Γιώργος Λάνθιμος: «Οσο απέχω από την Ελλάδα τόσο πιο Ελληνας νιώθω»

Αύγουστος 31, 2018 11:51 ΜΜ
More videos

Δυο σπουδαίες ταινίες σπουδαίων σκηνοθετών φιλοξένησε την ίδια μέρα το Φεστιβάλ Βενετίας, διαμετρικά αντίθετες, αλλά και τόσο χαρακτηριστικές για το αληθινό ύφος του καθενός.

Το «The Favourite» του Γιώργου Λάνθιμου μπορεί κανείς να πει ότι είναι η καλύτερη ταινία του ώς τώρα, με τη λογική πως με κάθε νέα δουλειά του αποδεικνύει ότι είναι ένας δημιουργός που εξελίσσεται, που τολμά το διαφορετικό, που ξεφεύγει από αυτό που το κοινό περιμένει από αυτόν, κρατώντας ξεκάθαρη την ταυτότητά του.

Γκροτέσκ κωμωδία εποχής (χωρίς ίχνος κακογουστιάς, με εξαιρετική οξυδέρκεια στους διαλόγους), το «The Favourite» ξετυλίγεται στην Αγγλία του 18ου αιώνα, στην αυλή της βασίλισσας Αννας (Ολίβια Κόλμαν), μιας οικουρούσας ηγεμόνος που χρειάζεται διαρκώς βοήθεια, σωματική, πνευματική και συναισθηματική.

Στο πλευρό της στέκεται η λαίδη Σάρα (Ρέιτσελ Βάις), παιδική της φίλη, εξομολογήτρια, δεκανίκι της, η οποία ουσιαστικά κυβερνά για λογαριασμό της. Οταν η βασίλισσα αποκτά μια νέα έμπιστη υπηρέτρια, τη φιλόδοξη, αδίστακτη και ερωτικά ακαταμάχητη Αμπιγκεϊλ, οι δυο γυναίκες θα ξεκινήσουν μια διαμάχη που θα κορυφωθεί, για το ποια θα είναι «η αγαπημένη» της βασίλισσας, η καθεμιά για τους δικούς της, ωφελιμιστικούς σκοπούς.

Ο Λάνθιμος, με τη φόρμα της κωμωδίας, στήνει ένα εξαιρετικό γυναικείο… δράμα, φυλάσσοντας με προσοχή για τις ηρωίδες του στιγμές μεγαλειώδους μοναξιάς και μελαγχολίας, αφιερώνοντας όμως το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας σ’ έναν θεαματικό γυναικείο πόλεμο, που αφήνει ακόμα και κυριολεκτικά τραύματα.

Παρότι, ξανά, αυτοί είναι οι ήρωες του Λάνθιμου που ζουν χωρίς αγάπη (ίσως με λεπτή εξαίρεση την ίδια τη βασίλισσα), μόνο με ανταγωνισμό και μια ηδυπαθή εκδικητικότητα, η ταινία είναι μαζί εκπληκτικά διασκεδαστική –σκηνοθετικά και σκηνογραφικά είναι μεγαλειώδης, ακόμα κι αν μέρος της εικαστικής επιτήδευσης ίσως και να περιττεύει– και έντονα πολιτική, τόσο ως προς την κακοφορμισμένη εξουσία της άρχουσας τάξης, τότε και τώρα, όσο και ως προς τις γυναικείες σχέσεις, επίσης διαχρονικά. Στην καρδιά της ταινίας, οι τρεις πρωταγωνίστριες είναι πραγματικές βασίλισσες στους ρόλους τους, με την Κόλμαν και τη Στόουν να κατευθύνονται γοργά προς τα Οσκαρ.

«Η ταινία εποχής δημιουργεί μία απόσταση που σου επιτρέπει να βλέπεις τα πράγματα με μια άλλη ματιά», είπε ο Γιώργος Λάνθιμος στη συνέντευξη Τύπου για το «The Favourite». «Το γεγονός ότι δεν ήταν δική μου, αυθεντική ιδέα από την αρχή, δεν με πείραξε.

Ετσι κι αλλιώς δουλεύαμε το σενάριο εννέα χρόνια και πέρασε από πολλές διαφορετικές αναγνώσεις. Το μόνο που ήταν ξεκάθαρο ήταν ότι θέλαμε να εστιάσουμε σε αυτές τις τρεις γυναίκες και να πούμε την ιστορία μέσα από αυτές. Αυτό είναι κάτι σπάνιο στο σινεμά. Τρεις γυναίκες που είναι ολοκληρωμένοι άνθρωποι, ενώ η αντρική ματιά στο σινεμά βλέπει τις γυναίκας ως συζύγους, γκόμενες, αντικείμενα του πόθου. Εμείς πλάσαμε πολυδιάστατες, υπέροχες, εφιαλτικές γυναίκες. Σύνθετες, όπως κάθε άνθρωπος».

Οσο για τη σχέση του με την Ελλάδα, ο Γιώργος Λάνθιμος εξήγησε: «Αν βρω μια ιστορία που θέλω να πω και είναι στην ελληνική γλώσσα και λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα, ευχαρίστως να γυρίσω και να την κάνω. Με κάποιο τρόπο όσο απέχω από την Ελλάδα τόσο πιο Ελληνας νιώθω. Αγαπώ τον επαγγελματισμό του εξωτερικού, έχω περισσότερα μέσα για να κάνω τις ταινίες μου. Γι’ αυτό είμαι εδώ και θα συνεχίσω να είμαι εδώ. Ομως, καμιά φορά μου λείπουν ο αυθορμητισμός, η αμεσότητα και η γενναιοδωρία των ελληνικών παραγωγών».

Σ’ ένα άλλο σημείο του κινηματογραφικού χάρτη, νοηματικά, αισθητικά και γεωγραφικά, ο Αλφόνσο Κουαρόν παρουσίασε τη «Roma» του. Μετά την τεράστια πορεία του με κορύφωση το οσκαρικό «Gravity», ο Κουαρόν επέστρεψε στη γενέτειρά του, την Πόλη του Μεξικού, κι εγκαταστάθηκε σ’ ένα μεσοαστικό σπίτι το ’71, παρατηρώντας την οικογένεια που το κατοικεί (τη δική του, ουσιαστικά κι ομολογημένα), μέσα από τα μάτια της Κλεό, της υπηρέτριας που, έτσι κι αλλιώς, μεγαλώνει τα παιδιά, φροντίζει για τα πάντα και είναι ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας, σιωπηλά και διακριτικά.

Γυρισμένη σε ασπρόμαυρο φιλμ, με τον Κουαρόν να υπογράφει παραγωγή, σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία και μοντάζ, είναι μια χαμηλών τόνων και δυνατών συναισθημάτων μινιμαλιστική αλλά και απόλυτα εστέτ ταινία, για το πέρασμα του χρόνου, για τα σημαντικά της ζωής και τον ασήμαντο τρόπο με τον οποίο τους συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, για τη μοναξιά και τη γυναικεία δύναμη.

«Το ασπρόμαυρο είναι μέρος του DNA της ταινίας», εξήγησε στον Τύπο ο Κουαρόν. «Στην αρχή τρία πράγματα ήταν ξεκάθαρα: η κεντρική ηρωίδα Κλεό, η ταινία ως ανάμνηση και το ασπρόμαυρο. Αυτά ποτέ δεν άλλαξαν. Μιλάμε για μια ανάμνηση, αλλά εγώ δεν την ήθελα υποκειμενική, την ήθελα αντικειμενική ανάμνηση. Και οι εικόνες είναι πιο αντικειμενικές, γιατί συγκεκριμενοποιούν κάτι αφηρημένο. Αλλά δεν ήθελα να κάνω μια νοσταλγική ταινία· ήθελα να κοιτάζει το παρόν.

Είναι μια σύγχρονη ασπρόμαυρη ταινία. Η απόφαση δεν ήταν στιλιζαρισμένο φως, μεγάλα πλάνα του ’40 και του ’50, αλλά ψηφιακό ασπρόμαυρο, αποδεχόμενο το ψηφιακό φορμά, που είναι πολύ προχωρημένο, είναι 65mm. Με αυτό το ολοκαίνουργιο ψηφιακό φορμά αποφασίσαμε να μιλήσουμε για το παρελθόν».

Ραντεβού, λοιπόν, χωρίς αμφιβολία, και με τις δυο ταινίες στα επόμενα Οσκαρ.

Πηγή: efsyn