H μικρή κέρδισε τη μάχη για την ίδια τη ζωή της, στην Κρήτη. Η περιπέτεια για την ίδια είχε ξεκινήσει στη Σαντορίνη, όταν ένα φιστίκι σφήνωσε στον δεξί της πνεύμονα…
H μικρή κέρδισε τη μάχη για την ίδια τη ζωή της, στην Κρήτη. Η περιπέτεια για την ίδια είχε ξεκινήσει στη Σαντορίνη, όταν ένα φιστίκι σφήνωσε στον δεξί της πνεύμονα…
Η 4χρονη Μαρία κόντρα σε όλες τις δυσοίωνες προβλέψεις κατάφερε να βγει νικήτρια στη μάχη ζωής που έδινε σε νοσοκομείο στο Ηράκλειο. Το παιδί πηγαίνει πλέον κάθε μέρα και καλύτερα, με τους θεράποντες γιατρούς να τονίζουν πως τα δύσκολα για την ίδια έχουν περάσει. Οι προσευχές που έκαναν οι γονείς της εισακούστηκαν. Οι ίδιοι παρέμεναν δίπλα στο παιδί τους, από την πρώτη στιγμή. Μετά τις στιγμές απόλυτης αγωνίας, ήρθαν επιτέλους τα πρώτα χαμόγελα ανακούφισης.
Η πιο ευχάριστη είδηση της ημέρας είναι αναμφίβολα η έξοδος η 4χρονης, που κατάπιε φιστίκι και της σφήνωσε στον πνεύμονα, από τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων του ΠΑΓΝΗ όπου νοσηλεύονταν για περίπου δύο εβδομάδες. Σύμφωνα με πληροφορίες, η 4χρονη Μαρία νοσηλεύεται πλέον στην Παιδιατρική κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου με τους γονείς της, να μη λείπουν λεπτό από το πλευρό της, ενώ έχει διαφύγει εντελώς του κινδύνου.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Είναι άγνωστο πότε θα πάρει εξιτήριο το παιδί ωστόσο τα δύσκολα πέρασαν» αναφέρει στο cretapost.gr o Διοικητής του ΠΑΓΝΗ και χειρουργός κ. Γιώργος Χαλκιαδάκης. Η επιστήμη και σύσσωμη η ιατρική και νοσηλευτική κοινότητα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου κατάφερε να κάνει το «θαύμα» της και να αναστρέψει την κατάσταση της υγείας του παιδιού η οποία παρουσίασε αναπνευστική δυσχέρεια και από την πρώτη στιγμή κρίνονταν ως ιδιαίτερα κρίσιμη.
Οι καρδιές της τοπικής κοινωνίας θρυμματίστηκαν όταν ανακοινώθηκε ότι η μικρή Μαρία παρουσίασε πνευμονική ανεπάρκεια και έδινε μάχη για να κρατηθεί στη ζωή. Ωστόσο επί 16 ημέρες το μικρό κορίτσι έδωσε τη μεγαλύτερη μάχη για την επιβίωση της και κατάφερε να την κερδίσει, να ανατρέψει τα ιατρικά δεδομένα και να βγει νικήτρια.
«Η φωνή που μας ενώνει και μας δονεί» σίγησε. Ο πατριάρχης της αθλητικής δημοσιογραφίας Γιάννης Διακογιάννης «έφυγε» σε ηλικία 91 ετών.
Για την επαγγελματική του πορεία, σχεδόν τα πάντα είναι γνωστά. Θεωρήθηκε από πολλούς ο κορυφαίος του είδους, λόγω των μεγάλων γνώσεών του πάνω στον κλασικό αθλητισμό αλλά και στο ποδόσφαιρο, της εμβρίθειας στον τρόπο μετάδοσης και της γλαφυρότητας του ύφους του.
Η φωνή του στις περιγραφές αποτυπώθηκε σε γενιές και γενιές Ελλήνων, έντυσε πολλά απογεύματα Κυριακής και συνδέθηκε με σπουδαίες αθλητικές στιγμές.
Αφήνοντας στην άκρη το επαγγελματικό κομμάτι, ο Διακογιάννης, εκτός από την αγάπη του για τις μεταδόσεις, είχε δύο ακόμη μεγάλες αγάπες, τη σύζυγό του Βαρβάρα Δράκου και τη Ρίκα Βαγιάννη, την κόρη της (από τον γάμο της με τον δημοσιογράφο Οδυσσέα Ζούλα), τη δική του θετή κόρη, με την οποία ανέπτυξε έναν βαθύ δεσμό. Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη της Ρίκας για τον θετό της πατέρα, που άλλαξε το επώνυμό της σε Βαγιάννη. Το «Βα-» από το όνομα της μητέρας της, Βαρβάρα, και το «-γιάννη» από το όνομα του πολυαγαπημένου της θετού πατέρα.
Δυστυχώς, η Ρίκα Βαγιάννη έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 7 Αυγούστου 2018, μετά από μάχη με τον καρκίνο, ένα ιδιαίτερα βαρύ χτύπημα για τον Διακογιάννη, ένα πλήγμα με το οποίο έζησε ώς σήμερα το πρωί ο Γιάννης Διακογιάννης.
Ο ίδιος είχε εκμυστηρευθεί το πρόβλημα υγείας που ταλαιπωρούσε τη Ρίκα Βαγιάννη το 2017 σε συναδέλφους του στην ΕΣΗΕΑ: «Να σας πω κάτι που θα σας στεναχωρήσει, η Ρίκα έχει καρκίνο».
Αυτό είχε αποκαλύψει η Αφροδίτη Υψηλάντη αμέσως μετά τον θάνατο της Ρίκας.
Η σχέση βαθιάς αγάπης Ρίκας Βαγιάννη-Γιάννη Διακογιάννη
Μια σχέση δυνατή και ανιδιοτελής, που ξεκίνησε από τη στιγμή που ο θρύλος της αθλητικογραφίας ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τη μητέρα της Ρίκας, τη Βαρβάρα Δράκου.
Και η Ρίκα Βαγιάννη ακολούθησε τα βήματά του, όχι βέβαια στην αθλητική δημοσιογραφία, αλλά στη δημοσιογραφία γενικότερα, ενώ σε πάρα πολλές περιπτώσεις μιλούσε για τη σχέση της με τον αγαπημένο της πατριό. Ενίοτε εκφράζοντας και τα παράπονά της.
«Όλοι μου έλεγαν “μεγαλώσαμε με τη φωνή του”. Κι εγώ έτσι μεγάλωσα, ποτέ δεν ήταν σπίτι»
Σε εκείνο το συγκινητικό, όλο αγάπη κείμενο που έγραψε το 2012 και δημοσιεύθηκε στο protagon.gr προς τον πατριό της, η Ρίκα Βαγιάννη έγραψε: «”Μεγαλώσαμε μαζί του”, μου λένε όλοι, σαν συνεννοημένοι. “Μεγαλώσαμε με τη φωνή του“. Κι εγώ με τη φωνή του μεγάλωσα. Ποτέ δεν ήταν σπίτι. Κι όταν ήταν, πάλι δεν ήταν. Αν δεν είχε ταξίδια, είχε εφημερίδα, κι αν δεν είχε εφημερίδα, είχε εκπομπή: η “Αθλητική Κυριακή” και ο “Κόσμος της Μπάλας”. Κι αν δεν είχε εκπομπή, είχε γήπεδο ή σύσκεψη και δεν ξέρω κι εγώ ποια άλλη ζουρλαμάρα».
Η μάταιη προσπάθεια του Διακογιάννη να κάνει τη Βαγιάννη να αγαπήσει το γήπεδο
Στο κείμενο αυτό η Ρίκα Βαγιάννη είχε περιγράψει διεξοδικά την προσπάθεια του Διακογιάννη να την κάνει να αγαπήσει τη… δική του αγάπη: τα γήπεδα. Η Ρίκα Βαγιάννη δήλωνε ρητά ότι, παρά την επιμονή του, αυτό ήταν κάτι που δεν είχε καταφέρει. Η ίδια δεν αγάπησε ποτέ τα γήπεδα, βρήκε όμως εκεί την ευκαιρία να ξεσηκώσει τις βρισιές που άκουγε αριστερά και δεξιά.
«Στο γήπεδο αρχίσαμε άσχημα. Με πήρε κάνα-δυο φορές μαζί του, εγώ, αντί για φάσεις και τεχνικές ξεσήκωσα ό,τι μπινελίκι και γ@@@ εκσφενδονιζόταν στη Λεωφόρο. Μισή μερίδα παιδί. Ένα κυριακάτικο απόγευμα ρώτησα τη μαμά μου αν χωράει στον ποπό του διαιτητή μια ολόκληρη ποδοσφαιρική μπάλα. Και, αλήθεια, βοηθάει να βάλεις βαζελίνη για να περάσει από τη σούφρα του και, επίσης, τι ακριβώς είναι η σούφρα, μαμά; Κάπως έτσι κόπηκαν τα σούρτα-φέρτα στα ματς», ανέφερε.
Και μπορεί η προσπάθεια στα ποδοσφαιρικά γήπεδα να έληξε άδοξα, ο Γιάννης Διακογιάννης συνέχισε την προσπάθεια πηγαίνοντας τη Ρίκα στον στίβο: «Ο στίβος ήταν άλλο πράμα-εκκλησία. Η μαμά με άφηνε να πηγαίνω μαζί του όσο ήθελα. Στον στίβο κανείς δεν ήθελε να βάλει τίποτα στον ποπό κανενός, με βαζελίνη ή χωρίς. Ή, τουλάχιστον, δεν το ξεφώνιζε».
Το κείμενο της Ρίκας Βαγιάννη για τον πατέρα της Γιάννη Διακογιάννη
«Μούχει σπάσει τα νεύρα», μουρμούραγε η μάνα μου στις φιλενάδες της τα ολυμπιακά καλοκαίρια.
Κρυφάκουγα.
«Ότι τι, δηλαδή;”
«Ποτέ, μα ποτέ, δεν είναι εδώ. Δεν έχω άντρα εγώ!».
«Μα λείπει για τους Αγώνες! Είναι αυτός λόγος διαζυγίου;»
Ποτέ δεν ήταν “εδώ” τέτοια εποχή. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο σπίτι μας είχαν πάντα τον τίτλο της ίδιας ταινίας: «Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές» -και να σκεφτείτε πως η ταινία δεν είχε καν γυριστεί.
Αν δεν είχαμε Ολυμπιακούς, είχαμε Μουντιάλ. Κι αν δεν είχαμε Μουντιάλ είχαμε Παγκόσμιο Στίβου, κι αν δεν είχαμε Παγκόσμιο Στίβου, είχαμε Τελικούς Κυπέλλου, Πρωταθλητριών, ή Κυπελλούχων ή Ουέφες, ή Πανευρωπαϊκό, και πάει λέγοντας.
“Μεγαλώσαμε μαζί του”, μου λένε όλοι, σαν συνεννοημένοι. ”Μεγαλώσαμε με τη φωνή του”.
Κι εγώ με τη φωνή του μεγάλωσα. Ποτέ δεν ήταν σπίτι. Κι όταν ήταν, πάλι δεν ήταν. Αν δεν είχε ταξίδια, είχε εφημερίδα, κι αν δεν είχε εφημερίδα, είχε εκπομπή, η «Αθλητική Κυριακή» και ο «Κόσμος της Μπάλας». Κι αν δεν είχε εκπομπή, είχε γήπεδο, ή σύσκεψη και δεν ξέρω κι εγώ ποια άλλη ζουρλαμάρα.
Δεν κατάφερε να με κάνει να αγαπήσω το γήπεδο. Θυμάμαι το δέος του μπροστά στον Πελέ και τον Κρόιφ. Ο μεγάλος αθλητής του έφερνε ρίγη, σε όποιο αγώνισμα κι αν κατέβαινε.
Στο γήπεδο, πάντως, αρχίσαμε άσχημα. Με πήρε κανα δυο φορές μαζί του, εγώ, αντί για φάσεις και τεχνικές ξεσήκωσα ό,τι μπινελίκι και γαμοσταβρίδι εκσφενδονιζόταν στη Λεωφόρο. Μισή μερίδα παιδί. Ένα κυριακάτικο απόγευμα ρώτησα τη μαμά μου αν χωράει στον ποπό του διαιτητή μια ολόκληρη ποδοσφαιρική μπάλα. Και αλήθεια βοηθάει να βάλεις βαζελίνη για να περάσει από τη σούφρα του και επίσης, τι ακριβώς είναι η σούφρα, μαμά;
Κάπως έτσι κόπηκαν τα σούρτα-φέρτα στα ματς. Μαχαίρι…
Κατάφερε όμως να με κάνει να αγαπήσω το στίβο. Ο στίβος ήταν άλλο πράμα -εκκλησία. Η μαμά με άφηνε να πηγαίνω μαζί του όσο ήθελα. Στο στίβο, κανείς δεν ήθελε να βάλει τίποτα στον ποπό κανενός, με βαζελίνη ή χωρίς. Ή, τουλάχιστον, δεν το ξεφώνιζε. Ο στίβος ήταν Αγώνες. Άμιλλα. Κάτι σαν έντονη πνευματική εμπειρία στην οποία συμμετείχαν σε κρεσέντο όλες οι αισθήσεις αν το έβλεπε κανείς, τουλάχιστον, από τη δική του ματιά.
«Και πάμε στο ύψος: Εδώ οι αθλητές προετοιμάζονται για το άλμα» ανακοίνωνε ψιθυριστά στη μετάδοση, σαν να προέτρεπε το κοινό να μην ταράξει την ηρεμία του άλτη. Έδινε σήμα στον ηχολήπτη ότι ετοιμάζεται να «κόψει» μικρόφωνο. Κι άρχιζε τα πριβέ: Στριμωχτή εγώ, μισό παιδί, πολύ αδύνατο, στην καμπίνα δίπλα του. Κάπνιζε αμέτρητα Gitanes στον κλειστό θαλαμίσκο. Στην Αμερική του σήμερα, θα τον είχαν πάει μέσα για έκθεση ανηλίκου σε θανατηφόρο παθητικό κάπνισμα. Δεν ήθελε να πάει Ατλάντα: Δεν γούσταρε. Έβλεπε μέσα από τον αθλητισμό να έρχονται σκοτεινές εποχές, έβλεπε πράγματα που οι άλλοι δεν διακρίναμε, ήταν φάσεις μπροστά, κουσούρι της δουλειάς, να προβλέπει.
Χρόνια πριν, εγώ μισή μερίδα παιδί: Στα τρία μέτρα μπροστά μας, ο Βζόλα, ετοιμάζεται να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ, μετά την απόσπαση του Πανευρωπαϊκού χρυσού Nέων στο ύψος. Ή κάτι τέτοιο. Αρχίζαν τα πριβέ.
«Κοίτα τον. Όχι, το άλμα, Ρίνγκο: την αυτοσυγκέντρωση να βλέπεις, εδώ είναι η δύναμη, Αυτός, θα δεις, θα γίνει μέγας άλτης. Θα γράψει ιστορία.”
Μάλιστα. Τσεκ.
Όχι το άλμα, λοιπόν, αλλά το αμέσως πριν: Την προς τα μέσα κατάδυση.
«Κάνε άλμα μεγαλύτερο από τη φθορά», έγραφε το “Σηματολόγιο” του Ελύτη. Aυτά τα φρόντιζε η μάνα μου στο σπίτι, αφήνοντας -τάχα μου- τυχαία ανοιχτά βιβλία στο τραπέζι της κουζίνας. Έκανε απελπισμένες προσπάθειες να μην εξελιχθώ σε γρυλλίζοντα σκυλο-χούλιγκαν, αλλά πλαγίως, ήξερε ότι δεν θα διάβαζα ποτέ κάτι που θα μου υποδείκνυε, δήθεν για να “καλλιεργηθώ”. Υποδορίως κούμπωναν εντός μου, κλικ-κλακ, η ποίηση κι ο αθλητισμός, το κορμί το σάρκινο και το Άλλο, το πώς το λέγανε, να δεις, ψυχή το λέγανε. Κλικ-κλακ.
Μεγάλωνα.
Ανάμεσα στον Πελέ και τον Ελύτη, τη Μοσχολιού και το Φον Κάραγιαν. Όλα έβγαζαν νόημα. Ακόμα και τα πιο ανεξήγητα. Από το λυσσασμένο Μπερναμπέου ως την Επίδαυρο της “Ορέστειας” του Κουν, κι από τον Τάφο του Ινδού ως τη Scala, με κόκκινη Πανσέληνο. «Νessouno, mai», κι όμως, όλα είχαν νόημα.
Η ζωή μας, ένα Gitanes με φίλτρο.
Ψαχνόμουν. Μισή γυναίκα πια.
«Κοίτα τις που είναι σαν άντρες, Ρίνγκο»: Δεν μάσαγε τα λόγια του για τα γενειοφόρα θηλυκά εκτρώματα του «μεγαλείου» της τότε Ανατολικής Γερμανίας, «Κοίτα τις. Αυτό δεν είναι αθλητισμός, είναι τερατογένεση – ο άνθρωπος πρέπει να αγωνίζεται στα ανθρώπινα μέτρα, μόνο τότε αξίζει. Πού θα μας οδηγήσουν όλες αυτές οι επιδόσεις, όλα αυτά τα ρεκόρ, αναρωτιέμαι…
Δεν είχε απάντηση. Καμιά φορά όμως αξίζει να κάνεις μόνο την ερώτηση: Η προς τα μέσα κατάδυση, που λέγαμε.
Έλειπε πολύ. Συνέχεια. Αλλά εμένα δεν μου «έλειπε». Η αγάπη εκπέμπει πιο δυνατά από το τηλεοπτικό σήμα.
Εντάξει, μείνανε και κάτι ψιλο-οιδιπόδεια -τα λένε και σύνδρομα της Ηλέκτρας- αν είστε πολύ ψείρας στα ψυχαναλυτικά. Εντάξει, ακόμα βλέπω Αγώνες από ξένα μόνο κανάλια, ή με τη φωνή στο mute. Από κακία που δεν είναι η φωνή του.
Μου έμαθε πως οι Ολυμπιακοί κύκλοι συμβολίζουν τις ανθρώπινες φυλές – κι ο τελευταίος όλη την ανθρωπότητα: Όλοι μας, από ένας κρίκος στης ζωής την εύθραυστη, αλλά αιώνια αλυσίδα. Η πάσα ουσία είναι η ισότητα και η συνύπαρξη, αλλιώς δεν αγωνιζόμαστε, απλώς πηδάμε παλούκια, σαν τα πιθήκια, με το συμπάθιο κιόλας.
Κανένα αξίωμα δεν δέχτηκε, καμιά τιμή δεν καταδέχτηκε. Όταν τα παράτησε, τα παράτησε ξερά. Όπως τα Gitanes- πέταξε το πακέτο μαζί με τα μικρόφωνα και δεν κανακοίταξε καπνό. Χωρίς εθισμούς και κολλήματα σε «περασμένα μεγαλεία».
Στο φίνις κρίνονται όλα.
«Οι κίτρινοι, Ρίνγκο, είναι καλοί στο πίνγκ πόνγκ, ας πούμε, και στα γυμναστικά. Οι άσπροι στο τένις και τα άλματα, οι μαύροι στις αποστάσεις και τα σπριντ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, Ρίνγκο. Το φυσικό πλεονέκτημα καλό είναι, αλλά ο αθλητισμός είναι μαγεία είναι ζωή, όλο απρόοπτα, κανενός το χρώμα δεν σημαίνει τίποτα. Στο φίνις κρίνονται όλα».
Τώρα λείπει πάλι.
Αυτές τις μέρες, κάπου στις μικρές Κυκλάδες, ίσως πάρει το μάτι σας έναν όμορφο, ηλιοκαμένο παππού, που μπαινοβγαίνει ακατάπαυστα σ’ ένα επαρχιακό νοσοκομείο: Προσέχει τη γυναίκα του που ανέβασε πυρετό στις διακοπές. Της φέρνει νέα, αναψυκτικά και ψαρόσουπα από τη διπλανή ταβέρνα. Η εξέλιξη του συναρπαστικού αγώνα «Μαμά vs Πνευμονία», αναμεταδίδεται στο τηλέφωνο λεπτομερώς, ανάλαφρα, ελλειπτικά, αλλά ουσιαστικά: Δεν σας κάνω πλάκα, είναι γοητευτικός, ακόμα κι όταν περιγράφει νοσηλείες! Aχ, όντως, Νessouno, mai…
«Μου σπάει τα νεύρα», μουρμουράει η μάνα μου. «Δεν φεύγει λεπτό από εδώ. Του λέω, έλα, πήγαινε μια βόλτα, να δεις κανένα αγώνισμα, να ξεσκάσεις, αυτός τίποτα, εδώ, μπάστακας δίπλα μου, όλη μέρα, ασχολείται μαζί μου. Κι έχουμε και Ολυμπιακούς αγώνες! ».
«Ρε μάνα, το ότι σου συμπαραστέκεται ολοψύχως ο άντρας σου όταν ασθενείς, δεν το λες ακριβώς και λόγο διαζυγίου».
«Το ξέρω. Άρρωστη είμαι, παιδί μου, όχι ηλίθια»
Η προς την αγάπη κατάδυση. Πριν το άλμα και μετά. Πάνω από τη φθορά.
Στο σπίτι το δικό μας, πάλι, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, οι Oλυμπιακοί Αγώνες παίζουν επί 24ώρου βάσεως.
Με τη φωνή στο mute, μπαμπά. Νessouno,mai…
Και με το νου στο finish, εκεί που κρίνονται όλα.
Η τελευταία κοινή τηλεοπτική εμφάνιση της Ρίκας Βαγιάννη με τον Γιάννη Διακογιάννη
Στις 12 Ιουλίου 2014 φιλοξενήθηκαν οι δυο τους στην εκπομπή «Πάντα ν’ ανταμώνουμε», σε μια από τις τελευταίες τους αν όχι την τελευταία τους κοινή τηλεοπτική εμφάνιση.
Θρήνος στη Μεσαρά για έναν ακόμα νέο άνθρωπο που έφυγε από τη ζωή.
Ο μηχανικός αυτοκινήτων Νεκτάριος Κουγιουμιτζάκης “έσβησε” σε ηλικία μόλις 54ετών, μετά άνιση μάχη που έδωσε με τον καρκίνο.
Τελευταίο αντίο θα πουν την Τετάρτη, οικογένεια, συγγενείς και φίλοι. Η κηδεία του θα γίνει στις 16.00 το απόγευμα από τον Ιερό Ναό Αγίου Μύρωνα στα Καπαριανά, όπου θα ψαλλεί η νεκρώσιμος ακολουθία.
Η σορός του εκλιπόντος θα βρίσκεται στον Ιερό Ναό στις 3:00 μ.μ.
Στην γειτονιά των αγγέλων βρίσκεται ήδη ο 5χρονος Χαράλαμπος, που υπέκυψε λίγες ημέρες μετά τη φωτιά που ξέσπασε το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου στο διαμέρισμα της οικογένειας στον Κολωνό. Αυτή την ώρα στον Ιερό Ναό Αγ. Γεωργίου στο Νεοχώρι Κυλλήνης, τόπο καταγωγής της μητέρας του Θεοδοσίας τελείται η νεκρώσιμος ακολουθία, υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του μικρού Χαράλαμπου.
Η σορός του 5χρονου έφτασε στον Ι.Ν. Αγ. Γεωργίου λίγο μετά τις 4:00 σήμερα το απόγευμα, ενώ δίπλα στο λευκό φέρετρο του παιδιού υπήρχαν τα αγαπημένα του παιχνίδια.
Στον χώρο βρέθηκαν συγγενείς και φίλοι της οικογένειας, προκειμένου να πουν το ίστατο χαίρε στο άτυχο αγοράκι, ενώ συντετριμμένοι οι γονείς του δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ο Χαράλαμπος έφυγε για την γειτονιά των αγγέλων.
Η Αλέκα Κανελλίδου παραχώρησε σήμερα συνέντευξη στο «Στούντιο 4» της ΕΡΤ1, σχετικά με τον μιούζικαλ στο οποίο συμμετέχει και αποκάλυψε, μέσα σε άλλα μία άγνωστη ιστορία γύρω από την ταινία «Οι θαλασσιές οι χάντρες».
Η γνωστή ερμηνεύτρια βρέθηκε καλεσμένη στην εκπομπή «Στούντιο 4», όπου δήλωσε πως εκείνη ήταν η φωνή πίσω από το «Crazy Girl» που τραγουδούσε η Ζωή Λάσκαρη, στην ταινία.
«Στο Crazy Girl είμαι εγώ πρώτη φωνή και η κόρη της Δανάης, της γνωστής, δεύτερη φωνή. Η εποχή εκείνη του ’66-67, παιδιά εμείς, η Λάσκαρη θεά. Υπήρχε ένα παραμύθι γύρω από αυτή την ιστορία. Να πουν ότι δεν τραγουδάει η Λάσκαρη; Ποτέ. Γι’ αυτό στους τίτλους της ταινίας δεν υπήρχε ποτέ το όνομά μου» αποκάλυψε η Αλέκα Κανελλίδου.
«Κανείς δεν ήξερε για πολλά χρόνια ότι εγώ είχα τραγουδήσει το Crazy Girl. Όπως και το κομμάτι της Έλενας Ναθαναήλ στο “Επιχείρηση Απόλλων”, δεν ξέρω αν υπήρχε το όνομά μου στους τίτλους. Ήταν συνήθεια της εποχής. Αυτοί οι σκηνοθέτες τότε έφτιαχναν ένα παραμύθι, ότι τραγουδάει πολύ ωραία η Έλενα, τραγουδάει πολύ ωραία η Ζωίτσα. Καλή τους ώρα και στις δύο» συνέχισε.
«Εγώ το μόνο πράγμα που ξέρω να κάνω είναι να τραγουδάω. Τα περισσότερα νέα τραγούδια δεν έχουν αντοχή» επισήμανε σε άλλο σημείο της συνέντευξης η Αλέκα Κανελλίδου.
Θλίψη προκάλεσε ο θάνατος του Γιάννη Διακογιάννη σε ηλικία 91 ετών.
Ο Γιάννης Διακογιάννης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους της αθλητικής δημοσιογραφίας, με εμβληματική προσφορά σε εφημερίδες, τηλεόραση και ραδιόφωνο, ενώ διαμόρφωσε το χώρο και δίδαξε τα μυστικά του σε χιλιάδες συναδέλφους του.
Στην προσωπική του ζωή, υπήρξε παντρεμένος με τη Βαρβάρα Δράκου, υιοθετώντας την κόρη της (από το γάμο με το δημοσιογράφο Οδυσσέα Ζούλα), την Ρίκα Βαγιάνη.
Ο Γιάννης Διακογιάννης τη μεγάλωσε σαν βιολογική του κόρη, ενώ η αείμνηστη δημοσιογράφος μιλούσε δημόσια για εκείνον με τα καλύτερα λόγια και έδειχνε πόσο πολύ τον αγαπούσε με την πρώτη ευκαιρία.
Μάλιστα, το επώνυμο της προήλθε από τα ονόματα της μητέρας της (Βαρβάρας) και του Γιάννη Διακογιάννη, που ήταν ο δεύτερος σύζυγός της. Το πραγματικό της ονοματεπώνυμο ήταν Μαρίκα Ζούλα.
Τον Ιούλιος του 2014, ο μεγάλος αθλητικογράφος είχε εμφανιστεί στην εκπομπή της ΕΡΤ (τότε ΝΕΡΙΤ) μαζί με την θετή του και αγαπημένη του κόρη Ρίκα Βαγιάνη, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 56 ετών, τον Αύγουστο του 2018 από καρκίνο.
Αυτή ήταν μια από τις τελευταίες τους, κοινή τηλεοπτική εμφάνιση.
Από την ώρα που διαιώνισα το είδος μου, έχω διαρκώς ένα κόμπο στο στήθος. Μόνιμο. Εντοιχισμένο.
Θυμάμαι την μητέρα μου, άυπνη να με περιμένει να γυρίσω στις 2 το πρωί. Να μου ζητά να την πάρω τηλέφωνο όταν φτάσω. Να την πάρω τηλέφωνο όταν φύγω. Να μου αντιπροτείνει να πάω με τα πόδια και να μην καβαλήσω μηχανή. Να νομίζει ότι κοιμάμαι και να έρχεται να τσεκάρει ότι αναπνέω. Να είμαι στη μέση της ζούγκλας χωρίς τηλέφωνο ή internet και όταν μπόρεσα να επικοινωνήσω ν’ ακούω τα κομμάτια της να σπάνε από ανακούφιση. Το σφίξιμο τα κρατούσε ενωμένα. Δεν καταλάβαινα ακριβώς γιατί αγχωνόταν τόσο πολύ αλλά προσπάθησα πολύ να μην της προκαλώ ανασφάλειες. Έβλεπα στα μάτια της τον τρόμο, άκουγα την ταχυκαρδία, μέτραγα να χρόνια που έχανε. Είμαι σίγουρη ότι το ίδιο ίσχυε και για τον πατέρα μου. Τώρα καταλαβαίνω ότι το αίσθημα ευθύνης πολλές φορές ξεπερνά σε μέγεθος αυτό της αγάπης. Δεν είναι ταυτόσημα. Είναι ξεχωριστά και αντιμάχονται το ένα το άλλο.
Όταν αγαπάς βάζεις φτερά. Όταν έχεις ευθύνη, βάζεις αλυσίδες.
Ο κόσμος μας είναι άθλιος, βίαιος και σίγουρα ακατάλληλος για τους ανθρώπους. Ένα λεπτό στις ειδήσεις είναι αρκετό για να μετανιώσεις που έφερες ένα παιδί σε αυτό το μέρος. Ένα λεπτό στους δρόμους μιας πόλης είναι αρκετό για να μην το αφήσεις να ξαναβγεί από το σπίτι. Ένα αεροπορικό δυστύχημα είναι αρκετό για να μην το ξανα-βάλεις σε αεροπλάνο. Οι ζωντανοί εφιάλτες και οι φοβίες μιας μάνας ξεπερνούν τον πιο ευφάνταστο σεναριογράφο σε πρωτοτυπία και σε ταχύτητα δημιουργίας. Τον πιο ικανό σκηνοθέτη σε αποτύπωση λεπτομερειών και αληθοφάνειας. Τόσο, που ενώ είναι ξύπνιες, εντελώς ξαφνικά, σπαράζουν στο κλάμα, παθαίνουν κρίσεις πανικού, ψυχοσωματικά κ.α.
Η διαχείριση αυτής της τιτάνιας ευθύνης είναι ανέφικτη. Κι αν κάτι ξεμπλοκάρει περιστασιακά τις διαδικασίες, είναι η αγάπη, που θυμίζει ότι δεν υποχρεούται μόνο να προστατεύσει αλλά να δυναμώσει, ν’ απονέμει αυτοδυναμία, να εκτοξεύσει. Κι όμως σφίγγει, με όλη της την δύναμη γιατί φοβάται. Και γνωρίζει πολύ καλά ότι ο φόβος της δεν είναι παράλογος. Δεν είναι προϊόν φαντασίας. Κρίνει, οργανώνει, διαπραγματεύεται με γνώμονα την χειρότερη έκβαση. Γιατί αν δεν το κάνει, παίρνει ρίσκο. Ρίσκο, με την ζωή του παιδιού της.
Όσο κι αν προσπαθείς λοιπόν, να εξηγήσεις στο παιδί σου, τι είναι αυτό που σε καθιστά υστερική, υπερβολική, υπερπροστατευτική και όλα τα κακά της μοίρας σου, δεν πρόκειται να το καταλάβει αν δεν γίνει γονιός. Κι αυτό ίσως είναι το μόνο που δεν μπορούν να νιώσουν, στην ρεαλιστική του κλίμακα, οι μη γονείς.
Θα ευχόμουν όλα τα παιδιά του κόσμου, να σέβονται αυτό το βάρος που κουβαλούν οι γονείς τους και να το αντιμετωπίζουν με τρυφερότητα και με την αντίστοιχη ευθύνη, απέναντι στην ψυχοσύνθεση αυτών των ανθρώπων που καταβάλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να το διαχειριστούν. Σίγουρα είναι αποπνικτικό κάποιες φορές. Αλλά η συνέπεια, η εντιμότητα, η ειλικρίνεια και η ανάληψη προσωπικών ευθυνών, θα αποδείξουν σε αυτούς, τους κατά τ’ άλλα «υστερικούς γονείς», ότι μπορούν να εμπιστεύονται και να χαλαρώνουν τις αλυσίδες. Να κοιμούνται το βράδυ. Να φοβούνται μόνο τα «ντέρτια» της φύσης τα οποία κανείς δεν μπορεί να δαμάσει.
Α! Κι ένα χάδι κι ένα φιλί, που και που δεν βλάπτει. Το έχουν ανάγκη.
Σταύρος Ζάλμας: Ο ζεν πρεμιέ που εγκατέλειψε την τηλεόραση
Ο Σταύρος Ζαλμάς έχει γεννηθεί στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου του 1958. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια και μεγάλωσε στην Αθήνα. Όταν τελείωσε το σχολείο ξεκίνησε να σπουδάζει Οικονομικά ενώ αφού αποφοίτησε άρχισε να δουλεύει στην Εθνική Τράπεζα.
Ο ρόλος που τον έκανε ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο στο ευρύ κοινό ήταν αυτός του πατέρα Ιωάννη στη δραματική σειρά του Μανούσου Μανουσάκη «Άγγιγμα ψυχής».
Μετά την μεγάλη επιτυχία που τον καθιέρωσε ως ζεν πρεμιέ, ακολούθησαν πολλές δουλειές σε τηλεόραση και θέατρο, αλλά κανείς δεν μπορούσε να τον ξεχάσει ως πανέμορφο ιερωμένο που παρασύρεται από τον έρωτά του για μια γυναίκα.
Παράλληλα, με την εργασία του ως τραπεζικός υπάλληλος ξεκίνησε τις σπουδές του στο αντικείμενο της υποκριτικής καθώς ήθελε να γίνει ηθοποιός. Μετά το τέλος του πρώτου έτους των θεατρικών του σπουδών έπαιξε στην Επίδαυρο στην παράσταση «Πέρσες» συνεργαζόμενος με τον Αλέξη Μινωτή. Έτσι το ταλέντο, η σκληρή δουλειά, το συναίσθημα σε συνδυασμό με την ευστροφία και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του καθώς και η εξωτερική του εμφάνιση τον έχουν κατατάξει σε έναν από τους πιο επιτυχημένους ηθοποιούς της γενιάς του.
Ο Στάυρος Ζαλμάς σε συνέντευξη του για τα παιδικά του χρόνια και για την απόσυρση από την τηλεόραση
To 1960 οι δικοί μου μετακόμισαν στα Πατήσια, στην Κηπούπολη Κυπριάδου. Αλλά εγώ εξακολούθησα να περνάω πάρα πολλές ώρες της ημέρας στη Φιλαδέλφεια διότι ήταν εργαζόμενοι και δεν είχαν πού να με αφήσουν και με άφηναν σε κάποιους συγγενείς εκεί, στο παλιό μου πατρικό σπίτι. Εν συνεχεία τα προεφηβικά μου και τα εφηβικά μου χρόνια τα πέρασα στα Πατήσια και το ’80 μόλις απολύθηκα από το στρατό έφυγα από το σπίτι μου.
Ανέκαθεν ήθελα να γίνω ηθοποιός, έχει πει ο Σταύρος Ζαλμάς. Ανέκαθεν, δηλαδή εννοώ από την ηλικία που ένα παιδί συνειδητοποιεί τον εαυτό του και αρχίζει και σκέφτεται κάποια πράγματα για το μέλλον. Ήθελα να γίνω ηθοποιός. Με ενδιέφερε πάρα πολύ το μαγικό πράγμα που συμβαίνει πίσω από τη σκηνή, στα καμαρίνια, στις κουΐντες.
Με έπαιρναν οι δικοί μου και έβλεπα κάποιες παραστάσεις, όχι πάρα πολλές, αλλά παρακολουθούσαμε κάποιο θέατρο, έχει πει ο Σταύρος Ζαλμάς. Όσο μπορούσαν με έπαιρναν μαζί τους και έβλεπα κάποιες παραστάσεις. Και το καλοκαίρι και το χειμώνα. Μάλιστα τότε εκείνα τα χρόνια το καλοκαίρι δέσποζε ο Ψαθάς στα καλοκαιρινά θέατρα. Με είχε πολύ ελκύσει αυτό το μαγικό, αυτό το παραμύθι.
«Είμαι τυχερός που έχω κάνει επιτυχίες τότε που ήταν τα καλά χρόνια της τηλεόρασης και ο κόσμος με έχει αγαπήσει. Αυτή την αγάπη μου την δείχνει ακόμα και σήμερα» σημείωσε χαρακτηριστικά ο αγαπημένος Σταύρος Ζαλμάς. Συνεχίζοντας είπε: Έχουν υπάρξει τηλεοπτικές προτάσεις αλλά δεν ήθελα για ένα διάστημα να ασχοληθώ.
Επειδή τα χρόνια της κρίσης, λόγω και της ανέχειας, συρρικνώθηκαν οι δουλειές, ήταν μοιραίο για κάποιο χρονικό διάστημα να μη θέλω να κάνω κάτι στην τηλεόραση».
Ένα 7χρονο κοριτσάκι που πάλευε γενναία με τον καρκίνο από 18 μηνών μωράκι κέρδισε το στοίχημα της ζωής.
Η μικρή Breya Ward, η οποία σήμερα είναι 7 ετών όταν ήταν μόλις 18 μηνών διαγνώστηκε με καρκίνο σε στάδιο 4 και από τότε ξεκίνησε ένα πολύ δύσκολο και επίπονο ταξίδι. Ευτυχώς, μετά από τόσα χρόνια νίκησε το στοίχημα της ζωής και είναι έτοιμη να ζήσει σαν κανονικό παιδί.
Η Breya που ζει στο Colchester της Αγγλίας, διαγνώστηκε με νευροβλάστωμα σταδίου 4 σε ηλικία 18 μηνών. Η οικογένειά της και η ευρύτερη κοινότητα, συγκέντρωσε 250.000 λίρες προκειμένου να μπορέσει να στείλει την μικρούλα στην Αμερική για να υποβληθεί σε εξειδικευμένη θεραπεία.
Πριν από τρία χρόνια η Breya τα πήγαινε καλύτερα, αλλά λόγω της σοβαρότητας του καρκίνου οι γιατροί εξακολουθούσαν να της δίνουν μόνο 30% πιθανότητες επιβίωσης.
Η γενναία Breya, όμως, δεν το έβαλε κάτω και την περασμένη εβδομάδα πήρε το πράσινο φως από τους γιατρούς της ότι είναι μια χαρά! Νίκησε τον καρκίνο και είναι έτοιμη να ξεκινήσει ξανά τη ζωής της χωρίς ταλαιπωρίες.
«Τώρα επιτέλους είμαι ευτυχισμένη γιατί το παιδί μου θα ζήσει πολύ και θα είναι χαρούμενο. Αυτή η εμπειρία μας συγκλόνισε αλλά με έκανε και να ωριμάσω. Η Breya μου απέδειξε ότι κυριολεκτικά όλα είναι δυνατά όταν δεν το βάζεις κάτω – πιστεύω ότι η θετική σκέψη παίζει τεράστιο ρόλο σε κάθε ανάρρωση» είπε η μητέρα της.
«Έχει τώρα την κανονική ζωή ενός επτάχρονου και τις καλύτερες προϋποθέσεις για να ζήσει όμορφα».
Ο Δημήτρης Μακαλιάς έγινε για δεύτερη φορά πατέρας πριν από λίγες εβδομάδες, με τη σύζυγό του Αντιγόνη Ψυχράμη να φέρνει στον κόσμο ένα υγιέστατο κοριτσάκι.
Ο Δημήτρης Μακαλιάς έκανε δηλώσεις στην εκπομπή Happy Day και στον δημοσιογράφο, Γιώργο Γιαννούλια όπου αποκάλυψε πως αντέδρασε ο γιος τους όταν απέκτησε αδερφούλα αλλά και στη σχέση μεταξύ τους.
«Ψάχνουμε να βρούμε τις ισορροπίες μας τώρα με το δεύτερο παιδί. Σίγουρα τα αλλάζει όλα. Ακούς τη φωνή μου, κούραση πολύ, ξενύχτι. Είναι ευχάριστα και ταυτόχρονα πολύ κουραστικά. Προσπαθούμε να βρούμε τα πατήματά μας.
Ο γιος μου στην αρχή έκανε ότι δεν υπάρχει η μπέμπα. Τώρα άρχισε λίγο να τη χαϊδεύει, να την παίρνει αγκαλίτσα, να τη φιλάει, να της μιλάει. Τώρα πάει και της λέει μυστικά τι να κάνουν εναντίον μας» αποκάλυψε ο Δημήτρης Μακαλιάς.