της κλέψουν τον τίτλο, εκείνη δεν σήκωνε κουβέντα. Η Αννα Χρυσάφη («έφυγε» στα 92 της χρόνια) είχε τσαγανό, άποψη, διεκδικούσε και θύμωνε όταν της αμφισβητούσαν όσα πέτυχε σε καιρούς δύσκολους για μια γυναίκα στο ανδροκρατούμενο πάλκο, και δεν χαριζόταν σε κανέναν. Ούτε έκρυβε την πίκρα της. Ενώ αυτή έκανε επιτυχίες την εποχή που τα τραγούδια πρώτα δοκιμάζονταν στο κοινό και ύστερα έπαιρναν τον δρόμο για τις 45 στροφές, άλλες τα ηχογραφούσαν. Οπως ακριβώς συνέβη με το «Δαχτυλίδι» του Γιώργου Μητσάκη.

Από τις κυρίες του κλασικού λαϊκού τραγουδιού των μεταπολεμικών χρόνων που σφράγισε με τη φωνή της πολλές επιτυχίες όπως το «Απόψε είναι βαριά η δόλια μου καρδιά» επίσης του Γιώργου Μητσάκη (υπήρξαν από τα πιο δυναμικά ντουέτα), αλλά και τα αγαπημένα «Πεταλάκια» του Μανώλη Χιώτη με τα οποία μπήκε στη δισκογραφία το 1949 και ερμήνευσε με τον δωρικό Τάκη Μπίνη.

Η καριέρα ξεκίνησε κάπως αργά για την Αννα Χρυσάφη αφού τα πρώτα χρόνια εργαζόταν ως μοδίστρα. Οπως έλεγε μάλιστα ο μελετητής του ρεμπέτικου και δημοσιογράφος Πάνος Γεραμάνης, έραβε τα ρούχα της Σοφίας Μινέικο- Παπανδρέου, μητέρας δηλαδή του Ανδρέα Παπανδρέου.

1 14

Οταν όμως έγινε τραγουδίστρια εμφανίστηκε στα πιο ονομαστά κέντρα της εποχής της όπως το «Ροσινιόλ», «Τριάνα του Χειλά», «Φαληρικόν», «Λουζιτάνια» κ.ά. ενώ όλα αυτά τα χρόνια που εργάστηκε ηχογράφησε περισσότερα από 400 τραγούδια. Στο διάστημα της καριέρας της συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τους: Τσιτσάνη, Μητσάκη, Χιώτη, Παπαϊωάννου, Ζαμπέτα, Γκόγκο, Κηρομύτη, Περιστέρη, Τατασόπουλο, Καζαντζίδη, Σωτηρία Μπέλλου, Μάρκο Βαμβακάρη, Τάκη Μπίνη, Μάνο Χατζιδάκι κ.ά.

Πρώτη γυναίκα σε κομπανία

Η Αννα Χρυσάφη γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1921. Η καταγωγή της ήταν από οικογένεια Μικρασιατών λαϊκών μουσικών. Ξεκίνησε τη μουσική της σταδιοδρομία το 1949, με εμφανίσεις ακόμη και σε πολλές ασπρόμαυρες ταινίες του ελληνικού σινεμά. Ηταν η πρώτη γυναίκα που τραγούδησε σε ρεμπέτικη κομπανία των Γ. Μητσάκη – Ζαμπέτα στην ταινία «Πύργος των Ιπποτών» του Ν. Τσιφόρου το 1952. Το «Μια γυναίκα, δύο άντρες, κομπολόι δίχως χάντρες» του Μητσάκη ήταν από τις πρώτες σκηνές με μπουζούκια στο ελληνικό σινεμά, αλλά και μια καλή γέφυρα για να πετύχει ο δημιουργός του, την «ένωση» των τάξεων στους χώρους διασκέδασης των δυτικών συνοικιών.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’50 πήγε στην Αμερική όπου δισκογράφησε με τον Δ. Στεργίου ή «Μπέμπη» και τον Α. Αθανασίου. Ηταν από τις πιο έμπειρες λαϊκές τραγουδίστριες στα εξοχικά κέντρα εκείνων των χρόνων, τις κοσμικές ταβέρνες, και πρωτοτραγούδησε λαϊκά που έγιναν τεράστιες επιτυχίες παρότι αποτυπώθηκαν με άλλες φωνές. Γι’ αυτό ενώ τραγουδούσε σε δίσκους άλλων καθυστέρησε να ηχογραφήσει προσωπικό δίσκο.

Ανάμεσα στις επιτυχίες που είπε ήταν τα: «Μες στης Πόλης το χαμάμ» του Ανέστου Δελιά ή Αρτέμη, «Το κορίτσι απόψε θέλει» του Γιάννη Τατασόπουλου, «Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω» του Σταύρου Τζουανάκου, «Πάλιωσε το σακάκι μου» του Γιώργου Μητσάκη, «Γεια σου τσολιά μου» του Τσιτσάνη, «Ο μήνας έχει δεκατρείς» του Μάνου Χατζιδάκι, «Το τραγούδι της Αθήνας» του Σταύρου Ξαρχάκου.

Μια σπάνια εκτέλεση ήταν κι αυτή του ανάλαφρου «Ρίκοκο βερίκοκο» των Τάκη Μωράκη – Γιώργου Γιαννακόπουλου που αγαπήσαμε από την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην «Μουσίτσα» του Γιάννη Δαλιανίδη. Ηταν όμως την ίδια χρονιά, το 1959, που η τραγουδίστρια έδωσε με τη βαριά φωνή της μια πιο λαϊκή εκδοχή συνοδευόμενη από τον Ανέστο Αθανασίου, σε δίσκο που κυκλοφόρησε από αμερικανική εταιρεία.

Στο Λαγονήσι

Μια από τις τιμητικές βραδιές που έγιναν για την Αννα Χρυσάφη ήταν το 2006 στην παραλία Αγίου Νικολάου στο Λαγονήσι, όπου στο τέλος της βραδιάς η ίδια τραγούδησε τη μεγάλη της επιτυχία «Πάρε το δαχτυλίδι μου». Το Λαγονήσι ήταν η μόνιμη κατοικία της τα τελευταία χρόνια. Στα Καλύβια άλλωστε έγινε και η κηδεία της την περασμένη Δευτέρα, στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Ο δήμαρχος Σαρωνικού Πέτρος Φιλίππου εξέφρασε τη βαθιά του θλίψη για την απώλεια της Αννας Χρυσάφη, μιας τραγουδίστριας «με σημαντική διαδρομή στο ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι, η οποία πρώτη έκανε επιτυχίες πολλά τραγούδια που όλοι γνωρίσαμε και αγαπήσαμε από άλλους καλλιτέχνες σε μεταγενέστερες εκτελέσεις».

Δείτε το βίντεο-αφιέρωμα:

Πέθανε ξεχασμένη στο σπίτι της στους Αγίους Αναργύρους η μεγάλη γυναικεία φωνή

0

Στις στις 6 Δεκεμβρίου του 1921, γεννήθηκε η Άννα Χρυσάφη, μία από τις σπουδαιότερες τραγουδίστριες του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού

Η Άννα Χρυσάφη γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς μικρασιατικής καταγωγής. Ξεκίνησε να δουλεύει ως μοδίστρα της υψηλής κοινωνίας της Αθήνας (έραβε μάλιστα και τη Σοφία Μινέικο-Παπανδρέου, μητέρα του Ανδρέα Παπανδρέου), αλλά γρήγορα την κέρδισε το τραγούδι.

Δείτε το βίντεο-αφιέρωμα:

Το 1949 το άστρο της άρχισε να λάμπει, όταν τραγούδησε τη μεγάλη επιτυχία του Μανώλη Χιώτη Πεταλάκια και εμφανίστηκε στην αθηναϊκή κοσμική ταβέρνα Ροσινιόλ δίπλα στον Γιώργο Μητσάκη, με τον οποίο συνεργάστηκε στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’50.

Το μεγάλο της παράπονο ήταν ότι ενώ τραγουδούσε τραγούδια στο πάλκο και τα έκανε επιτυχίες, όπως «Το δαχτυλίδι» του Μητσάκη, ο συνθέτης τα ηχογραφούσε με άλλες τραγουδίστριες.

Υπήρξε η πρώτη λαϊκή τραγουδίστρια που εμφανίστηκε σε ελληνική ταινία, στην κωμωδία του Νίκου Τσιφόρου Ο Πύργος των Ιπποτών του 1952, με το τραγούδι «Μια γυναίκα, δύο άντρες» του Γιώργου Μητσάκη.

Η Χρυσάφη ήταν το κεντρικό πρόσωπο στο γλέντι μπουζουκιών που έστησε στις Κάννες τον Μάιο του 1960 ο Γιώργος Ζαμπέτας, μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι και τη Μελίνα Μερκούρη, με αφορμή την προβολή στο διαγωνιστικό τμήμα του ομώνυμου κινηματογραφικού φεστιβάλ της βραβευμένης ταινίας του Ζιλ Ντασέν Ποτέ την Κυριακή. Νωρίτερα είχε συνεργαστεί με τον Χατζιδάκι στη μεγάλη επιτυχία «Δεν μπορεί κανείς να ξέρει», που ακούστηκε στην κωμωδία του Γιάννη Δαλιανίδη «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος».

Η Άννα Χρυσάφη συνεργάστηκε με όλα τα μεγάλα ονόματα του ρεμπέτικου: Γιάννη Παπαϊωάννου, Βασίλη Τσιτσάνη, Σωτηρία Μπέλλου, Μάρκο Βαμβακάρη, Τάκη Μπίνη και πολλούς άλλους.

23 a 3 9

Χάρη στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για το ρεμπέτικο είχε ενεργή παρουσία στη λαϊκή μουσική σκηνή και μέσα στη δεκαετία του 1970.

Μεγάλες της επιτυχίες ήταν τα τραγούδια: Πεταλάκια του Μανώλη Χιώτη, Το παρελθόν θυμήθηκα του Στράτου Καμενίδη, Στο Τούνεζι στην Μπαρμπαριά και Ανάθεμά σε θάλασσα (ντουέτο με τη Μαρίκα Νίνου) του Βασίλη Τσιτσάνη, Μες στης Πόλης το χαμάμ του Ανέστου Δελιά, Πολλά ν’ ακούς λίγα να λες του Απόστολου Καλδάρα, Το κορίτσι απόψε θέλει του Γιάννη Τατασόπουλου, Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω του Σταύρου Τζουανάκου και κυρίως τα Πάρε το δαχτυλίδι μου, Όπου Γιώργος και μάλαμα και Πάλιωσε το σακάκι μου του Γιώργου Μητσάκη.

Τα τελευταία χρόνια ζούσε, με τον σύζυγό της Φώτη, στους Αγίους Αναργύρους και τα καλοκαίρια στο εξοχικό τους στην Ανάβυσσο. Η Άννα Χρυσάφη πέθανε την 1η Σεπτεμβρίου 2013, σε ηλικία 92 ετών.

Πέθανε ξεχασμένη στο σπίτι της η πασίγνωστη ηθοποιός του Ελληνικού Κινηματογράφου

0

Η Κούλα Αγαγιώτου (Αθήνα, 16 Μαΐου 1915 – 25 Οκτωβρίου 2006) ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης.

Η Κούλα Αγαγιώτου πέθανε ξεχασμένη στις 25 Οκτωβρίου 2006 στο σπίτι της στην Αθήνα (Κουκάκι) και η είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή δύο μήνες αργότερα.

Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο Κουκάκι, με τη φροντίδα της ανιψιάς της Σοφίας Μπούκου. Απέκτησε μια κόρη. Πέθανε ξεχασμένη στο σπίτι της στις 25 Οκτωβρίου 2006 αλλά ο θάνατός της γνωστοποιήθηκε αργότερα. Ετάφη στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.

22 10

Η Αγαγιώτου είχε απασχολήσει την επικαιρότητα το 1964, όταν ο 19χρόνος ανηψιός της Δημήτρης Ζάγκας (από την αδελφή της), τη νύχτα της 23ης Απριλίου του 1964 δολοφόνησε με μαχαίρι την 22χρόνη Μαρία Μπαβέα στο Παγκράτι. Λίγες μέρες αργότερα η Αγαγιώτου εντόπισε το μαχαίρι καθώς διέμενε στο σπίτι της ο Ζάγκας και το παρέδωσε δια μέσω του δικηγόρου της στην Αστυνομία, όπου τέσσερις μέρες μετά ο Ζάγκας συνελήφθη.

Στις 13 Ιουνίου του 1965, το δικαστήριο έκρινε ότι «ο κατηγορούμενος Δημήτρης Ζάγκας ήταν ανιάτως φρενοβλαβής και επικίνδυνος» και καταδικάστηκε για το φόνο, αλλά με το ελαφρυντικό της πλήρους συγχύσεως. Ωστόσο αντί να φυλακιστεί, κλείστηκε σε ψυχιατρική κλινική.

Δείτε το βίντεο:

Δημήτρης Ζάγκας, ο σχιζοφρενής δολοφόνος της Αθήνας που τον κατέδωσε η θεία του, ηθοποιός Κούλα Αγαγιώτου. Οι εμμονές με τον Τζακ Αντεροβγάλτη

111 14

Τη νύχτα της 23ης Απριλίου του 1964, ο νεαρός Δημήτρης Ζάγκας βγήκε από το σπίτι του αποφασισμένος να σκοτώσει.

Δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο κατά νου, ούτε κίνητρο. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να δολοφονήσει μια γυναίκα.

Μαρία Μπαβέα

Μαρία Μπαβέα

Ξεκίνησε από το Σύνταγμα, αλλά η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο και δεν βρήκε την ευκαιρία που περίμενε.

Πέρασε λίγη ώρα στο σπίτι του πατέρα του και μετά ξαναβγήκε «παγανιά».

Κατέληξε να περιπλανιέται στο Παγκράτι και εκεί είδε μια νεαρή γυναίκα, ντυμένη προκλητικά που τραβούσε όλα τα βλέμματα πάνω της.

Την ακολούθησε, κρατώντας ένα μαχαίρι στο αριστερό του χέρι.

Τρεις φορές αποπειράθηκε να της επιτεθεί, αλλά τον έβλεπε κόσμος από τα μπαλκόνια.

Με δυσκολία έκανε υπομονή, μέχρι που η κοπέλα έστριψε σε ένα σκοτεινό στενό.

Ο Ζάγκας την πλησίασε στις μύτες των ποδιών του και τη μαχαίρωσε στη πλάτη.

Η κραυγή του θύματος ειδοποίησε τους γείτονες, αλλά ο Ζάγκας πρόλαβε να σκουπίσει το μαχαίρι στα ρούχα του και να εξαφανιστεί.

Η έρευνα της αστυνομίας

Η αστυνομία, όπως ήταν λογικό, εστίασε την έρευνά της στο θύμα, τη Μαρία Μπαβέα.

Ανακάλυψε ότι η Μαρία δεν ήταν «αγνή» και ότι ο αρραβωνιαστικός της, Λάζαρος Μαυρίδης, την είχε αναγκάσει να περάσει από ιατρική εξέταση παρθενίας.

Ο Τύπος της εποχής με επιπολαιότητα, έγραψε ότι το θύμα ήταν «μια πεταλούδα του έρωτα», η οποία προκαλούσε τους άντρες.

Ύποπτοι ήταν Κορσικανοί ναύτες, χασάπηδες, ακόμα και κουρείς.

Για τρεις βδομάδες, οι φήμες οργίαζαν και η αστυνομία δεν κατέληγε σε κάποιο συμπέρασμα.

agagi;vtoy

Η ηθοποιός Κούλα Αγαγιώτου ήταν θεία του δράστη. YouTube

Ο ρόλος της Κούλας Αγαγιώτου

Στις 12 Μαΐου, το φονικό όπλο έφτασε στα χέρια των αστυνομικών από τη θεία του Ζάγκα, την γνωστή ηθοποιό Κούλα Αγαγιώτου.

Μετά από τέσσερις μέρες, συνέλαβαν τον Ζάγκα και στο σπίτι του βρήκαν το ματωμένο πουκάμισο, που φορούσε τη νύχτα της δολοφονίας.

Ο 20χρονος εγκληματίας ομολόγησε αμέσως: «Εγώ τη σκότωσα αυτή την Μπαβέα».

Ο σχιζοφρενής δολοφόνος που μισούσε τις γυναίκες

Ο Δημήτρης Ζάγκας μισούσε τις γυναίκες, γιατί τον απέρριπταν συνέχεια.

Μισούσε τη μητέρα του, γιατί τον γέννησε άσχημο και τη θεία του, γιατί τον κατέδωσε στην αστυνομία.

Όνειρό του ήταν να κάνει εγχείρηση για να μοιάσει στον Δον Ζουάν.

Είχες τρεις φίλους, τους οποίους περιέγραψε η θεία τους ως: «ένας κουτσός, ένας νάνος και ένας ψυχικά ανώμαλος».

Οι γονείς του χώρισαν μετά από έξι μήνες γάμου κι η μητέρα του κλείστηκε σε ψυχιατρείο.

Ο Ζάγκας μεγάλωσε με τη θεία του, η οποία όπως έλεγε μισούσε τη μητέρα του και τον προέτρεπε να τη σκοτώσει.

Ο Ζάγκας με το δικηγόρο του, Δ. Πουλέα

Ο Ζάγκας με το δικηγόρο του, Δ. Πουλέα

Από μικρός ήταν φιλάσθενος και αντικοινωνικός

 

ZagasΠαράτησε το σχολείο γιατί πίστευε ότι οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν, επειδή δεν μπορούσε να προφέρει το «ρ».

Μεγαλώνοντας έπαθε εμμονή με την ιστορία του Τζακ του Αντεροβγάλτη και του Ρωμαίου αυτοκράτορα, Καλιγούλα.

Όποτε έβλεπε κηδεία στο δρόμο, ακολουθούσε τον κόσμο και περίμενε να δει την ταφή του νεκρού.

Τα βράδια, κοιμόταν σε νεκροταφεία και έβαφε τα δόντια του κόκκινα, για να μοιάζει με το είδωλο του, τον Δράκουλα.

Πέρασε δυο χρόνια έγκλειστος σε ψυχιατρική κλινική, αλλά η νοσηλεία δεν ωφέλησε τη ψυχική του ασθένεια. Με τον καιρό γινόταν πιο επικίνδυνος.

Από το 1962, ο μόνος στόχος στη ζωή του ήταν να σκοτώσει όσες πιο πολλές γυναίκες μπορούσε και μετά να σκοτωθεί ο ίδιος σε συμπλοκή.

Στις 13 Ιουνίου του 1965, το δικαστήριο έκρινε ότι «ο κατηγορούμενος ήταν ανιάτως φρενοβλαβής και επικίνδυνος» και καταδικάστηκε για το φόνο, αλλά με το ελαφρυντικό της πλήρους συγχύσεως.

Αντί να φυλακιστεί, κλείστηκε σε ψυχιατρική κλινική.

Πέθανε ξεχασμένη στο Μαϊάμι στα 64 η γνωστή ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου

0

Διονυσία Ρώη: Η διακριτική δύναμη του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου

Η ιστορική μνήμη διασώζει μορφές που, αν και δεν βρέθηκαν πάντα στο προσκήνιο, σφράγισαν με τη διακριτική τους παρουσία την πορεία της τέχνης.

512740304 1303512125115128 4317742319270279241 n

Μία τέτοια περίπτωση αποτελεί η Διονυσία Ρώη, η οποία έφυγε από τη ζωή στις στο Μαϊάμι, αφήνοντας πίσω της μια σημαντική παρακαταθήκη στο ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο.

Η Διονυσία Ρώη μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον βαθιά συνδεδεμένο με την τέχνη. Ήταν κόρη του Ευάγγελου Κουμαριώτη, ο οποίος διετέλεσε ταμίας του Συνδέσμου Ελλήνων Ηθοποιών, ενώ και η μητέρα της υπήρξε ηθοποιός. Η καλλιτεχνική φλόγα συνέχιζε να καίει και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, καθώς ο αδελφός της ασχολήθηκε με τον χορό και τη χορογραφία. Μέσα σε αυτό το δημιουργικό περιβάλλον, η Ρώη ανέπτυξε από νωρίς την αγάπη της για τη σκηνή.

images 1 1

Η φοίτησή της στη Δραματική Σχολή του Εθνικό Θέατρο αποτέλεσε καθοριστικό σταθμό στην καλλιτεχνική της πορεία. Αποφοίτησε με άριστα, επιβεβαιώνοντας το ταλέντο και την αφοσίωσή της στην υποκριτική. Στη συνέχεια, εντάχθηκε στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου, συμμετέχοντας σε έντεκα θεατρικές παραγωγές από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950.

Η πρώτη της εμφάνιση καταγράφεται τη θεατρική περίοδο 1939–1940, όταν συμμετείχε στο έργο «Ευτυχώς επτωχεύσαμεν» του Θεόδωρου Συναδινού, σε σκηνοθεσία του Πέλου Κατσέλη. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε και στη «Ζακυνθινή σερενάτα» του Διονυσίου Ρώμα, ενώ ξεχώρισε και στο «Τραγούδι της κούνιας» του Γκρεγκόριο Μαρτίνεθ Σιέρα. Από τα πρώτα της βήματα, φάνηκε η ικανότητά της να υπηρετεί με συνέπεια τόσο δραματικούς όσο και πιο λυρικούς ρόλους.

stigmiotypo othonis 2026 05 05 22.38.28

Σημαντική υπήρξε και η παρουσία της σε κλασικά έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως «Ο επιθεωρητής» του Νικολάι Γκόγκολ, καθώς και σε ελληνικά έργα των Σπύρου Μελά και Άγγελου Τερζάκη. Κατά την περίοδο της Κατοχής, συμμετείχε στη «Μήδεια» του Ευριπίδη ως κορυφαία του χορού, αποδεικνύοντας τη σκηνική της πειθαρχία και τη βαθιά κατανόηση της αρχαίας τραγωδίας.

Μετά τον πόλεμο, η Ρώη συνέχισε την πορεία της στο Εθνικό Θέατρο, συμμετέχοντας σε παραστάσεις αρχαίας κωμωδίας, όπως οι «Εκκλησιάζουσες» και η «Λυσιστράτη», υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση σημαντικών δημιουργών. Οι συμμετοχές της αυτές ανέδειξαν την ευελιξία της ως ηθοποιού, αλλά και την ικανότητά της να λειτουργεί αρμονικά μέσα σε σύνολα.

Παράλληλα με το θέατρο, η Διονυσία Ρώη ανέπτυξε δραστηριότητα και στον ελληνικό κινηματογράφο. Αν και δεν διεκδίκησε πρωταγωνιστικούς ρόλους, η παρουσία της σε δεκάδες ταινίες υπήρξε χαρακτηριστική και ουσιαστική. Συμμετείχε σε γνωστές παραγωγές όπως «Ο παπατρέχας», «Του Κουτρούλη ο γάμος» και «Γοργοπόταμος», ενώ ξεχώρισε και για τη συμβολή της ως μακιγιέζ. Η διπλή αυτή ιδιότητα την καθιστά μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία της εποχής, καθώς ήταν από τις λίγες γυναίκες που διακρίθηκαν σε έναν τεχνικό τομέα της κινηματογραφικής παραγωγής.

Σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή της υπήρξε και ο γάμος της με τον ηθοποιό και μακιγιέρ Γιώργος Ρώης, με τον οποίο μοιράστηκε όχι μόνο τη ζωή της αλλά και την καλλιτεχνική της διαδρομή. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, το ζευγάρι μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου παρέμεινε ενεργό στον θεατρικό χώρο της ελληνικής ομογένειας, συμβάλλοντας στη διατήρηση της ελληνικής πολιτιστικής ταυτότητας στο εξωτερικό.

Η φιλμογραφία της περιλαμβάνει πλήθος ταινιών από τη δεκαετία του 1950 έως και το 1970, όπως «Εύα» (1953), «Η δούκισσα της Πλακεντίας» (1956), «Ο γυναικάς» (1957), «Η λίμνη των πόθων» (1957), «Διαβόλου κάλτσα» (1960), «Ορφανή σε ξένα χέρια» (1962), «Το μεγάλο αμάρτημα» (1963), «Ο παπατρέχας» (1966), «Γοργοπόταμος» (1968) και «Γράμμος» (1970), μεταξύ πολλών άλλων.

Η Διονυσία Ρώη δεν υπήρξε μια εκτυφλωτική σταρ, αλλά μια σταθερή, εργατική και πολυτάλαντη καλλιτέχνις που υπηρέτησε με αφοσίωση την τέχνη του θεάτρου και του κινηματογράφου. Η πορεία της αντικατοπτρίζει μια εποχή όπου η συλλογικότητα, η πειθαρχία και η αγάπη για την τέχνη βρίσκονταν στο επίκεντρο της δημιουργίας.

Σήμερα, το όνομά της παραμένει συνδεδεμένο με μια γενιά δημιουργών που έθεσαν τα θεμέλια του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, αποδεικνύοντας πως η ουσιαστική προσφορά δεν μετριέται μόνο με τη λάμψη, αλλά με τη διάρκεια και το ήθος.

Πέθανε ξεχασμένη σε ένα μικρό υπόγειο η ηθοποιός που έπαιξε σε δεκάδες ελληνικές ταινίες

0

Παμφίλη Σαντοριναίου – Η ηθοποιός που αγάπησε το κοινό και πέθανε ξεχασμένη σε ένα μικρό υπόγειο

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1908. Κόρη του ηθοποιού Βασίλη Αργυρόπουλου (όχι του γνωστού κωμικού). Υπήρξε σύζυγος του ηθοποιού Κώστα Σαντοριναίου. Πέθανε το 1994. 

Η Παμφίλη Σαντοριναίου υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. με το ταλέντο, το ήθος και τη σεμνότητά της, κέρδισε μια θέση στην καρδιά του κοινού μέσα από δεκάδες ταινίες, όπου συνήθως υποδυόταν δευτερεύοντες αλλά πάντα αξέχαστους ρόλους. ωστόσο, η ζωή δεν της χάρισε το ίδιο φως που γνώρισε στις κινηματογραφικές αίθουσες.

 Δείτε το βίντεο:

Γεννημένη τη δεκαετία του ’30, η Σαντοριναίου μεγάλωσε σε μια δύσκολη εποχή, όπου το θέατρο και ο κινηματογράφος αποτελούσαν όνειρο για πολλούς νέους καλλιτέχνες. από μικρή έδειξε την αγάπη της για την υποκριτική και κατάφερε να μπει στον χώρο του θεάτρου, ξεκινώντας από μικρούς ρόλους, ώσπου έγινε γνωστή μέσα από συνεργασίες με σπουδαίους ηθοποιούς και σκηνοθέτες της εποχής.

stigmiotypo othonis 2025 10 20 23.10.11

οι ταινίες στις οποίες συμμετείχε ήταν πολλές – δραματικές, κοινωνικές, αλλά και κωμωδίες. το κοινό την θυμάται για το χαρακτηριστικό της βλέμμα και την αυθεντικότητα που έφερνε σε κάθε ρόλο. δεν επιδίωξε ποτέ τη δημοσιότητα ούτε τα φώτα της πρώτης γραμμής· προτιμούσε να μιλά μέσα από τη δουλειά της, με μια αξιοπρέπεια που σήμερα σπανίζει.

Όμως, όπως συνέβη με πολλούς ηθοποιούς της χρυσής εποχής, τα χρόνια πέρασαν, οι προτάσεις λιγόστεψαν και η Σαντοριναίου έμεινε στο περιθώριο. η παλιά της αίγλη χάθηκε, και η ίδια αποτραβήχτηκε από τα φώτα, ζώντας τα τελευταία της χρόνια σε ένα μικρό υπόγειο διαμέρισμα, μακριά από τη λάμψη και τους ανθρώπους που κάποτε την περιέβαλλαν.

333 19

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ηθοποιός αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενώ η υγεία της είχε επιδεινωθεί. παρά τις δυσκολίες, δεν ζήτησε βοήθεια· όσοι την ήξεραν μιλούν για μια γυναίκα περήφανη, που προτιμούσε τη μοναξιά από τη λύπηση.

Η είδηση του θανάτου της συγκλόνισε όσους τη θυμούνταν από τις παλιές ταινίες. πέθανε αθόρυβα, όπως αθόρυβα έζησε τα τελευταία της χρόνια – μόνη, αλλά με την αξιοπρέπεια που τη διέκρινε πάντα. κανείς δεν βρέθηκε κοντά της στις τελευταίες στιγμές, κανένα φως δεν έπεσε πάνω της αυτή τη φορά, παρά μόνο η σιωπή ενός μικρού υπογείου.

Η ιστορία της Σαντοριναίου είναι μια υπενθύμιση για το πώς η δόξα του θεάματος μπορεί να είναι εφήμερη. πίσω από τα χειροκροτήματα και τα φώτα, κρύβονται πολλές ζωές γεμάτες πάθος, αγώνα και, τελικά, λησμονιά.

Κι όμως, για όσους τη γνώρισαν μέσα από την οθόνη, η παμφίλη σαντοριναιου θα παραμείνει για πάντα εκεί — σε ένα ασπρόμαυρο πλάνο, με το φωτεινό της χαμόγελο και το βλέμμα γεμάτο ανθρωπιά.

Φιλμογραφία

Στην Πόλη αγαπηθήκαμε (1972)
Μια μάνα κατηγορείται (1972)
Νατάσα (1970)
Τα αδέλφια ορκίστηκαν εκδίκηση (1970)
Καινούργια μέρα χάραξε (1969)
Για μια τρύπια δραχμή (1968)
Μείνε κοντά μου αγαπημένε (1968)
Η επιστροφή της Μήδειας (1968)
Ανάμεσα σε δυο γυναίκες (1967)
Πειραιάς ώρα 07.30 (1967)
Από τα Ιεροσόλυμα με αγάπη (1967) 
Φως… νερό… τηλέφωνο, οικόπεδα με δόσεις (1966)
Η αρτίστα (1966)
Γλυκιά, γλυκιά μου αγάπη (1965)
Κάθε λιμάνι και καημός (1964)
Προδομένη αγάπη (1962) [θεία Μαρία]
Αγνή κι ατιμασμένη (1962)
Η μεγάλη θυσία (1962)
Κατηγορούμενος… ο έρως (1961)
Ματωμένα στέφανα (1961)
Το σπίτι της ηδονής (1961)
Μάνα μου, παραστράτησα (1961) [Μάρθα]
Κασσιανή (1960)
Το χαμίνι (1960)[Όλγα, θεία του Γιώργου]
Μια του κλέφτη… (1960) [κυρία στο πινάκλ]
Μαλάμω (1960)
Ραντεβού στη Βενετία (1960) [Ιουλία]
Δουλειές με φούντες (1959)
Το αγοροκόριτσο (1959)
Το τρελλοκόριτσο (1958) 
Η φτώχεια θέλει καλοπέραση (1958)
Χαρούμενοι αλήτες (1958) [γιαγιά]
3 τρελοί ντετέκτιβς (1957)
Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες (1956) [Καλλιόπη]
Κατρακύλισμα (1955)
Το οργανάκι του Αττίκ (1955)
Οι κολασμένοι (1953)

Πέθανε ξεχασμένη σε γηροκομείο και ο θάνατός της μαθεύτηκε 10 μέρες μετά την κηδεία

0

Ήταν η μητέρα, η θεία και η ψυχομάνα γνωστών χαρακτήρων του ελληνικού κινηματογράφου.

Έπαιζε σε δεκάδες ταινίες και μπορεί να καθιερώθηκε σε δεύτερους ρόλους, όμως ξεχώρισε για την ιδιαίτερη φυσιογνωμία και το υποκριτικό της ταλέντο.

7e7158960172df00a0ae77baf9accdc2

Ο λόγος για την ηθοποιό Τζόλυ Γαρμπή που συμμετείχε σε ταινίες που σημείωσαν τεράστια επιτυχία  όπως «Η νεράιδα και το παλικάρι», «Η σωφερίνα», «Χτυποκάρδια στο θρανίο», «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες».

135d07fb403e06d4f7918d154bf17724

Γεννήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1913 από Έλληνες μετανάστες. Την περίοδο της εφηβείας της επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε με την οικογένεια της στην Αθήνα. Στα 21 της χρόνια ήξερε ήδη ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Τότε έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο με τη βουβή ταινία “Κοινωνική σαπίλα”. Το 1938 μετακόμισε στο Παρίσι, απ’οπου αναγκάστηκε να φύγει λίγο αργότερα, καθώς ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

photo7 liza
φωτογραφία: finos film

Επέστρεψε στην Ελλάδα και υπηρέτησε στον ελληνοϊπόλεμο ως στρατιωτική νοσοκόμα, ενώ τα χρόνια της κατοχής πήρε μέρος στην αντίσταση.

Πέρασαν 20 χρόνια προκειμένου να παίξει ξανά στον κινηματογράφο. Η δεύτερη ταινία, στην οποία συμμετείχε, ήταν  “Θανασάκης ο πολιτευόμενος” στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ντίνος Ηλιόπουλος.

Δείτε το βίντεο:


Τότε ήταν ήδη 41 ετών, για το λόγο αυτό τις έδιναν κυρίως ρόλους μεγάλων κυριών. Τρία χρόνια μετά, ακολούθησε η ταινία “Ο Φανούρης και το σόι του” με πρωταγωνιστή τον Μίμη Φωτόπουλο και η ταινία “Μια ζωή την έχουμε” με τον Δημήτρη Χορν.

34 3

Ωστόσο, οι μεγάλες επιτυχίες ήρθαν τη δεκαετία του ’60, όταν ήταν ήδη 50 ετών και έπαιξε στις ταινίες της Βουγιουκλάκη και του Παπαμιχαήλ. “Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος”, “Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες” “Η Λίζα και η άλλη” ήταν μερικές από τις ταινίες που την έκαναν γνωστή στο κοινό.  Μέχρι το τέλος της καριέρας της είχε παίξει σε 60 ταινίες!

def78521401b7db3ec1a1534933c82fdΕκτός από τον κινηματογράφο, πήρε μέρος σε Οπερέτες,  σε θεατρικές παραστάσεις και σε πολλές τηλεοπτικές σειρές που προβλήθηκαν στην ΥΕΝΝΕΔ, τον ΑΝΤ1 και το Mega. Ήταν παντρεμένη με τον ηθοποιό Θεόδωρο Μορίδη, με τον οποίο έζησε έξι δεκαετίες. Δεν απέκτησαν παιδιά και έζησαν αποτραβηγμένοι από τα φώτα της δημοσιότητας στο εξοχικό τους στο Μάτι Αττικής.

Τον τελευταίο καιρό η Τζόλυ Γαρμπή ζούσε σε γηροκομείο. Πέθανε ξεχασμένη το 2002 σε ηλικία 89 ετών. Ο θάνατος της έγινε γνωστός 10 μέρες μετά την κηδεία της.

Δείτε το βίντεο:

Πέθανε ξεχασμένη σε γηροκομείο και ο θάνατός της μαθεύτηκε 10 μέρες μετά την κηδεία

0

Ήταν η μητέρα, η θεία και η ψυχομάνα γνωστών χαρακτήρων του ελληνικού κινηματογράφου. Έπαιζε σε δεκάδες ταινίες και μπορεί να καθιερώθηκε σε δεύτερους ρόλους, όμως ξεχώρισε για την ιδιαίτερη φυσιογνωμία και το υποκριτικό της ταλέντο.

Ο λόγος για την ηθοποιό Τζόλυ Γαρμπή που συμμετείχε σε ταινίες που σημείωσαν τεράστια επιτυχία  όπως «Η νεράιδα και το παλικάρι», «Η σωφερίνα», «Χτυποκάρδια στο θρανίο», «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες».

Γεννήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1913 από Έλληνες μετανάστες. Την περίοδο της εφηβείας της επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε με την οικογένεια της στην Αθήνα. Στα 21 της χρόνια ήξερε ήδη ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

fthtyrdtiegre

Τότε έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο με τη βουβή ταινία «Κοινωνική σαπίλα». Το 1938 μετακόμισε στο Παρίσι, απ’οπου αναγκάστηκε να φύγει λίγο αργότερα, καθώς ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Επέστρεψε στην Ελλάδα και υπηρέτησε στον ελληνοϊπόλεμο ως στρατιωτική νοσοκόμα, ενώ τα χρόνια της κατοχής πήρε μέρος στην αντίσταση.

Πέρασαν 20 χρόνια προκειμένου να παίξει ξανά στον κινηματογράφο. Η δεύτερη ταινία, στην οποία συμμετείχε, ήταν  «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Τότε ήταν ήδη 41 ετών, για το λόγο αυτό τις έδιναν κυρίως ρόλους μεγάλων κυριών. Τρία χρόνια μετά, ακολούθησε η ταινία «Ο Φανούρης και το σόι του» με πρωταγωνιστή τον Μίμη Φωτόπουλο και η ταινία «Μια ζωή την έχουμε» με τον Δημήτρη Χορν.

rtiergte

Ωστόσο, οι μεγάλες επιτυχίες ήρθαν τη δεκαετία του ’60, όταν ήταν ήδη 50 ετών και έπαιξε στις ταινίες της Βουγιουκλάκη και του Παπαμιχαήλ. «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» «Η Λίζα και η άλλη» ήταν μερικές από τις ταινίες που την έκαναν γνωστή στο κοινό.  Μέχρι το τέλος της καριέρας της είχε παίξει σε 60 ταινίες!

rtiergef

Εκτός από τον κινηματογράφο, πήρε μέρος σε Οπερέτες,  σε θεατρικές παραστάσεις και σε πολλές τηλεοπτικές σειρές που προβλήθηκαν στην ΥΕΝΝΕΔ, τον ΑΝΤ1 και το Mega. Ήταν παντρεμένη με τον ηθοποιό Θεόδωρο Μορίδη, με τον οποίο έζησε έξι δεκαετίες. Δεν απέκτησαν παιδιά και έζησαν αποτραβηγμένοι από τα φώτα της δημοσιότητας στο εξοχικό τους στο Μάτι Αττικής.

itegtrfe

Τον τελευταίο καιρό η Τζόλυ Γαρμπή ζούσε σε γηροκομείο. Πέθανε ξεχασμένη το 2002 σε ηλικία 89 ετών. Ο θάνατος της έγινε γνωστός 10 μέρες μετά την κηδεία της.

Πέθανε ξεχασμένη μόλις 52 ετών η σπουδαία λαϊκή τραγουδίστρια με τις αμέτρητες επιτυχίες

0

Βούλα Πάλλα: Μια μεγάλη αλλά αδικημένη τραγουδίστρια

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια της Βούλας Πάλλα – Οι πρώτες της ηχογραφήσεις – Οι μεγάλες της επιτυχίες – Γιατί έκανε ελάχιστες «ζωντανές» εμφανίσεις – Οι διαμάχες κορυφαίων Ελλήνων συνθετών για τα «ινδοπρεπή» τραγούδια

3 20

Στην Ελλάδα, στον χώρο του τραγουδιού, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, γνώρισαν τεράστια επιτυχία και όλα όσα αυτή συνεπάγεται (δόξα, χρήμα, υστεροφημία κλπ.) άνθρωποι που δεν ξέφευγαν από την μετριότητα. Αντίθετα, υπήρξαν άτομα με ιδιαίτερη αξία, που για κάποιους λόγους δεν είχαν την αναγνώριση που έπρεπε. Ανάμεσά τους, κατά την ταπεινή μας άποψη, μια σπουδαία τραγουδίστρια με χαρακτηριστική, θεσπέσια φωνή: η Βούλα Πάλλα.

Ούτε στη Βούλα Πάλλα υπάρχει αφιέρωμα στο διαδίκτυο και, αν και δυσκολευτήκαμε λίγο είναι η αλήθεια, καταφέραμε να βρούμε αρκετά στοιχεία γι’ αυτή. Παράλληλα, επειδή για πολλούς η Βούλα Πάλλα ήταν μια τραγουδίστρια που ταυτίστηκε με τα λεγόμενα «ινδοπρεπή τραγούδια», θα κάνουμε και μια πρώτη αναφορά στις σφοδρές αντιπαραθέσεις μεταξύ κορυφαίων Ελλήνων συνθετών, σχετικά με το αν κάποια ελληνικά τραγούδια, αποτελούν αντιγραφή ινδικών.

artworks 8hwclazzugsyia0n ylojfw

Βούλα Πάλλα: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια

Η Βούλα Πάλλα, γεννήθηκε στον Κόρφο Κορινθίας στις 29 Μαρτίου 1929. Το βαφτιστικό όνομά της ήταν Παρασκευή, Πατέρας της, ήταν ο μαραθωνοδρόμος και κωπηλάτης Παναγιώτης Πάλλας και μητέρα της, η Ευαγγελία Παπαδοπούλου. Η Βούλα Πάλλα, είχε και μια αδελφή, τη Φωτεινή.

palla2

Το 1932 πέθανε ο πατέρας της σε ηλικία μόλις 29 ετών και η ορφάνια της στιγμάτισε τη ζωή. Τη φροντίδα της οικογένειάς της, ανέλαβε ο αδελφός της γιαγιάς της, από την πλευρά της μητέρας της, που ήταν δικηγόρος.

Μετά από λίγα χρόνια, όταν η Βούλα ήταν 9-10 ετών, «βρέθηκε» μια «καλή» οικογένεια από τις Σέρρες, που ζήτησε να μεγαλώσει τη Βούλα ή την αδελφή της, χωρίς όμως να γίνει υιοθεσία. Η μητέρα της, έδωσε τη μικρή Βούλα. Σύντομα όμως, η οικογένεια από τις Σέρρες, αποδείχτηκε ότι ήθελε απλά τη μικρή για να κάνει τις δουλείες του σπιτιού. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, η Βούλα να επιστρέψει στην οικογένειά της.

Για τρία χρόνια έμεινε στη Στιμάγκα Νεμέας, όπου ο θείος της ήταν δασοφύλακας. Έπειτα, μπήκε οικότροφος στη Σχολή Καλογραιών στον Πειραιά. Όμως η πρώτη βόμβα του πολέμου που έπεσε εκεί, τερμάτισε άδοξα τη φοίτησή της.

Επέστρεψε στον Κόρφο, όπου άρχισε ν’ ασχολείται με αγροτικές εργασίες. Παράλληλα, άρχισε να δείχνει τις ικανότητές της στο τραγούδι. Ο πατέρας της μητέρας της ήταν ιερέας και η Βούλα, πήγαινε στην εκκλησία και έψαλλε, «μπαίνοντας» ασυνείδητα στους δρόμους της βυζαντινής μουσικής. Παράλληλα τραγουδούσε στο σπίτι της δημοτικά τραγούδια, ενώ το ίδιο έκανε και σε τοπικά πανηγύρια.

Ο ερχομός στην Αθήνα – Ο γάμος – Οι πρώτες επαφές της με δισκογραφικές εταιρείες

Το 1951, η Βούλα Πάλλα, παντρεύτηκε στην Αθήνα τον υδραϊκής καταγωγής Μιχάλη Πρωτόπαππα. Αυτός είναι ο λόγος που σε πολλά τραγούδια που έχει γράψει η ίδια τους στίχους ή και τη μουσική, αναφέρεται ως Παρασκευή Πρωτόπαππα.

Απέκτησε δύο γιους, τον Κώστα και τον Πάνο και ζούσαν μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της στον Βοτανικό. Ο σύζυγός της είχε ένα κατάστημα με ελαστικά αυτοκινήτων στην οδό Χαλκοκονδύλη. Σύντομα, άνοιξαν και δεύτερο κατάστημα τη λειτουργία του οποίου ανέλαβε η Βούλα. Η αδελφή της ανέλαβε το άλλο κατάστημα ελαστικών και ο σύζυγός της άνοιξε πρατήριο βενζίνης.

Το «σαράκι» του τραγουδιού όμως την έτρωγε. Έτσι όταν στο ραδιόφωνο στα τέλη της δεκαετίας του ’50 άκουσε ότι όποιος θέλει, μπορεί να πάει στο εργοστάσιο της Columbia και πληρώνοντας 30.000 δραχμές να γράψει ένα δίσκο με τη φωνή του, μετά από την προτροπή και της μητέρας της, έκανε το μεγάλο βήμα.

Όταν την άκουσαν να τραγουδά οι άνθρωποι της Columbia, έμειναν έκπληκτοι και της είπαν: «Γιατί να μας πληρώσεις αντί να σε πληρώνουμε;» και τη σύστησαν σε κάποιον παραγωγό. Αυτός όμως της ζήτησε «ανταλλάγματα» για τον δίσκο. Η Πάλλα αρνήθηκε και απογοητευμένη αποφάσισε να μην ασχοληθεί πάλι με τη δισκογραφία.

Η μοίρα όμως έπαιξε το δικό της παιχνίδι. Ένα βράδυ πήγε να διασκεδάσει με την παρέα της σε μια ταβέρνα στον Άγιο Μελέτη. Εκεί έπαιζε κιθάρα ο τυφλός μουσικός και «κυνηγός ταλέντων», Στέλιος Χρυσίνης. Όταν πήγε στο τραπέζι της, η Βούλα τραγούδησε. Ο Χρυσίνης ενθουσιάστηκε, όμως εκείνη του μίλησε για τη βαθιά απογοήτευση που ένιωθε από την επαφή της με τη δισκογραφία.

Τότε, ο Χρυσίνης της είπε ότι σε λίγες μέρες θα άνοιγε στην Ελλάδα παράρτημα της εταιρείας δίσκων RCA-Victor και της πρότεινε να συναντήσει τον διευθυντή της τον Γιώργο Ορφανίδη, έναν εξαιρετικό άνθρωπο.

Έτσι κι έγινε. Η Βούλα Πάλλα ζήτησε «να μπαίνει στην εταιρεία και να νιώθει ότι μπαίνει σπίτι της», ενώ ο Χρυσίνης και ο Ορφανίδης της είπαν ότι είναι τραγουδίστρια δίσκων και δεν θα πρέπει να εμφανίζεται σε κέντρα διασκέδασης.

Έτσι, ηχογράφησε με το Τρίο Ατενέ, το πρώτο της τραγούδι, το σατιρικό «Το Καλαθάκι». Το είδος αυτό όμως δεν της ταίριαζε. Στράφηκε στο δημοτικό τραγούδι και ερμήνευσε το «Μαντίλι Καλαματιανό» (1960). Τα επόμενα χρόνια, συνέχισε ηχογραφώντας δημοτικά τραγούδια. Έβλεπε όμως ότι ούτε αυτά την κάλυπταν. Ζήτησε από τους παραγωγούς της RCA Γκι Ζιρό και Άκη Λιμούρη να ερμηνεύσει λαϊκά τραγούδια. Ο Ζιρό ήταν αντίθετος. Τότε η Βούλα Πάλλα έκανε αποχή από την εταιρεία για ένα χρόνο μέχρι να λήξει το συμβόλαιό της.

Ακολούθως, ηχογράφησε κάποια τραγούδια στην εταιρεία ΝΙΝΑ ανάμεσά τους και το πρώτο ινδοπρεπές, με τίτλο «Αγάπη τόσο όμορφη». Ο Γ. Ορφανίδης την αναζήτησε και της πρότεινε να επιστρέψει στην RCA. Εκείνη απάντησε ότι θα επέστρεφε μόνο αν ερμήνευε λαϊκά τραγούδια. Ο Ορφανίδης απόρησε και την ρώτησε αν πίστευε τόσο πολύ ότι θα είχε επιτυχία στο λαϊκό τραγούδι. «Ναι, το πιστεύω» του απάντησε. Και επειδή οι παραγωγοί της εταιρείας δεν της παραχωρούσαν τους δικούς τους μουσικούς, είπε στον Ορφανίδη ότι θα πλήρωνε η ίδια τα «όργανα» που θα τη συνόδευαν.

Η συμφωνία έκλεισε με ένα συμβόλαιο που της παραχωρούσε πολύ υψηλά ποσοστά από τις πωλήσεις των δίσκων, μεγαλύτερα κι από καταξιωμένους συναδέλφους της εκείνη την εποχή.

Έχοντας για συνεργάτες της τον αξέχαστο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού (και συνθέτη), Στέλιο Ζαφειρίου, τον μεγάλο ακορντεονίστα Λάζαρο Κουλαξίζη κ.ά., ηχογράφησε τα δύο πρώτα της τραγούδια, που ήταν διασκευές ινδικών τραγουδιών: «Γύρισε πάλι κοντά μου» και «Αγάπη μου». Το «Αχ!», της Βούλας Πάλλα, που ακούγεται στην αρχή του τραγουδιού, ανέδειξε τη σπουδαία, ξεχωριστή φωνή και ενθουσίασε τον κόσμο αλλά και τον Γ. Ορφανίδη που είδε τον δίσκο της να σημειώνει σημαντικές πωλήσεις και της ζήτησε να συνεχίσει να ερμηνεύει παρόμοια τραγούδια.

Η Βούλα Πάλλα, συνέχιζε ερμηνεύοντας διασκευές ινδικών τραγουδιών του μεγάλου συνθέτη Ali Naushad, σε συνεργασία με τον Νάκη Πετρίδη. Τα τραγούδια που ερμήνευε, είχαν πάντα την προσωπική της σφραγίδα.

Το 1965, γνώρισε τεράστια επιτυχία με τραγούδια «Η Παντρεμένη» (“Σήμερα Πήρα Είδηση”), σε δικούς της στίχους και μουσική και «Συγχώρα με», επίσης σε δική της μουσική και στίχους (σε κάποιες πηγές αναφέρεται ως στιχουργός ο Κώστας Καρουσάκης).

Οι επιτυχίες της Βούλας Πάλλα, διαδέχονταν η μία την άλλη. Τα περισσότερα τραγούδια, είναι δικές της δημιουργίες.

Ερμήνευσε όμως και τραγούδια όπως το «Αθώο Φιλί»(Χ. Νικολόπουλος – Πυθαγόρας) και «Μ’ Άφησες ένα Δειλινό» (Θ. Δερβενιώτης – Γ.Σαμολαδάς). Ερμήνευσε ακόμα και δύο τραγούδια του μεγάλου Γιάννη Μαρκόπουλου, ο οποίος ζήτησε, απ’ όλες τις τραγουδίστριες της RCA, να τα ερμηνεύσει η Βούλα Πάλλα! Πρόκειται για τα: «Απάνω στο Τιμόνι» και «Γύρισε Ξανά». Οι στίχοι των τραγουδιών ανήκουν στον σπουδαίο Κώστα Γεωργουσόπουλο! Τραγούδια της ακούγονται στις ταινίες «Βάνα», «Χωρισμός» και «Γιατί με πρόδωσες». To 1967-68 γνωρίζει τεράστια επιτυχία, ερμηνεύοντας το παραδοσιακό τραγούδι «Μαύρα μάτια στο ποτήρι», που παλιότερα είχε τραγουδήσει Ο Τάκης Καρναβάς. Τότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην τηλεόραση. Συγκεκριμένα, τραγούδησε ζωντανά στην εκπομπή του Όμηρου Αθηναίου, στην, αλήστου μνήμης, ΥΕΝΕΔ…

Αν και τις ζητούσαν να εμφανιστεί και σε νυχτερινά κέντρα, δίσταζε. Το 1970 όμως ενέδωσε. Δεν τραγούδησε όμως στην Ελλάδα, αλλά στον Καναδά! Ξεκίνησε από το Τορόντο και το κέντρο «Λίντο Πλάκα» και συνέχισε στο Μόντρεαλ, τη Νέα Υόρκη και έπειτα στην Αυστραλία: Σίδνεϊ, Μελβούρνη κλπ. Οι ομογενείς, Έλληνες και Κύπριοι, την αποθέωναν σε κάθε της εμφάνιση.

Αντίθετα στην Ελλάδα, η Βούλα Πάλλα εμφανίστηκε «ζωντανά», λιγότερες από 20 φορές (!) σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Παρόλο ότι γνώριζε αποθέωση σε κάθε της εμφάνιση, το κλίμα των νυχτερινών κέντρων δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία της.

Στο μεταξύ, το 1969-1970 η RCA πουλήθηκε στην Polygram, στην οποία «μετακόμισαν» και όλοι οι καλλιτέχνες της. Στην Polygram, πιθανότατα λόγω των υψηλών ποσοστών που έπαιρνε, δεν προωθήθηκε.

Ηχογράφησε μόνο ένα LP με δημοτικά τραγούδια, διασκευασμένα για σύγχρονα όργανα, όπως ηλεκτρική κιθάρα σε συνδυασμό με παραδοσιακά μουσικά όργανα.

Το 1974, κυκλοφόρησε το LP «14 Λαϊκά Κεντήματα», στην εταιρεία ZODIAC, του Αλέκου Πατσιφά. Το 1977, κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Τραγούδια της Ζωής μου» και το 1979, τον τελευταίο της δίσκο, με τίτλο «Γη Ποτισμένη με Ιδρώτα, Mother India», όπου διασκεύασε συνθέσεις του Ali Naushad.

Η Βούα Πάλλα, αν και δεν έκανε καταχρήσεις, είχε εύθραυστη υγεία. Είχε υποβληθεί σε 15 διαφορετικές χειρουργικές επεμβάσεις. Το 1979 εκδηλώθηκε στη Βούλα Πάλλα καρκίνος στο παχύ έντερο. Το καλοκαίρι του 1980 πήγε στην Αμερική όπου νοσηλεύτηκε για ένα διάστημα στο νοσοκομείο «Mount Sinai», αφού πρώτα εκπλήρωσε μια τελευταία της επιθυμία, να τραγουδήσει για τους ομογενείς στο κέντρο «Τσολιάς».

Αναφέρουμε μερικά ακόμα από τα τραγούδια που ερμήνευσε: «Γλυκιά μου αγάπη» (Ali Naushad – Κ. Καρουσάκης), «Καρδιολόγος» («Θέλω άπονη καρδιά») (Ν. Πετρίδης – Π. Πρωτόπαππα ,δηλ. Β. Πάλλα), «Μοιάζω μ’ ένα δέντρο μαραμένο» (Λ. Μπουρνέλης – Β. Πάλλα), «Σαν πουλί κυνηγημένο» (S. Mohinder – Β. Πάλλα (;) ), «Τι θα γίνω» (το τραγούδι ερμήνευσε έξοχα και η Χρυσούλα Χριστοπούλου, στον πρώτο δίσκο των Ζιγκ-Ζαγκ το 1986), «Το ταξίδι της ζωής», σε στίχους Μαρίας Ρηγοπούλου κ.ά.

Η Βούλα Πάλλα έφυγε από κοντά μας την Πέμπτη 28 Αυγούστου 1980, στην κλινική «Καλός Σαμαρείτης» στην Αθήνα και κηδεύτηκε στην γενέτειρά της, στον Κόρφο Κορινθίας. Την επόμενη μέρα, σε λίγες αράδες, οι εφημερίδες έγραψαν: «Πέθανε χθες η ερμηνεύτρια ινδικών τραγουδιών Βούλα Πάλλα» («Βραδυνή», «Πρωινή Ελευθεροτυπία» κ.ά.). Και όμως, η Βούλα Πάλλα δεν ήταν μια απλή τραγουδίστρια ινδικών τραγουδιών, αλλά μία από τις μεγαλύτερες γυναικείες φωνές της Ελλάδας που, ίσως και για δικούς της λόγους, δεν αξιοποιήθηκε όσο έπρεπε και δεν ερμήνευσε τα «μεγάλα» τραγούδια που θα μπορούσε.

Τα «ινδοπρεπή» τραγούδια

Όπως αναφέραμε, η Βούλα Πάλλα ερμήνευσε πολλά τραγούδια Ινδών συνθετών, κυρίως του Ali Naushad. Ποτέ δεν το αρνήθηκε και πάντοτε φρόντιζε να αναφέρονται στους δίσκους τα ονόματα των συνθετών. Όμως, τη δεκαετία του ’60, έγινε ένας πραγματικός χαμός με τα λεγόμενα «ινδοπρεπή» τραγούδια. Επρόκειτο για τραγούδια Ινδών συνθετών που, είτε ακριβώς ίδια, είτε διασκευασμένα, «ντύνονταν» με ελληνικούς στίχους και παρουσιάζονταν εξ ολοκλήρου ως ελληνικά.

Όλα ξεκίνησαν το 1960, με την προβολή της ταινίας «Γη Ποτισμένη με Ιδρώτα», με πρωταγωνίστρια τη Ναργκίς. Η ταινία σημείωσε τεράστια επιτυχία. Ατέλειωτες ουρές έξω από τους κινηματογράφους. Ο εισαγωγέας της Γιώργος Χαραλαμπίδης, ανέφερε μάλιστα ότι έγινε ειδική προβολή για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στον κινηματογράφο «Άστυ»! Τα επόμενα χρόνια, προβλήθηκαν στη χώρα μας 111 ινδικές ταινίες, στις οποίες ακούγονται και πολλά τραγούδια. Ορισμένοι συνθέτες πήγαιναν στις προβολές των ταινιών με ένα μαγνητόφωνο και ηχογραφούσαν τα τραγούδια.

Στη συνέχεια, αφού βέβαια τα «έγραφαν» με Έλληνες μουσικούς και άλλαζαν τους ινδικούς στίχους με ελληνικούς, τα πήγαιναν στις εταιρείες για να κυκλοφορήσουν σε δίσκους. Όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του ο αξέχαστος Γιάννης Παπαϊωάννου, μία φορά, δύο συνθέτες πήραν την ίδια ινδική μουσική και αφού πρόσθεσαν στίχους, διαφορετικούς ο καθένας βέβαια, πήγαν σε στούντιο εταιρείας, για ηχογράφηση. Εκεί φυσικά, έγινε αντιληπτή η λαθροχειρία και οι συνθέτες εκτέθηκαν. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, αναφέρει ένα παρόμοιο περιστατικό, με τρεις όμως συνθέτες! Αυτά όμως, δεν «βγήκαν» ποτέ προς τα έξω.

tsi

Ο μεγαλύτερος κατήγορος των «διασκευαστών», ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης. Σε μια σειρά συνεντεύξεών του στο «Ντομινό», το 1967, ήταν καταιγιστικός.

«Τα 9/10 των Ελλήνων συνθέτων λαϊκής μουσικής αντιγράφουν σήμερα τις μελωδίες τους. Αντιγράφουν όλα τα μοτίβα που ακούνε: ινδικά, αιγυπτιακά, τούρκικα, κινέζικα. Αλήθεια, τώρα αντιγράφουν και τα κινέζικα».

kaldaras12

Στον Τσιτσάνη, απάντησαν μέσα απ’ το «Ντομινό» στις 20/10/1967, ο Θόδωρος Δερβενιώτης και ο Απόστολος Καλδάρας. Ο μεν Δερβενιώτης, ισχυρίστηκε ότι το λαϊκό τραγούδι γράφεται πάνω στη βυζαντινή μουσική, όπως και το δημοτικό, και αυτή τη μουσική χρησιμοποιούν οι Άραβες, οι Τούρκοι, οι Ινδοί, οι Ισπανοί κλπ. Ο δε Καλδάρας, χαρακτήρισε τις κατηγορίες του Τσιτσάνη ανεύθυνες και είπε ότι λόγω αδυναμίας του να «παλέψει στον καλλιτεχνικό στίβο», καταφεύγει σε αναλήθειες και θόρυβο», ενώ για τα λαϊκά τραγούδια, είπε ότι ήρθαν με τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.

Τα άρθρα προκάλεσαν αίσθηση. Οι αναγνώστες του περιοδικού χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες. Στους υποστηρικτές του Τσιτσάνη, όπως ο συνθέτης Μπάμπης Δαλιάνης που ζήτησε μάλιστα οι συνθέτες να υπογράφουν υπεύθυνες δηλώσεις για τις δημιουργίες τους. Υπήρχαν όμως και άλλοι, όπως ο συνθέτης Νίκος Καρανικόλας, που αφού δήλωσε ότι οι εταιρείες θέλουν «τούρκικα, αράπικα και ινδικά τραγούδια», κατηγόρησε τον Τσιτσάνη για αντιγραφές!

Ο Τσιτσάνης επανήλθε στο τεύχος της 1/12/1967 του «Ντομινό», όπου χαρακτήρισε τον Καλδάρα ως «… την αλεπού της ερήμου των Ινδιών, της Αραβίας και όλης της γης». Παρέθεσε παράλληλα συνθέσεις του Απόστολου Καλδάρα, που ισχυρίστηκε ότι ήταν δημιουργίες Ινδών, Αράβων κλπ. :«Όσο αξίζεις εσύ», 70.000 πωληθέντες δίσκοι), «Πριν μου φύγεις γλυκιά μου» 60.000, «Μην περιμένεις πια!» 50.000, «Στην Παναγιά ορκίστηκα», 20.000, «Όση γλύκα έχουνε τα χείλη σου», 70.000, «Όχι, όχι μη με παρατάς!», 70.000, «Θέλεις μ’ αγαπάς, θέλεις με μισείς», 50.000, «Ποιος σου’ πε κούκλα μου ποιος είν’ αυτός», 60.000.

r 12675203 1595973756 7816

Όπως γράφουν οι Ελένη Αμπατζή και Μανουήλ Τασούλας, στο βιβλίο τους «Ινδοπρεπών Αποκάλυψη», η έρευνά τους επιβεβαίωσε ότι τουλάχιστον πέντε από τα οκτώ παραπάνω τραγούδια, μοιάζουν με προγενέστερα ινδικά.

Τα κεφάλαια ινδικός κινηματογράφος στην Ελλάδα και οι σχέσεις ελληνικών τραγουδιών με ινδικά, αραβικά κ.ά. τραγούδια, είναι τεράστιο και θα μας απασχολήσουν στο μέλλον.

Πηγή: Ελένη Αμπατζή – Μανουήλ Τασούλας, «Ινδοπρεπών Αποκάλυψη», Εκδόσεις «Ατραπός».

Πέθανε ξεχασμένη και Πάμφτωχη: Τη βρήκαν νεκρή 2 μέρες μετά την αγαπημένη ηθοποιό

0

Η Σαπφώ Νοταρά γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1907.

Μια σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιός που πρέπει να γνωρίζουμε την ιστορία της

Το πραγματικό της επώνυμο ήταν Χανδάνου. Σπούδασε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου και στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου. Το επώνυμο Νοταρά το πήρε από το δρόμο που βρισκόταν η δραματική σχολή στην οποία φοιτούσε.

1 105

Ως ηθοποιός πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο και συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους ηθοποιούς της εποχής (Κατερίνα, Νέζερ, Λαμπέτη, Χορν). Εμφανίστηκε και σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες. Αξέχαστη θα μείνει η επιβλητική της φωνή. Μεταξύ των ερμηνειών της περιλαμβάνεται ένα τραγούδι σε στίχους του Ζαν-Πωλ Σαρτρ και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, με τίτλο «Στην Οδό του Μπλαμαντώ». Κύκνειο άσμα της αποτέλεσε η συνεργασία της με τον τελευταίο, στην «Πορνογραφία», το 1981.

1 11

Πασίγνωστη έγινε και μέσα από τις ατάκες της, όπως το «Εδώ μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορρα» και το «Μπουρλότο». Άφησε εποχή με τις ερμηνείες της στις ταινίες «Αχ, αυτή η γυναίκα μου», «Η χαρτοπαίχτρα», αλλά και στο θέατρο στην «Πορνογραφία» (1981) και στο ραδιόφωνο ως «Η κυρία Κυριακή» (η τελευταία ήταν ραδιοφωνική παραγωγή του Κώστα Π. Παναγιωτόπουλου).

Το τέλος – Πέθανε εντελώς μόνη και αβοήθητη, σε διαμέρισμα που διέμενε επί της πλατείας Κουμουνδούρου, στον αριθμό 22, το ενοίκιο του οποίου πλήρωνε κάποιος νέος επιχειρηματίας θαυμαστής της, που έμεινε όμως άγνωστος. Τη βρήκαν δύο ημέρες αργότερα μετά από αναζήτηση από τους ανθρώπους παρακείμενου εστιατορίου που συνήθιζε να πηγαίνει. Η αστυνομία διέρρηξε την πόρτα και τη βρήκε νεκρή στις 13 Ιουνίου του 1985.

1 12 1 Κηδεύτηκε σε στενό κύκλο στο Νεκροταφείο του Ζωγράφου παρουσία της Αλίκης Γεωργούλη και της Ντίνας Κώνστα. Οι μόνοι της απόγονοι ήταν ανίψια. 1 12

Πέθανε ξεχασμένη και μονή στο σπίτι της στην Αθηνά με οικονομικά προβλήματα πασίγνωστη ηθοποιός

0

Οι μεγαλύτεροι την ξέχασαν, οι νεότεροι δεν την γνώριζαν: Η γλυκύτατη ηθοποιός που έδινε αυτόγραφα ζωγραφίζοντας ένα κουνελάκι

Κάθε χρόνο την περίοδο των γιορτών, Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά ανάλογα με την ταχύτητα του ταχυδρομείου, ορισμένοι ανάμεσα στις άλλες ευχητήριες κάρτες, λάμβαναν και μία που είχε πάνω ζωγραφισμένο ένα κουνελάκι!

tilestwra 696

Χωρίς όνομα. Άλλωστε δεν χρειαζόταν αφού οι φίλοι της Μιράντας Κουνελάκη ήξεραν ότι έτσι της άρεσε να υπογράφει, από την εποχή κιόλας που ήταν λαμπρό αστέρι στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Η Μιράντα Κουνελάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 και από μικρή ονειρευόταν μια καριέρα στο χώρο του θεάματος. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο βρέθηκε να σπουδάζει στην Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου. Από εκεί μάλιστα αποφοίτησε με άριστα το 1961, κάνοντας παράλληλα και μουσικές σπουδές.

621237941 1423531759448064 9144341429008184924 n

Δεν χρειάστηκε καν να ολοκληρώσει τις σπουδές της μέχρι να πάρει την πρώτη ευκαιρία της. Αυτό συνέβη το 1959 στην ταινία «Η λίμνη των στεναγμών» όπου είχε ένα μικρό ρόλο δίπλα στο ιερό τέρας της ελληνικής υποκριτικής, Ειρήνη Παππά. Μετά το πέρας των σπουδών της ήρθε στη ζωή της και το θέατρο, το οποίο αποδείχθηκε και η μεγάλη της αγάπη.

701019907 27014478811515457 2823035944944768405 n

Όπως συνέβη και με πολλούς άλλους ηθοποιούς εκείνης της εποχής, το ντεμπούτο της ήρθε με τον θίασο της Κυρίας Κατερίνας (κατά κόσμον Κατερίνας Ανδρεάδη) σε ηλικία 23 ετών στο έργο «Τριάντα δευτερόλεπτα έρωτα».

Δείτε το βίντεο:

Στα χρόνια που ακολούθησαν ήρθε μια σειρά από παραστάσεις στις οποίες μέσα από τις ερμηνείες της κέρδισε το κοινό, το οποίο την παρακολουθούσε γοητευμένο από το βαθύ, χαρακτηριστικό βλέμμα της σε έργα όπως «Τα παιδιά μας οι κέρβεροι», «Κόκκινα φανάρια», «Τελευταίο φθινόπωρο», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Πραματευτής», «Καληνύχτα, Μαργαρίτα», «Ο έμπορος της Βενετίας», «Ιούλιος Καίσαρ», «Η κυρία με το σκυλάκι», «Το κορίτσι με το κορδελάκι».

Την δεκαετία του 1960 υπήρξε αρκετά ενεργή στην μεγάλη οθόνη όπου προτιμήθηκε σε ρόλους μελοδραματικούς, οι οποίοι σύμφωνα με τους σκηνοθέτες της ταίριαζαν καλύτερα, παρά το γεγονός ότι την συνόδευε η φήμη ότι έκανε τον κόσμο να γελάει με φάρσες και πειράγματα όσο διαρκούσαν οι πρόβες και τα γυρίσματα.

702090245 27014479174848754 6290574475646798951 n

Στο σινεμά όμως ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Έτσι την είδαμε, αρχής γενομένης από το φιλμ «Για σένα την αγάπη μου», ως Μαρούλα, να ερμηνεύει ανάλογες γυναίκες στο πλευρό πρωταγωνιστών όπως ο Νίκος Ξανθόπουλος, ο Νίκος Κούρκουλος, ο Ανδρέας Μπάρκουλης, ο Θάνος Λειβαδίτης και πολλοί άλλοι.

Έτσι, αν και το ρεπερτόριό της στο θέατρο ήταν ιδιαίτερα ευρύ, ξεκινώντας από κλασικά έργα και φτάνοντας μέχρι και τις επιθεωρήσεις, στην μεγάλη οθόνη έγινε περισσότερο γνωστή για ταινίες όπως τα «Πικρή μου αγάπη»,  «Ο λουστράκος», «Ο χρυσός και ο τενεκές». Κάποιοι μάλιστα λένε, ότι αν η ίδια είχε επενδύσει περισσότερο στην μελό εικόνα του σινεμά, θα έκανε και πιο αναγνωρίσιμη ας πούμε καριέρα.

Ούσα ιδιαίτερο άτομο και προσωπικότητα πάντως, η Μιράντα Κουνελάκη έβγαζε τις υπόλοιπες πτυχές του χαρακτήρα της γράφοντας. Ανάμεσα στα έργα της και διάφορα θεατρικά αλλά και τηλεοπτικές παρουσίες με πλέον αξιομνημόνευτη αυτή ως αδελφής του συνταγματάρχη Βαρτάνη (Άγγελος Αντωνόπουλος) στη δημοφιλή σειρά «Ο άγνωστος πόλεμος του Νίκου Φώσκολου» αλλά και τα «Ισιδώρα» και «Γιούγκερμαν».

menshouse 20240825144423 061172

Παντρεύτηκε πολύ νέα στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τον Νίκο Νικολαρέα, όμως ο γάμος της με τον γνωστό ραδιοφωνικό παρουσιαστή και αργότερα τηλεοπτικό παραγωγό γνωστό και ως «Συνεργάτη χωρίς όνομα» κράτησε μόλις τρία χρόνια, δίχως να αποκτήσουν παιδί κι έκτοτε πτυχές της προσωπικής ζωής της δεν είδαν το φως της δημοσιότητας.

Η τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση ήταν το 1999 στη σειρά «Τα φτερά του έρωτα» ενώ το 2003 είπε αντίο και στο θέατρο. Το 2014 κυκλοφόρησε τη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Passa-Tempo», και το 2017 κυκλοφόρησε το τελευταίο της βιβλίο «Χαρούμενα γενέθλια».

Όλα αυτά τα χρόνια μέχρι και τον θάνατό της στις 28 Ιανουαρίου 2021 σε ηλικία 82 ετών ζούσε αποτραβηγμένη στο κέντρο και όταν κάποιος της ζητούσε αυτόγραφο, εκείνη συνήθιζε να σχεδιάζει ένα κουνελάκι, όπως έκανε και όταν μεσουρανούσε.

menshouse 20240825144537 993816

Αντί επιλόγου, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις της, όπου με δικά της λόγια περιγράφει την πορεία της: «Συνάντησα εξαιρετικούς ανθρώπους, έχω εισπράξει χαρές και χειροκρότημα, αλλά κι εγώ έχω δώσει. Παίρνουμε και δίνουμε χαρές. Με έχουν θίξει οι συνθήκες της ζωής μου. Πέρασα στιγμές οικονομικής δυσπραγίας. Δεν μπορούσα να είμαι επιλεκτική. Πήγαινα σε δουλειές για τα χρήματα ώστε να επιβιώνω αξιοπρεπώς. Παντρεύτηκα νωρίς, χώρισα νωρίς και δεν ήταν τόσο εύκολα για μένα τα πράγματα. Υπήρξα μαμμόθρεφτο και έπρεπε να το αποτινάξω από πάνω μου αυτό»…

Δείτε το βίντεο-αφιέρωμα: