Blog Σελίδα 6595

Μακιγιέζ μετατρέψει χείλη σε πραγματικά έργα τέχνης.

0

Σίγουρα θα έχετε δει εκπληκτικούς πίνακες ζωγραφικής. Αλλά έχετε ποτέ δει κάποιον να ζωγραφίζει  πάνω σε χείλη;

Η Αντρέα Ριντ είναι μια Καναδή makeup artist που κάνει ακριβώς αυτό. Δεν σταματά όμως εδώ αλλά ζωγραφίζει σχέδια όπως ταρτάν, φύλλα, κερήθρα, και άλλα απίστευτα όμορφα πράγματα.

Με το ψευδώνυμο Girl Grey Beauty, η Ριντ μετατρέπει τα χείλη σε έργο τέχνης και  έτσι κέρδισε τον θαυμασμό στο Instagram. Έχει 100.000 ανθρώπους που την ακολουθούν και όχι αδίκως.

Μα πως το κάνει; Τα χείλη μας είναι σφραγισμένα, αλλά ίσως εσείς καταλάβετε κάποια πράγματα εάν δείτε τα σχέδια της παρακάτω.

lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-31__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-33__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-34__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-36__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-37__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-38__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-39__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-40__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-42__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-43__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-44__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-45__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-46__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-47__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-48__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-49__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-50__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-51__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-52__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-53__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-54__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-55__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-56__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-57__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-58__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-59__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-312__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-321__605 lip-art-make-up-andrea-reed-girl-grey-beauty-331__605

Μακιγιέζ μεταμορφώνει γυναίκες και τα αποτελέσματα μοιάζουν σαν ψεύτικα

0

H Ρωσίδα μακιγιέζ Goar Avetisyan παρά το νεαρό της ηλικίας της έχει ένα πραγματικά μεγάλο ταλέντο στον να μεταμορφώνει γυναίκες με την δύναμη του μακιγιάζ.

Ο λογαριασμός της στο Instagram είναι η απόδειξη ότι έχει ένα τεράστιο ταλέντο μιας και οι ακόλουθοι της ξεπερνούν τα 2.6 εκατομμύρια και αυξάνονται συνεχώς κάνοντας την μια από τις πιο επιτυχημένες μακιγιέζ του διαδικτύου.

Μερικές μεταμορφώσεις είναι τόσο εξωπραγματικά τέλειες που μένουμε πραγματικά με το στόμα ανοιχτό, μεταμορφώνει όλες τις πελάτισσες της σε πραγματικούς σταρ του Χόλυγουντ.

Μάκης, Βαγγέλης, Άλεξ, Θύμιος. Η τραγική λίστα με τα θύματα bullying στην χώρα μας δεν έχει τελειωμό

0
Πόσους ακόμη θα θρηνήσουμε από bullying;

Ο Βαγγέλης, ο Θύμιος, ο Μάκης… Τρία νέα παιδιά-θύματα bullying που πλέον ξέρουμε με το μικρό τους όνομα.

Τρία παιδιά που μάθαμε το όνομά τους, όχι όμως για καλό. Όλοι τους θύματα ενός άγριου εκφοβισμού στο σχολείο, στη σχολή, στη γειτονιά.

Θύματα μιας βίας με διαφορετική αλλά παρόμοια, ίσως, τραγική κατάληξη.

Η τραγική ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη

Ο Βαγγέλης Γιακουμάκης έβαλε τέλος στη ζωή του το 2015 καθώς δεν άντεξε τον εκφοβισμό από μερικούς Κρητικούς «λεβέντες» συμφοιτητές του που του ασκούσαν συστηματικά σωματική, λεκτική αλλά και ψυχολογική βία χωρίς κανέναν να επέμβει.

Δεν άντεξε και αποφάσισε να βάλει ο ίδιος τέλος στο μαρτύριό του, να αποφασίσει ο ίδιος πώς θέλει να τελειώσει αυτή η πικρή ιστορία.

Μέχρι σήμερα, κανένα «παλληκάρι» δεν έχει πληρώσει για τον πόνο που προκάλεσε.

giakoumakis.jpg

Βαγγέλης Γιακουμάκης

Ο Θύμιος, άλλο ένα θύμα bullying

Εδώ και λίγες ημέρες, δύο νέες υποθέσεις bullying συγκλονίζουν ξανά την μικρή μας κοινωνία.

Ο Θύμιος, ένας 39χρονος από τον Πύργο εξαφανίστηκε μετά τον εκφοβισμό που δέχεται εδώ και χρόνια.

Ο λόγος; Ένα τροχαίο ατύχημα που τον παραμόρφωσε και τον ανάγκασε να μιλάει και τρώει με μηχανική υποστήριξη. Ο ίδιος μάλιστα φορά μάσκα για να κρύβει το πρόσωπό του…

Ο Θύμιος είναι άλλο ένα θύμα εκφοβισμού, από μια ομάδα τραμπούκων που τον παρενοχλούν ρίχνοντας ακόμη και φωτοβολίδες στο σπίτι του. Μια παρέα άνανδρων συντοπιτών του που βρήκαν αστείο να ενοχλούν έναν άνθρωπο και να παίζουν με τον πόνο και την υγεία του.

thimios pyrgos 11 5 2022

Ο Θύμιος από τον Πύργο / Φωτογραφία: patrisnews

Μάλιστα, όταν ο 39χρονος βγήκε από το σπίτι του και προσπάθησε να αμυνθεί με ένα μπαστούνι εκείνοι τράβηξαν ένα βίντεο που ανέβασαν στα social media παρουσιάζοντάς τον ως μανιακό που τους κυνηγάει με πριόνι για να τους κάνει κακό.

Και ενώ ο Θύμιος ζήτησε από την αστυνομία να τον προστατέψει, αυτό δεν συνέβη ποτέ. Αντ’ αυτού, ο Θύμιος εξαφανίστηκε, έφυγε μακριά από όλους και από όλα που του κάνουν κακό, χωρίς να ξέρει κανείς αν είναι καλά…

Τραγωδία με αυτοκτονία 14χρονου στα Κάτω Πατήσια

Ο 14χρονος Μάκης από τα Κάτω Πατήσια αυτοκτόνησε την περασμένη Παρασκευή στο σπίτι του με μια ζώνη που έδεσε στον λαιμό του. Το παιδί αποφάσισε να κόψει το νήμα της ίδιας του της ζωής με αυτόν τον τραγικό τρόπο.

Ο 14χρονος φαίνεται πώς έπεφτε συχνά θύμα bullying στο σχολείο του. Άλλο ένα παιδί που βίωσε τον σχολικό εκφοβισμό από νταήδες και δεν άντεξε την τεράστια ψυχολογική πίεση…

kato patisia.jpg

Το «αντίο» των συμμαθητών του 14χρονου στα Κάτω Πατήσια

Η μάστιγα της εποχής

Αυτή η μάστιγα που δεν λέει να εκλείψει από την κοινωνία μας. Η κοροϊδία και η βία που παίρνουν τέτοιες διαστάσεις και πνίγουν τους ανθρώπους, όσο δυνατοί κι αν είναι. Που τους κάνουν να βρίσκουν «καταφύγιο» και λύτρωση στο να κάνουν κακό στον εαυτό τους, βάζοντας τέλος στο μαρτύριό τους…

Η κοινωνία, η πολιτεία και η παιδεία είναι αυτές που έχουν υποχρέωση και καθήκον να χτυπήσουν αυτό το ολοένα και αυξανόμενο φαινόμενο που παίρνει διαστάσεις χιονοστιβάδας και απειλεί τους νέους ανθρώπους.

Πολλά και δραστικά μέτρα πρέπει να παρθούν πριν να είναι πολύ αργά και για τον Θύμιο…

Πηγή: thestandard,gr

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: Πού ξεκινά εμφανίσεις μετά την απόλυσή του – Ποιος θα τον αντικαταστήσει στο σχήμα που ήταν;

0

Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος μετά τον ντόρο που ξέσπασε για το τέλος της συνεργασίας του με το νυχτερινό μαγαζί που τραγουδούσε ξεκινά ήδη νέες εμφανίσεις.

Νάντια Ρηγάτου

Η αποχώρηση του Μάκη Χριστοδουλόπουλου από το νυχτερινό μαγαζί που τραγουδούσε μαζί με τη Χαρά Βέρρα και τον Γιάννη Καψάλη αποτελεί το θέμα της μέρας.




Για τη λήξη της συνεργασίας μέχρι τώρα έχει τοποθετηθεί μόνο η πλευρά του μαγαζιού όπου ο ιδιοκτήτης κατηγόρησε τον τραγουδιστή για κακή συμπεριφορά και αντιεπαγγελματική στάση.

Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος μέχρι τώρα δεν έχει κάνει κάποια δήλωση για την απομάκρυνσή του από το συγκεκριμένο σχήμα. Ο τραγουδιστής όμως έχει ήδη ετοιμάσει βαλίτσες για τη Θεσσαλονίκη όπου θα εμφανιστεί στο νυχτερινό μαγαζί Act One Live στα Λαδάδικα της Θεσσαλονίκης από αυτή την Παρασκευή.

Την ίδια στιγμή στην Αθήνα αναζητείται ο αντικαταστάτης του που θα τραγουδά μαζί με τη Χαρά Βέρρα και τον Γιάννη Καψάλη. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο επικρατέστερος για την θέση είναι ο Ζαφείρης Μελάς ο οποίος μάλιστα ήταν να ηγείται του συγκεκριμένου σχήματος εξ αρχής αλλά η ιδιοκτησία τότε επέλεξε τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο ενώ δεν αποκλείεται να δούμε τον Θέμη Αδαμαντίδη που ολοκληρώνει τις εμφανίσεις του στο νυχτερινό κέντρο που εμφανίζεται αυτή την εβδομάδα.




Το νυχτερινό κέντρο θα λειτουργήσει κανονικά αυτή την εβδομάδα με τη Χαρά Βέρρα και τον Γιάννη Καψάλη μέχρι να κλειδώσει οριστικά ο αντικαταστάτης του Μάκη Χριστοδουλόπουλου.

Πηγή: enikos.gr

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: Η τσιγγάνικη καταγωγή, ο απίστευτος εθıσμός, ο αρραβώνας στα 16 και τα χτυπήματα της μοίρας

0

Άπλετο μελάνι έχει χυθεί τις τελευταίες ημέρες για την απόλυση του Μάκη Χριστοδουλόπουλου από τον επιχειρηματία του νυχτερινού κέντρου Can Can, λόγω κακής συμπεριφοράς.

Ο ίδιος, έπειτα, υπερασπίστηκε τον εαυτό του λέγοντας απλώς ότι «είναι καλό παιδί» ενώ άμεσα ξεκίνησε εμφανίσεις στη Θεσσαλονίκη. Γενικώς, η ζωή του Μάκη Χριστοδουλόπουλου θα μπορούσε να βγάλει άνετα σενάριο κάποιας ταινίας.

Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου του 1948 στην Αμαλιάδα. Έμαθε από μικρός να παίζει κιθάρα και κλαρίνο και άρχισε να τραγουδάει. Ο αγαπημένος λαϊκός ερμηνευτής έχει τσιγγάνικη καταγωγή, κάτι για το οποίο είναι περήφανος και δεν έκτυψε ποτέ του.

Ο ίδιος ξεκίνησε τραγουδώντας δημοτικά τραγούδια σε κέντρα και πανηγύρια, όπου τον ανακάλυψε ο Βασίλης Σαλέας και τον πήρε μαζί του. Μαζί δημιούργησαν αρκετό υλικό. Ενώ το 1984, ο καλλιτέχνης συνεργάστηκε με τον Διονύση Σαββόπουλο στα «Στέφανα» και «Πληγωμένο χελιδόνι».

Ο Χριστοδουλόπουλος έχει τραγουδήσει τραγούδια του Απόστολου Καλδάρα, Βασίλη Σαλέα, Γιάννη Πάριου, Στέλιου Περπινιάδη, Τάκη Σούκα, Θεόδωρο Καμπουρίδη όπως και έχει γράψει τραγούδια για τη Γλυκερία, Νίκο Παπάζογλου, Βασίλη Μαργαρίτη μεταξύ άλλων. Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν τα τραγούδια «Παντρεμένοι κι οι δυο» και «Μελαχρινάκι».

Ο ίδιος έχει πει σχετικά: «Η Ελλάδα με αγά­πησε από το “Παντρεμένοι κι οι δυο”… Δε θα τους προδώσω ποτέ, οπότε παίρνω τώρα το συμβόλαιο και φεύγω. “Όχι, Μάκη μου, ό,τι θέλεις, από εδώ και πέρα θα πας όπου θέλεις”. Τότε κοιμόμουν πολλές ώρες το μεσημέρι, δεν κάπνιζα, δεν ήμουν ποτέ μεθυσμένος, δεν έπινα. Μετά κάναμε τα παιδιά, είχα­με υποχρεώσεις, χάσαμε ανθρώπους από τη ζωή, “έφυγαν” πολύ νέοι, κι αυτό με πλήγωσε πάρα πολύ, αλλά ο Θεός ξέρει. Αν έχω κάνει κάτι, έπρε­πε να το κάνει σ’ εμένα και όχι σε αυτούς. Μόλις έβγαλα το “Απορώ” του Γιάννη Πάριου, με πήραν τηλέφωνο να πάω να τραγουδήσω σ’ ένα μαγαζί με παπιγιόν και τέτοια, για να τραγουδάω άλλου είδους τραγούδια… “χαιρετισμούς”… Αυτό είπα σ’ ένα με­γάλο πιανίστα. Όταν τραγουδάω, δε με πειράζει να μου πε­τάνε λουλούδια, πιάτα όχι, απαγορεύονται. Εμείς, οι λαϊκοί τραγουδιστές, το κάνουμε με την ψυχή μας, να το βλέπει ο κόσμος».

Ο αρραβώνας στα 16

Σε συνέντευξή του, ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος έχει αποκαλύψει ότι αρραβωνιάστηκε σε ηλικία 16 ετών. «Με είχαν αρραβωνιάσει με τη γυναίκα μου. Επειδή εγώ ήμουν στο πάλκο, αλλά δεν τραγουδούσα, ήμουν μουσικός, δεν ήθελαν να τη δώσουν την Αναστασία σε μένα. Την έκλεψα και έφυγα! Ήμασταν αρραβωνιασμένοι αλλά δε μου την έδιναν!».

Τα χτυπήματα της μοίρας

Το πρώτο χτύπημα για τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο ήρθε με την αυτοκτονία του γαμπρού του, Ανδρέα Παπαδόπουλου. Ο Ανδρέας ήταν ένας άνθρωπος υπεύθυνος και πολύ τυχερός στην ζωή του, ενώ σχεδόν όλες του οι επαγγελματικές επιλογές ήταν επιτυχημένες. Κάποια στιγμή ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος του ανέθεσε την διεύθυνση του κέντρου «Γέφυρα». Εκείνος όμως λόγω ενός κακού deal έχασε το κέντρο. Ήταν ένας πολύ υπεύθυνος άνθρωπος, χαρούμενος και φιλότιμος. Δεν άντεξε τις τύψεις καθώς ένιωθε ένοχος για την απώλεια του κέντρου και αυτοκτόνησε.

Το δεύτερο χτύπημα της μοίρας για τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο ήρθε από τον γιο του, Γιώργο. Ένας νέος πολυτάλαντος και με τα χαρίσματα του πατέρα του. Σχεδόν πάντα εμφανιζόντουσαν μαζί και αυτό ήταν κάτι που ο Γιώργος το είχε κερδίσει επάξια. Η συμπεριφορά του όμως είχε αρχίσει να αλλάζει όταν έμπλεξε με κακές παρέες. Αυτό είχε μεγάλο αντίκτυπο στην οικογένειά του, καθώς οι σχέσεις τους έχουν ψυχρανθεί και τα παιδιά του μένουν πλέον μόνιμα με τον παππού τους.

Το τρίτο χτύπημα ήταν ο πλειστηριασμός από την τράπεζα Eurobank στο σπίτι του γνωστού λαϊκού τραγουδιστή Μάκη Χριστοδουλόπουλου στη Νέα Κηφισιά, για χρέη του ιδίου, της αδελφής του και της συζύγου του. Ο πλειστηριασμός είχε προγραμματιστεί για τον Μάρτιο του 2017.

makis

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: Τα πάντα για την πολυτάραχη ζωή του

Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος παραχώρησε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο Magazine, όπου αναφέρθηκε στα πρώτα βήματά του στο χώρο της μουσικής. Συγκεκριμένα, ο λαϊκός τραγουδιστής μίλησε για τα πρώτα του βήματα στον χώρο της μουσικής, αποκάλυψε τις «ιστορίες» που κρύβονται πίσω από τραγούδια, ενώ αναφέρθηκε στη μεγάλη του αδυναμία.

Σε ποια ηλικία βγήκατε να παίξετε μπροστά σε κόσμο πρώτη φορά;

Θυμάμαι ήμουνα 13ών χρονών. Ο πατέρας μου ήταν μουσικός και μου λέει μια μέρα “Μάκη, θα πάμε σε ένα χωριό από δω με τα άλογα”. Δεν είχαμε τότε πώς να πάμε αλλιώς. Ο πατέρας μου έπαιζε κλαρίνο και είχε στο σπίτι κι ένα λαούτο, ένα σαντούρι, ένα βιολί… Και έπαιρνα εγώ το λαούτο όταν έφευγε και το γρατσούναγα μόνος μου. Μετά άρχισε να μου δείχνει… Μεγάλη σχολή. Έτσι, όταν το έμαθα το όργανο, με πήρε απ’ το σχολείο και πηγαίναμε και παίρναμε δύο μερτικά. Τι να κάναμε, ήμασταν τόσα παιδιά. Επτά αδέρφια -οκτώ αρχικά, ο ένας έφυγε πολύ νέος τότε.

Σε γάμο; Σε πανηγύρι πήγατε την πρώτη φορά;

Σε γάμο, σε σπίτι. Έπαιζα, λοιπόν, εγώ λαούτο εκεί στην αυλή και λένε στον πατέρα μου “Γιώργη, βάλε το παιδί τώρα να κοιμηθεί”. “Όχι”, έλεγε αυτός. Ε, με πήρε ο ύπνος εκεί που έπαιζα και με βάλανε πάνω στο σπίτι και κοιμήθηκα. Είδανε όμως οι μουσικοί την τρίτη, την τέταρτη φορά που πήγα μαζί τους ότι ήμουνα πολύ σταθερός στον χρόνο, αυτό που λέμε “δεν τράβαγα ούτε πίσω ούτε μπροστά” στον ρυθμό.
Αλλά εμένα το μεράκι μου ήταν το κλαρίνο. Το έπαιρνα από δέκα χρονών και έφευγα απ’ το σπίτι, πήγαινα κι έπαιζα κάπου μακριά γιατί δεν μ’ άφηνε ο πατέρας μου. Αλλά σε έναν χρόνο μέσα, είδε ότι το κατάφερνα και με άφησε. Αυτά τα όργανα είναι μέσα στη ζωή μας, έχουμε γεννηθεί μ’ αυτά.

panigyri

Σε πανηγύρι στη Βοιωτία

Και συνεχίσατε να παίζετε κλαρίνο μετά;

Ναι, γιατί ο πατέρας μου έπαιζε καμπίσια, καγκέλια και τέτοια αλλά κάποιες φορές έπαιζε κι αυτά τα τραγούδια απ’ τη Σμύρνη, απ’ τον Βόσπορο, αυτά τα τούρκικα. Έπαιζαν τις εισαγωγές απ’ τα τσιφτετέλια στους γάμους και γινόταν χαμός. Και έτσι κάποια στιγμή που πήγαμε σε μια δουλειά, με έβαλε και έπαιξα ένα σόλο με το κλαρίνο, ένα τσιφτετέλι και άρεσε πολύ. Και από τότε πήγαινα στις δουλειές με το κλαρίνο.

Οπότε κάπου στα 12 εκεί σταματήσατε κι οριστικά το σχολείο.

Ναι, έμαθα λίγα πράγματα αλλά δεν ήταν τότε όπως είναι τώρα που πάνε γυμνάσιο, λύκειο. Δεν είχαμε και τα χρήματα κιόλας.

Είδα μια συνέντευξη που λέγατε ότι είχατε όνειρο να γίνετε φωτογράφος.

Μ’ άρεσε να γίνω φωτογράφος και στρατιωτικός. Μ’ άρεσε ο στρατός.

Και πότε αρχίσατε να τραγουδάτε;

Θυμάμαι όταν έγινα 17 χρονών πήγαμε κάπου στη Λιβαδειά, κοντά στο χωριό που γεννήθηκε ο Στάθης ο Κάβουρας που τραγούδαγε τα δημοτικά. Και του λέει μια τραγουδίστρια “κύριε Κάβουρα, βάλτον Μάκη να πει ένα τραγούδι, ξέρει, τραγουδάει”. Εγώ έλεγα πού και πού κανένα, είπα κι εκεί κάποια τραγούδια και μου λέει ο Κάβουρας μετά “Μάκη, να το παρατήσεις το κλαρίνο”. “Τι λες μωρέ, του λέω, άμα το παρατήσω αυτό, θα πεθάνω, είναι η ζωή μου”. “Να το παρατήσεις μου λέει και να γίνεις τραγουδιστής”.

Ήταν ο πρώτος που το κατάλαβε κατά κάποιον τρόπο;

Ναι… Άκου τώρα όμως να δεις τι έγινε μετά. Το μεγαλύτερο κλαρίνο που είχαμε στην Ελλάδα ήταν ο συγχωρεμένος ο Βασίλης ο Σαλέας, ο θείος του Βασίλη του σημερινού. Αυτός ήταν 15 χρόνια στην Αμερική αλλά με τον γιο του, τον Γιάννη που έπαιζε ακορντεόν πηγαίναμε μαζί στις δουλειές στα πανηγύρια. Εγώ όμως δεν είχα δει ποτέ τον πατέρα του, μόνο στις φωτογραφίες. Υπήρχε τότε στην πλατεία Βάθης ένα κεντράκι το “Σούλι”, όπου η ορχήστρα έλεγε και τα δικά μας τα δημοτικά αλλά και ηπειρώτικα. Ήρθαν και με βρήκαν στο καφενείο που συχνάζαμε οι μουσικοί, ήταν στο Βασιλικό Θέατρο στη Μενάνδρου, και μου λένε “σε θέλουμε να έρθεις στο μαγαζί, να πάρεις και τη Βιτάλη μαζί σου” -εγώ είχα τότε κοντά μου την Ελενίτσα μου, ήταν μικρή τότε.

eggonos

Με τον εγγονό του, που ακολουθεί τα χνάρια του στο τραγούδι

Και την έλεγαν ακόμα αλλιώς;

Ναι, Λαβίδα. Πάμε βλέπουμε το μαγαζί -να χώραγε εκατό άτομα, κάπου τόσο. Ένα μικρούλι ήτανε.

Υπόγειο;

Υπόγειο, ναι. Είχε και μία φίρμα τον Βασίλη τον Χρυσανθόπουλο, που είχε βγάλει το “Ήρθε μια βλάχα απ’ το χωριό” (σ.σ. μου το τραγουδάει), είχαμε και τη Μαρία Σαλτού απ’ την Άρτα, μια πολύ ωραία τραγουδίστρια. Εγώ έπαιζα κλαρίνο αλλά μου λέγανε “πες ρε Μάκη και εσύ κανά τραγούδι”. Ένα σαββατοκύριακο, λοιπόν, είχε τέτοια γρίπη ο τραγουδιστής που δεν μπορούσε να ‘ρθει στο μαγαζί. Κάποια στιγμή, κουράστηκαν οι γυναίκες -γιατί σχολάγαμε και 8 η ώρα το πρωί αδερφέ- και άρχισα να τραγουδάω εγώ. Και κατά τις 5 το πρωί μπαίνει μία παρέα έξι εφτά άτομα, με γραβάτες με παλτά…

Κυριλέ όλοι να πούμε… Είχανε πάει στον Κάβουρα αυτοί προηγουμένως, που τραγούδαγε απάνω στην Αθήνα σε ένα μαγαζί. Και μέσα σ’ αυτήν την παρέα ήταν κι ο Σαλέας, μόλις που είχε έρθει απ’ την Αμερική. Εγώ όμως δεν τον αναγνώρισα, δεν τον είχα δει ποτέ. Καθίσανε σε ένα τραπέζι αλλά το μαγαζί εκεί είχε μόνο κρασί Ζίτσας, ένα ηπειρώτικο, δεν είχε ουίσκι που ήθελαν αυτοί. Και στέλνει κάποιον το μαγαζί και τους φέρνει τρία τέσσερα μπουκάλια.

Οπότε το βλέπετε εσείς από πάνω και λέτε κάποιοι είναι αυτοί για να τους προσέχουν;

Το βλέπω, ναι…Τότε που λες δεν παίρναμε μεροκάματα, ήτανε η χαρτούρα.

Μόνο ό, τι πετάγανε στην πίστα, ό, τι δίνανε στο χέρι;

Τα πετάγανε στην ορχήστρα, όπως κάνανε παλιά στα πανηγύρια.

Δεν υπήρχε μισθός, τίποτα; Ούτε ένα κατοστάρικο;

Τίποτα, δεν υπήρχαν αυτά τότε. Λοιπόν, εκείνη την ώρα ένας πελάτης μου είπε να πω ένα πολύ δύσκολο τραγούδι, τη “Δυστυχία” (σ.σ. μου το τραγουδάει). Την ώρα που λέω το πρώτο κουπλέ, έρχεται ο σερβιτόρος και μου δίνει μία χούφτα δολάρια. Μου λέει “αυτός ο κύριος εκεί θέλει να πεις άλλο ένα”.

Είχατε ξαναδεί εσείς δολάριο από κοντά;

Ποτέ στη ζωή μου, τι λες τώρα (γελάει)! Έρχεται άλλη μια χούφτα δολάρια μετά. “Να μας πει κι άλλο ένα ο μικρός”… Αυτός ήξερε το τραγούδι, και όποτε τελείωνε το ρεφρέν, έστελνε άλλη μια χούφτα δολάρια. Γέμισε λεφτά και τη Βιτάλη, και τη Σαλτού και τέλος πάντων, φιλαράκι, από τις 5 που ήρθαν αυτοί, σταματήσαμε 8 η ώρα, λέμε “δεν μπορούμε άλλο”.

Πάω να φύγω και μου λέει ο σερβιτόρος “σε θέλει εκείνος ο κύριος”. Πάω εκεί, του συστήνομαι και με ρωτάει “γενικά πού παίζεις, πού πηγαίνεις;”. Του λέω “παίρνω το κλαρίνο, έχω κι ένα παιδί που παίζει ακορντεόν, τον γιο του Βασίλη του Σαλέα του μεγάλου κλαριντζή, έχουμε και καμιά κιθαρίτσα και πάμε στις ταβέρνες, πάμε σε γάμους, σε τέτοια πράγματα”.

Με ρωτάει από πού είμαι, του λέω “από την Αμαλιάδα, από ένα χωριό τον Σώστι”. “Ποιος είναι ο πατέρας σου;”. “Ο Γιώργης ο Χριστοδουλόπουλος”, του απαντάω. “Παίζει κλαρίνο’, μου λέει, αυτός.

Τον ήξερε δηλαδή. Μου λέει “εγώ είμαι ο πατέρας του Γιάννη που παίζει μαζί σου ακορντεόν”. Και εκεί καταλαβαίνω ποιος είναι. Και μου λέει τότε στη γλώσσα μας -η μάνα μου είναι τσιγγάνα, εγώ τα λέω όλα- μου λέει “μπες”. Το “μπες” ξέρεις τι σημαίνει; “Κάτσε”. “Άκου, μου λέει. Ήρθα πριν δυο μέρες από την Αμερική, αύριο γιορτάζω και το σπίτι της γυναίκας μου είναι στα Νέα Λιόσια, επάνω που είναι τα κυπαρίσσια. Θα ‘ρθεις εκεί, σε θέλω κάτι”.

Πάω το βρισκω, ήταν εκεί 40-50 άτομα, ψητά, πράγματα, είχαν μαζέψει και όλα τα κλαρίνα, τις κιθάρες, γινόταν χαμός. Κάθομαι εγώ και μου λέει “παίζεις καλά κλαρίνο, θα γίνεις καλός κλαριτζής αλλά θα κάνουμε κάτι. Έχεις ρεπερτόριο, ξέρεις τραγούδια;”. Του λέω “άμα κουράζονται στη δουλειά με βάζουν και λέω κανά τραγούδι”. “Θα πάω στου Κομπότι μετά από ένα μήνα, μου κάνει, γιατί έχει πανηγύρι και δεν έχω τραγουδιστή άλλονε, έχω μόνο έναν τον Τάκη τον Καρναβά και μπορεί να πάθει κάτι ο άνθρωπος. Θέλω να έρθεις μαζί μόνο για τραγουδιστής. Θα μου χαλάσεις το χατίρι;”.

Το Κομπότι ήταν ένα χωριό επάνω στην Άρτα -από εκεί είναι οι Σουκαίοι, ο Βαγγέλης και ο Βασίλης ο Σούκας. Συγγενής τους είναι και ο Τάκης ο Σούκας, μεγάλος καλλιτέχνης, μου ‘χε δώσει και τραγούδι. Ξέρεις ποιο; “Τώρα που φεύγεις μακριά στη ζωή μου” (μου το τραγουδάει).

lampraki

Με τη συμπατριώτισσά του, Χαρούλα Λαμπράκη

Και εσείς πήγατε μαζί του στο πανηγύρι;

Το σκεφτόμουν γιατί έτρεμα αλλά μου έλεγαν κάποιοι άλλοι “τράβα ρε, θα πάρεις πολλή χαρτούρα με αυτόν τον άνθρωπο”. Και τελικά πήγα.

Και μόλις φτάνουμε, Κώστα μου, στο χωριό, του είχαν βάλει ένα κόκκινο χαλί από δω μέχρι εκεί πέρα για να κατέβει απ’ το ταξί. Και μετά λουλούδια. Είχε μαζευτεί όλο το χωριό να τον καλωσορίσει.

Πολλές ώρες πριν το πανηγύρι;

Ναι… Πώς ήταν ο Καραμανλής ντυμένος; Τέτοιο ντύσιμο είχε κι αυτός -ήταν στην Αμερική ο άνθρωπος τόσα χρόνια, ήξερε. Θυμάμαι φόραγε μεταξωτό κοστούμι, μεταξωτές κάλτσες και γραβάτα, και παπούτσια σεβρά… Άλλο πράγμα.

Ανεβαίνει στο πάλκο και με το που παίζει ένα σόλο, το κουτί που είχαμε εμείς για να μαζεύουμε τη χαρτούρα, γέμισε μέχρι τη μέση.

Και είδα και κάτι άλλο. Ήρθε ένας και την ώρα που έπαιζε το κλαρίνο -όταν παίζεις και δίνεις πολύ στο κλαρίνο, από κάτω απ’ την “καμπάνα” που λέμε, βγάζει σάλιο- πήγε ένας και το έγλειφε… Είχαμε μείνει ξεροί. Του είχαν μεγάλη λατρεία δηλαδή. Τραγουδάω κι εγώ κάποια δημοτικά, και το πρωί που σχολάσαμε του λένε “Βασίλη, το μικρό από πού είναι;”. Ήμουνα και ξανθός εγώ. ”Μπαλαμό είναι;”. “Μπαλαμό, λέει, ναι, από την Αμαλιάδα”. Και με αγαπήσαν πολύ εκεί πέρα.

Θυμάμαι που γυρίζαμε Αθήνα με το ταξί, ψιλοκοιμόμουνα, και τους έλεγε ο Σαλέας “μη φωνάζετε, κοιμάται το παιδί”.

Πόσο χρονών ήσασταν τότε;

17 χρονών. Τελικά με έψησε και το παράτησα το όργανο. Πηγαίναμε σε πολλές δουλειές τότε, ειδικά προς Αγρίνιο γιατί από κάπου εκεί ήταν ο Βασίλης, και πήραμε πολλά λεφτά, σου μιλάω για πολλή χαρτούρα. Έμεινα τρία χρόνια μαζί του. Μου έμαθε και τους δρόμους απ’ τα τραγούδια.

Η τελευταία δουλειά μας ήταν σε ένα χωριό στο Μοναστηράκι. Κάποια στιγμή μου λέει “δεν θα προλάβω να σε δω που θα φτάσεις ψηλά”. Του λέω “πάλι θα φύγεις, μωρέ Βασίλη, για την Αμερική;”. “Όχι Μάκη, μου κάνει, αλλά άμα μπει ο λύκος στο μαντρί θα φάει πρόβατο”. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε.

Φεύγουμε από το χωριό, εμείς πάμε στην Αθήνα και αυτός πάει στην Πάτρα γιατί είχε κάποιες δουλειές. Μετά από 25-30 μέρες, παίρνουν τηλέφωνο στο καφενείο το μουσικό, ζητάνε τον γιο του και του λένε “έλα κάτω να πάρεις τον πατέρα σου γιατί δεν είναι καλά. Δεν μπορούμε να ανοίξουμε τα μάτια του και πίνει δέκα κιλά νερό την ημέρα”.

Τον φέρνουν στην Αθήνα και μετά από 10-15 μέρες, έφυγε. 44άρων χρονών.

Από τι;

Απ’ την παλιαρρώστια.

Είχε καταλάβει ότι είχε καρκίνο για αυτό σας έλεγε για τον “λύκο στο μαντρι”;
Μπράβο, ναι. Ένας κύριος ήταν, 1.90, πολύ πράμα, σίδερο σου λέω. Και ρωτάγανε “μα πέθανε αυτός ο άνθρωπος;”.

Και λέω τότε “πέθανε ο δάσκαλος μου, δεν ξανατραγουδάω”. Πήρα ξανά το κλαρίνο αλλά δεν με έπαιρνε κανένας για δουλειά, όλοι με θέλανε για τραγουδιστή. “Δεν ξανατραγουδάω”, τους έλεγα, στον σταυρό που σου κάνω.

Έναν μήνα μετά, δύο, μου λέει η γυναίκα μου “Μάκη, πεινάνε τα παιδιά”.

Πόσα είχατε τότε;

Δυο παιδιά. Έρχεται τότε ο Βασίλης ο Σούκας, ένας κύριος του κόσμου, που είχε ένα κέντρο με τον Θανάση τον Βαλσαμά για τραγουδιστή, μεγάλη φίρμα τότε, και μου λέει “έλα στο μαγαζί ως τραγουδιστής, θα σου δώσω κι ένα τραγούδι”. Και μου δίνει το “Να ζήσουν οι κομμώτριες, τα όμορφα κορίτσια…” (σ.σ. το τραγουδάει).

Τόσο παλιό είναι αυτό το τραγούδι;

Ε, βέβαια. Και γίνεται αμάν. Μετά απ’ αυτό το μαγαζί πήγα στην “Ελαφίνα” στην Ομόνοια. Εκεί έπαιζε κλαρίνο ο συγχωρεμένος ο Νίκος ο Γούβας, πολύ καλός. Έπαιζε και κάποια τσιφτετέλια, κάτι σμυρναίικα και λέω “ω αμάν, τη βρήκα εδώ πέρα”.

Και μια μέρα μου λέει μία κυρία παντρεμένη “θέλω να με βγάλεις να πιω έναν καφέ”. Της λέω “δεν μπορώ κι εγώ παντρεμένος είμαι”, κι εκεί που παίζει μια μελωδία ο Γούβας έβγαλα κι εγώ “Παντρεμένοι και οι δυο”. Πίστεψε με, ειλικρινά σου μιλάω, το έφτιαξα εκείνη την ώρα. Βρήκα μια μελωδία και έβγαλα κουπλέ και ρεφρέν. Και το βράδυ στο μαγαζί, όποια παρέα είχε σειρά να χορέψει, σηκωνόταν και μου ζητούσε να το παίξω. Όποιος ήθελε να χορέψει έλεγε “θα πεις αυτό το τραγούδι” δηλαδή.

Πρώτα το “Παντρεμένοι” και μετά όλα τα άλλα. Πρέπει να το είπα 15 φορές εκείνη τη βραδιά. Δεν είχα δεύτερο κουπλέ όμως, και μου λέει ο κιθαρίστας ο Κώστας ο Κεκές ο συγχωρεμένος “πήγαινε στο σπίτι και κόφτο κεφάλι σου να βάλεις και δεύτερο”. Πήγα, φίλε, και έγραψα το “μη μου βάζεις τη φωτιά…” (τραγουδάει).

Αυτό πότε ηχογραφήθηκε;

Το ‘77.

Και έγινε αμέσως χαμός;

Τι;;; Λέγανε ότι έφευγαν μεγάλες κασέλες γεμάτες κασέτες απ’ την Ομόνοια και πήγαιναν στο Αγρίνιο, στην Πάτρα, στη Θήβα, στην Καλαμάτα…

Είχε μέσα και το “βρε Μελαχρινάκι”;

Ναι! Εγώ το έγραψα κι αυτό! Έπαιξε ο Κόρος εκεί και ο Μάκης ο Μπέκος.

Πώς βγήκε αυτό το τραγούδι;

Ήταν μελαχρινή αυτή.

Πάλι για την παντρεμένη;

Ναι (γέλια)! Και σου ορκίζομαι, Κώστα μου, στον σταυρό που σου κάνω, δεν είχα καμιά σχέση με την κυρία αυτή. Θα πω την αλήθεια τώρα: ήταν τραγουδίστρια. Να ‘ναι καλά στη ζωή της, να έχει περάσει καλά. Και έγινε το έλα να δεις με αυτά τα τραγούδια, μέχρι που σιχάθηκα τον εαυτό μου, δεν μπορούσα να τα πω άλλο.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης αναφέρεται:

Θέλω να ρωτήσω μερικές ιστορίες πίσω από κάποια τραγούδια σας. Το “Προσκλητήριο” για παράδειγμα.
Αυτό μου το φέρανε στις “Αμπάρες” αλλά κάτσε πρώτα να σου πω για το μαγαζί. Άνοιξε το ‘87 και ο ιδιοκτήτης δεν ήξερε τι όνομα να του δώσει. Και μια μέρα όπως καθόμασταν απ’ έξω περνάει ένα αυτοκίνητο και έπαιζε το “Να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες” -χωρίς να ξέρει ο οδηγός ότι είμαι εγώ εκεί. Μετά από δέκα αυτοκίνητα, περνάει άλλο ένα, που και αυτό έπαιζε “Να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες”. Ε, και του λέω “ποιο τραγούδι θα ζητάει και ο κόσμος στο μαγαζί; Τις ‘Αμπάρες’. Βάλτο ταμπέλα”.

Και το “Προσκλητήριο”;

Έρχεται ένας με ένα μαγνητόφωνο στο μαγαζί, μου το βάζει, το ακούω και τρελαίνομαι. Και μου λέει ότι το πήγαν πρώτα στον Γονίδη αλλά εκείνος είπε ότι πρέπει να το τραγουδήσω εγώ.

Ναι, λέει αυτό το τραγούδι είναι για τον Χριστοδουλόπουλο. Αυτός το έλεγε όμως από λα μινόρε, έχει κορόνα επάνω. Είχα τον Άκη τον Πετρίδη μαέστρο τότε, που ήταν με τον Καζαντζίδη, με τη Μαρινέλλα κλπ, και πάμε δω στο Ηράκλειο το στούντιο του κυρ Γιάννη για να το περάσουμε. Και επειδή ήμουν υψίφωνος πολύ, του λέω “κύριε Άκη, ή σι μινόρε ή σι μπεμόλ μινόρε”, αλλά κάνει λάθος και περνάει την ορχήστρα όλη σε ντο μινόρε! Δεν ήταν για μένα αυτό! Ήταν γυναικείος τόνος!

Το βάζουν, του λέω “είναι πολύ ψηλά, αυτό είναι ντο. Θα ανέβω στη καρέκλα για να το φτάσω”. “Όχι παιδάκι μου”, μου λέει.

Πρώτα λέω τα κουπλέ -γιατί αν έλεγα πρώτα το ρεφρέν από ντο μινόρε, μετά από τρεις φορές θα έκλεινε η φωνή μου. Και λέω μετά μία φορά ψεύτικα το ρεφρέν σε ντο μινόρε, και τη δεύτερη φορά, φίλε, το λέω κανονικά και πήγε πάνω στον Θεό. Και έγινε μετά χαλασμός.

Σε άλλο σημείο ερωτηθείς ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος για το “Δεν κοιμάμαι τώρα πια τα βράδια”, απάντησε: «Αρχικά ήταν να το πει ο γιος μου ο Γιώργος αλλά στα ρεφρέν έβγαινε έξω απ’ το ζεϊμπέκικο το παιδί, δεν μπορούσε. Και νομίζω ότι και οι μισοί στίχοι είναι δικοί του. Αυτό το ηχογραφήσαμε στο στούντιο του Νικολόπουλου, εκείνος παίζει μέσα».

Ο εθισμός και η απαγόρευση στον εαυτό του

Σε άλλο σημείο, ερωτηθείς ο αν είχε κάποιο πάθος, απάντησε: «Όχι, ούτε καζίνα πάω ούτε ζάρια έχω παίξει ποτέ στη ζωή μου. Δεν τα έτρωγα εκεί» και συμπλήρωσε: «Κάποτε, όταν ήμουν στις “Αμπάρες” έρχονταν κάποιοι που σπάγανε πέντε χιλιάδες πιάτα, και αυτοί παίζανε ζάρια, είχαν μία μπαρμπουτιέρα. Και μου λέει το αφεντικό “έλα ρε Μάκη να σε δούνε τουλάχιστον”, και πήγα έτσι μία φορά για να βγάλω την υποχρέωση, στον σταυρό που σου κάνω. Μου ‘δωσε κάτι λεφτά το αφεντικό και παίξαμε μαζί, δεν είχα ιδέα πώς παίζουνε. Και λίγο μετά φωνάζει το αφεντικό ότι δήθεν με θέλουν στο τηλέφωνο, και καλά ότι με ζητάνε στο μαγαζί για πρόβες -ψέματα για να φύγω».

«Όχι, ποτέ. Το πάθος μου το πρώτο, αυτό που είμαι γεμάτος όλος μέσα μου, είναι η μουσική. Και μετά τα ρούχα. Πήγαινα στο Μιλάνο και έπαιρνα παπούτσια και ρούχα. Άκου να δεις, εγώ δεν έχω βγει ποτέ στη ζωή μου στο πρώτο πρόγραμμα ξεκούμπωτος στο σακάκι. Ποτέ. Τον είδες ποτέ τον Βοσκόπουλο να βγαίνει ξεκούμπωτος στη δουλειά; Είναι σεβασμός στον κόσμο. Γιατί τραγουδάς με το μικρόφωνο, σηκώνεται το σακάκι φαίνονται οι κοιλιές, τα αυτά, δεν το κάνω ποτέ αυτό.

Πήγαινα, λοιπόν, στο παλιό αεροδρόμιο, έμπαινα στο αεροπλάνο και καθόμουν ένα βράδυ στο Μιλάνο για να ψωνίσω. Και με πήγαιναν στα μαγαζιά κάτι Ελληνόπουλα που σπουδάζανε εκεί. Και μάλιστα με πήγαιναν και στο εργοστάσιο που ήταν μιάμιση ώρα από εκεί, και τα έπαιρνα στη μισή τιμή -γιατί έπαιρνα πολλά. Έπαιρνα παπούτσια και ρούχα ιταλικά, που ακόμα δεν έχουν χαλάσει. Όταν δουλεύεις, είσαι όνομα και παίρνεις λεφτά και δεν πας να πάρεις να ντυθείς, δεν κάνει ρε αδερφέ να πούμε. Εγώ έχω αρρώστια με τα παπούτσια».

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: «Πήγα να πεθάνω από μάτιασμα»

0

Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος μοιράστηκε με το τηλεοπτικό κοινό περιστατικά τα οποία έχει βιώσει αναφορικά με τη βασκανία και εξήγησε πως πιστεύει στο μάτι.

Καλεσμένος στην εκπομπή «Super Κατερίνα» βρέθηκε ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος, με τον τραγουδιστή να αναφέρει μεταξύ άλλων πως πιστεύει ιδιαίτερα στην κακή ενέργεια, που μπορεί να του μεταφέρει ένα πρόσωπο. Μάλιστα είπε πως έχει έναν άνθρωπο που τον ξεματιάζει, όταν δεν αισθάνεται καλά.

Ο τραγουδιστής είπε: «Εμένα το μάτι με πιάνει πολύ. Με ματιάσανε. Έχω ένα παιδί μαζί μου, τον Νίκο (που ξεματιάζει). Ερχόμουν από τη Θεσσαλονίκη, στον δρόμο πήγα να πεθάνω (από το μάτι). Το μάτι και τα μάγια υπάρχουν», δήλωσε.

«Ο νονός μου ήταν αρχιμανδρίτης και μου είπε ότι υπάρχουν αυτά. Ήμουν στη Θεσσαλονίκη και ερχόντουσαν για αυτόγραφο. Ήρθε μια κοπέλα με γαλανά μάτια και μου λέει “ρε Μάκη, εσύ μικραίνεις, τι ομορφιά είναι αυτή;”», πρόσθεσε ο τραγουδιστής.

Συνεχίζοντας την αφήγησή του, είπε: «Σε άλλο μέρος, στην Καρδίτσα, ήρθε μια κοπέλα με πράσινα μάτια, μου είπε το ίδιο. Πάω να ανέβω στο δεύτερο πρόγραμμα και πέφτω κάτω. Στον δρόμο σταμάτησα κι έπεφτα κι εκεί κάτω».

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: «Ούτε ζάρια ούτε καζίνα. Εγώ τα έτρωγα αλλού»

0

Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος παραχώρησε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο Magazine, όπου αναφέρθηκε στα πρώτα βήματά του στο χώρο της μουσικής.

Συγκεκριμένα ο τραγουδιστής μίλησε για τα πρώτα του βήματα στον χώρο της μουσικής, αποκάλυψε τις «ιστορίες» που κρύβονται πίσω από τραγούδια, ενώ αναφέρθηκε στη μεγάλη του αδυναμία.

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: Όσα αποκάλυψε για τα παιδικά του χρόνια και τη σχέση του με τη μουσική

Ακολουθεί απόσπασμα της συνέντευξης:

Σε ποια ηλικία βγήκατε να παίξετε μπροστά σε κόσμο πρώτη φορά;

Θυμάμαι ήμουνα 13ών χρονών. Ο πατέρας μου ήταν μουσικός και μου λέει μια μέρα “Μάκη, θα πάμε σε ένα χωριό από δω με τα άλογα”. Δεν είχαμε τότε πώς να πάμε αλλιώς. Ο πατέρας μου έπαιζε κλαρίνο και είχε στο σπίτι κι ένα λαούτο, ένα σαντούρι, ένα βιολί… Και έπαιρνα εγώ το λαούτο όταν έφευγε και το γρατσούναγα μόνος μου. Μετά άρχισε να μου δείχνει… Μεγάλη σχολή. Έτσι, όταν το έμαθα το όργανο, με πήρε απ’ το σχολείο και πηγαίναμε και παίρναμε δύο μερτικά. Τι να κάναμε, ήμασταν τόσα παιδιά. Επτά αδέρφια -οκτώ αρχικά, ο ένας έφυγε πολύ νέος τότε.

Σε γάμο; Σε πανηγύρι πήγατε την πρώτη φορά;

Σε γάμο, σε σπίτι. Έπαιζα, λοιπόν, εγώ λαούτο εκεί στην αυλή και λένε στον πατέρα μου “Γιώργη, βάλε το παιδί τώρα να κοιμηθεί”. “Όχι”, έλεγε αυτός. Ε, με πήρε ο ύπνος εκεί που έπαιζα και με βάλανε πάνω στο σπίτι και κοιμήθηκα. Είδανε όμως οι μουσικοί την τρίτη, την τέταρτη φορά που πήγα μαζί τους ότι ήμουνα πολύ σταθερός στον χρόνο, αυτό που λέμε “δεν τράβαγα ούτε πίσω ούτε μπροστά” στον ρυθμό.
Αλλά εμένα το μεράκι μου ήταν το κλαρίνο. Το έπαιρνα από δέκα χρονών και έφευγα απ’ το σπίτι, πήγαινα κι έπαιζα κάπου μακριά γιατί δεν μ’ άφηνε ο πατέρας μου. Αλλά σε έναν χρόνο μέσα, είδε ότι το κατάφερνα και με άφησε. Αυτά τα όργανα είναι μέσα στη ζωή μας, έχουμε γεννηθεί μ’ αυτά.

Και συνεχίσατε να παίζετε κλαρίνο μετά;

Ναι, γιατί ο πατέρας μου έπαιζε καμπίσια, καγκέλια και τέτοια αλλά κάποιες φορές έπαιζε κι αυτά τα τραγούδια απ’ τη Σμύρνη, απ’ τον Βόσπορο, αυτά τα τούρκικα. Έπαιζαν τις εισαγωγές απ’ τα τσιφτετέλια στους γάμους και γινόταν χαμός. Και έτσι κάποια στιγμή που πήγαμε σε μια δουλειά, με έβαλε και έπαιξα ένα σόλο με το κλαρίνο, ένα τσιφτετέλι και άρεσε πολύ. Και από τότε πήγαινα στις δουλειές με το κλαρίνο.

Οπότε κάπου στα 12 εκεί σταματήσατε κι οριστικά το σχολείο.

Ναι, έμαθα λίγα πράγματα αλλά δεν ήταν τότε όπως είναι τώρα που πάνε γυμνάσιο, λύκειο. Δεν είχαμε και τα χρήματα κιόλας.

Είδα μια συνέντευξη που λέγατε ότι είχατε όνειρο να γίνετε φωτογράφος.

Μ’ άρεσε να γίνω φωτογράφος και στρατιωτικός. Μ’ άρεσε ο στρατός.

Και πότε αρχίσατε να τραγουδάτε;

Θυμάμαι όταν έγινα 17 χρονών πήγαμε κάπου στη Λιβαδειά, κοντά στο χωριό που γεννήθηκε ο Στάθης ο Κάβουρας που τραγούδαγε τα δημοτικά. Και του λέει μια τραγουδίστρια “κύριε Κάβουρα, βάλτον Μάκη να πει ένα τραγούδι, ξέρει, τραγουδάει”. Εγώ έλεγα πού και πού κανένα, είπα κι εκεί κάποια τραγούδια και μου λέει ο Κάβουρας μετά “Μάκη, να το παρατήσεις το κλαρίνο”. “Τι λες μωρέ, του λέω, άμα το παρατήσω αυτό, θα πεθάνω, είναι η ζωή μου”. “Να το παρατήσεις μου λέει και να γίνεις τραγουδιστής”.

Ήταν ο πρώτος που το κατάλαβε κατά κάποιον τρόπο;

Ναι… Άκου τώρα όμως να δεις τι έγινε μετά. Το μεγαλύτερο κλαρίνο που είχαμε στην Ελλάδα ήταν ο συγχωρεμένος ο Βασίλης ο Σαλέας, ο θείος του Βασίλη του σημερινού. Αυτός ήταν 15 χρόνια στην Αμερική αλλά με τον γιο του, τον Γιάννη που έπαιζε ακορντεόν πηγαίναμε μαζί στις δουλειές στα πανηγύρια. Εγώ όμως δεν είχα δει ποτέ τον πατέρα του, μόνο στις φωτογραφίες. Υπήρχε τότε στην πλατεία Βάθης ένα κεντράκι το “Σούλι”, όπου η ορχήστρα έλεγε και τα δικά μας τα δημοτικά αλλά και ηπειρώτικα. Ήρθαν και με βρήκαν στο καφενείο που συχνάζαμε οι μουσικοί, ήταν στο Βασιλικό Θέατρο στη Μενάνδρου, και μου λένε “σε θέλουμε να έρθεις στο μαγαζί, να πάρεις και τη Βιτάλη μαζί σου” -εγώ είχα τότε κοντά μου την Ελενίτσα μου, ήταν μικρή τότε.

Και την έλεγαν ακόμα αλλιώς;

Ναι, Λαβίδα. Πάμε βλέπουμε το μαγαζί -να χώραγε εκατό άτομα, κάπου τόσο. Ένα μικρούλι ήτανε.

Υπόγειο;

Υπόγειο, ναι. Είχε και μία φίρμα τον Βασίλη τον Χρυσανθόπουλο, που είχε βγάλει το “Ήρθε μια βλάχα απ’ το χωριό” (σ.σ. μου το τραγουδάει), είχαμε και τη Μαρία Σαλτού απ’ την Άρτα, μια πολύ ωραία τραγουδίστρια. Εγώ έπαιζα κλαρίνο αλλά μου λέγανε “πες ρε Μάκη και εσύ κανά τραγούδι”. Ένα σαββατοκύριακο, λοιπόν, είχε τέτοια γρίπη ο τραγουδιστής που δεν μπορούσε να ‘ρθει στο μαγαζί. Κάποια στιγμή, κουράστηκαν οι γυναίκες -γιατί σχολάγαμε και 8 η ώρα το πρωί αδερφέ- και άρχισα να τραγουδάω εγώ. Και κατά τις 5 το πρωί μπαίνει μία παρέα έξι εφτά άτομα, με γραβάτες με παλτά…

Κυριλέ όλοι να πούμε… Είχανε πάει στον Κάβουρα αυτοί προηγουμένως, που τραγούδαγε απάνω στην Αθήνα σε ένα μαγαζί. Και μέσα σ’ αυτήν την παρέα ήταν κι ο Σαλέας, μόλις που είχε έρθει απ’ την Αμερική. Εγώ όμως δεν τον αναγνώρισα, δεν τον είχα δει ποτέ. Καθίσανε σε ένα τραπέζι αλλά το μαγαζί εκεί είχε μόνο κρασί Ζίτσας, ένα ηπειρώτικο, δεν είχε ουίσκι που ήθελαν αυτοί. Και στέλνει κάποιον το μαγαζί και τους φέρνει τρία τέσσερα μπουκάλια.

Οπότε το βλέπετε εσείς από πάνω και λέτε κάποιοι είναι αυτοί για να τους προσέχουν;

Το βλέπω, ναι…Τότε που λες δεν παίρναμε μεροκάματα, ήτανε η χαρτούρα.

Μόνο ό, τι πετάγανε στην πίστα, ό, τι δίνανε στο χέρι;

Τα πετάγανε στην ορχήστρα, όπως κάνανε παλιά στα πανηγύρια.

Δεν υπήρχε μισθός, τίποτα; Ούτε ένα κατοστάρικο;

Τίποτα, δεν υπήρχαν αυτά τότε. Λοιπόν, εκείνη την ώρα ένας πελάτης μου είπε να πω ένα πολύ δύσκολο τραγούδι, τη “Δυστυχία” (σ.σ. μου το τραγουδάει). Την ώρα που λέω το πρώτο κουπλέ, έρχεται ο σερβιτόρος και μου δίνει μία χούφτα δολάρια. Μου λέει “αυτός ο κύριος εκεί θέλει να πεις άλλο ένα”.

Είχατε ξαναδεί εσείς δολάριο από κοντά;

Ποτέ στη ζωή μου, τι λες τώρα (γελάει)! Έρχεται άλλη μια χούφτα δολάρια μετά. “Να μας πει κι άλλο ένα ο μικρός”… Αυτός ήξερε το τραγούδι, και όποτε τελείωνε το ρεφρέν, έστελνε άλλη μια χούφτα δολάρια. Γέμισε λεφτά και τη Βιτάλη, και τη Σαλτού και τέλος πάντων, φιλαράκι, από τις 5 που ήρθαν αυτοί, σταματήσαμε 8 η ώρα, λέμε “δεν μπορούμε άλλο”.

Πάω να φύγω και μου λέει ο σερβιτόρος “σε θέλει εκείνος ο κύριος”. Πάω εκεί, του συστήνομαι και με ρωτάει “γενικά πού παίζεις, πού πηγαίνεις;”. Του λέω “παίρνω το κλαρίνο, έχω κι ένα παιδί που παίζει ακορντεόν, τον γιο του Βασίλη του Σαλέα του μεγάλου κλαριντζή, έχουμε και καμιά κιθαρίτσα και πάμε στις ταβέρνες, πάμε σε γάμους, σε τέτοια πράγματα”.

Με ρωτάει από πού είμαι, του λέω “από την Αμαλιάδα, από ένα χωριό τον Σώστι”. “Ποιος είναι ο πατέρας σου;”. “Ο Γιώργης ο Χριστοδουλόπουλος”, του απαντάω. “Παίζει κλαρίνο’, μου λέει, αυτός.

makis christodoylopoylos quot oyte zaria oyte kazina ego ta etroga alloy ta lefta moy ayto einai to pathos moy quot

Τον ήξερε δηλαδή. Μου λέει “εγώ είμαι ο πατέρας του Γιάννη που παίζει μαζί σου ακορντεόν”. Και εκεί καταλαβαίνω ποιος είναι. Και μου λέει τότε στη γλώσσα μας -η μάνα μου είναι τσιγγάνα, εγώ τα λέω όλα- μου λέει “μπες”. Το “μπες” ξέρεις τι σημαίνει; “Κάτσε”. “Άκου, μου λέει. Ήρθα πριν δυο μέρες από την Αμερική, αύριο γιορτάζω και το σπίτι της γυναίκας μου είναι στα Νέα Λιόσια, επάνω που είναι τα κυπαρίσσια. Θα ‘ρθεις εκεί, σε θέλω κάτι”.

Πάω το βρισκω, ήταν εκεί 40-50 άτομα, ψητά, πράγματα, είχαν μαζέψει και όλα τα κλαρίνα, τις κιθάρες, γινόταν χαμός. Κάθομαι εγώ και μου λέει “παίζεις καλά κλαρίνο, θα γίνεις καλός κλαριτζής αλλά θα κάνουμε κάτι. Έχεις ρεπερτόριο, ξέρεις τραγούδια;”. Του λέω “άμα κουράζονται στη δουλειά με βάζουν και λέω κανά τραγούδι”. “Θα πάω στου Κομπότι μετά από ένα μήνα, μου κάνει, γιατί έχει πανηγύρι και δεν έχω τραγουδιστή άλλονε, έχω μόνο έναν τον Τάκη τον Καρναβά και μπορεί να πάθει κάτι ο άνθρωπος. Θέλω να έρθεις μαζί μόνο για τραγουδιστής. Θα μου χαλάσεις το χατίρι;”.

Το Κομπότι ήταν ένα χωριό επάνω στην Άρτα -από εκεί είναι οι Σουκαίοι, ο Βαγγέλης και ο Βασίλης ο Σούκας. Συγγενής τους είναι και ο Τάκης ο Σούκας, μεγάλος καλλιτέχνης, μου ‘χε δώσει και τραγούδι. Ξέρεις ποιο; “Τώρα που φεύγεις μακριά στη ζωή μου” (μου το τραγουδάει).

Και εσείς πήγατε μαζί του στο πανηγύρι;

Το σκεφτόμουν γιατί έτρεμα αλλά μου έλεγαν κάποιοι άλλοι “τράβα ρε, θα πάρεις πολλή χαρτούρα με αυτόν τον άνθρωπο”. Και τελικά πήγα.

Και μόλις φτάνουμε, Κώστα μου, στο χωριό, του είχαν βάλει ένα κόκκινο χαλί από δω μέχρι εκεί πέρα για να κατέβει απ’ το ταξί. Και μετά λουλούδια. Είχε μαζευτεί όλο το χωριό να τον καλωσορίσει.

Πολλές ώρες πριν το πανηγύρι;

Ναι… Πώς ήταν ο Καραμανλής ντυμένος; Τέτοιο ντύσιμο είχε κι αυτός -ήταν στην Αμερική ο άνθρωπος τόσα χρόνια, ήξερε. Θυμάμαι φόραγε μεταξωτό κοστούμι, μεταξωτές κάλτσες και γραβάτα, και παπούτσια σεβρά… Άλλο πράγμα.

Ανεβαίνει στο πάλκο και με το που παίζει ένα σόλο, το κουτί που είχαμε εμείς για να μαζεύουμε τη χαρτούρα, γέμισε μέχρι τη μέση.

Και είδα και κάτι άλλο. Ήρθε ένας και την ώρα που έπαιζε το κλαρίνο -όταν παίζεις και δίνεις πολύ στο κλαρίνο, από κάτω απ’ την “καμπάνα” που λέμε, βγάζει σάλιο- πήγε ένας και το έγλειφε… Είχαμε μείνει ξεροί. Του είχαν μεγάλη λατρεία δηλαδή. Τραγουδάω κι εγώ κάποια δημοτικά, και το πρωί που σχολάσαμε του λένε “Βασίλη, το μικρό από πού είναι;”. Ήμουνα και ξανθός εγώ. ”Μπαλαμό είναι;”. “Μπαλαμό, λέει, ναι, από την Αμαλιάδα”. Και με αγαπήσαν πολύ εκεί πέρα.

Θυμάμαι που γυρίζαμε Αθήνα με το ταξί, ψιλοκοιμόμουνα, και τους έλεγε ο Σαλέας “μη φωνάζετε, κοιμάται το παιδί”.

makis christodoylopoylos quot oyte zaria oyte kazina ego ta etroga alloy ta lefta moy ayto einai to pathos moy quot 2

Πόσο χρονών ήσασταν τότε;

17 χρονών. Τελικά με έψησε και το παράτησα το όργανο. Πηγαίναμε σε πολλές δουλειές τότε, ειδικά προς Αγρίνιο γιατί από κάπου εκεί ήταν ο Βασίλης, και πήραμε πολλά λεφτά, σου μιλάω για πολλή χαρτούρα. Έμεινα τρία χρόνια μαζί του. Μου έμαθε και τους δρόμους απ’ τα τραγούδια.

Η τελευταία δουλειά μας ήταν σε ένα χωριό στο Μοναστηράκι. Κάποια στιγμή μου λέει “δεν θα προλάβω να σε δω που θα φτάσεις ψηλά”. Του λέω “πάλι θα φύγεις, μωρέ Βασίλη, για την Αμερική;”. “Όχι Μάκη, μου κάνει, αλλά άμα μπει ο λύκος στο μαντρί θα φάει πρόβατο”. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε.

Φεύγουμε από το χωριό, εμείς πάμε στην Αθήνα και αυτός πάει στην Πάτρα γιατί είχε κάποιες δουλειές. Μετά από 25-30 μέρες, παίρνουν τηλέφωνο στο καφενείο το μουσικό, ζητάνε τον γιο του και του λένε “έλα κάτω να πάρεις τον πατέρα σου γιατί δεν είναι καλά. Δεν μπορούμε να ανοίξουμε τα μάτια του και πίνει δέκα κιλά νερό την ημέρα”.

Τον φέρνουν στην Αθήνα και μετά από 10-15 μέρες, έφυγε. 44άρων χρονών.

Από τι;

Απ’ την παλιαρρώστια.

Είχε καταλάβει ότι είχε καρκίνο για αυτό σας έλεγε για τον “λύκο στο μαντρι”;

Μπράβο, ναι. Ένας κύριος ήταν, 1.90, πολύ πράμα, σίδερο σου λέω. Και ρωτάγανε “μα πέθανε αυτός ο άνθρωπος;”.

Και λέω τότε “πέθανε ο δάσκαλος μου, δεν ξανατραγουδάω”. Πήρα ξανά το κλαρίνο αλλά δεν με έπαιρνε κανένας για δουλειά, όλοι με θέλανε για τραγουδιστή. “Δεν ξανατραγουδάω”, τους έλεγα, στον σταυρό που σου κάνω.

Έναν μήνα μετά, δύο, μου λέει η γυναίκα μου “Μάκη, πεινάνε τα παιδιά”.

Πόσα είχατε τότε;

Δυο παιδιά. Έρχεται τότε ο Βασίλης ο Σούκας, ένας κύριος του κόσμου, που είχε ένα κέντρο με τον Θανάση τον Βαλσαμά για τραγουδιστή, μεγάλη φίρμα τότε, και μου λέει “έλα στο μαγαζί ως τραγουδιστής, θα σου δώσω κι ένα τραγούδι”. Και μου δίνει το “Να ζήσουν οι κομμώτριες, τα όμορφα κορίτσια…” (σ.σ. το τραγουδάει).

Τόσο παλιό είναι αυτό το τραγούδι;

Ε, βέβαια. Και γίνεται αμάν. Μετά απ’ αυτό το μαγαζί πήγα στην “Ελαφίνα” στην Ομόνοια. Εκεί έπαιζε κλαρίνο ο συγχωρεμένος ο Νίκος ο Γούβας, πολύ καλός. Έπαιζε και κάποια τσιφτετέλια, κάτι σμυρναίικα και λέω “ω αμάν, τη βρήκα εδώ πέρα”.

Και μια μέρα μου λέει μία κυρία παντρεμένη “θέλω να με βγάλεις να πιω έναν καφέ”. Της λέω “δεν μπορώ κι εγώ παντρεμένος είμαι”, κι εκεί που παίζει μια μελωδία ο Γούβας έβγαλα κι εγώ “Παντρεμένοι και οι δυο”. Πίστεψε με, ειλικρινά σου μιλάω, το έφτιαξα εκείνη την ώρα. Βρήκα μια μελωδία και έβγαλα κουπλέ και ρεφρέν. Και το βράδυ στο μαγαζί, όποια παρέα είχε σειρά να χορέψει, σηκωνόταν και μου ζητούσε να το παίξω. Όποιος ήθελε να χορέψει έλεγε “θα πεις αυτό το τραγούδι” δηλαδή.

Πρώτα το “Παντρεμένοι” και μετά όλα τα άλλα. Πρέπει να το είπα 15 φορές εκείνη τη βραδιά. Δεν είχα δεύτερο κουπλέ όμως, και μου λέει ο κιθαρίστας ο Κώστας ο Κεκές ο συγχωρεμένος “πήγαινε στο σπίτι και κόφτο κεφάλι σου να βάλεις και δεύτερο”. Πήγα, φίλε, και έγραψα το “μη μου βάζεις τη φωτιά…” (τραγουδάει).

Αυτό πότε ηχογραφήθηκε;

Το ‘77.

Και έγινε αμέσως χαμός;

Τι;;; Λέγανε ότι έφευγαν μεγάλες κασέλες γεμάτες κασέτες απ’ την Ομόνοια και πήγαιναν στο Αγρίνιο, στην Πάτρα, στη Θήβα, στην Καλαμάτα…

Είχε μέσα και το “βρε Μελαχρινάκι”;

Ναι! Εγώ το έγραψα κι αυτό! Έπαιξε ο Κόρος εκεί και ο Μάκης ο Μπέκος.

Πώς βγήκε αυτό το τραγούδι;

Ήταν μελαχρινή αυτή.

Πάλι για την παντρεμένη;

Ναι (γέλια)! Και σου ορκίζομαι, Κώστα μου, στον σταυρό που σου κάνω, δεν είχα καμιά σχέση με την κυρία αυτή. Θα πω την αλήθεια τώρα: ήταν τραγουδίστρια. Να ‘ναι καλά στη ζωή της, να έχει περάσει καλά. Και έγινε το έλα να δεις με αυτά τα τραγούδια, μέχρι που σιχάθηκα τον εαυτό μου, δεν μπορούσα να τα πω άλλο.

Μάκης Χριστοδουλόπουλος: Ιστορίες πίσω από μεγάλα τραγούδια

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης αναφέρεται:

Θέλω να ρωτήσω μερικές ιστορίες πίσω από κάποια τραγούδια σας. Το “Προσκλητήριο» για παράδειγμα.

Αυτό μου το φέρανε στις “Αμπάρες” αλλά κάτσε πρώτα να σου πω για το μαγαζί. Άνοιξε το ‘87 και ο ιδιοκτήτης δεν ήξερε τι όνομα να του δώσει. Και μια μέρα όπως καθόμασταν απ’ έξω περνάει ένα αυτοκίνητο και έπαιζε το “Να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες” -χωρίς να ξέρει ο οδηγός ότι είμαι εγώ εκεί. Μετά από δέκα αυτοκίνητα, περνάει άλλο ένα, που και αυτό έπαιζε “Να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες”.

Ε, και του λέω “ποιο τραγούδι θα ζητάει και ο κόσμος στο μαγαζί; Τις ‘Αμπάρες’. Βάλτο ταμπέλα”.

Και το “Προσκλητήριο”;

Έρχεται ένας με ένα μαγνητόφωνο στο μαγαζί, μου το βάζει, το ακούω και τρελαίνομαι. Και μου λέει ότι το πήγαν πρώτα στον Γονίδη αλλά εκείνος είπε ότι πρέπει να το τραγουδήσω εγώ.

Γενναιόδωρος.

Ναι, λέει αυτό το τραγούδι είναι για τον Χριστοδουλόπουλο. Αυτός το έλεγε όμως από λα μινόρε, έχει κορόνα επάνω. Είχα τον Άκη τον Πετρίδη μαέστρο τότε, που ήταν με τον Καζαντζίδη, με τη Μαρινέλλα κλπ, και πάμε δω στο Ηράκλειο το στούντιο του κυρ Γιάννη για να το περάσουμε. Και επειδή ήμουν υψίφωνος πολύ, του λέω “κύριε Άκη, ή σι μινόρε ή σι μπεμόλ μινόρε”, αλλά κάνει λάθος και περνάει την ορχήστρα όλη σε ντο μινόρε! Δεν ήταν για μένα αυτό! Ήταν γυναικείος τόνος!

Το βάζουν, του λέω “είναι πολύ ψηλά, αυτό είναι ντο. Θα ανέβω στη καρέκλα για να το φτάσω”. “Όχι παιδάκι μου”, μου λέει.

Πρώτα λέω τα κουπλέ -γιατί αν έλεγα πρώτα το ρεφρέν από ντο μινόρε, μετά από τρεις φορές θα έκλεινε η φωνή μου. Και λέω μετά μία φορά ψεύτικα το ρεφρέν σε ντο μινόρε, και τη δεύτερη φορά, φίλε, το λέω κανονικά και πήγε πάνω στον Θεό. Και έγινε μετά χαλασμός.

makis christodoylopoylos quot oyte zaria oyte kazina ego ta etroga alloy ta lefta moy ayto einai to pathos moy quot 1

Σε άλλο σημείο ερωτηθείς ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος για το “Δεν κοιμάμαι τώρα πια τα βράδια” , απάντησε:  «Αρχικά ήταν να το πει ο γιος μου ο Γιώργος αλλά στα ρεφρέν έβγαινε έξω απ’ το ζεϊμπέκικο το παιδί, δεν μπορούσε. Και νομίζω ότι και οι μισοί στίχοι είναι δικοί του. Αυτό το ηχογραφήσαμε στο στούντιο του Νικολόπουλου, εκείνος παίζει μέσα».

Σε άλλο σημείο, ερωτηθείς ο ερμηνευτής αν είχε κάποιο πάθος, απάντησε: «Όχι, ούτε καζίνα πάω ούτε ζάρια έχω παίξει ποτέ στη ζωή μου. Δεν τα έτρωγα εκεί» και συμπλήρωσε: «Κάποτε, όταν ήμουν στις “Αμπάρες” έρχονταν κάποιοι που σπάγανε πέντε χιλιάδες πιάτα, και αυτοί παίζανε ζάρια, είχαν μία μπαρμπουτιέρα. Και μου λέει το αφεντικό “έλα ρε Μάκη να σε δούνε τουλάχιστον”, και πήγα έτσι μία φορά για να βγάλω την υποχρέωση, στον σταυρό που σου κάνω. Μου ‘δωσε κάτι λεφτά το αφεντικό και παίξαμε μαζί, δεν είχα ιδέα πώς παίζουνε. Και λίγο μετά φωνάζει το αφεντικό ότι δήθεν με θέλουν στο τηλέφωνο, και καλά ότι με ζητάνε στο μαγαζί για πρόβες -ψέματα για να φύγω».

«Όχι, ποτέ. Το πάθος μου το πρώτο, αυτό που είμαι γεμάτος όλος μέσα μου, είναι η μουσική. Και μετά τα ρούχα. Πήγαινα στο Μιλάνο και έπαιρνα παπούτσια και ρούχα. Άκου να δεις, εγώ δεν έχω βγει ποτέ στη ζωή μου στο πρώτο πρόγραμμα ξεκούμπωτος στο σακάκι. Ποτέ. Τον είδες ποτέ τον Βοσκόπουλο να βγαίνει ξεκούμπωτος στη δουλειά; Είναι σεβασμός στον κόσμο. Γιατί τραγουδάς με το μικρόφωνο, σηκώνεται το σακάκι φαίνονται οι κοιλιές, τα αυτά, δεν το κάνω ποτέ αυτό.

Πήγαινα, λοιπόν, στο παλιό αεροδρόμιο, έμπαινα στο αεροπλάνο και καθόμουν ένα βράδυ στο Μιλάνο για να ψωνίσω. Και με πήγαιναν στα μαγαζιά κάτι Ελληνόπουλα που σπουδάζανε εκεί. Και μάλιστα με πήγαιναν και στο εργοστάσιο που ήταν μιάμιση ώρα από εκεί, και τα έπαιρνα στη μισή τιμή -γιατί έπαιρνα πολλά. Έπαιρνα παπούτσια και ρούχα ιταλικά, που ακόμα δεν έχουν χαλάσει. Όταν δουλεύεις, είσαι όνομα και παίρνεις λεφτά και δεν πας να πάρεις να ντυθείς, δεν κάνει ρε αδερφέ να πούμε. Εγώ έχω αρρώστια με τα παπούτσια».

Μάκης Τσέλιος: Παραδέχθηκε για πρώτη φορά πως ήταν ζευγάρι με τον Μπίλι Μπο – «Το ξέρει ο κόσμος»

0

Για πρώτη φορά, ο Μάκης Τσέλιος παραδέχθηκε δημόσια πως ήταν ζευγάρι με τον Μπίλι Μπο. Ο σχεδιαστής, κάθισε στον καναπέ της εκπομπής Στούντιο 4 της ΕΡΤ και αναφέρθηκε γεμάτος συγκίνηση στην σχέση του με τον Billy Bo ο οποίος έφυγε από AIDS, το 1987, σε ηλικία 33 ετών σκορπίζοντας θλίψη.

Ο Βασίλης Κουρκουμέλης, γνωστός ως Μπίλι Μπο, ήταν ένας από τους κορυφαίους Έλληνες σχεδιαστές της δεκαετίας του 1980, η φήμη του οποίου ξεπέρασε κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα.

«Ήταν Μάιος και ήταν ανθισμένες οι νεραντζιές. Αυτό το είπα εγώ. Και εκείνος γύρισε και κοίταξε πίσω να δει ποιος το είπε. Και μου λέει “ναι πράγματι”. Και τότε του λέω “εσύ ποιος είσαι; ο Βασίλης;” και μου λέει “ναι”. Ήταν 17 και εγώ 26, 9 χρόνια διαφορά είχαμε. Όταν πιάσαμε την κουβέντα, ξαναβρεθήκαμε και εγώ σκέφτηκα ότι θέλει κάποιον να τον βοηθήσει. Ήταν και πολύ ερωτεύσιμος από τους πάντες, άνδρες και γυναίκες. Σε σταματούσε η ομορφιά του. Μαζί μου υπήρχε έρωτας σημαντικός και λέω αυτόν τον άνθρωπο πρέπει να τον βοηθήσω. Τότε πήγαινε σε μία σχολή χορού, αλλά δεν ήταν… Χόρευε στα μπουζούκια, ε και σκέφτηκα μήπως βρούμε κάτι άλλο και τον έβαλα στη σχολή “Βακαλό”. Ήταν άνθρωπος δικός μου και τον βοήθησα» ανέφερε αρχικά ο Μάκης Τσέλιος.

«Τον ερωτεύτηκες» του είπε ο παρουσιαστής, Θανάσης Αναγνωστόπουλος και εκείνος απάντησε: «Ε ναι, δεν το έχω ξαναπεί δημόσια αλλά το ξέρει ο κόσμος».

«Η αλήθεια είναι Μάκη δεν το είχες ξαναπεί, όλο έλεγες για μια στενή φιλία» του είπε με τη σειρά της η Νάνσυ Ζαμπέτογλου και εκείνος απάντησε: «Θα έκανα παρέα 5… 7… 17 χρόνια με έναν άνθρωπο που δεν ήταν δικός μου άνθρωπος; Ήταν».

Ο Μάκης Τσέλιος σχολίασε επίσης το γεγονός πως ο Μπίλι Μπο ντρεπόταν για την καταγωγή του, καθώς προερχόταν από μια φτωχή οικογένεια: «Ήταν σαν ρετσινιά να λες ότι μένεις στα Καμίνια, οπότε είχαμε δημιουργήσει μια ιστορία που άφηνε θολό το τοπίο και όποιος τολμούσε να πει τίποτα τον έκανε του αλατιού και δεν τον άφηνε» .

«Ήθελα να γεράσουμε μαζί»

«Ήταν ένας φίλος, ένα συμπλήρωμα για μένα, κάτι που είχα να ασχοληθώ και είχα ενδιαφέροντα και που ήθελα να γεράσουμε μαζί, να έχω κάποιον δικό μου άνθρωπο και αυτόν δεν τον έχω τώρα, έχω μόνο τα συγγενικά μου πρόσωπα, δεν έχω τον δικό μου άνθρωπο. Έχω τους αγαπημένους μου, τις ανηψιές μου, τις αδερφές μου, όλα αυτά» τόνισε ο Μάκης Τσέλιος.

Ο σχεδιαστής δέχθηκε ερώτηση αν έχει προσπαθήσει να βρει ξανά τον δικό του άνθρωπο. «’Εχω προσπαθήσει, δεν είναι εύκολο, έκανα και μια προσπάθεια ξανά, αλλά χάλασε. Και όταν χαλάει κάτι, είμαι σε μία ηλικία που αυτά τα πράγματα δεν τα συζητάμε. Αν βρεθεί κάποιος σύντροφος που θα έχει ενδιαφέρον και μπορούμε να ταιριάξουμε μαζί εγώ δεν έχω αντίρρηση, εγώ δεν το αρνήθηκα, αλλά ξέρω πως είναι δύσκολο» απάντησε ο Μάκης Τσέλιος.

«Έκανα ό,τι ήταν δυνατόν για να τον κρατήσω στη ζωή»

«Έκανα ό,τι ήταν δυνατόν για να τον κρατήσω στη ζωή» ανέφερε μεταξύ άλλων στην συνέντευξή του ο Μάκης Τσέλιος.

«Δεν είχε δύναμη προσωπική γι’ αυτό ήταν γαντζωμένος επάνω μου μέχρι τέλους, δηλαδή εννιά μήνες που ταλαιπωρήθηκε με την ασθένεια, που άλλοι θα φεύγανε σε 15-20 μέρες, αλλά έκανα ό,τι ήταν δυνατό στον κόσμο ολόκληρο και στη Γαλλία και στην Αμερική. Τον πήγα όπου ήταν καλύτερα, προσπαθώντας να τον βοηθήσω» εξήγησε ο σχεδιαστής.

Μάκης Τσέλιος: Μίλησε για την Κάτια Ζυγούλη

0

Μάκης Τσέλιος για Κάτια Ζυγούλη: «Βαριόταν να πάει σε επιδείξεις αν δεν της άρεσε ο σχεδιαστής»

Για τη σχέση του με την Κάτια Ζυγούλημίλησε στην εκπομπή «Πάμε Δανάη» του MEGA την Τετάρτη (12.02.2025) ο Μάκης Τσέλιος. Ο γνωστός μόδιστρος είπε, ανάμεσα σε άλλα, πως η σύζυγος του Σάκη Ρουβά «βαριόταν να πάει σε επιδείξεις αν δεν της άρεσε ο σχεδιαστής».

makis tselios 12022025 1200x675 1

Αναφερόμενος στην Κάτια Ζυγούλη, ο Μάκης Τσέλιος είπε στην κάμερα του MEGA πως «ήταν σε πολλές επιδείξεις μου. Βαριόταν να πάει σε επιδείξεις, αν δεν της άρεσε ο σχεδιαστής. Είχε ιδιαίτερο γούστο από τότε».

Ο δημοφιλής σχεδιαστής μίλησε ακόμη για άλλα γνωστά πρόσωπα που συνεργάστηκε ή που πέρασαν από τη ζωή του και τη σημάδεψαν.

«Με απήγαγαν από το σπίτι μου και με πήγαν στα βουνά. Σχεδίασα το γαμπριάτικο κουστούμι του Βλάσση και το νυφικό της Μάρθας», είπε στην κάμερα του MEGA ο Μάκης Τσέλιος για το πώς γνωρίστηκε με τον Βλάσση Μπονάτσο που έκανε φάρσες.

Μιλώντας για τον Μπίλι Μπο είπε πως όταν έφυγε από τη ζωή έκανε την πρώτη του επίδειξη μόδας στο θέατρο «Τζένη Καρέζη».

«Ήταν κάτι σαν μνημόσυνο. Η νύφη έβαλε στο φινάλε μαύρα παπούτσια. Έχει τύχει ένα μοντέλο να πάει για καφέ με φίλους ενώ την προετοιμάζαμε να βγει στην πασαρέλα, όταν ξεκίνησε η επίδειξη και γύρισε, της είπα να συνεχίσει με τον καφέ της».

Δείτε το βίντεο:




Μάκης Τσέλιος: «Θα μπορούσα να έχω κάνει ένα παιδί με γυναίκα και να μένω με τον φίλο μου»

0

Ο Μάκης Τσέλιος απάντησε σε ερωτήσεις για το σύμφωνο συμβίωσης και τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.

Συγκεκριμένα, ο γνωστός σχεδιαστής τόνισε επίσης πως δεν τον ενδιαφέρει να βρίσκεται στην τηλεόραση, σε κάποια εκπομπή μόδας, αν και έχει δεχτεί προτάσεις.

«Εγώ δεν αποφάσισα να παντρευτώ και να κάνω παιδιά, ούτε και υιοθέτησα παιδιά. Είχα όμως φίλους ζωής που ζούσα παρέα και ήταν σύντροφοι.

Αυτοί οι σύντροφοί μου ήταν υπέροχοι άνθρωποι. Θα μπορούσα να έχω κάνει με μια γυναίκα ένα παιδί και να είναι μαζί μου κι εγώ να μένω με τον φίλο μου.

Με τον φίλο μου που θα μένω, αν συμβεί κάτι δεν θα έχει το δικαίωμα ούτε καν να με κηδεύσει.

Αυτό δεν είναι ωραίο. Δεν ξέρω για το σύμφωνο συμβίωσης πόσο καλύπτει, αλλά νομίζω ότι δεν τα καλύπτει όλα.

Εάν τα κάλυπτε όλα το σύμφωνο συμβίωσης, δεν θα μιλούσαμε για γάμο», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μάκης Τσέλιος.

Όσον αφορά την τηλεόραση, ο Μάκης Τσέλιος ανέφερε: «Δεν με ενδιαφέρει η τηλεόραση.

Μου έχουν κάνει πρόταση να βρεθώ σε εκπομπή μόδας ως γκεστ, αλλά βαριέμαι, είναι πολλές οι ώρες».