Στον σύγχρονο κόσμο ακούμε πολύ συχνά ψεύτικες ειδήσεις. Υπάρχει ένας όρος που περιγράφει αυτό το φαινόμενο και ονομάζεται “μετά-αλήθεια.” Αυτός ο όρος ήταν η λέξη της χρονιάς για το 2016 σύμφωνα με το Λεξικό της Οξφόρδης. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ αλήθειας και φήμης γίνεται θολή και ασήμαντη για τους δημοσιογράφους. Για να μην σας εξαπατούν και χειραγωγούν είναι καλό να κατανοήσετε τις αρχές αυτής της έννοιας.
Δείτε παρακάτω 6 τρόπους που χρησιμοποιούν οι δημοσιογράφοι για να χειραγωγούν την δημόσια γνώμη.
Υποκειμενική εκτίμηση

© depositphotos © depositphotos
Συγκρίνετε τους 2 τίτλους της ίδιας είδησης: ο πρώτος τίτλος μας προκαλεί συμπόνια για τον δράστη, ενώ ο δεύτερος μας κάνει να θέλουμε να τιμωρηθεί. Ένας αναγνώστης που δεν γνωρίζει τα γεγονότα, θα αποδεχτεί ως αληθή την γνώμη του δημοσιογράφου.
Αυτό το φαινόμενο έχει ερευνηθεί εκτενώς από τους ψυχολόγους. Στην Σοβιετική Ένωση είχε γίνει ένα πείραμα κατά το οποίο έδειξαν κάποια πορτρέτα διάφορων αντρών σε μερικούς ανθρώπους και τους ζήτησαν να πουν την γνώμη τους για τους εικονιζόμενους. Πριν από το πείραμα ένας ψυχολόγος είχε πει στους συμμετέχοντες αν ο εικονιζόμενος ήταν δολοφόνος ή επιστήμονας. Ανάλογα με την περιγραφή που τους είχαν δώσει οι συμμετέχοντες εντόπισαν θετικά ή αρνητικά χαρακτηριστικά στα πρόσωπα των εικονιζόμενων. Αυτό το πείραμα επαναλήφθηκε πολλές φορές σε άλλες χώρες και το αποτέλεσμα ήταν πάντα ίδιο: οι άνθρωποι έβλεπαν έναν εγκληματία αν τους έλεγαν ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν εγκληματίας.
Δημοσκοπήσεις κοινής γνώμης

© depositphotos © depositphotos © depositphotos
Τα στατιστικά και οι δημοσκοπήσεις μπορούν να γίνουν πολύ ισχυρά επιχειρήματα και γι’ αυτό οι δημοσιογράφοι τα χρησιμοποιούν συνέχεια. Τους αρέσουν τόσο πολύ που πολλές φορές κάνουν τα δικά τους. Έχετε παρατηρήσει πόσοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, τηλεοράσεις και εφημερίδες βγαίνουν και ρωτάνε την άποψη του κόσμου για κάποιο θέμα και μετά καταλήγουν στα δικά τους συμπεράσματα; Οι κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε αυτές τις δημοσκοπήσεις επειδή:

© depositphotos
- Οι δημοσιογράφοι δεν χρησιμοποιούν δείγματα. Η δειγματοληψία είναι μια πολύ σημαντική αρχή που βασίζεται σε μαθηματικούς νόμους και πολύ δύσκολους υπολογισμούς. Οι κοινωνιολόγοι χρειάζονται πολύ χρόνο για να καταλήξουν σε αυτά τα αποτελέσματα, ενώ οι δημοσιογράφοι απλά ρωτάνε τους πάντες.
- Κάνουν τις ερωτήσεις με τον λάθος τρόπο. Για να μπορούμε να πούμε ότι τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης είναι αμερόληπτα θα πρέπει και οι ερωτήσεις να είναι διαμορφωμένες με τον ίδιο τρόπο. Συχνά οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων είναι συναισθηματικά φορτισμένες και δεν λαμβάνουν υπόψιν τους όλες τις γνώμες. Αυτό περιορίζει τις απαντήσεις και ωθεί τους ανθρώπους σε συγκεκριμένα συμπεράσματα.
Παροχή πληροφοριών έξω εκτός θέματος

© depositphotos © depositphotos
Μετά από μια συνέντευξη οι διάσημοι είναι συνήθως δυσαρεστημένοι από το τελικό αποτέλεσμα της συζήτησης. Αυτό συμβαίνει επειδή οι δημοσιογράφοι πολλές φορές δεν αναφέρουν το θέμα της συνέντευξης, αλλά χρησιμοποιούν μεμονωμένες φράσεις και τους δίνουν μια δική τους έννοια. Φανταστείτε ότι λέτε σε έναν δημοσιογράφο ότι όταν ήσασταν στο λύκειο ήσασταν ερωτευμένες με έναν ποδοσφαιριστή και ο δημοσιογράφος το αναφέρει παραλείποντας το μέρος με το σχολείο. Χωρίς αυτό το κομμάτι πολλοί θα νομίζουν ότι τώρα είστε ερωτευμένες. Έτσι, δημιουργούνται οι φήμες.
Φιλτράρισμα πληροφοριών

© pikabu
Οι δημοσιογράφοι κάνουν το φιλτράρισμα των πληροφοριών, αναφέροντας μια είδηση αλλά όχι όλη την αλήθεια για αυτή την είδηση. Μερικές φορές, οι δημοσιογράφοι αγνοούν επίτηδες κάποιες “άβολες” ειδήσεις και το αντίθετο, δηλαδή κάνουν σημαντικές ασήμαντες ειδήσεις. Αυτές οι τεχνικές γίνονται συνήθως για προπαγάνδα.
Ο Μάρσαλ Μακ Λούαν, ο πατέρας της επικοινωνίας και των μέσων είχε πει: “Ένας Άγγλος ισούται με 5 νεκρούς Γάλλους, 20 νεκρούς Αιγύπτιους, 500 νεκρούς Ινδούς και 1000 νεκρούς Κινέζους.” Ακούγεται κυνικό, αλλά είναι αλήθεια. Τα Μέσα σπάνια αναφέρουν διάφορες τραγωδίες που συμβαίνουν σε αναπτυσσόμενες χώρες. Αντίθετα, αν γίνει κάποιο αεροπορικό ατύχημα στην Ευρώπη όλη η προσοχή θα πέσει εκεί.
Προφανής κατασκευή

© depositphotos © depositphotos
Λόγω έλλειψης πληροφοριών οι δημοσιογράφοι κατασκευάζουν τις δικές τους λεπτομέρειες για μια είδηση ή απλά διαδίδουν φήμες.
Φράσεις όπως “Σύμφωνα με πηγές” ή “Οι επιστήμονες συστήνουν” κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Αν δεν υπάρχει το όνομα του συντάκτη ή κάποια αξιόπιστη πηγή (απόδειξη) κατά πάσα πιθανότητα τα επιχειρήματα δεν είναι αληθινά. Ο μόνος σκοπός που εξυπηρετούν είναι να κάνουν την είδηση πιο πιστευτή.









Η Ελληνική Στρατιά τον Ιούνιο του 1921, ύστερα από τη νικηφόρα προέλαση δια μέσω της Κιουτάχειας, προωθήθηκε στη γραμμή Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ. Οι τουρκικές δυνάμεις αφού απέφυγαν την κύκλωση στην Κιουτάχεια, συνέχισαν την υποχώρησή τους ανατολικά από τις όχθες του Σαγγάριου ποταμού. Στις 15 Ιουλίου 1921, ύστερα από ελληνικό πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια, αποφασίστηκε η συνέχιση της προέλασης προς Άγκυρα με την ονομασία «εκστρατεία Σαγγαρίου-Αγκύρας».
Το ελληνικό σχέδιο καθόριζε ως σκοπό την καταστροφή των τουρκικών δυνάμεων ανατολικά του Σαγγάριου και στη συνέχεια την κατάληψη της Άγκυρας. Οι ελληνικές δυνάμεις θα προέλαυναν με τρία σώματα στρατού συνολικά 120.000 ανδρών, αποτελούμενες από 9 μεραρχίες πεζικού, 1 ταξιαρχία ιππικού και 2 συντάγματα πυροβολικού. Η περιοχή των επιχειρήσεων περικλείονταν από τα όρη Ελμά Νταγ, Τσελίκ Νταγ και από τους ποταμούς Σαγγάριο και Γκεούκ. Στο χώρο αυτό η τουρκική διοίκηση οργάνωσε τρεις αμυντικές τοποθεσίες σε βάθος 25 εως 30 χιλιομέτρων, που περιελάμβανε χαρακώματα, ορύγματα με συρματοπλέγματα, πρόχειρα πυροβολεία και θέσεις αυτομάτων όπλων. Η τουρκική πλευρά διέθετε συνολικά 98,000 ένοπλους: 16 μεραρχίες, 3 συντάγματα πεζικού, 4 μεραρχίες και 1 ταξιαρχία ιππικού.
Σύγκρουση









