Με τρεμάμενη φωνή και δάκρυα στα μάτια ο τραγικός πατέρας της αγνοούμενης Αρτέμιδος, που παραμένει άφαντη εδώ και 16 μήνες, μίλησε στο MEGA και στην κάμερα της εκπομπής Φως στο Τούνελ το βράδυ της Παρασκευής (11/2) για τις νέες έρευνες που έγιναν πρόσφατα.
Όπως είπε αρχικά ο πατέρας:
«Αναρωτιόμαστε γιατί να συμβεί σ’ εμάς κάτι τέτοιο. Περνάμε ένα Γολγοθά καθημερινά. Δεν μπορούμε να την ξεχάσουμε. Κάνουμε προσευχή μήπως και μας πάρει κάποιο τηλέφωνο, γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Η πρόσφατη πληροφορία που λάβαμε ήταν από μία φίλη της γυναίκας μου. Έκανε λόγο για μία περιοχή στα Καμίνια. Μας υπέδειξαν ένα σημείο που είχε σκαφτεί και μας είπαν να το ερευνήσουμε. Πήγαμε εκεί με άνδρες από την Ασφάλεια. Το χώμα ήταν όντως πρόσφατα σκαμμένο, αλλά ευτυχώς δε βρήκαμε κάτι. Πιστεύουμε πως κάπου πρέπει να είναι ζωντανή».
«Θα είναι 21 χρόνων σήμερα αν βρίσκεται στη ζωή. Εγώ επιμένω πως κάποιος πρέπει να την άρπαξε από το δρόμο. Μακάρι να ισχύει το καλό σενάριο και να έχει φύγει με κάποιο αγόρι. Δε νομίζω όμως γιατί ήταν ένα ήσυχο παιδί και δεν μας είχε δώσει τέτοια δείγματα. Έχουμε ζητήσει να ερευνηθεί και ο νεαρός που είχε μπλέξει μαζί του. Από την στιγμή που τον γνώρισε, άλλαξαν τα πράγματα», συνέχισε ο ίδιος.
Ο θείος της 19χρονης αγνοούμενης είναι και ο άνθρωπος που την είδε για τελευταία φορά στην στάση του λεωφορείου.
Το Φως στο Τούνελ ακολούθησε μαζί του τη διαδρομή. Ο ίδιος την περιγράφει σαν ένα ήσυχο κορίτσι με ήρεμο χαρακτήρα, που δε δημιουργούσε ποτέ προβλήματα.
«Την είδα γύρω στις 16:00 το μεσημέρι να περιμένει σε μία στάση λεωφορείου. Δεν είναι η πιο κοντινή από το σπίτι της. Πρέπει να περπάτησε τρεις στάσεις για να φτάσει σε αυτήν. Πέρασα γρήγορα και την είδα από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Δεν την πήρα μαζί μου γιατί είχα φορτωμένο το αμάξι και δε χωρούσε. Θυμάμαι τις ημερομηνίες με ακρίβεια γιατί δύο μέρες μετά την εξαφάνιση, πέθανε ο πατέρας μου», είπε.
Αναφέρθηκε στα λάθη και στις καθυστερήσεις των Αρχών, που θα μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις σε αυτόν τον περίεργο γρίφο.
«Το λάθος της αστυνομίας είναι ότι δεν πήραν το υλικό από όλες τις κάμερες της περιοχής. Εμένα με κάλεσαν μετά από τρεις μήνες για να δώσω κατάθεση», κατέληξε.
«Είδα μια μελαχρινή να περπατάει βιαστικά τα ξημερώματα στη Λεωφόρο Μαραθώνος»
Το «Φως στο Τούνελ» σε μία προσπάθεια να δοθούν απαντήσεις στον δυσεπίλυτο γρίφο της Άρτεμης, έφερε στο φως μία νέα μαρτυρία.
Η κυρία Γεωργία που οδηγούσε επί της Λ. Μαραθώνος ξημερώματα της επόμενης ημέρας από την εξαφάνιση, θέλησε να την πει και στην κάμερα της εκπομπής.
«Γύρω στις 06:30 το πρωί του Σαββάτου 17 Οκτωβρίου 2020 στη συμβολή της Λεωφόρου Μαραθώνος με την Μαρίνου Αντύπα, είδα μία μελαχρινή κοπέλα με τα χαρακτηριστικά της Άρτεμης να περπατάει βιαστικά στον δρόμο. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, αλλά παραξενεύτηκα λόγω της ώρας. Φορούσε μαύρο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και είχε ένα σακίδιο στην πλάτη. Εγώ πήγαινα προς τη Ραφήνα με την αδελφή μου. Δεν μπορώ να είμαι εντελώς σίγουρη πως ήταν η Άρτεμις, αλλά είχε το ίδιο κόψιμο και φορούσε τα ίδια ρούχα με αυτά που δείξατε στην εκπομπή. Έχω δώσει κατάθεση και στις Αρχές γιατί είναι κρίμα η κοπέλα. Ελπίζω να είναι κάπου καλά και να βρεθεί», ανέφερε χαρακτηριστικά η μάρτυρας.
Στο πόστο της στην εκπομπή «Χαμογέλα και πάλι» επέστρεψε η Σίσσυ Χρηστίδου μετά τον θάνατο της μητέρας της. Η γνωστή παρουσιάστρια καλημέρισε τους τηλεθεατές και συγκινημένη προσπάθησε να μιλήσει για τη μεγάλη απώλεια της μητέρας της.
«Από τότε που ξεκίνησα να κάνω αυτή τη δουλειά, 20 χρόνια τώρα, φοβόμουν τέτοιες στιγμές, πολύ δύσκολες. Θέλω να ευχαριστήσω εσάς για όλη αυτή την στήριξη και την βοήθεια που δώσατε, την εταιρεία παραγωγής, τον Νίκο Κοκλώνη, το κανάλι που από την πρώτη στιγμή με βοηθήσατε πολύ να το διαχειριστώ όλο αυτό, όσο μπορώ, την Κατερίνα που ήταν εδώ και βοήθησε, τον κόσμο που έχω λάβει απίστευτα μηνύματα αγάπης…
Τον κόσμο που συνδέθηκα όλους αυτούς τους μήνες που περνάνε αντίστοιχες ιστορίες. Είναι αλήθεια παιδιά, ότι μέχρι να ‘ρθει μέσα στο σπίτι σου αυτή η αρρώστια, δεν καταλαβαίνεις. Προσπαθείς να συμπαρασταθείς στους ανθρώπους που το βιώνουν αλλά είναι πολύ διαφορετικό, όταν χτυπάει τη δική σου πόρτα», ανέφερε αρχικά η Σίσσυ Χρηστίδου.
Στη συνέχεια, η παρουσιάστρια εξήγησε τον λόγο που αποφάσισε να μην εμφανιστεί με μαύρα στην εκπομπή της σήμερα αλλά να φορέσει ένα λευκό φούτερ από τις «Γυναίκες Χωρίς Σύνορα».
«Εγώ διάλεξα σήμερα να μην εμφανιστώ με μαύρα, να εμφανιστώ με το μεγάλο μου χαμόγελο γιατί το λάτρευε η μαμά μου, να φορέσω μία μπλούζα από τις Γυναίκες Χωρίς Σύνορα. Η μαμά μου ήταν ιδρυτικό μέλος σε αυτή την οργάνωση και είναι σπουδαίο το έργο τους και το έργο της μαμάς μου. Θέλω να ξέρουν αυτές οι γυναίκες ότι είμαι στο πλευρό τους και θα συνεχίσω να είμαι μέλος και να τις στηρίζω», ήταν τα λόγια της Σίσσυς Χρηστίδου.
Η Ελληνίδα μητέρα και ο Πολωνός εραστής της, ομολόγησαν την πράξη τους και αναμένεται να οδηγηθούν στον εισαγγελέα – Τι λέει γείτονας του ζευγαριού στο protothema.gr
Ένα πραγματικό θρίλερ εξελίσσεται αυτή την ώρα στην Κυψέλη. Όπως αποκαλύπτει το protothema.gr, μητέρα «Μήδεια» δολοφόνησε μαζί με τον Πολωνό σύντροφο της το 7χρονο αγοράκι της και για πέντε ολόκληρα χρόνια έκρυβε το πτώμα του στην εργαλειοθήκη στην βεράντα του σπιτιού τους.
Σήμερα, πριν λίγη ώρα, συνελήφθη η Ελληνίδα μητέρα και ο Πολωνός εραστής της, ομολόγησαν την πράξη τους και αναμένεται να οδηγηθούν στον εισαγγελέα.
«Εδώ και 2-3 μέρες άντρες της Ασφάλειας παρακολουθούσαν το διαμέρισμα που έμενε το ζευγάρι. Σήμερα 6-7 άτομα ήρθαν από εδώ, έψαξαν το διαμέρισμα και μετά τους συνέλαβαν. Δεν γνωρίζω κάτι άλλο. Το ζευγάρι έμενε εδώ περίπου έναν χρόνο», λέει χαρακτηριστικά γείτονας του ζευγαριού.
Η φρικαλέα ιστορία, ξεκινάει πέντε χρόνια πριν.
Όταν το 7χρονο αγοράκι εξαφανίστηκε, η Ελληνίδα μητέρα ισχυρίστηκε ότι το παιδί το είχε ο πατέρας του, ο πρώην σύζυγος της στην Πολωνία. Οι αστυνομικοί όμως δεν πείστηκαν, έψαξαν την υπόθεση και όταν διαπίστωσαν πως το παιδάκι ήταν θαμμένο σε μια εργαλειοθήκη στην βεράντα του διαμερίσματος στην οδό Αστυπάλαιας στην Κυψέλη και πέρασαν χειροπέδες στην μητέρα και τον σύντροφο της.
Με δύναμη ψυχής μιλάει για ακόμα μια φορά η μητέρα του Άλκη, η κ. Μελίνα Καμπανού, για την τραγική απώλεια που βιώνει αλλά και για τα ερωτήματα που τη βασανίζουν. Η ίδια επεσήμανε ότι εμπιστεύεται τις αρχές στην έρευνα που διεξάγουν, ενώ παράλληλα ευχαρίστησε την αστυνομία που κινήθηκε γρήγορα.
Αναφορικά με τους συλληφθέντες, η κ. Μελίνα ξεκαθάρισε ότι αυτήν τη στιγμή πάει να στηθεί ένα επικοινωνιακό παιχνίδι με την απέναντι πλευρά να «διεκδικεί» επαφή μαζί της. Στην συνέχεια αναφέρθηκε στα όσα ακούγονται ότι ετοιμάζεται μία επιστολή μέσω δικηγόρων που θα της αποσταλεί και ξεκαθαρίζει ότι δεν θα δεχτεί καμία επικοινωνία ούτε θα μπει σε κάποια αντιπαράθεση.
«Τους δολοφόνους τους παραδίδω στην ελληνική δικαιοσύνη» σημειώνει και τονίζει ότι δεν θα έχει καμία επικοινωνία μαζί τους. «Να σταματήσει εδώ το όποιο επικοινωνιακό παιχνίδι».
«Να ξεκινήσουμε από τους εαυτούς μας για να αλλάξουν τα πράγματα και οι θεσμοί θα ακολουθήσουν. Θέλουμε να αγωνιστούμε για μια καλύτερη κοινωνία», αναφέρει η κ. Μελίνα που αντλεί όπως λέει τη δύναμή της από τον Άλκη ευχαριστεί όλον τον κόσμο που της συμπαραστέκεται.
Η ΕΛ.ΑΣ. ψάχνει τα «χαμένα» κομμάτια του παζλ
Τα κομμάτια του παζλ που ακόμα παραμένουν «χαμένα» προσπαθούν να εντοπίσουν οι αστυνομικοί της Ασφάλειας, που χειρίζονται την υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο με τη δολοφονία του 19χρονου Άλκη στην περιοχή Χαριλάου στη Θεσσαλονίκη.
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Τάκης Θεοδωρικάκος, δεν προχώρησε τυχαία στην παρακάτω σιβυλλική δήλωση: «Για την Αστυνομία δεν υπάρχει «μικρός» και «μεγάλος» και ο τελευταίος που βρίσκεται πίσω από αυτή την ιστορία θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη».
Ο «μικρός» και ο «μεγάλος» είναι δύο κωδικές ονομασίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της υπόθεσης και αναφέρονται σε άτομα που δεν περιλαμβάνονται στους κατηγορουμένους.
Ο «μικρός» περιγράφεται ως οπαδός του ΠΑΟΚ μικρής ηλικίας, στον οποίο δόθηκε εντολή από 23χρονο (που φέρεται ως οργανωτής της επίθεσης) να κάνει κατόπτευση στο Χαριλάου αρκετές ώρες πριν τη δολοφονία. Ο «μικρός» ενημέρωσε τον φερόμενο ως οργανωτή ότι στην περιοχή υπάρχουν «διάσπαρτες πεντάδες» ατόμων.
Ποιος, όμως, είναι ο «μεγάλος»; Σύμφωνα με πληροφορίες του Newsbomb, η λέξη αυτή αναφέρεται σε κατάθεση του φερόμενου ως οργανωτή της επίθεσης. Σε ερώτηση που του τέθηκε για τις κινήσεις του μετά την επίθεση και αφού χωρίστηκε από τους συγκατηγορουμένους του, απάντησε: «Πήγα να πάρω το αμάξι που το είχα αφήσει στην Τούμπα. Με πέταξε εκεί ένας ‘μεγάλος’ που δεν θέλω να πω το όνομά του και δεν έχει σχέση με το περιστατικό. Μετά πήγα σπίτι μου κατευθείαν. Το πρωί πήγα στη δουλειά και μόλις επέστρεψα με προσήγαγαν αστυνομικοί».
Ένα ερώτημα είναι ποιος είναι ο «μεγάλο» και ένα δεύτερο γιατί ο 23χρονος δεν ήθελε να αναφέρει το όνομά του. Μετά την επίθεση με στόχο την παρέα του Άλκη ο 23χρονος μετέβη σε κεντρικό σύνδεσμο του ΠΑΟΚ στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Όπως περιγράφει «εκεί ήταν και κάποιοι άλλοι που δεν θέλω να αναφέρω και δεν έχουν σχέση με το περιστατικό». Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει από αυτή την αναφορά του είναι εάν υπήρχαν και άλλα άτομα που γνώριζαν για την καταδρομική επίθεση στο Χαριλάου. Το δεύτερο ερώτημα είναι γιατί δεν ήθελε να τα κατονομάσει.
Όπως φαίνεται από τα στοιχεία που συνέλεξαν οι αστυνομικοί κατά την προανάκριση, υπάρχουν πιθανότατα και άλλα άτομα που συνδέονται είτε άμεσα είτε έμμεσα με το αιματηρό περιστατικό. Ένα από αυτά που συνδέονται άμεσα φέρεται να είναι το άτομο που δεν ταυτοποιήθηκε. Δηλαδή, ο 12ος εμπλεκόμενος που αναφέρεται στη δικογραφία ως άντρας «αγνώστων λοιπών στοιχείων».
Πρόκειται για τον «άγνωστο Χ» του στυγερού εγκλήματος. Το άτομο-μυστήριο που δεν κατονόμασε κανείς. Σύμφωνα με πληροφορίες του Νewsbomb, στην αναφορά της ΕΛ.ΑΣ. προς την Ανακρίτρια γίνεται λόγος για άτομο, πιθανώς κάτοικο Ωραιοκάστρου, ο οποίος ήταν ο οδηγός του τρίτου αυτοκινήτου.
Αυτή είναι η δεύτερη αναφορά στη δικογραφία στη συγκεκριμένη περιοχή της Θεσσαλονίκης, το Ωραιόκαστρο. Και αυτό διότι στις καταθέσεις τους κάποιοι από τους κατηγορουμένους ανέφεραν το Ωραιόκαστρο ως την περιοχή όπου δέχτηκαν επίθεση οπαδοί του ΠΑΟΚ από οπαδούς του Άρη, πριν οργανωθεί η καταδρομική επίθεση στο Χαριλάου.
Ο εντοπισμός του οδηγού του τρίτου αυτοκινήτου είναι εξαιρετικά σημαντικός, καθώς το όχημά του ήταν το αυτοκίνητο των «σκληρών». Σε αυτό επέβαιναν, σύμφωνα με την Αστυνομία, οι τρεις κατηγορούμενοι που φέρονται να χτύπησαν άγρια τον Άλκη. Αναλυτικότερα, στο αυτοκίνητο, (χρώματος ποντικί, μάρκας VW και μοντέλο Polo), επέβαιναν ο 21χρονος που φέρεται να κρατούσε το δρεπάνι, ο 22χρονος που φέρεται να κρατούσε το μαχαίρι και ο 25χρονος που φέρεται να κρατούσε το στειλιάρι.
Δηλαδή, ο άγνωστος άντρας, που φέρεται να φορούσε σκούφο, ήταν με τους σκληρούς της συμμορίας και ίσως ο πιο έμπειρος στο να εξαφανίσει τα ίχνη του. Το ερώτημα είναι γιατί δεν τον κατονομάζουν οι συνεργοί του. Επίσης, το όχημα αυτό δεν φαίνεται στο βίντεο-ντοκουμέντο που είδε το φως της δημοσιότητας, καθώς είχε στρίψει δεξιά πριν αποβιβαστούν οι επιβαίνοντες.
Ένα άλλο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι υπάρχει αναφορά της ΕΛ.ΑΣ., σύμφωνα με την οποία στο όχημα των σκληρών, αυτό δηλαδή που είχε οδηγό τον 12ο εμπλεκόμενο, μπορεί να επέβαινε και πέμπτο άτομο. Εάν ισχύει αυτό τότε έχουμε δύο άτομα που δεν ταυτοποιήθηκαν και συμμετείχαν στην επίθεση.
Η κατάθεση του 23χρονου
Στοιχεία-σοκ περιλαμβάνει η απολογία του 23χρονου, φερόμενου ως οργανωτή της δολοφονικής επίθεσης με θύμα τον 19χρονο Άλκη στη Θεσσαλονίκη. Στην ερώτηση που έγινε στον 23χρονο για όλα όσα εκτυλίχθηκαν μετά την επίθεση και αφού μπήκαν όλοι στο αυτοκίνητο για να διαφύγουν, απάντησε:
«Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ήταν σε καλή κατάσταση. ήταν ευχαριστημένοι. Ο Οδ… είπε «τους πήραμε».
Σε άλλη ερώτηση για όλα όσα είδε την ώρα της επίθεσης, έκανε λόγο για «άγρια εικόνα»: «Δε σταματούσαν, χτυπούσαν αλλεπάλληλα με τα χέρια και με ότι είχαν. Ήταν όλοι πάνω σε έναν και άλλοι πάνω σε άλλον και χτυπούσαν. Εγώ βέβαια εκείνη την ώρα είχα το νου μου κυρίως στα άτομα που ανέβαιναν. Στη συνέχεια εγώ μπήκα στο αμάξι και περίμενα τους άλλους να έρθουν».
Στη συνέχεια, αναφέρει ότι ήταν «κανονισμένο» πως θα κινηθούν: «Αποφασίστηκε να μπουν σε κάθε αυτοκίνητο γνωστοί με τους γνωστούς, δηλαδή εγώ με τους φίλους μου στο δικό μου αμάξι, στο δεύτερο αυτοί που είναι φίλοι μεταξύ τους, και στο τρίτο αυτοκίνητο επίσης το ίδιο (…) Αποφασίσαμε να μπω εγώ μπροστά γιατί ξέρω ανατολικά την περιοχή προς τα εκεί μένω. Οι Αρειανοί συνηθίζουν αφήνουν δύο άτομα μπροστά στο γήπεδο και πίσω κρυμμένα είναι άλλα άτομα που εμφανίζονται ξαφνικά αν συμβεί κάποιο επεισόδιο. Έτσι αποφασίστηκε να μην περάσουμε από κεντρικούς δρόμους. Αποφασίστηκε να με ακολουθούν οι άλλοι χωρίς συγκεκριμένη σειρά».
Στην ερώτηση ποιος ήταν ο σκοπός τους, απάντησε: «Ο σκοπός ήταν για μένα τουλάχιστον, να επιβληθούμε στους άλλους. Αν πετύχαιναμε κάποιον Αρειανό θα κατεβαίναμε και θα τρέχαμε για να τους φοβίσουμε. Ο σκοπός ήταν ο εκφοβισμός. Θα κατεβαίνουμε δηλαδή και θα τους τρομάζαμε».
Ο 23χρονος είδε τα βίντεο που είχαν συλλέξει οι αστυνομικοί κατά την προανάκριση για να αναγνωρίσει τους συνεργούς του:
«Στο πρώτο βίντεο γνωρίζω τον τελευταίο που έρχεται και κάθεται στη θέση του συνοδηγού τον… που φαίνονται καλά και να χτυπάει κάποιον στο ίδιο βίντεο. Από τα τρία άτομα που φαίνεται να κατευθύνονται προς τα οχήματα μας σε πρώτο χρόνο, τα δύο πηγαίνουν στο clio, αλλά δεν μπορώ να της αναγνωρίσω από την επισκόπηση του video, φοράει ανοιχτόχρωμο παντελόνι είναι που κάθεται στα πίσω καθίσματα του οχήματος μου. Στο δεύτερο βίντεο φαίνομαι να είμαι ήδη στη θέση του οδηγού. Επίσης το ίδιο βίντεο στην αρχή φαίνονται δυο άτομα να τρέχουν τα σκαλιά της οικοδομής επί της οδού Γαζή στην οδό Σεφέρη, που βρίσκεται το πόλο και λογικά κατευθύνονται σε αυτό».
Στην ερώτηση γιατί ξέφυγε η κατάσταση, ανέφερε: «Δεν ξέρω πραγματικά δεν το συζητήσαμε μετά. Υποθέτω ότι ένας λόγος είναι ότι κάποια άτομα τους κατηγορούμενους χτυπήθηκαν στο παρελθόν από Αρειανούς. Σίγουρα είναι ο… αλλά σχεδόν όλοι απ’ όσο ξέρω».
Καλεσμένος στην εκπομπή της Σίσσυς Χρηστίδου βρέθηκε ο Σάκης Ρουβάς, ο οποίος μίλησε για την γνωριμία του με τον Δημήτρη Λιγνάδη αλλά και τις ραγδαίες εξελίξεις που τον οδήγησαν στη φυλακή.
«Όταν έσκασε αυτή η βόμβα, εγώ έπεσα από τα σύννεφα. Εγώ τον Δημήτρη πραγματικά τον αγάπησα. Ότι συναίσθημα έχω για τον Δημήτρη είναι θαυμασμού, αγάπης… Έτσι έζησα εγώ δίπλα στον Δημήτρη, αυτή είναι η κατάθεση η δική μου», ανέφερε αρχικά ο Σάκης Ρουβάς για τον Δημήτρη Λιγνάδη.
«Έπεσα από τα σύννεφα»
Για την αντίδρασή του όταν έσκασαν οι καταγγελίες κατά του Λιγνάδη, ο Σάκης Ρουβάς σχολίασε: «Με βοήθησε πάρα πολύ στο να ανακαλύψω καλλιτεχνικά όλο αυτό που λεγόταν Διόνυσος μέσα στις Βάκχες, οπότε όλη αυτή η περίοδος της ζωής μου ήταν συγκλονιστική.
Όταν έσκασε αυτή η βόμβα, έπεσα από τα σύννεφα, τρόμαξα, φοβήθηκα, ένιωσα μεγάλη λύπη και στεναχώρια για τον άνθρωπο αυτόν για τον οποίο καταλάβαινα ότι εκείνη την στιγμή βρίσκεται σε μια κόλαση», ανέφερε για την αντίδρασή του.
«Για να είμαι ξεκάθαρος, εγώ το πρόσωπο που γνώρισα στον Δημήτρη Λιγνάδη είναι αυτό που σας περιγράφω. Ότι άλλο έχει συμβεί, δεν το γνωρίζω, περιμένω να αποδειχθεί και η άλλη πλευρά. Δεν μπορώ να κάνω εγώ τον δικαστή. Ας μιλήσει η δικαιοσύνη», τόνισε ο Σάκης Ρουβάς.
Και συνέχισε: «Ακόμα και αν συνέβησαν αυτά που λένε τα θύματα, υπάρχει βεβαίως μεγάλη στεναχώρια και λύπη για τα θύματα για τα οποία όλο αυτό είναι μια τραγωδία. Είναι και μια τραγωδία για τους ανθρώπους οι οποίοι προφανώς πάσχουν από κάτι για να τα κάνουν όλα αυτά», είπε ο Σάκης Ρουβάς για τους ακακοποίητές.
Σε μια συνέντευξη όπου παρουσίασε μια εικονική πραγματικότητα για την κατάσταση στην Ελλάδα και μια εικόνα της Κυβέρνησης να τα έχει όλα καλώς καμωμένα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν-εκτός των άλλων- και θρασύς.
Αναφερόμενος στον κατώτατο μισθό, αφού προανήγγειλε αύξηση από 1η Μαΐου, αλλά δεν είπε πόση, σχολίασε αρχικά: «Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την αύξηση του 2% που δώσαμε, που είναι μία μικρή αύξηση, δεν θα έλεγα ότι είναι αμελητέα, αλλά είναι μία μικρή αύξηση».
Αν δεν είναι αμελητέο το 2%, τότε τι είναι; Αλλά μάλλον αυτό ήταν προάγγελος του νέου φιλοδωρήματος που ετοιμάζεται να «βαφτιστεί» ως αύξηση.
Και βέβαια, ο Πρωθυπουργός που μοχθεί και έχει «απόλυτη αίσθηση των δυσκολιών που υπάρχουν σήμερα στην ελληνική κοινωνία» (σ.σ. ναι, ναι το ξεστόμισε και αυτό…), ξέρει πάνω απ’ όλα τι θέλει ο εργαζόμενος και μάλιστα πριν από αυτόν:
«Αν ρωτήσετε και τους εργαζόμενους, θα σας πουν ότι ξέρουν πολύ καλά, ότι δεν μπορεί σήμερα ο κατώτατος μισθός, να πάει στα 800 ευρώ»!
Ορίστε, αφού οι εργαζόμενοι ξέρουν ότι δεν γίνεται, άρα δεν θέλουν. Από που έβγαλε το συμπέρασμα ότι ξέρουν δεν μας είπε όμως.
Και πως το αιτιολόγησε αυτό που είπε; «Το αποτέλεσμα (σ.σ. της αύξησης στα 800 ευρώ) θα ήταν ότι θα είχαμε μία απότομη αύξηση της ανεργίας. Θα έκλειναν επιχειρήσεις»!
Έναν μικρό θησαυρό ανακάλυψαν οι αρχές στο σπίτι της ιδιοκτήτριας του γηροκομείου των Χανίων με 105.000 ευρώ σε μετρητά, πάρα πολλά κοσμήματα τεράστιας αξίας και μεταξύ τους και βέρες που φέρονται να ήταν των ανθρώπων που κατέληξαν στο γηροκομείο κολαστήριο σύμφωνα με τα όσα μεταδόθηκαν στο Mega.
Oι δυο ιδιοκτήτριες μητέρα και κόρη μαζί με 5 εργαζόμενους της δομής που συνελήφθησαν την Πέμπτη (10/2), κατηγορούνται για τριάντα θανάτους και 8 απόπειρες ανθρωποκτονίας σε μια υπόθεση θρίλερ όπου εμπλέκονται 36 άτομα.
Είναι το πρόσωπο που πριν από έναν χρόνο αναζητούσαν οι πάντες, η ιδιοκτήτρια του γηροκομείου στα Χανιά μιλούσε για όλους και για όλα στο LIVΕ NEWS προαναγγέλοντας πως θα κάνει μηνύσεις και αγωγές , ένα χρόνο μετά συνελήφθη.
Στο μικροσκόπιο των αρχών μπαίνουν τα πάντα, το LIVE NEWS στις 27 Απριλίου είχε αποκαλύψει την υπόθεση ακινήτου, η μεταβίβαση του οποίου γεννά ερωτήματα.
Τα συμβόλαια που αποκαλύπτει το LIVE NEWS ανέφεραν αγοραπωλησία αστικού ακινήτου αντί τιμήματος 50.000 ευρώ αντικειμενικής αξίας 157.651, 46 ευρώ.
Συγγενής ηλικιωμένης κατήγγειλε την μεταβίβαση που έγινε ενώ η ηλικιωμένη έμενε στο γηροκομείο, το ακίνητο μεταβιβάστηκε σε συγγενικό πρόσωπο εργολάβου που έκανε εργασίες στο γηροκομείο και μάλιστα τα λεφτά δόθηκαν σε μετρητά στην ηλικιωμένη.
Σύμφωνα με την δικογραφία στους ηλικιωμένους χορηγούνταν ισχυρά ψυχοφάρμακα για να είναι σε καταστολή η έρευνα έφερε στο φως παράνομες συνταγογραφήσεις ύψους 3.000.000 ευρώ. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε όταν μέσα σε ένα χρόνο καταγράφηκαν 68 θάνατοι τροφίμων, όλοι από φερόμενη αιτία, καρδιακή ανακοπή και με υπογραφή από τον ίδιο γιατρό, πρώην εργαζόμενοι κάνουν καταγγελίες σοκ.
Η έρευνα των αρχών αποκάλυψε πως η λίστα αναμονής ήταν μεγάλη για το γηροκομείο που όπως βλέπουμε σε αυτά τα πλάνα αρχείου είχε προς τα έξω την εικόνα άριστου ιδρύματος. Είμαστε στο 2016, Θέλοντας να δείξει στην κοινωνία της Κρήτης την… καλή του πλευρά, διαφήμιζε τις παρεχόμενες υπηρεσίες του. Οι υπεύθυνοι διοργάνωναν εκδηλώσεις ψυχαγωγίας των τροφίμων του ιδρύματος.
Η φιλοξενία κόστιζε από 900 ως 1200 ευρώ το μήνα με την τροφή για τον κάθε ηλικιωμένο να μη ξεπερνά τα 0,55 λεπτά καθημερινά.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Mega, το προσωπικό του γηροκομείου γνώριζε πότε θα γινόταν έλεγχος στον οίκο ευγηρίας και έκρυβαν τους υπεράριθμους τροφίμους στην ταράτσα αλλά και «εξαφάνιζαν» ολόκληρα δωμάτια με γυψοσανίδες, καθώς το γηροκομείο έχει άδεια μόνο για 16 κρεβάτια.
Ένα απίστευτο περιστατικό έλαβε χώρα στο κέντρο της Λαμίας, όπου νεαροί ανέβηκαν πάνω σε περιπολικό της αστυνομίας και ανέβασαν το σχετικό βίντεο στη γνωστή διαδικτυακή πλατφόρμα Tik Tok.
Το περιστατικό, σύμφωνα με το LamiaReport, έλαβε χώρα το απόγευμα της Πέμπτης, στην οδό Σκληβανιώτη απέναντι από το κτίριο του ΟΤΕ, όπου ο αστυνομικός της Τροχαίας άφησε για λίγα λεπτά το περιπολικό, σε σημείο που να μην εμποδίζει την κυκλοφορία, ώστε να καταγράψει τροχαίο που είχε στην Πλατεία Ελευθερίας.
Κατά πληροφορίες, οι δράστες ταυτοποιήθηκαν και αναζητούνται.
Δεν ήταν η δολοφονία ενός 2χρονου αγοριού, αυτή καθ’ αυτή που μια μέρα σαν σήμερα το 1993, έκανε τον κόσμο να κλείσει τα μάτια από ντροπή… Ήταν οι κυρίως δυο δολοφόνοι: Παιδιά κι αυτά, 10 χρονών!
Η εικόνα τους δεν τράβηξε την προσοχή κανενός. Άλλωστε τι να προκαλέσει το ενδιαφέρον κάποιου (και τους είχαν δει δεκάδες άνθρωποι), όταν δυο μικρά παιδιά, που δεν θα ‘ταν πάνω από 10χρονών, κρατούν ένα μικρότερο από το χέρι και περπατούν σε ένα εμπορικό κέντρο;
Τα μεγαλύτερα αγόρια, ο Γιον Βέναμπλς και ο Ρόμπερτ Τόμπσον θα μπορούσαν, άλλωστε, να είναι τα αδέρφια του μικρού, όπως πίστεψαν οι περισσότεροι περαστικοί στο εμπορικό κέντρο εκείνη την ημέρα· όμως δεν ήταν.
Ήταν οι απαγωγείς και λίγες ώρες μετά οι δολοφόνοι του μικρού Τζέιμς Πάτρικ Μπάλτζερ, που τον οδηγούσαν στον τόπο του μαρτυρίου του.
Κι εδώ έρχεται, σαν δυνατό χαστούκι στο παγωμένο πρόσωπο της κοινωνίας, η αντίδραση κάποιων από εκείνους που κάτι πρόσεξαν, κάτι είδαν, κάτι τους παραξένεψε, αλλά… συνέχισαν τον δρόμο τους: «Ο μικρούλης φαινόταν στενοχωρημένος – είπαν, όταν πια ο μικρούλης ήταν νεκρός – ενώ κάποιοι άλλοι εντόπισαν από μακρία τα μεγαλύτερα αγόρια να χτυπούν με γροθιές και κλωτσιές το δίχρονο παιδάκι, αλλά δεν βαριέσαι· «θα παίζουν» είπαν. Οι περισσότεροι αδιαφόρησαν και όσοι σταμάτησαν και μάλωσαν τους 10χρονους, έφυγαν βιαστικά για να προφτάσουν τις δουλειές τους… Κι ο 2χρονος Τζέιμς έμεινε στα χέρια των δημίων του.
Το σχέδιο των δολοφόνων ήταν πρώτα να αρπάξουν ένα παιδάκι από τα χέρια της μητέρας του. Τα δυο αγόρια μπήκαν σε ένα πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο, το New Strand στο Bootle, κοντά στο Λίβερπουλ· ήταν απόγευμα και το είχαν «σκάσει» μόλις από το σχολείο.
Στο εμπορικό κέντρο, οι δυο 10χρονοι περιπλανήθηκαν από κατάστημα σε κατάστημα, κλέβοντας ό,τι μπορούσαν να πιάσουν στα χέρια τους, και στη συνέχεια άρχισαν να πετούν τα κλεμμένα, σε ανθρώπους που ανεβοκατέβαιναν με τις κυλιόμενες σκάλες· έτσι για να γελάσουν. Κάποια στιγμή, έτσι για να γελάσουν πάλι (το κίνητρό τους παραμένει ακόμα και σήμερα ασαφές), ο Βέναμπλς κι ο Τόμπσον συμφώνησαν να απαγάγουν ένα παιδάκι. Όποιο να ‘ναι… Το ποιος είχε την ιδέα επίσης παραμένει μυστήριο, αφού αργότερα ο ένας έριξε τα βάρη στον άλλον.
Το πρώτο παιδί ήταν τυχερό
Και ο άτυχος Τζέιμς, δεν ήταν το πρώτο παιδάκι που προσπάθησαν να παγιδέυσουν στον ιστό τους. Σε ένα πολυκατάστημα, το «TJ Hughes», μια γυναίκα παρατήρησε ότι, δύο αγόρια προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή των παιδιών της. Λίγες στιγμές αργότερα, η τρίχρονη κόρη της και ο δίχρονος γιος της είχαν χαθεί από το οπτικό πεδίο της! Η μητέρα βρήκε γρήγορα την κόρη της, αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι του γιου της. Σε έξαλλη κατάσταση ρώτησε την μικρή, πού ήταν ο αδελφός της. «Βγήκε έξω με ένα αγόρι», της είπε.
Η μητέρα, αλλόφρων, άρχισε να φωνάζει τον γιο της· έτρεξε έντρομη έξω από το εμπορικό κέντρο, όπου είδε τους δυο 10χρονους να προσπαθούν να πείσουν το μικρό παιδί να τους ακολουθήσει. Όταν ο Βέναμπλς αντίκρισε τη μητέρα, είπε στο παιδί να επιστρέψει κοντά της κι εκείνοι έσπευσαν να εξαφανιστούν. Η μοίρα είχε γλυτώσει το εκείνο μικρό παιδάκι κι αμέσως σφράγιζε την τύχη του Τζέιμς Μπάλτζερ.
Λίγο μετά τη αποτυχημένη απαγωγή, ο Βέναμπλς και ο Τόμπσον άρχισαν να περιφέρονται γύρω από ένα περίπτερο με σνακ προσπαθώντας να κλέψουν καραμέλες, όταν παρατήρησαν τον μικρό Τζέιμς στην πόρτα ενός κρεοπωλείου· η μητέρα του, Ντενίζ, ήταν μέσα στο κατάστημα και ψώνιζε. Οι 10χρονοι δεν έχασαν ευκαιρία: Πλησίασαν, έπιασαν το μικρό παιδί από το χέρι και ψύχραιμα απομακρύνθηκαν.
Πολλοί, θα θυμηθούν αργότερα τα τρία παιδιά να περπατούν στο εμπορικό κέντρο με τον μικρό Τζέιμς νε τρέχει μπροστά και τους δυο μεγάλους να τον κυνηγούν φωνάζοντας του: «Έλα μωρό μου»… Μια κάμερα ασφαλείας τους κατέγραψε να βγαίνουν από τον χώρο.
Τους είδαν, αλλά ουδείς τους έδωσε σημασία!
Η μητέρα του Τζέιμς, Ντενίζ, όταν κατάλαβε την απουσία του, πανικοβλήθηκε. Τον αναζήτησε στο κρεοπωλείο, αλλά ο μικρός ήταν άφαντος. Η Ντενίζ έτρεξε γρήγορα στο προσωπικό ασφαλείας του εμπορικού κέντρου και περιέγραψε τον γιο της και το τι φορούσε. Στην αρχή έγιναν ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα. Ωστόσο, οι ώρες περνούσαν και δεν υπήρχε κανένα σημάδι του μικρού Τζέιμς. Το τοπικό αστυνομικό τμήμα ενημερώθηκε και δηλώθηκε η εξαφάνιση.
Στο μεταξύ τα τρία παιδία έφυγαν από το εμπορικό κέντρο και ο Τζέιμς άρχισε να φωνάζει για τη μητέρα του. Τα μεγαλύτερα αγόρια δεν έδωσαν σημασία και συνέχισαν ατάραχοι το δρόμο τους κατευθυνόμενοι προς μια απομονωμένη περιοχή κοντά σε ένα κανάλι.
Εκεί, πλάι στο κανάλι, χτύπησαν τον Τζέιμς στο κεφάλι και τον πέταξαν στο χώμα, ενώ σπάραζε στο κλάμα. Μια γυναίκα που περνούσε παρατήρησε τη σκηνή, αλλά δεν σκέφτηκε καν να τους επιπλήξει· συνέχισε σκυφτή την πορεία της. Η πορεία του μικρού Τζέιμς ήταν ήδη χαραγμένη: Μαρτύρια και θάνατος!
Το μέτωπο του 2χρονου αγοριού ήταν πια μελανιασμένο και ματωμένο από τα χτυπήματα κι οι δυο μεγαλύτεροι του φόρεσαν την κουκούλα του τζάκετ για να μην φαίνεται ο τραυματισμός του.
Ωστόσο, περαστικοί μπορούσαν να διακρίνουν το χτύπημα και τ ααίματα στο μέτωπο και κάποιος παρατήρησε ακόμη κι ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλο του Τζέιμς. Κανένας όμως δεν ευαισθητοποιήθηκε. Ουδέις άλλαξε πορεία. Ούτε κι οι δυο 10χρονοι…
Στη συνέχεια, τα μεγαλύτερα αγόρια περιπλανήθηκαν στο Λίβερπουλ, περνώντας και παίζοντας πλάι στα καταστήματα, σε κτίρια και σε χώρους στάθμευσης. Περπάτησαν σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους του Λίβερπουλ.
Πολλοί μάρτυρες θυμήθηκαν αργότερα ότι είδαν τον Τζέιμς να γελάει, ενώ άλλοι ότι τον είδαν να αντιστέκεται και να ουρλιάζει φωνάζοντας τη μητέρα του. Μόνο είδαν, δεν έκαναν τίποτα! Μια ηλικιωμένη γυναίκα πλησίασε τα παιδιά και ενδιαφέρθηκε για τον Τζέιμς. Οι δυο μεγαλύτεροι της είπαν ότι, τον βρήκαν πεσμένο στο κανάλι να κλαίει. Εκείνη τότε προσφέρθηκε να πάει τον μικρό στο αστυνομικό τμήμα, αλλά δεν είχε πού να αφήσει την μικρή κόρη της και το ανέβαλε…
Οι 10χρονοι συνέχισαν την περιπλάνησή τους με τον Τζέιμς επί ώρα. Μπήκαν σε μαγαζιά συνάντησαν φίλους τους και σιγά σιγά έφτασαν στη σιδηροδρομική γραμμή. Εκεί για λίγο ξανασκέφτηκαν αυτό που πήγαιναν να κάνουν. Για λίγο… Κι έπειτα, χωρίς πολλές περιττές σκέψεις, άρχισαν να βασανίζουν τον Τζέιμς.
Φρικτό φινάλε στις ράγες του τρένου
Ο Βέναμπλς και ο Τόμπσον έριξαν μπλε μπογιά στο αριστερό μάτι του 2χρονου αθώου θύματός τους. Στη συνέχεια τον κλώτσησαν, τον χτύπησαν με τούβλα και πέτρες και του έχωσαν μπαταρίες μέσα στο στόμα.
Τα δυο αγόρια χτύπησαν τον Τζέιμς στο κεφάλι με μια σιδερένια ράβδο με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν 10 κατάγματα στο κρανίο. Συνολικά, ο μικρός υπέστη 42 τραύματα στο πρόσωπο, το κεφάλι και το σώμα του. «Χτυπήθηκε τόσο άσχημα…», είπε αργότερα ο ιατροδικαστής, «…που δεν υπήρχε τρόπος να εντοπιστεί ποιος τραυματισμός ήταν ο μοιραίος»!
Οι δυο 10χρονοι ολοκλήρωσαν το φρικτό έργο τους, τοποθετώντας προσεκτικά το νεκρό σώμα, πλέον, του Τζέιμς στις γραμμές του τρένου, με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα έκαναν τον φόνο τους να μοιάζει με ατύχημα, και εγκατέλειψαν τον τόπο πριν περάσει το τρένο και κόψει το μικρό παιδί στα δύο. Ο ιατροδικαστής, αργότερα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «…ο μικρός Τζέιμς ήταν νεκρός όταν τοποθετήθηκε στις ράγες».
Η εικόνα από τις κάμερες ασφαλείας ήταν αποκαλυπτική.
Οι έρευνες συνεχίζονταν χωρίς αποτέλεσμα, οι γονείς του μικρού είχαν χαρακτηριστεί ύποπτοι από την αστυνομία, μέχρι που ανακαλύφθηκε η καταγεγραμμένη από κάμερα ασφαλείας η σκηνή της αποχώρησης του Τζέιμς με τους δυο 10χρονους. Οι αστυνομικοί δεν το πίστευαν.
Οι εικόνες των τριών παιδιών κυκλοφόρησαν στα μέσα ενημέρωσης, η ιστορία απλώθηκε σε εθνικό επίπεδο και οι προσπάθειες εντοπισμού του μικρού Τζέιμς εντάθηκαν.
Τραγική ειρωνεία: Όταν ο πατέρας του Τζέιμς, ο Ραλφ Μπάλτζερ, είδε ότι ο γιος του έφευγε από το εμπορικό κέντρο με δύο αγοράκια, ανακουφίστηκε: «Κοίταξα τη σύζυγό μου και χαμογέλασα. Θα είναι καλά, Ντενίζ, της είπα. Είναι με δύο μικρά παιδιά, θα είναι εντάξει»…
Η αγωνιώδης αναζήτηση σταμάτησε όταν δυο μέρες μετά την εξαφάνιση του Τζέιμς τέσσερα παιδιά βρήκαν το διαμελισμένο κορμάκι του στη σιδηροδρομική γραμμή, μόλις 200 μέτρα από το αστυνομικό τμήμα!
Από εκείνη τη στιγμή, έχοντας πλέον στοιχεία στα χέρια της και την πεποίθηση ότι οι δολοφόνοι του Τζέιμς Μπάλγκερ ήταν πιθανότατα δύο παιδιά, η αστυνομία αναζήτησε τα απουσιολόγια των κοντινών σχολείων για την ημέρα της εξαφάνισης. Το γεγονός αυτό έκανε αρκετά παιδιά να ανακριθούν ως πιθανοί δολοφόνοι και κάποιους γονείς να καταγγέλλουν ακόμη και τα δικά τους παιδιά!
Ένα ανώνυμο τηλεφώνημα ήταν καθοριστικό
Τελικά ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στην αστυνομία ήταν εκείνο που ενέπλεξε τον Γιον Βέναμπλς και τον Ρόμπερτ Τόμπσον ως δολοφόνους του Τζέιμς. Ο πληροφοριοδότης είπε ότι οι δύο 10χρονοι έλειπαν από το σχολείο τη μοιράι ημέρα και ότι ο ίδιος είχε δει μπλε μπογιά στο μανίκι του σακακιού του Βέναμπλς. Στη συνέχεια, η αστυνομία επισκέφτηκε τα σπίτια των δύο παιδιών και ανακάλυψε αίμα στα παπούτσια του Τόμπσον και, πράγματι, μπλε μπογιά στο σακάκι του Βέναμπλς.
Κι όμως παρ’ όλα ενοχοποιητικά στοιχεία, η αστυνομία δεν τους συνέλαβε τους δυο 10χρονους γιατί, όπως πίστευε, οι θύτες φαίνονταν από το βίντεο πολύ μεγαλύτερης ηλικίας και στράφηκε σε άλλα παιδιά με καταγεγραμμένες παραβατικές συμπεριφορές…
Στο τέλος, οι ανακρίσεις των δυο 10χρονων έφεραν αποτέλεσμα: Ο ένα στράφηκε εναντίον του άλλου και κάποια στιγμή ο Βέναμπλς ομολόγησε: «Τον σκότωσα. Να ζητήσω συγγνώμη από τη μητέρα του, όλα καλά;»…
Ο Ρόμπερτ Τόμσον, από την άλλη, δεν ήταν τόσο εύκολη υπόθεση. Αρνήθηκε τα πάντα, αλλά, στο τέλος, αυτοαποκαλύφθηκε δίνοντάς – αφελώς – μια λεπτομερή περιγραφή του τι φορούσε ο Τζέιμς. Ωστόσο, σε όλη τη διάρκεια της δίκης, ο Τόμπσον παρέμεινε ανατριχιαστικά αδιάφορος, με τον Τύπο να του δίνει το παρατσούκλι: Το αγόρι που δεν έκλαψε.
Στον Βέναμπλς και Τόμπσον αποδόθηκαν κατηγορίες και εννιά μήνες μετά άρχισε η δίκη κάτω από φορτισμένη ατμόσφαιρα. Ο κόσμος ήθελε να τους λιντσάρει και η αστυνομία προσπαθούσε να τους προστατεύσει με κάθε μέσο. Η λαϊκή οργή εντάθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, όταν διαπιστώθηκε η προκλητική απάθεια και η κυνικότητα των 11χρονων πια!
Γνώριζαν καλά το τι έκαναν
Οι διορισμένοι από το δικαστήριο ψυχίατροι διαπίστωσαν ότι τα δύο αγόρια γνώριζαν να ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος και ότι δεν ήταν κοινωνιοπαθείς, όμως δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τα κίνητραγια τη δολοφονία του μικρού Τζέιμς – κάτι που κανένας δεν έχει καταφέρει να προσδιορίσει με σιγουριά ακόμη και σήμερα.
Οι απεχθείς μικροί δολοφόνοι, καταδικάστηκαν, και έγιναν οι νεότεροι που θα φυλακίζονταν για ανάλογο έγκλημα στη Βρετανία: Καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, μέχρις ότου, τον Ιούνιο του 2001, όταν συμπλήρωσαν 8 χρόνια εγκλεισμού, αποφυλακίστηκαν με περιοριστικούς όρους. Σύμφωνα με όλα τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στις επιτροπές αποφυλάκισης, οι Βέναμπλς και Τόμπσον δεν παρουσίασαν βίαιη ή παρεκκλίνουσα συμπεριφορά κατά τον εγκλεισμό τους και εξέτισαν το χρόνο φυλάκισής τους χωρίς επεισόδια.
Μετά την απελευθέρωσή τους, οι δυο δολοφόνοι έλαβαν νέες ταυτότητες και τους δόθηκε νομική ανωνυμία εφ’ όρου ζωής λόγω της κοινωνικής κατακραυγής που τους περιέβαλε και τον κινδύνο να υποστούν πράξεις αντεκδίκησης.
Αμετανόητος ο ένας, άφαντος ο άλλος
Η μητέρα του Τζέιμς, Ντενίζ, ήρθε κάποια φορά πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους δολοφόνους του παιδιού της, τον Ρόμπερτ Τόμσον, το 2004, αλλά «παρέλυσε από το μίσος» και δεν μπόρεσε να τον αντιμετωπίσει…
Σήμερα, ενώ ο Τόμπσον πιστεύεται ότι έχει μετανιώσει και ενταχτεί στην κοινωνία, ζώντας μια ήσυχη ζωή, δεν έχει γίνει το ίδιο και από τον Βέναμπλς: Το 2010 επέστρεψε στη φυλακή για παραβίαση των όρων της αποφυλάκισής του, με την κατηγορία κατοχής και διάδοσης φωτογραφιών παιδικής πορνογραφίας· αφέθηκε ελεύθερος το 2013. Τον Νοέμβριο του 2017, ο Βέναμπλς επέστρεψε και πάλι στη φυλακή με την ίδια κατηγορία. Καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση. Από την πρώτη απελευθέρωσή του το 2001 ως και σήμερα, έχει αλλάξει ταυτότητα τέσσερις φορές. Οι διαρκείς συλλήψεις του, οδήγησαν σε έντονες αντιδράσεις, με εκατομμύρια κόσμου να ζητάει να μην αφεθεί ελεύθερος ποτέ ξανά, ενώ κατά λάθος, λίγο μετά την σύλληψή του το 2010, διέρρευσαν φωτογραφίες του στο διαδίκτυο. Ο πατέρας του άτυχου Τζέιμς, Ραλφ Μπάλτζερ, όταν κλήθηκε να καταθέσει στο συμβούλιο που εξέταζε την αποφυλάκιση του Βέναμπλς, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να συγχωρήσει τους δολοφόνους του γιου του και ότι δεν έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος: «Κάποιες στιγμές νοιώθω ότι πεθαίνω. Με πνίγει ένας κόμπος στο λαιμό, είπε ο πατέρας του Τζέιμς. Είναι ένα τεράστιο βάρος στο στήθος, ένα βάρος ασήκωτο που το κουβαλάω από την ημέρα που χάσαμε το παιδί μας»!
Κι έπειτα ήρθαν τα Όσκαρ…
Το Μάιο του 2018, προβλήθηκε η μικρού μήκους ταινία Detainment, Ιρλανδικής παραγωγής (των Vincent Lambe and Darren Mahon) με θέμα τη δολοφονία του μικρού Τζέιμς. Η ταινία ήταν υποψήφια για Όσκαρ, όμως είχε γυριστεί χωρίς να έχει ενημερωθεί η οικογένεια του μικρού Τζέιμς. Η Ντενίζ, πλέον Φέργκιους, μητέρα του Τζέιμς Μπάλτζερ, δήλωσε ότι ήταν «αηδιασμένη και αναστατωμένη» από την ταινία και την υποψηφιότητά της για Όσκαρ ταινίας Μικρού Μήκους. Αίτηση με τίτλο «Σταματήστε την προβολή της ταινίας του Τζέιμι Μπάλτζερ και αφαιρέστε την από τις υποψήφιες για Όσκαρ» συγκέντρωσε σχεδόν 100.000 υπογραφές.
Η ταινία. Όσκαρ δεν πήρε, όμως κέρδισε αρκετές διακρίσεις στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Odense, στις Κάννες και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κρακοβίας.
Τι απέγιναν οι τραγικό γονείς
Δυο χρόνια μετά την τραγωδία ο Ραλφ με την Ντενίζ χώρισαν. «Είχαμε τόσο πόνο μέσα μας που δεν μπορούσε ο ένας να παρηγορήσει τον άλλον», είχε πει ο τραγικός πατέρας. Δέκα μήνες μετά τη στυγερή δολοφονία του Τζέιμς και λίγες εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της δίκης των φονιάδων, ο Ραλφ και η Ντενίζ είχαν αποκτήσει ένα αγοράκι, τον Μάικλ. Η Ντενίζ, ένα χρόνο μετά την κατάρρευση του γάμου της, γνώρισε τον ηλεκτρολόγο Στιούαρτ Φέργκιους, τον οποίο παντρεύτηκε το 1998. Το ζευγάρι έχει αποκτήσει δύο γιους. Ο Ραλφ Μπάλτζερ, σχεδόν 20 χρόνια μετά τη δολοφονία του Τζέιμς απέκτησε ένα κοριτσάκι με τη σύζυγό του Νάταλι ΜακΝτέρμοντ. Ο Ραλφ Μπάλτζερ, έχει προσπαθήσει πολλές φορές να ανατρέψει τη δια βίου ανωνυμία ενός από τους δολοφόνους του γιου του.
Συνεχίζεται το θρίλερ της εξαφάνισης της Άρτεμις από το Κορωπί. Η Άρτεμις είναι 16 μήνες αγνοούμενη.
Η πολύκροτη υπόθεση της νεαρής Αλβανίδας από το Κορωπί, μπαίνει ξανά στο μικροσκόπιο του «Τούνελ», με νέα στοιχεία και μαρτυρίες.
Στην εκπομπή μίλησαν και οι γονείς της, οι οποίοι ακόμα δεν μπορούν να πιστέψουν ότι έχει εξαφανιστεί η κόρη τους. Ο πατέρας της, “λύγισε”:
“Αναρωτιόμαστε γιατί να συμβεί αυτό σε εμάς. Εμείς ξέρουμε τι περνάμε τόσο καιρό, έναν Γολγοθά στην ουσία, κάθε μέρα δεν μπορούμε να ξεχάσουμε την Άρτεμις, κάνουμε προσευχή μπας και μας πάρει ένα τηλέφωνο, γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Εμείς πιστεύουμε κάπου πρέπει να είναι ζωντανή. Αν μας ακούει να μας πάρει έστω και ένα τηλέφωνο. Είναι ένα νέο παιδί 21 ετών. Πήγαμε και στα Καμίνια που είχαν δει κάποιο σκάψιμο, η ασφάλεια έκανε έρευνα και αυτά συνεχίζονται. Δεν είχαμε υποψιαστεί τίποτα, η Άρτεμις ήταν λίγο κλειστή σαν χαρακτήρας. Δεν έβγαινε. Εγώ ακόμα επιμένω κάποιος την άρπαξε από το δρόμο. Μακάρι να είναι το καλό σενάριο, να έφυγε με κάποιο αγόρι. Εμείς έχουμε ζητήσει να ερευνηθεί και ο νεαρός που είχε μπλέξει η Άρτεμις από τον Πειραιά. Από τη στιγμή που μπήκε αυτός στη ζωή της αλλάξανε τα πράγματα” είπε ο Γιάννης Βασίλη, πατέρας της Άρτεμις.