Χωρίς αμφιβολία, η Ιαπωνία είναι μια πραγματικά συναρπαστική χώρα. Οι Ιάπωνες δεν σταματάνε ποτέ να εντυπωσιάζουν τον υπόλοιπο κόσμο με την επιμονή τους, τον αυτοέλεγχο τους, τις προσπάθειές τους να ζουν σε αρμονία με την φύση και το αίσθημα της ενότητας και της εθνικής ταυτότητας. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα προτερήματα, που έχουν αναπτύξει οι Ιάπωνες.
Εκτός από τα παραπάνω, οι Ιάπωνες έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα και με την σωστή ανατροφή των παιδιών.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που βλέπει κάθε επισκέπτης στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου είναι το αξιοσημείωτο επίπεδο κατανόησης μεταξύ των γενεών. Οι περισσότεροι έχουμε την εντύπωση, ότι τα παιδιά στην Ιαπωνία δεν έχουν ποτέ ξεσπάσματα. Μια από τις αιτίες αυτής της κατάστασης είναι η παράδοση αιώνων, που αναγκάζει τους γονείς να κρατούν πολύ κοντά τους τα μικρά παιδιά τους.
Από αμνημονεύτων χρόνων, οι μητέρες στην Ιαπωνία καταφέρνουν να πηγαίνουν καθημερινά στην δουλειά τους και να φροντίζουν τα παιδιά τους. Παλαιότερα, οι μητέρες συνήθιζαν να δένουν τα μωρά τους στο σώμα τους με την βοήθεια ενός ειδικού φύλλου. Καθώς, κουβαλούσαν τα παιδιά τους παντού μαζί τους, τους εξηγούσαν ό,τι έκαναν. Αυτό βοηθούσε τα παιδιά να αναπτύξουν την αίσθηση, ότι είναι μέρος της καθημερινής ζωής της οικογένειας τους από πολύ μικρή ηλικία. Ως αποτέλεσμα, πολλές φορές τα παιδιά μάθαιναν να μιλάνε πριν αρχίσουν να περπατάνε.
Ακόμα και σήμερα, οι μητέρες στην Ιαπωνία κουβαλούν μαζί τους τα παιδιά τους, δεμένα στην πλάτη ή το στομάχι τους, όπου και αν πάνε.
Συνήθως, τα παιδιά στην Ιαπωνία περνάνε τα πρώτα 3 χρόνια της ζωής τους στο σπίτι με την μητέρα τους, πριν πάνε στο νηπιαγωγείο. Υπάρχουν βρεφονηπιακοί σταθμοί στην Ιαπωνία, αλλά οι περισσότεροι προτιμούν να φροντίζουν τα παιδιά τους στο σπίτι τους. Επίσης, δεν είναι αποδεκτό να προσέχουν οι παππούδες τα εγγόνια τους.
Από πολύ μικρή ηλικία, τα παιδιά στην Ιαπωνία μαθαίνουν να είναι πολύ προσεχτικά με τα συναισθήματα, είτε τα δικά τους, είτε των άλλων, είτε ακόμα και αντικειμένων. Για παράδειγμα, αν ένα αγόρι στην Ιαπωνία πιάσει πολύ άγαρμπα και με θράσος το αγαπημένο του αυτοκίνητο, η μητέρα του δεν θα τον επιπλήξει, επειδή είχε άσχημη συμπεριφορά. Αντίθετα, θα του πει: “Βλέπεις τι έκανες; Αυτό το παιχνίδι τώρα πονάει!”
Στην Ιαπωνία, οι μητέρες δεν κουβαλάνε απαραίτητα όλο το βάρος της ανατροφής των παιδιών. Οι μπαμπάδες είναι εξίσου πρόθυμοι να βοηθήσουν και να περάσουν όσο περισσότερο χρόνο μπορούν με τα παιδιά τους. Τα παιδιά στην Ιαπωνία ουσιαστικά μεγαλώνουν μέσα σε ένα γεμάτο αγάπη περιβάλλον και γονική προσοχή. Οι γονείς αποφεύγουν να φωνάζουν στα παιδιά τους, πόσο μάλλον να εφαρμόσουν άλλες μορφές τιμωρίας. Ταυτόχρονα, τα παιδιά αυτά έχουν την τάση να αισθάνονται πραγματικές τύψεις, όταν κάνουν κάτι που μπορεί να αναστατώσει τους γονείς τους.
Από την πρώιμη παιδική ηλικία, τα παιδιά στην Ιαπωνία μαθαίνουν την σημασία του να μην προκαλούν ενοχλήσεις στους άλλους ανθρώπους, να είναι ευγενικοί και να περιμένουν και οι άλλοι να είναι ευγενικοί σε αντάλλαγμα. Στην Ιαπωνική κουλτούρα είναι συνηθισμένο η δυσαρέσκεια να εκφράζεται αποκλειστικά με το βλέμμα και τον τόνο της φωνής. Γι’ αυτό ακριβώς τα παιδιά στην Ιαπωνία προσπαθούν διαρκώς να αποκρυπτογραφούν τα μη λεκτικά μηνύματα των γονιών τους.
Τα παιδιά στην Ιαπωνία δεν αισθάνονται σε καμία περίπτωση την έλλειψη της γονεϊκής αγάπης και φροντίδας. Από πολύ μικρή ηλικία μαθαίνουν τις αρχές του να ζεις σε μια κολεκτιβιστική κοινωνία. Σίγουρα, αυτό το σύστημα ανατροφής διαφέρει πολύ από αυτά που χρησιμοποιούνται σε άλλες χώρες. Για μερικούς μπορεί να φαίνεται ακόμα και αντιφατικό. Ωστόσο, είναι ένα σύστημα ανατροφής δοκιμασμένο στον χρόνο, που ανατρέφει πειθαρχημένους και υπεύθυνους πολίτες.
Οι πριγκίπισσες της Disney έχουν πολλά κοινά. Έχουν όμορφο δέρμα, μαλλιά που ανεμίζουν και μια ντουλάπα που θα έκανε τον οποιοδήποτε να σταματήσει και να κοιτάξει τα ρούχα στο εσωτερικό της. Επίσης τυγχάνει να είναι και γυναίκες αλλά αυτός ο 21 ετών νέος από το Orange County αποδεικνύει πως δεν χρειάζεται να είσαι γυναίκα για να γίνεις η πιο όμορφη πριγκίπισσα της γης.
Το όνομά του είναι Richard Schaefer και ενδιάμεσα στις εμφανίσεις του ως ελεύθερος επαγγελματίας καλλιτεχνικού μακιγιάζ, μετατρέπει τον εαυτό του σε μια σειρά από όλες τις όμορφες πριγκίπισσες της Disney που ήξερε και αγαπούσε από παιδί. Είναι σίγουρα μια πράξη αγάπης για εκείνον που έχει εμπνευσθεί από τις κακουχίες που πέρασε κατά τη διάρκεια των νεότερων χρόνων της ζωής του.
Οι αγώνες και η προσοχή που έδωσε για να ακονίσει την τέχνη του σίγουρα απέδωσαν καρπούς. Χρησιμοποιώντας το περίγραμμα, τον τονισμό και άλλα αξιοζήλευτα προσόντα και δεξιότητες, ο Schaefer αποδεικνύει πώς το να είσαι μια αληθινή πριγκίπισσα αφήνει πίσω τα όρια των δύο φύλων.
Δείτε τις ακριβείς και καταπληκτικές μεταμορφώσεις του Schaefer στις παρακάτω εικόνες.
Αυτός είναι ο Richard Schaefer. Ξεκίνησε το ταξίδι του στο να γίνει πριγκίπισσα με το να ντύνετε όπως οι αγαπημένοι του χαρακτήρες, πάνω από 4 χρόνια πριν.
Ωστόσο, η πραγματική αρχή της αγάπης του με τους χαρακτήρες της Disney ξεκίνησε όταν ήταν πολύ πολύ νεότερος.
Όπως μπορείτε να δείτε, οι μεταμορφώσεις του είναι τόσο καλές που πολλοί άνθρωποι εκπλήσσονται όταν ανακαλύπτουν πως είναι στην πραγματικότητα άνδρας.
«Πιστεύω πως είναι πραγματικά κολακευτικό όταν οι άνθρωποι σκέφτονται πως είμαι γυναίκα μεταμφιεσμένη επειδή αυτό σημαίνει πως οι μεταμορφώσεις μου πρέπει να είναι πειστικές.» είπε ο καλλιτέχνης σε μια συνέντευξη.
Σύμφωνα με τον Schaefer, κάθε μετατροπή του παίρνει περίπου 2 ώρες για να ολοκληρωθεί.
Υπάρχει και κάτι βαθύτερο στην ιστορία του Schaefer. Ως έφηβος έπεφτε θήμα εκφοβισμού για το βάρος του και χρησιμοποιούσε το μακιγιάζ και την ενδυματολογία ως δημιουργικές διεξόδους.
Εντέλει, η αγάπη του για τις πριγκίπισσες της Disney και η μετατροπή σε αυτές, βγάζει νόημα.
«Αποφάσισα να ξεκινήσω να μεταμφιέζομαι σε πριγκίπισσες επειδή οι άνθρωποι συνήθιζαν να λένε πως είμαι ανδρόγυνος.» θυμάται
Συμπληρώνει: «Η περιέργεια έβγαλε κάτι καλό σε εμένα, έτσι αποφάσισα να μετατρέψω τον εαυτό μου στις αγαπημένες μου πριγκίπισσες.»
Τα κινητά τελευταίας τεχνολογίας μπορεί να έχουν φέρει την επανάσταση στον χώρο της τεχνολογίας, αλλά σίγουρα έχουν και αυτά τις ατέλειές τους. Όπως ακριβώς και οι άνθρωποι, τα κινητά αυτά έχουν την αχίλλειο πτέρνα τους, που δεν είναι άλλη από την οθόνη τους.
Όποιος έχει βρεθεί στην δυσάρεστη θέση να του πέσει το κινητό από το χέρι και να δει την οθόνη του κινητού του να γεμίζει ρωγμές, ξέρει πόσο άσχημο είναι αυτό το συναίσθημα. Όμως, όπως θα δείτε παρακάτω οι άνθρωποι είναι μια αστείρευτη πηγή ιδεών και δημιουργικότητας.
Δείτε παρακάτω 20 τρόπους που μπορείτε να “φτιάξετε” την σπασμένη οθόνη του κινητού σας.
#1 Όταν μεταμορφώνεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την σπασμένη οθόνη του κινητού σου.
Όπως μεταδίδει η βρετανική Dailymailoι απέραντες εκτάσεις στο εσωτερικό της Αυστραλίας μπορεί να αποδειχθούν ένα ιδιαίτερα μοναχικό μέρος, αλλά ένα αρσενικό καγκουρό και ένα θηλυκό γουρούνι φαίνεται ότι βρήκαν λύση.
Οι φωτογραφίες που τράβηξε ένας υποψήφιος διδάκτορας δείχνουν ότι η φιλία των δύο ζώων εξελίχθηκε σε σεξουαλική σχέση και σε έρωτα που δεν μπορεί να εμποδιστεί από τον ψηλό φράχτη.
Ο Ryan Frazer τράβηξε και δημοσίευσε μία σειρά φωτογραφιών που απεικονίζουν τον έρωτα των δύο διαφορετικών ειδών.
Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει είπε ο Frazer και πρόσθεσε ότι τα ζώα τον είδαν αλλά ξεκίνησαν το ερωτικό τους παιχνίδι και δεν ενοχλήθηκαν από την παρουσία του.
Ο ιδιοκτήτης του γουρουνιού είπε ότι όταν ξεκίνησε η σχέση προσπάθησε να τους χωρίσει αλλά απέτυχε, όπως τόνισε το καγκουρό σχεδόν έριξε τον φράχτη που είχε τοποθετήσει γύρω από το γουρούνι και η σχέση τους διαρκεί περισσότερο από ένα χρόνο, είναι ερωτευμένοι, πρόσθεσε.
Όλοι επιθυμούμε την τελειότητα σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Θέλουμε να έχουμε την τέλεια δουλειά, την τέλεια σχέση, το τέλειο σπίτι. Ωστόσο, εμείς οι ίδιοι ως άνθρωποι δεν είμαστε τέλειοι, αφού όλοι έχουμε τις ατέλειές μας, που μας ξεχωρίζουν και μας κάνουν μοναδικούς. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η τελειότητα και η συμμετρία που χαρακτηρίζουν τις παρακάτω φωτογραφίες μπορεί να σας φανούν πολύ ξένα.
Δείτε παρακάτω 23 φωτογραφίες, που μπορεί να μην αντέξετε την τελειότητά τους.
#1 Τι συναισθήματα σας προκαλούν αυτά τα βατόμουρα που είναι ταξινομημένα με βάση το χρώμα τους;
#2 Η συμμετρία αυτής της πέτρας αγγίζει την τελειότητα.
#3 Αυτά τα κομμάτια κέικ είναι πανέμορφα και ταιριάζουν πολύ μεταξύ τους.
#4 Αυτά τα μανιτάρια έχουν το τελειότερο σχήμα και χρώμα.
#5 Αυτή η αχρησιμοποίητη κρέμα είναι απλά τέλεια.
#6 Αυτά τα τέλεια post- it σημειώματα έχουν ταιριάξει απόλυτα τέλεια μεταξύ τους.
#7 Μάλλον αυτό το μήλο είδε η Εύα και δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην τελειότητά του.
#8 Αυτό το σημάδι ήταν το όνειρο των παιδικών μας χρόνων.
#9 Σίγουρα, θα θέλατε να έχετε αυτά τα μπολ στην κουζίνα σας.
#10 Η τελειότητα αυτού του λουλουδιού φτάνει το άπειρο.
#11 Αυτή η μικρή ποσότητα κρέμας είναι σαν να έχει βγει από παραμύθι.
#12 Όποιος έχει βιώσει αυτό το συναίσθημα ξέρει πόσο μεγάλη ικανοποίηση προκαλεί.
#13 Τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος στην θάλασσα είναι απλά τέλεια.
#14 Αυτό το κύμα λάβας είναι τόσο τέλειο, που θέλεις να πλησιάσεις και να το ακουμπήσεις.
#15 Σίγουρα, αυτό είναι το πιο όμορφο και τέλειο κόκκινο λάχανο που έχουμε δει ποτέ μας.
#16 Οι κυματισμοί αυτής της λίμνης είναι ικανοί να μας υπνωτίσουν.
#17 Ο τρόπος που είναι τοποθετημένα αυτά τα καρπούζια είναι καλλιτεχνικός.
#18 Ο ορισμός της τελειότητας.
#19 Οι πιο συμμετρικοί χειρόγραφοι κύκλοι.
#20 Δείτε πόσο όμορφα λιώνει το χιόνι στην σκιά αυτού του δέντρου.
#21 Τόσο τέλειο, που λυπάσαι να το κόψεις.
#22 Ποιος δεν ήθελε να κάτσει για λίγο σε αυτό το παγκάκι ένα καλοκαιρινό απόγευμα;
Τις ταλαιπωρήσαμε λιγάκι τις μανούλες μας, η αλήθεια να λέγεται. Περάσανε εύκολα το πρώτο επτάμηνο της εγκυμοσύνης τους μέσα στη δροσιά και το ανοιξιάτικο αεράκι μα το τελευταίο δίμηνο τις κάναμε να αγανακτήσουν· απ’ τη ζέστη, απ’ την αδυναμία, απ’ την αγωνία, δεν έχει να κάνει.
Σημασία έχει πως οι συγκεκριμένες μανούλες είχαν μια λαχτάρα παραπάνω να μας κρατήσουν στην αγκαλιά τους γιατί βαρέθηκαν να τους κόβουμε την αναπνοή μέσα στην κουφόβραση.
Ήταν οι μαμάδες εκείνες που κάθιδρες έτρεχαν στα μαιευτήρια με τους επίσης κάθιδρους μπαμπάδες μας και ζαλίζονταν μέσα σ’ εκείνο το χαώδες συνονθύλευμα αγωνίας, καύσωνα και πόνου.
Ώσπου μας κράτησαν στην αγκαλιά τους κι όλα ξαφνικά έβγαλαν νόημα· ήμασταν εκείνα τα βρέφη που γεννήθηκαν με έναν ήλιο πάνω απ’ το κεφάλι τους, προδιαγεγραμμένα να κουβαλάνε για πάντα την εποχή τους στην ψυχή τους, κι όσο αυθαίρετο μοιάζει ένα συμπέρασμα σαν αυτό, άλλο τόσο νόημα βγάζει.
Κάποιες απ’ τις μαμάδες μας δεν άντεχαν καν να σαραντίσουν όπως προστάζει η λαϊκή θυμοσοφία κι ενάντια στα επικριτικά βλέμματα της γειτόνισσας και των γιαγιάδων μας, μας έβαζαν στο καρότσι νεογέννητα πλασματάκια και μας πήγαιναν βόλτες εδώ κι εκεί. Ούτε μικρόβια ούτε τίποτα δε χαμπαριάσαμε.
Δεν υπήρξαμε ποτέ αρρωστιάρικα γιατί ρουφήξαμε ιώδιο και καθαρό αέρα απ’ τις πρώτες μέρες μας στον πλανήτη, μην πω για την ατέλειωτη άμμο που καταβροχθίσαμε μαζί με τους τρυπάτους λουκουμάδες μας. Λογικό που ποτέ δεν τα πήγαμε καλά με την αποστείρωση, δε βρίσκεις;
Ήμασταν τα παιδάκια εκείνα που τα γενέθλιά τους γιορτάζονταν πάντα σε πάρκα, παραλίες κι αυλές, χωρίς μπουφάν και μαμάδες που τσίριζαν υστερικά να βάλουμε ζακέτα. Στα πάρτι μας ποτέ δε μας ένοιαζε αν ήταν Σάββατο, αργία ή καθημερινή μα γιορτάζαμε ξέγνοιαστα και χωρίς να κοιτάζουμε το ρολόι.
Γενέθλια σήμαιναν ξεφάντωμα με νερόφουσκες, κυλίσματα στα γρασίδια και μια αμέτρητη διάθεση για εξάντληση. Ελευθερία και μακαριότητα με λίγα λόγια, αυτό που κάποτε κάναμε κτήμα μας ασυναίσθητα και το διατηρήσαμε μέχρι σήμερα συνειδητά.
Μεγαλώνοντας θρέψαμε μια καρδιά που δε συννεφιάζει κι ένα χαμόγελο ζεστό όπως ο ήλιος του μήνα που γεννηθήκαμε. Ήταν θαρρείς τσιπαρισμένο στο λογισμικό μας να τα παίρνουμε όλα λίγο πιο ελαφρά την καρδία, επειδή η ημερομηνία γέννησής μας συνέπεσε με την εποχή του παγωτού, του παγωμένου καρπουζιού και των μπουγέλων· και ποιος άνθρωπος μοιάζει να πνίγεται απ’ τα προβλήματα όταν είναι μαυρισμένος και ξεθεωμένος απ’ τη γλυκιά ντάγκλα που προκαλεί ο μεσημεριανός ήλιος;
Είμαστε εκείνα τα παιδιά που γεννήθηκαν την εποχή που άνθρωπος και φύση έρχονται λίγο πιο κοντά· που γεννηθήκαμε για να περπατάμε ξυπόλυτοι σε αμμουδερές παραλίες κι αυλές, να ξαπλώνουμε στην καυτή άμμο, να κολυμπάμε σε δροσερά νερά και να βουτάμε στα βαθιά χωρίς να το πολυσκεφτόμαστε.
Είμαστε εμείς που κρατήσαμε αυτή τη φυσικότητα στην ψυχή μας και διώξαμε ασυναίσθητα καθετί κρύο από μέσα μας, γεννημένοι σε μια χώρα που ο χειμώνας απείχε τουλάχιστον ένα τρίμηνο απ’ τα γενέθλιά μας.
Μεγαλώσαμε και δεν αντιληφθήκαμε στιγμή τι θα πει ησυχία μα συνεχίσαμε να γελάμε σαν παιδιά στη θέα φουσκωτών κροκόδειλων και πολύχρωμων παγωτών καθώς είχαμε ένα λόγο παραπάνω όλες αυτές οι φαντεζί λεπτομέρειες να μας θυμίζουν εκείνα τα εξαντλημένα απογεύματα που οι μαμάδες μας ούρλιαζαν να βάλουμε αντηλιακό γιατί ο ήλιος καίει ακόμα κι όταν κρύβεται. Τότε που σαν γνήσια παιδιά της ανεμελιάς προτιμούσαμε να περάσουμε το βράδυ πασαλειμμένα με γιαούρτι παρά να αφήσουμε για λίγο το παιχνίδι με τους καινούριους μας φίλους.
Έτσι μάθαμε να ζούμε από γεννησιμιού μας· να παθαίνουμε για να μαθαίνουμε, να το σκάμε από παράθυρα για να συναντήσουμε τον έρωτά μας που μας περίμενε στη γωνία για να πάμε βόλτα με τη μηχανή, να λερώνουμε τα ρούχα μας με παγωτό σοκολάτα και να ταξιδεύουμε, νοερά ή μη, με κάθε πιθανή ευκαιρία.
Έτσι ζούμε μέχρι τέλους, έχοντας την έμφυτη γνώση πως οι καλοκαιρινές μπόρες δε μοιάζουν τόσο τρομακτικές όσο εκείνες του χειμώνα μα σε προσκαλούνε να τις περπατήσεις χωρίς να φοβάσαι μήπως σε αρρωστήσουν. Κι ας μετράει ο κόσμος το χρόνο του σε μήνες, μέρες κι ώρες· εμείς θα συνεχίσουμε να τον αριθμούμε σε μπάνια, παγωτά και μεθύσια.
Ο Philippe Dumas είναι ένας 60χρονος από το Παρίσι που σπούδασε νομική αλλά ποτέ δεν δούλεψε πάνω σε αυτή. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με ταινίες και την διαφήμιση μέχρι πρόσφατα.
Το Απρίλιο του 2015 άρχισε μια νέα δουλεία για προσωπικούς λόγους. Από τότε άρχισε να μεγαλώνει τα γένια του αν και αρχικά ήταν λίγο πρόβλημα για αυτόν μιας και δεν είχε συνηθίσει οι άνθρωποι γύρο του τον ενθάρρυναν να συνεχίσει.
Επίσης συνεχώς άκουγε καλά λόγια για το πόσο ωραίος είναι με τα γένια και ότι αν και 60 χρονών κάνει για μοντέλο από τότε αποφάσισε να κάνει καριέρα μοντέλου.
Άρχισε λοιπόν να ντύνεται πιο όμορφα και να επισκέπτεται διάφορα πρακτορεία μοντέλων έχοντας κάτι να δείξει, τον εαυτό του. Τώρα πια είναι ένα διάσημο 60χρονο μοντέλο που δουλεύει με τους μεγαλύτερους οίκους όπως τον οίκο Dior και Chanel.
Όπως δηλώνει ο ίδιος σύμφωνα με την Dailymail: «Ίσως η περίπτωση μου να σας ξυπνήσει τα όνειρα δεν είναι πότε αργά να πραγματοποιηθούν.»
Σκυλιά θεραπείας (therapy dogs) ονομάζουμε εκπαιδευμένα σκυλιά τα οποία επισκέπτονται και παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε οίκους ευγηρίας, γηροκομεία, σχολεία, νοσοκομεία, περιοχές καταστροφών, καθώς και σε άτομα με μαθησιακές δυσκολίες.
Σκυλιά θεραπείας (therapy dogs) ονομάζουμε εκπαιδευμένα σκυλιά τα οποία επισκέπτονται και παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε οίκους ευγηρίας, γηροκομεία, σχολεία, νοσοκομεία, περιοχές καταστροφών, καθώς και σε άτομα με μαθησιακές δυσκολίες.
Σε πείραμα που διεξήχθη σε νοσοκομεία στη Μεγάλη Βρετανία με ειδικά εκπαιδευμένους σκύλους (therapy dogs) αποδείχθηκε πως οι ασθενείς που είχαν σκύλο στο δωμάτιο τους ανάρρωσαν ταχύτερα από τους υπόλοιπους.
Ο σκύλος μειώνει την καρδιακή πίεση και το στρες του ανθρώπου. Σε μετρήσεις που έγιναν σε ανθρώπους με αυξημένη καρδιακή πίεση ή αυξημένου στρες, η παρουσία ενός σκύλου κατά τη διάρκεια του τεστ είχε πολύ θετικό αντίκτυπο. Αυτό συνέβη γιατί το σώμα του ανθρώπου παρήγαγε μία ορμόνη με την ονομασία oxytocin (αλλιώς και love hormone) που βοηθά την μείωση του στρες.
Η είδηση πως το κλειστό γήπεδο μπάσκετ του ΟΑΚΑ θα πάρει το όνομά του ξαναφέρνει τον Νικ στη δημοσιότητα, που δεν τη ζήτησε ποτέ. Είναι ο πιο χορτασμένος αθλητής της Ελλάδας, είναι ίσως ο μόνος θριαμβευτής του ’87 που δεν αγωνίστηκε να εξασφαλίσει την αθλητική του μακροβιότητα και το βιοπορισμό του τρουπώνοντας σε εθνικά πόστα και στο δημόσιο. Έπρεπε να περιμένει σχεδόν 30 χρόνια για να αναγνωριστεί πανεθνικώς. Πάλι καλά που δεν τιμήθηκε μετά θάνατον, κατά την εθνική συνήθεια. Έτσι τον θυμάμαι…
Σαν τώρα. Τέσσερα δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη του μεγάλου τελικού. Ο Αργύρης Καμπούρης έχει κερδίσει φάουλ κι ετοιμάζεται να εκτελέσει τις δύο ελεύθερες βολές. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης τον εμψυχώνει. Η Ελλάδα σωπαίνει. Εύστοχη η πρώτη βολή. Χειροκροτήματα.
Εύστοχη και η δεύτερη. Πανηγύρια. Ο Γιοβάισα αστοχεί στο τρίποντο. Υστερία. Είμαστε πια πρωταθλητές, έρχονται άλλες εποχές. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης κυκλοφορεί με μία ελληνική σημαία στο χέρι κι ένα δάφνινο στεφάνι στο λαιμό. Ο Φάνης Χριστοδούλου περπατά στα χαμένα. Ο Νίκος Φιλίππου αντί να κόψει το διχτάκι της μπασκέτας, όπου σημειώθηκε το τελευταίο καλάθι, ξεριζώνει ολόκληρη την μπασκέτα και την φορά σαν μενταγιόν! Ο «ψυχρός γκάγκστερ» Νίκος Γκάλης πανηγυρίζει έξαλλα, συγκινείται, χαμογελά και ψελλίζει τον εθνικό ύμνο.
Είναι σαν να τους ξαναβλέπω. Στο γήπεδο παραβρίσκεται σύσσωμη η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία του τόπου. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Χρήστος Σαρτζετάκης, χειροκροτεί, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αγκαλιάζεται με το πουλέν του, Αντώνη Σαμαρά, η Μελίνα αφήνεται στις χερούκλες του Παναγιώτη Φασούλα, η Μαργαρίτα χοροπηδά στις κερκίδες κι ο Ανδρέας ως πρωθυπουργός δηλώνει: «Ήταν μία από τις μεγαλύτερες συγκινήσεις που έζησα». Πίσω του κάποιοι μικροπαράγοντες στριμώχνονται, για να τους «πάρουν» οι κάμερες.
Ιούνιο του ’87 είμαι 19 χρονών. Έχουν περάσει είκοσι εννιά χρόνια παρά κάτι μέρες από την εποποιία του Ευρωμπάσκετ. Η Εθνική ομάδα μπάσκετ του 1987, μία «οικογένεια» με όλα τα γνωρίσματα της ευκαιριακής παρέας (ενθουσιασμό, χαβαλέ, ανομοιογένεια), χάρισε στη χώρα την πρώτη μεγάλη αθλητική της διάκριση και κατόρθωσε το ακατόρθωτο. Ψυχή της αναμφισβήτητα ο Νίκος Γκάλης, ο «από Αμερικής» θεός, που άλλαξε την πορεία του ελληνικού μπάσκετ, ένωσε τον ελληνικό λαό και εξουδετέρωσε το ραγιαδισμό και τη μοιρολατρία του «σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω», που επέβαλλε για δεκαετίες η αθλητική κατωτερότητα της χώρας μας.
Κανείς δεν είχε δικαίωμα να ηττηθεί χωρίς την άδεια του πιο ψύχραιμου παίκτη των ελληνικών, κι όχι μόνο, γηπέδων. Και από δω και κάτω ακολουθεί η «προσωπική μας» ιστορία. Εκείνος βέβαια δεν με ξέρει. Εγώ θα τον λατρεύω για πάντα. Θα είναι για πάντα ο μεγάλος μου έρωτας.
Το 1980 δεν έχω πάει σε γήπεδο μπάσκετ, αλλά παρακολουθώ αγώνες από την τηλεόραση. Με θυμάμαι να πανηγυρίζω το αρειανό πρωτάθλημα του ’79 και να δακρύζω στο καλάθι του Κόντου. Οι μεγάλοι ψιθυρίζουν κάτι για «αιώνιο δευτερόλεπτο», αλλά χαίρονται, είναι σαφές. Έτσι είναι τότε οι καιροί, αθώοι, οι επιτυχίες των ελληνικών ομάδων προκαλούν πανεθνική χαρά. Σεπτέμβριος, ο μπαμπάς με παίρνει από το χέρι και μου λέει: «Πάμε να δούμε έναν Σούπερμαν».
Και πήγαμε. Και τον είδαμε. Άρης-Μαρούσι. Τα κίτρινα τα φορούσε το Μαρούσι, ο Άρης μαυροντυμένος. Μεγάλο μπέρδεμα. Στο Μαρούσι έπαιζε ένας Φωσσές, που μου φάνηκε πολύ καλός. Ο «Σούπερμαν» δεν έμοιαζε καθόλου με τον κανονικό. Ήταν κοντός ή, τουλάχιστον, έτσι φαινόταν από τις κερκίδες, και είχε σγουρό φουντωτό μαλλί. Ήταν πραγματικά ξεσηκωτικός.
Έκτοτε δεν χάσαμε παιχνίδι στο Παλαί. Καθόμασταν στο πέταλο. Σάββατο με Σάββατο βλέπαμε τον κόσμο να αυξάνεται. Βέβαια, υπήρχαν πάντα οι σταθεροί. Τους βρήκαμε εκεί νεαρούς, μεγαλώσαμε μαζί τους, χαιρετιόμασταν εγκάρδια, τους είδαμε να φέρνουν τα παιδιά τους στο γήπεδο και να δείχνουν, «αυτός είναι ο Γκάλης». Το ’84 ήρθε και ο Γιαννάκης στην παρέα μας.
Τον εκτιμούσαμε, σχεδόν τον αγαπούσαμε, έχυνε και κοιλάδες δακρύων στα φάουλ. Είπαμε, ήμασταν αθώοι τότε. Κάπου εκεί ανακάλυψε και η Ελλάδα τον Νικ. Κάπως αργά είναι αλήθεια, αλλά ποτέ δεν είναι αργά για τίποτα, πόσο μάλλον για τέτοιου είδους ανακαλύψεις.
Το ’87 ήταν το πιο εκστατικό καλοκαίρι της ζωής όλων μας (μέχρι το 2004 και το ποδοσφαιρικό έπος του Euro). Οι μπασκετμπολίστες ένιωσαν ότι βρίσκονται σε μια αστραφτερή δουλειά. Ότι στο μάταιο τούτο κόσμο ήρθαν για να κάνουν καριέρα, λεφτά, όνομα. Έγιναν περιζήτητοι.
Οι μισθοί τους ανέβηκαν σε δυσθεώρητα ύψη. Οι γονείς ανά την Ελλάδα, πολύ πριν το «Fame Story» και το «X Factor» μπει στη ζωή της οικογένειάς τους και αρχίσουν να στέλνουν τα βλαστάρια τους σε τηλεοπτικές οντισιόν, τα έγραφαν σε ακαδημίες μπάσκετ, αφού ανακάλυπταν ότι οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας δεν βρίσκονται ούτε στο δημόσιο και τις τράπεζες ούτε στα εργοστάσια και τα χωράφια, αλλά κάτω από τα καλάθια.
Ο Νικ και ο Άρης συνέχιζαν στο τέμπο της επιτυχίας. Στην Ελλάδα έπαιζαν χωρίς αντίπαλο, στην Ευρώπη φώτιζαν την πλήξη της Πέμπτης μας. Οι γιαγιάδες απέκτησαν νόημα ζωής: ξεμάτιαζαν τα παιδιά, για να μη χάνουν βολές. Οι πιο θαρραλέες εξοπλίζονταν με κέρματα και κατευθύνονταν στο γήπεδο για να ενισχύσουν την ομάδα. Ο Γκάλης δεν αρκέστηκε ποτέ ούτε στην επιτυχία ούτε στις υψηλές αμοιβές που εισέπραττε. Προπονούνταν καθημερινά, ήταν κάθε μέρα και καλύτερος.
Αρχίσαμε να πηγαίνουμε και στα εκτός έδρας, στα ευρωπαϊκά παίρναμε και τη μαμά, συνήθως πηγαίναμε και στις προπονήσεις. Όχι μόνο εμείς. Πολύς κόσμος πήγαινε στις προπονήσεις. Έξω από το γήπεδο υπήρχαν καντίνες, πάγκοι με ξηρούς καρπούς, πλανόδιοι με μαξιλαράκια από φελιζόλ.
Το Παλαί δεν είχε ακόμα «επιπλωθεί» με πλαστική καρέκλα, καθόμασταν στα τσιμέντα και χρειαζόμασταν μαξιλαράκι για να μην πονέσει ο κώλος και η κοιλιά μας. Όλο αυτό το τσίρκο Μεντράνο έβγαζε φράγκα και θα έπρεπε να ανάβει λαμπάδα στον Γκάλη ίσαμε το μπόι του Τσατσένκο.
Ο Γκάλης εκτός γηπέδου τυπικός, απόμακρος, μουγκοθόδωρος. Δεν ήταν Φασούλας ή Γιαννάκης, που η γλώσσα τους πήγαινε ροδάνι. Στις επινίκιες δηλώσεις, απλός, σχεδόν απλοϊκός, παρέλειπε τα παχιά λόγια, τους θεατρινισμούς ή τις μεγαλομανείς αηδίες. Άλλωστε τα ελληνικά του ήταν περιορισμένα.
Πρόσφερε το απόλυτο θέαμα, δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος του θεάματος. Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους.
Το ’91 ήμουν φοιτήτρια, στο πτυχίο. Στον τελικό των play-offs με τον ΠΑΟΚ έκανα τάμα: ας παίρναμε πρωτάθλημα και ας κοβόμουν στα Λατινικά. Πήραμε πρωτάθλημα, δεν πήγα να δώσω το μάθημα. Ξαφνικά ο Μητρούδης, ο Γιαντζόγλου, κάποιοι νεόφαντοι «αρειανοί» αποφάσισαν ανανέωση κι έστειλαν τον Νικ στον Παναθηναϊκό.
Το 1992, στον πρώτο αγώνα με τον Γκάλη αντίπαλο, στο Παλαί πήγα με ρήξη συνδέσμου και πατερίτσες. Ο Νικ βγήκε πρώτος, χώρια από τις υπόλοιπες βαζέλες. Το μισό γήπεδο χειροκρότησε, το υπόλοιπο έμεινε βουβό. Εγώ, έκθαμβη από την αχαριστία. «Εμείς τον διώξαμε, ρε μαλάκες», φώναζα.
Στα μέσα του αγώνα το παιχνίδι εκτροχιάστηκε και όλοι, εκτός από μένα και κάνα δυο κυρίες, τον γιούχαραν. Ένιωσα έναν από τους μεγαλύτερους ηθικούς πόνους της ζωής μου και αποφάσισα να μην ξαναπατήσω στο γήπεδο. Τήρησα την υπόσχεσή μου. Επέστρεψα δέκα χρόνια αργότερα, όταν ο Νικ ανακοίνωσε πως θα παρακολουθήσει ως θεατής έναν αγώνα του Άρη. Τον χειροκροτήσαμε όσο ποτέ, η τάξη αποκαταστάθηκε.
Ακολούθησαν διάφορες εθνικές επιτυχίες στο μπάσκετ. Ο Γκάλης άφαντος, από επιλογή. Προτίμησε να παίζει τάβλι. Με αφορμή κάποιες καινούργιες χαρές, ο θρίαμβος του ’87 ερχόταν ξανά στο προσκήνιο, ξανά προς εκτίμηση και κρίση. Η δικαιοσύνη βρισκόταν στα πιο ακατάλληλα χέρια.
Το σινάφι του Νικ, φθονερό και μικρόψυχο, όπως όλα τα σινάφια, μπορεί να μην ξερνούσε χολή, όπως έκανε κάποια παλιά χρόνια, αλλά παρουσίαζε συμπτώματα προχωρημένου αλτσχάιμερ. Ε ναι, λοιπόν, ο θρίαμβος του ’87 προήλθε από την ψυχραιμία του Καμπούρη στις κρίσιμες θρυλικές βολές…
Όμως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Εξοντώνει τις πίκρες, εξαφανίζει ακόμα και τον φθόνο. Οι διαφορές με τον καιρό λειάνθηκαν, οι μικροανταγωνισμοί εξαφανίστηκαν, οι πρωταγωνιστές του ’87 έφυγαν από τα φώτα της δημοσιότητας, στη θέση τους ήρθαν άλλοι, νεώτεροι, όμως ο Νικ είναι ακόμα θεός. Θεός μοναδικός! Τουλάχιστον για μένα και για όσους φάγαμε τα νιάτα μας από το ’80 έως και το ’91, στο Παλαί.
Στην Ελλάδα ο δικός μας «Μοχάμεντ Άλι», δεν είναι παρά ένα άγνωστο ονοματεπώνυμο παραδομένο στη λήθη της ιστορίας. Αν κάνετε μια βόλτα στο τετράγωνο που μένετε και ρωτήσετε τους περαστικούς «Ποιος είναι ο Αντώνης Χριστοφορίδης;», το πιθανότερο είναι κατά μεγάλο ποσοστό να μην έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάτε.
Κι όμως, δεν είναι μονάχα ο μυθικός Τζέσε Όουενς που ανάγκασε τον Αδόλφο Χίτλερ να αποχωρήσει ενοχλημένος από το στάδιο, αλλά και ένας ξεχασμένος πια Έλληνας πυγμάχος, ο οποίος χρόνια πριν από τη γέννηση του Μοχάμεντ Άλι είχε γράψει τη δική του λαμπρή ιστορία στα ρινγκ. Διάβασα, προ ετών, για αυτόν όταν έπεσε τυχαία στα χέρια μου το βιβλίο «Ο Αετός της Παγκόσμιας Πυγμαχίας» του συγγραφέα Γιάννη Σούκου.
Έκτοτε άρχισα να αναζητώ πληροφορίες για την περίπτωσή του Χριστοφορίδη, προσπαθώντας να αντιληφθώ τους λόγους για τους οποίους μια τόσο σημαντική αθλητική προσωπικότητα είναι σχεδόν άγνωστη στις νεότερες γενιές.
Άρχισα να «σκαλίζω» σελίδες στο internet, όμως μάταια, οι αναφορές ήταν λιγοστές και αναπαρήγαγαν όσα ήδη γνώριζα. Τις πιο ενδιαφέρουσες περιγραφές τις βρήκα στο siteτου βετεράνου δημοσιογράφου, Δημήτρη Λυμπερόπουλου, ο οποίος γνώρισε από κοντά τον σπουδαίο Έλληνα πρωτοπυγμάχο, έγιναν φίλοι και στην πορεία κατέγραψε σημαντικές στιγμές από την αφηνιασμένη διαδρομή του προς την κορυφή του κόσμου.
Προτού βέβαια κατακτήσει τα ρινγκ των ΗΠΑ, το προσφυγόπουλο που μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια στους Αμπελοκήπους, πρόλαβε να λάμψει στη Γηραιά Ήπειρο, κατορθώνοντας κάτι εξόχως σημαντικό -να θριαμβεύσει σε έναν επικό αγώνα ο οποίος στο Χόλιγουντ θα ήταν ήδη ταινία «βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα».
Ιανουάριος 1938, Σπορτ Πάλας, Βερολίνο. O Γερμανός υπερπρωταθλητής Γκούσταβ Έντερ, αήττητος για οκτώ χρόνια -έχοντας σημειώσει 50 νίκες με νοκ άουτ- αγωνίζεται με τον ανερχόμενο Έλληνα πυγμάχο, Αντώνη Χριστοφορίδη. Στο στάδιο βρίσκεται ο Αδόλφος Χίτλερ, συνοδευόμενος από τον θρύλο της Γερμανίας στην πυγμαχία, Μαξ Σμέλινγκ, ο οποίος λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του στη Μάχη της Κρήτης.
Σκοπός του αγώνα είναι να αναδειχθεί η ανωτερότητα και η υπεροχή της Άριας φυλής. Ο Δημήτρης Παπακώστας, φοιτητής τότε στο Παρίσι, πήγε στο Βερολίνο για τον αγώνα του Χριστοφορίδη κόντρα στη φονική μηχανή της ναζιστικής Γερμανίας. Αυτή είναι η περιγραφή του όπως τη διηγήθηκε στον δημοσιογράφο, Δημήτρη Λυμπερόπουλο.
«Στη διάρκεια του αγώνα, ούτε μια στιγμή δεν ακούστηκε μια ενθαρρυντική φωνή για τον Αντώνη. Όλοι ούρλιαζαν για τον δικό τους. Κι όμως, ο δικός μας, απτόητος, δεχόταν κι ανταπέδιδε τα χτυπήματα και, όπως ήξερα, σκεφτόταν πως αν έχανε εκείνο το παιχνίδι θα του έφραζαν το δρόμο για τον ευρωπαϊκό τίτλο. Και δεν κιότεψε. Ούτε για μια στιγμή δεν έχασε την ψυχραιμία του και το στιλ του κι οι ελάχιστοι Έλληνες που τον βλέπαμε κλαίγαμε από συγκίνηση, καθώς γύρο με γύρο μάζευε βαθμούς.
Στον τελευταίο γύρο μάλιστα στρίμωξε τον αντίπαλο του στη γωνιά και τον σφυροκοπούσε. Όταν σήμανε η λήξη, ο Χίτλερ δε βρισκόταν στη θέση του. Οι Γάλλοι δημοσιογράφοι πετούσαν τα χειρόγραφα τους έξαλλοι από χαρά και φιλούσε ο ένας τον άλλο. Ο ίδιος ο Έντερ, πριν δώσουν οι κριτές τη βαθμολογία, σήκωσε το χέρι του Αντώνη, του νικητή του. Και ξαφνικά, όλο εκείνο το φανατισμένο πλήθος, κάτω από τις σβάστικες, ηρέμησε κι όταν σε λίγο ο διαιτητής σήκωσε το χέρι του Αντώνη Χριστοφορίδη, ο κόσμος ικανοποιήθηκε που ο σπίκερ ανέφερε τον νικητή ως Έλληνα».
Αργότερα ο Αντώνης Χριστοφορίδης, παιδί προσφύγων από τη Μικρά Ασία, έφυγε για την Αμερική, να κυνηγήσει το όνειρό του. Να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής. Από ένα παιχνίδι της μοίρας τα κατάφερε στις 22 Νοεμβρίου του 1940, την ημέρα που ο ελληνικός στρατός κυνηγούσε τους Ιταλούς στην Αλβανία, εκείνος νικούσε στο Κλίβελαντ έναν Ιταλοαμερικάνο, τον Μέλιο Μπετίνα.
Οι εφημερίδες έγραφαν πως οι Έλληνες νικούν τους Ιταλούς παντού -και στα βουνά και στα ρινγκ. Το 1971 ο Χριστοφορίδης επέστρεψε στην Ελλάδα -είχαν περάσει 34 ολόκληρα χρόνια από το σπαραξικάρδιο αποχαιρετισμό με την αδερφή του Φεβρωνία, αναχωρώντας άσημος και πάμφτωχος για να γίνει πυγμάχος στο Παρίσι. Επέστρεψε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα για να εγκατασταθεί μόνιμα στην πατρίδα για το υπόλοιπο της ζωής του.
Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου του 1985 από καρδιακό επεισόδιο. Ήταν 67 ετών. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος: «Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού δεν έστειλε ούτε στεφάνι στην κηδεία του. Παλιοί και νέοι πυγμάχοι παρατάχθηκαν με υψωμένα τα πυγμαχικά γάντια, καθώς το φέρετρο εφέρετο στους ώμους άλλων πυγμάχων. Όσοι ήξεραν ποιος ήταν ο Χριστοφορίδης, χειροκροτούσαν».