Ήταν ερωτευμένος μαζί μου από το Γυμνάσιο. Τελικά τα βρήκαμε αρκετά χρόνια αργότερα και γίναμε ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι. Κάναμε ένα πανέμορφο κοριτσάκι και το μεγαλώσαμε όμορφα, ήρεμα και μαζί. Ήταν εκπληκτικός πατέρας και σύζυγος.
3 χρόνια αργότερα αναγκάστηκε να φύγει αρκετά μακριά για να δουλέψει. Λόγω της δουλειάς του δεν μπορούσα να τον επισκέπτομαι συχνά και εκείνος ήταν δύσκολο να έρχεται. Την πρώτη φορά, που πήγα να τον βρω μετά από μήνες, έμεινα έγκυος στο δεύτερο παιδάκι μου. Χαρήκαμε και οι δύο ΠΟΛΥ!
Έπειτα από τρεις μήνες μια κοπέλα, η οποία ήταν ανώτερή του στη δουλειά ανέβαζε με τον άντρα μου συνέχεια φωτογραφίες στα social media με αποτέλεσμα να έρθουμε σε ρήξη αρκετές φορές! Μέσα μου ήξερα. Όλες ξέρουμε.
Όταν γύρισε, ήταν άλλος άνθρωπος, ειρωνικός, επιθετικός, κάτι που δεν είχα ξαναδεί. Ήμουν πεντε μηνών έγκυος. Ένα βράδυ τον έπιασα, όταν εκείνη του έστελνε σαν να μην την ένοιαζε, τη μια φώτο μετά την άλλη. Εξαφανιζόταν συνέχεια, δεν μας έδινε σημασία, αλλά ήξερα ότι θα τον πιάσω. Κι έγινε. Έπαθα σοκ.
Τον ρώτησα πού έχω κάνει λάθος και δεν ήξερε να μου απαντήσει! Είχα τις ορμόνες μου, γκρεμίστηκε κι ο κόσμος μου και τον έδιωξα με αποτέλεσμα να πάει να τη βρει και να συζήσουν. Έλεγε ψέματα σε όλους μας, εγώ όμως ΗΞΕΡΑ! Ήρθε η ώρα να γεννήσω και τον έβλεπα να της μιλάει στο τηλέφωνο, που όποτε ήταν κοντά μου, δεν σταματούσε ποτέ να χτυπάει. Πήγα 39 κιλά και δεν επέτρεπα ούτε η κόρη μου να με δει έτσι, όπως ήμουν. Προσπαθούσα να το παίξω καλά. Όταν γέννησα το γιο μου, 3 μέρες τον παρακαλούσα να την αφήσει και να γυρίσει και εκείνος μου έστελνε ένα ξέρο: «Είμαι ερωτευμένος μαζί της». Δεν το έκρυψαν ούτε από τα social media.
Δεν μας σεβάστηκαν ποτέ. Πέθανα και αναστήθηκα, όταν ένα βράδυ, που κοίμισα τα παιδιά, χτύπησα το κεφάλι μου στον τοίχο, μέχρι, που μάτωσα. Είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και συνειδητοποίησα ότι αυτές οι δυο ψυχούλες έχουν μόνο εμένα και πόσο ακόμα πόνο θα τους δημιουργούσα, αν πάθαινα κάτι.
Ήδη η κόρη μου υπέφερε από την έλλειψη του πατέρα της, που κάποτε τόσο νοιαζόταν για εκείνη. Κάθε μέρα πάλευα να μαζέψω τα κομμάτια μου και εκείνοι δεν με άφησαν ΠΟΤΕ! Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είχα και την ανήθικη αυτή τύπισσα να μου στέλνει μηνύματα, να με προσβάλει όποτε έβρισκε ευκαιρία και ας μην επέτρεπα στον εαυτό μου να ασχοληθεί ποτέ μαζί της. Δεν σεβάστηκε ούτε γάμο, ούτε εγκυμοσύνη, ούτε λοχεία, ούτε τα παιδάκια μου. Θα σας έγραφα πολλά, που μου έχει κάνει, αλλά δεν γίνεται.
Αν αναρωτιέστε τα παιδιά του δεν έρχεται να τα δει. Παίρνει σπάνια κρυφά από εκείνη τηλέφωνο. Το συμπέρασμα; Πέφτουμε και οφείλουμε να σηκωθούμε. Με λυπούνται. Είμαι 28 ετών με δύο μωρά και μόνη. Εεε λοιπόν, μαγκιά ΜΟΥ! Έχω αξιοπρέπεια, έχω χέρια να δουλέψω και έχω ΥΓΕΙΑ!!! Είμαι καλά, για να είναι και αυτά. Έχω θυμό, γιατί έχει περάσει μόλις ένας χρόνος, αλλά ξέρω ότι μια μέρα θα το ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ! Αυτός χάνει τα παιδιά του, που θα έρθει η μέρα και θα του γυρίσουν τελείως την πλάτη. Εγώ δεν χάνω ΤΙΠΟΤΑ!
Σε όλα η χαρά μου είναι διπλή, γιατί ξερω οτι από πίσω είμαι εγώ, η μαμά τους και μόνο εγώ και δεν μασάω πουθενά. Υπέφερα, αρρώστησα, αλλά πλέον δεν απογοητεύομαι, γιατί μας χρωστάει ο Θεός και εγώ σε αυτά τα ΠΑΙΔΙΑ!! Και όσο για αυτούς; Τους λυπάμαι, γιατί τέτοιοι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι. Εγώ ξέρω. Θα ξυπνήσω σύντομα και δεν θα με νοιάζει για κανέναν και τίποτα από όσους με στεναχώρησαν. Θα είμαι καλά, ευτυχισμένη, θα ξέρω τί θέλω και θα το έχω. Και τους χρωστάω το ότι δεν ήξερα πόση δύναμη είχα μέσα μου μέχρι τη στιγμή, που το να ήμουν δυνατή ήταν και είναι η μόνη επιλογή, που είχα και έχω!!Είμαστε μάνες και το διαλέξαμε και είναι η μόνη επιλογή, που δεν βγαίνει ποτέ ΛΑΘΟΣ!!
Πρέπει να στηρίζουμε τα παιδιά μας, να βρίσκουμε τη δύναμη και να μας βλέπουν με το κεφάλι ψηλά όσοι άχρηστοι, ανόητοι, ανήθικοι άνθρωποι πάνε να μας διαλύσουν. Εμείς το κεφάλι ΨΗΛΑ! Και κορίτσια μου, να έχετε αξιοπρέπεια και σεβασμό στον άνθρωπο, γιατί όλα ΓΥΡΝΑΝΕ!!
Γραφείο κηδειών της Μητρόπολης Λεμεσού διέρρηξαν ληστές και έφυγαν με γεμάτες τσέπες και μία νεκροφόρα, με την κυπριακή αστυνομία να τους αναζητεί.
Ειδικότερα, οι διαρρήκτες πήραν 1425 ευρώ, που βρήκαν σε συρτάρι, κλειδιά από ένα φορτηγό και τρεις νεκροφόρες, η αξία των οποίων εκτιμάται στα €720 και μία νεκροφόρα από τον χώρο στάθμευσης, αξίας €25.000 και εξαφανίστηκαν.
Μία νεκροφόρα ως λεία από τη διάρρηξη και κλοπή στο Γραφείο κηδειών
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Αστυνομίας, οι ληστές δεν μπορούν να πάνε μακριά με τη νεκροφόρα και ενδεχομένως κάπου την έχουν εγκαταλείψει.
Τη διάρρηξη και κλοπή κατήγγειλε 61χρονος, υπεύθυνος στο Γραφείο Κηδειών.
Από τις έρευνες που διεξήχθησαν, δεν εντοπίστηκαν ίχνη παραβίασης και εκτιμάται ότι οι δράστες εισήλθαν στο γραφείο από κάποιο από τα αλουμινένια συρόμενα παράθυρα, ενώ η διαφυγή τους έγινε από έξοδο κινδύνου, την οποία παραβίασαν.
Από το Γραφείο παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια για επιστημονικές εξετάσεις, ενώ εξετάστηκε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, από το οποίο δεν καταγράφηκε οποιαδήποτε ύποπτη ενέργεια.
Τα πράγματα είναι απλά. Ο πατέρας μου πέθανε πρόσφατα. Ό,τι σας πω, θα είναι όπως το βίωσα εγώ, από τη δική μου οπτική γωνία. Ο πατέρας μου ακόμα και αν ζούσε δεν θα έμπαινε στη διαδικασία να αλλάξει κάτι από την ιστορία μου αν πίστευε ότι ήταν λάθος. Δεν ασχολήθηκε ποτέ με μένα. Με εγκατέλειψε όταν ήμουν μικρή. Προκαταβολικά να σας πω ότι όσα γράφω δεν τα γράφω για να πικράνω κανέναν. Δεν θέλω να στεναχωρήσω κανέναν.
Το κάνω γιατί όταν οι γονείς μας πεθαίνουν, πονάμε και βλέπουμε τα πράγματα εντελώς διαφορετικά, στην περίπτωση όμως ενός πατέρα που εγκατέλειψε το παιδί του τι γίνεται; Πώς θρηνούμε έναν τέτοιον άνθρωπο;
Όταν οι γονείς μου παντρεύτηκαν η μητέρα μου είχε ήδη δύο παιδιά, δυο κόρες από τον πρώτο της γάμο και ο μπαμπάς μου ένα γιο. Γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν σε κάπως μεγαλύτερη ηλικία και από την ένωση αυτή γεννήθηκα εγώ. Όταν γεννήθηκα, το μικρότερο από τα αδέρφια μου ήταν 12 χρονών. Για μένα ήταν σαν να ήμουν μοναχοπαίδι. Έτσι μου φέρονταν όλοι. Μου είχαν αδυναμία και θυμάμαι να περνάω πολύ χρόνο στο σπίτι των αδελφών μου. Όχι, δεν συνέβαινε κάτι κακό στο δικό μας σπίτι, αλλά στο σπίτι του πρώην άντρα της μητέρας μου υπήρχαν παιδάκια, οι αδερφές μου, οι οποίες με λάτρευαν και είχα παρέα να παίξω. Οι γονείς μου πάντα τα πήγαιναν καλά. Δεν τους θυμάμαι να τσακώνονται ούτε μια φορά. Μια μέρα, εντελώς ξαφνικά, αποφάσισαν να χωρίσουν.
Χώρισαν όταν ήμουν 9 χρονών. Έμεινα με τη μαμά μου – την καλύτερη μαμά του κόσμου – και ο πατέρας μου μας παράτησε και μετακόμισε σε άλλη πόλη 1 ώρα περίπου μακριά από δω. Είχε συγγενείς εκεί, οι οποίοι τον βοήθησαν στην αρχή σε ό,τι χρειαζόταν και πιο πολύ να στήσει εκεί το συνεργείο του και να αποκτήσει πελατεία. Οι γονείς του πατέρα μου ζούσαν δύο τετράγωνα πιο κάτω από εμάς. Τους λάτρευα αυτούς τους ανθρώπους. Έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις. Περνούσα πολύ χρόνο στο σπίτι τους μαζί με άλλους συγγενείς. Το Πάσχα κατά κανόνα το περνούσαμε με τη μητέρα μου σπίτι τους. Τι ωραία που ήταν τότε! Μπορεί να μην είχα πάτερα, είχα όμως δύο εξαίρετους παππούδες.
Υποτίθεται ότι έπρεπε να βλέπω τον πατέρα μου κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο, αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ. Τα πράγματα στράβωσαν πολύ στην πορεία. Θυμάμαι τον παππού και τη γιαγιά μου να με πηγαίνουν σπίτι του, αλλά εκείνος να λείπει. Σε αυτές τις περιπτώσεις η γιαγιά μου και ο παππούς μου ή με έφερναν πίσω και έμενα σπίτι τους ή με άφηναν στο σπίτι της αγαπημένης μου θείας που είχε τρία μικρά κοριτσάκια κοντά στην ηλικία μου.
Μέχρι που πέθανε τον είδα ελάχιστες φορές και η εικόνα που είχα σχηματίσει για εκείνον ήταν η εξής: δούλευε πολύ και έπινε εξίσου πολύ. Λίγο πριν τελειώσει η μπύρα του, άνοιγε νέο μπουκάλι.
Λίγο η αδιαφορία του, λίγο οι κακές του συνήθειες, οι επισκέψεις μου σε εκείνον μειώθηκαν μέχρι που στο τέλος διακόπηκαν. Όταν ταξίδευα στην πόλη του προτιμούσα να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας μου και στα ξαδέρφια μου.
Ένα Σαββατοκύριακο που ήμουν στη θεία μου ήρθε και με πήρε. Πήρα τη μικρή μπλε βαλίτσα μου και μπήκα στο αμάξι του χωρίς να το θέλω. Δεν μιλούσα, αλλά έκλαιγα σιωπηλά. Μετά από μισή ώρα, στα μέσα περίπου της διαδρομής, έκανε αναστροφή και με πήγε στο σπίτι της πρώην γυναίκας του. Μου άνοιξε την πόρτα και μου είπε «κατέβα». Όταν η πρώην γυναίκα του άνοιξε την πόρτα και με είδε, του είπε «Δεν τη θέλω σπίτι μου. Συνέχεια κλαίει και γκρινιάζει». Τελικά με δέχτηκε όχι γιατί το ήθελε, αλλά γιατί ο πατέρας μου πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε. Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι δεν σήμαινα τίποτα για εκείνον.
Την επόμενη φορά που τον είδα ήταν όταν τελείωσα το λύκειο. Όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο και πήρα το πτυχίο μου, δεν ήταν εκεί. Αρνήθηκε να έρθει. Δεν είχε χρόνο, είπε. Δεν πήρε τηλέφωνο. Δεν έστειλε μια κάρτα. Όταν παντρεύτηκα αναρωτιόμουν αν θα ήθελε να με παραδώσει νύφη. Το έκανε, αλλά φαινόταν πώς το έκανε τελείως διεκπεραιωτικά. Πριν λίγους μήνες είχε ξαναπαντρευτεί και όπως έλεγε «έχω νέα παιδιά και εγγόνια». Αντιμετώπιζε σαν παιδιά του τα παιδιά της νέας του συζύγου και όλη την ώρα μιλούσε για εκείνα.
Παρόλα αυτά η μητέρα μου δεν είπε ποτέ κακή κουβέντα για εκείνον. Με άφησε μεγαλώνοντας να σχηματίσω μόνη μου τη δική μου άποψη. Κάθε χρόνο τον καλούσα στα γενέθλιά μου παρόλο που ούτε τηλέφωνο με πήρε ποτέ να μου πει ένα χρόνια πολλά ούτε μου έστειλε κανένα δώρο.
Τα χρόνια πέρασαν και δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να έρθει σε επαφή μαζί μου. Έγινα μάνα και δεν μου είπε ποτέ ένα «να σου ζήσει». Εγώ όμως εξακολουθούσα να προσπαθώ να κρατήσουμε επικοινωνία. Τον καλούσα στα γενέθλια των παιδιών μου χωρίς να τα έχει δει ποτέ, χωρίς να τα έχει αγκαλιάσει, χωρίς να τα έχει φιλήσει, χωρίς να έχουν ανταλλάξει μια κουβέντα. Συνήθως δεν ερχόταν. Ήρθε δύο φορές με το ζόρι και ούτε που τα κοίταξε. Το μόνο που έκανε ήταν να μιλάει για τα εγγόνια που είχε από τη γυναίκα του. Μου είπε κάποτε μπροστά στη μητέρα και τις αδερφές μου να φέρω τα παιδιά σπίτι του γιατί τα εγγόνια του ήθελαν παρέα και δεν ήθελε να τα τραβολογάει δεξιά και αριστερά. Δεν τον ένοιαζαν τα παιδιά μου. Δεν τον ένοιαζε αν ταλαιπωρηθούν. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να έχουν παρέα τα εγγόνια του που δεν ήταν καν εγγόνια του.
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα και μιλήσαμε. Τα παιδιά μου δεν είχαν καμία δουλειά μ’ έναν τέτοιο άνθρωπο. Παρόλα αυτά κάθε πρωί που ξυπνούσα αναρωτιόμουν αν θα έρθει ποτέ εκείνη η μέρα που θα πάρει ένα τηλέφωνο να ρωτήσει τι κάνουμε, τι κάνουν τα παιδιά. Δεν το έκανε. Μέχρι και που πέθανε δεν έκανε ποτέ κάτι τέτοιο.
Έτσι, όταν ο αγαπημένος μου ξάδερφος με πήρε τηλέφωνο πριν από μερικές εβδομάδες και μου είπε ότι πέθανε στον ύπνο του, δεν ταράχτηκα καν. Πόσο απαίσιο ακούγεται όταν λες κάτι τέτοιο για τον ίδιο σου τον πατέρα. Δεν έκλαψα. Δεν ένιωσα τίποτα. Τον είχα κλάψει πολύ προτού πεθάνει. Είχε σταματήσει να υπάρχει για μένα εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν γνώριζε ούτε τα ονόματα των εγγονιών του. Δεν ήξερε ούτε σε ποιον έμοιαζαν, τι φαγητό τους αρέσει, πόσο χρονών είναι.
Τα συναισθήματά μου είναι πολύ μπερδεμένα. Από τη μία ήταν πατέρας μου, από την άλλη δεν υπήρχε πια λόγος να αναρωτιέμαι αν θα αποφασίσει ποτέ να «καταπιεί» την περηφάνια του και να ζητήσει να δει τα εγγόνια του. Είχε πάρει ήδη την απόφασή του. Δεν μας ήθελε στη ζωή του.
Δεν τον ένοιαζε να μάθει ότι η μεγάλη μου κόρη έμαθε να παίζει κιθάρα και ότι τραγουδούσε πολύ ωραία. Δεν ήταν εδώ να δει τη μεσαία μου κόρη πόσο καλά τα πάει στο σχολείο και πόσο δημοφιλής είναι. Δεν έμαθε ποτέ ότι έκανα τέταρτο παιδί. Δεν ήρθε ποτέ να δει τον εγγονό του στο ποδόσφαιρο. Ωστόσο πάντα ζούσα με την ελπίδα ότι ένα τηλέφωνο από μόνος του θα το κάνει.
Πολλές φορές λένε ότι οι άντρες γενικά αμελούν κάποια πράγματα και ότι γι’ αυτό υπάρχουν οι γυναίκες τους, για να τους τα θυμίζουν και να τους παροτρύνουν να τα κάνουν. Κι όμως η σύζυγός του δεν του είπε ποτέ «Πάρε ένα τηλέφωνο την κόρη σου. Πάρε να μάθεις τι κάνουν τα εγγόνια σου». Κατηγορώ εκείνον, κατηγορώ όμως κι εκείνη. Έχει παιδιά κι εγγόνια κι έπρεπε να ξέρει, αλλά απ’ ότι φαίνεται ίδια με εκείνον ήταν.
Όταν ένας γονέας πεθαίνει, αντιμετωπίζεις μια από τις μεγαλύτερες απώλειες που μπορούν να σου συμβούν, αλλά στην περίπτωσή μου επέλεξα να συνεχίσω τη ζωή μου κοντά σε ανθρώπους που με αγαπούν πραγματικά και να μην το αφήσω να με επηρεάσει. Είχε πεθάνει για μένα πριν από πολλά χρόνια. Ο θάνατος ενός αποξενωμένου γονέα σημαίνει να θρηνείς εις διπλούν: την πρώτη φορά όταν σε εγκαταλείπει και αναγκάζεσαι στο τέλος να προχωρήσεις στη ζωή σου επειδή δεν έχει μείνει τίποτα πια να περιμένεις από εκείνον και τη δεύτερη φορά όταν πεθαίνει. Στην περίπτωσή μου δεν πονάω γιατί δεν ζει, αλλά γιατί επέλεξε να μείνει μακριά από μένα και τα εγγόνια του.
Ξέρετε τι άλλο με πόνεσε; Στο κηδειόχαρτο τα ονόματα των παιδιών μου και το δικό μου δεν αναφέρθηκαν πουθενά. Στην τελική ήμασταν οικογένειά του. Αναφέρθηκαν όμως τα ονόματα των παιδιών και των εγγονιών της συζύγου του. Εγώ ποια ήμουν; Δεν ήμουν κόρη του; Δεν υπήρχα; Ούτε στο κηδειόχαρτό του δεν ήθελε το όνομά μου; Τόσο πολύ ξεγραμμένους μας είχε πια;
Από όλη αυτή την ιστορία μόνο ένα καλό προκύπτει: δεν θα χρειαστεί ποτέ ξανά να αναρωτηθώ αν η σημερινή μέρα είναι η μέρα που θα αποφασίσει να επικοινωνήσει μαζί μας. Γιατί σίγουρα δεν είναι…
Για την κόρη του, τη σύντροφό του, Δήμητρα Παπαδήμα, αλλά και για τον καβγά του παλιότερα με έναν σκηνοθέτη μίλησε ο Γιάννης Μποσταντζόγλου σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Mega Καλημέρα».
«Έχω πλακωθεί με σκηνοθέτη, μιλούσε άσχημα, δεν μας πλήρωνε και ήθελε να βγει κι από πάνω. Αποχώρησα εγώ, μου είπε ότι θα μου κόψει την καριέρα, δεν μου την έκοψε, απ’ ότι φαίνεται μετά από τόσα χρόνια» είπε ο ηθοποιός Γιάννης Μποσταντζόγλου.
«Η κόρη μου με συμβουλεύεται άλλα δεν με ακούει, έχει «ξερολίαση». Είναι πολύ έντιμο παιδί για αυτό θα αντιμετωπίσει δυσκολίες. Η ίδια μου είπε κλαίγοντας αυτό που της συνέβη με τον σκηνοθέτη. Πολλοί έχουν απύθμενο θράσος», είπε αρχικά ο Γιάννης Μποσταντζόγλου.
Ο Γιάννης Μποσταντζόγλου είπε στη συνέχεια: «Έχω πλακωθεί με σκηνοθέτη, μιλούσε άσχημα, δεν μας πλήρωνε και ήθελε να βγει κι από πάνω. Αποχώρησα εγώ, μου είπε ότι θα μου κόψει την καριέρα, δεν μου την έκοψε, απ’ ότι φαίνεται μετά από τόσα χρόνια. Κοιμόμαστε σε ξεχωριστά δωμάτια με τη γυναίκα μου, έχουμε διαφορετικά ωράρια ύπνου».
Ένα ελληνικό χωριό δεν προετοιμάζεται για τις επερχόμενες εθνικές εκλογές, καθώς οι κάτοικοι αποφάσισαν να απέχουν από την εκλογική διαδικασία.
Ειδικότερα, όπως υπογράμμισε κάτοικος του Λευκοχωρίου στην Ηλεία στο Live News «θα έχει μεγάλη αποχή, μην εκπλαγείτε δηλαδή εδώ στο χωριό 90% αποχή».
Από την πλευρά της, ερωτηθείσα μία άλλη κάτοικος από τη δημοσιογράφο «δεν θα πάτε στην κάλπη εάν δεν ληφθούν μέτρα;» απάντησε «βέβαια βέβαια. Ριζικά μέτρα έτσι… όχι για μια δυο μέρες μια εβδομάδα…».
Το ελληνικό χωριό που μαστίζεται από εγκληματικότητα
Η απόφαση για καθολική αποχή στις εκλογές, ελήφθη λόγω της εγκληματικότητας που μαστίζει το ελληνικό χωριό, με κάθε κάτοικο να έχει να διηγηθεί και μία ιστορία.
Οι κάτοικοι κλειδαμπαρώνονται από νωρίς μέσα στα σπίτια τους, ώστε να μην πέσουν θύματα κακοποιών, που κλέβουν ακόμα και τα φρεάτια.
«Δέχθηκα επίθεση κάποιο βράδυ, ευτυχώς πρόλαβα τους απείλησα κι έφυγαν» εξομολογείται ένας κάτοικος, ενώ ένας άλλος, που του έβαλαν το πιστόλι στον κρόταφο, αποκαλύπτει «ήμουν εγώ και η γυναίκα μου, η γυναίκα μου ήταν στο κρεβάτι δεν μπορούσε να σηκωθεί γιατί είναι κλινήρης και εμένα με το πιστόλι στο κρόταφο, “ότι χρυσαφικά έχεις” τους έδωσα ότι είχα και 250 ευρώ που είχα τους τα έδωσα».
Θύμα κακοποιών έπεσε και ο πρόεδρος του χωριού, την ώρα μάλιστα που βρισκόταν στο πανηγύρι, επισημαίνοντας «ήταν ο Άγιος Αθανάσιος, είχαμε πανηγύρι εδώ στη πλατεία και μόλις γύρισα εδώ στο σπίτι ήταν μια χαρά, εδώ ένα άλλο σπίτι δίπλα στην εκκλησία του Νικολόπουλου και εκεί πήγα να δω εγώ και μόλις είδα ότι έσπασαν την πόρτα αμέσως σκέφτηκα ότι έχουν πάει και στο δικό μου θα έχουν πάει και τρέχω τώρα είχαν σπάσει πόρτα τη κεντρική, μας πήραν λεφτά, χρυσαφικά, δεν είχαν αφήσει τίποτα μέσα».
Στα σπίτια βάζουν συναγερμούς και προειδοποιητικές πινακίδες, προκειμένου να αποτρέψουν τους κακοποιούς, οι οποίοι επιτίθενται και κατά της σωματικής ακεραιότητας των ιδιοκτητών.
«Μας έχουν κλέψει άπειρες φορές» αναφέρει κάτοικος του χωριού, ενώ ένας άλλος σημειώνει «τους βάζουν μέσα και σε μια εβδομάδα είναι έξω».
Οι κάτοικοι πλέον βρίσκονται σε απόγνωση και έτσι θα πουν με μια φωνή «αποχή», καθώς δεν έχουν άλλη επιλογή από την στιγμή που οι κακοποιοί έχουν κλέψει ακόμα και τα καντήλια του νεκροταφείου.
Viral έχει γίνει μια μητέρα που πλένει και τρώει τα περισσευούμενα ζυμαρικά του γιου της.
Η μητέρα αποκάλυψε το κόλπο της για την εξοικονόμηση χρημάτων μέσα από ένα βίντεο που δημοσίευσε στο TikTok, εξηγώντας ότι ξεπλένει και ξαναζεσταίνει τα ζυμαρικά που δεν έφαγε για να τα κάνει βρώσιμα.
«Δεν θέλω να σπαταλάω φαγητό, και ο γιος μου είναι φαγάς», έγραψε. «Έτσι, πλένω τα μακαρόνια που του περίσσεψαν και τα τρώω εγώ η ίδια για μεσημεριανό την επόμενη μέρα. Είναι ένας καλός τρόπος για να εξοικονομήσω χρήματα».
Ενώ πολλοί χρήστες την επαίνεσαν τις προσπάθειες της μαμάς να είναι λιτή, άλλοι εξέφρασαν ανησυχίες για τους κινδύνους που εγκυμονεί για την υγεία η κατανάλωση άπλυτων ζυμαρικών.
Ένας χρήστης έγραψε: «Αυτό δεν είναι ασφαλές. Τα ζυμαρικά που περισσεύουν πρέπει να αποθηκεύονται στο ψυγείο και να ξαναζεσταίνονται σωστά». Η μητέρα υπερασπίστηκε τις ενέργειές της, λέγοντας ότι πάντα πλένει καλά τα ζυμαρικά με ζεστό νερό και τα ζεσταίνει στο φούρνο μικροκυμάτων πριν τα φάει.
Η Γωγώ Μαστροκώστα η οποία είχε εξαφανιστεί το τελευταίο διάστημα από τα καλλιτεχνικά δρώμενα καθώς αντιμετώπιζε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, το οποίο ξεπέρασε, ξεκίνησε γυμναστική και έκανε έτσι την πρώτη της δημόσια εμφάνιση.
Η εντυπωσιακή γυμνάστρια συναντήθηκε με την Ελένη Πετρουλάκη καθώς ξεκίνησε το πρωτοποριακό της πρόγραμμα pilates, που κάνει πάταγο το τελευταίο διάστημα.
H Γωγώ Μαστροκώστα δέχεται τις συμβουλές της Ελένης Πετρουλάκη, η οποία κάνει δυναμική επιστροφή, παραδίδοντας αυτή και η ομάδα της, μαθήματα πιλάτες.
Η Γωγώ Μαστροκώστα στα 52 της, έχει ένα από τα πιο καλλίγραμμα σώματα της ελληνικής showbiz.
Όσο για το πώς τόσα χρόνια διατηρεί αυτή τη σιλουέτα; Έχει ένα διατροφολόγιο πλούσιο σε πρωτεΐνες, λαχανικά και φρούτα, αποφεύγοντας παράλληλα υδατάνθρακες και γαλακτοκομικά. Φροντίζει να τρώει το βραδινό της γεύμα νωρίς, ενώ 2 λίτρα νερό την ημέρα είναι απαραίτητα για εκείνη. Ο χρυσός κανόνας της ομορφιάς, όπως συχνά λέει η Γωγώ Μαστροκώστα, είναι ότι ένα καλλίγραμμο σώμα στηρίζεται κατά 70% σε ένα σωστό πρόγραμμα διατροφής και μόλις κατά 30% σε εντατική γυμναστική.
Πώς διατηρείται σε φόρμα; «Για εμένα η γυμναστική παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Φυσικά πρέπει να προσέχει κανείς και τη δίαιτα του, αλλά χρειάζεται και άσκηση. Η αλήθεια είναι ότι έχω αδυναμία στο καλό φαγητό.
Δεν μπορώ να κρατηθώ αν δω κάτι που μου αρέσει, θα το φάω. Όμως με λίγη άσκηση είναι πολύ εύκολο να παραμείνεις στα κιλά σου, είτε ν΄ αδυνατίσεις», έχει πει η ίδια.
Μπορεί να είναι πενήντα δύο χρονών όμως δεν έχει ίχνος κυτταρίτιδας και οι κοιλιακοί της είναι «φέτες».
Ο Γιώργος Τσαλίκης εμφανίστηκε στο πλατό της εκπομπής «Το Πρωινό» με μοντέρνο λουκ αλλά και λίγο εκκεντρικό.
Ο τραγουδιστής φόρεσε φαρδιά ρούχα που είναι στη μόδα συνδυασμένα με κροξ παντόφλες.
«Είσαι μοντέρνος, μια χαρά αλλά φόρεσες τη παντόφλα και ήρθες στην εκπομπή;», αναρωτήθηκε ο Γιώργος Λιάγκας μόλις είδε τον καλεσμένο του.
«Βέβαια, βέβαια τα φόρεσα για σένα», απάντησε ο τραγουδιστής με τον παρουσιαστή να ζητάει κοντινό στις παντόφλες του Γιώργου Τσαλίκη. «Τη παντόφλα δείξτε, αυτή τώρα είναι μεγάλη μόδα;», ρώτησε ο παρουσιαστής.
Με το βλέμμα στραμμένο στο βρέφος που κατέληξε στο αυτοκίνητο ξεχασμένο από τον πατέρα του, φαίνεται πως υπάρχουν πολλές παρόμοιες ιστορίες.
“Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν πήγα στο νοσοκομείο εκείνη την ημέρα και συνάντησα τον άντρα μου που ξέχασε τον γιο μας στο αυτοκίνητο και πέθανε. Ήταν σε ένα δωμάτιο, ένα φάντασμα του άντρα που είχα γνωρίσει κάποτε”, γράφει η Λίντσεϊ Ρότζερς-Σέιτς σε ένα απόσπασμα από τα το βιβλίο της “The Gift of Ben: Loving Through Imperfection”, όπου περιγράφει τις στιγμές που πήγε στο νοσοκομείο για να συναντήσει τον σύζυγό της, Kyle Seitz, αμέσως μόλις έμαθε ότι ο μικρός τους γιος, Ben, είχε πεθάνει μέσα στο αυτοκίνητό τους.
Η Λίντσεϊ Ρότζερς-Σέιτς σε ένα απόσπασμα από τα το βιβλίο της “The Gift of Ben: Loving Through Imperfection”
“Ο άντρας μου ξέχασε τον γιο μας στο αυτοκίνητο και πέθανε” – Η συγκλονιστική αφήγηση μάνας όταν συναντά τον σύζυγό της
“Ήταν εδώ και μετά δεν ήταν πουθενά.
Το μυαλό μου ξέφυγε όταν τελικά άκουσα τις λέξεις ‘Δεν τα κατάφερε’. Είχα αρχίσει να παραπαίω, μαζεύοντας τα υπολείμματα ενός αποτυχημένου κόσμου, αλλά ήταν η βόλτα στο διάδρομο και σε ένα μικρό δωμάτιο (εδώ λένε τα κακά νέα στους ανθρώπους, είχα σκεφτεί) με τη Βίβλο σε ένα τραπέζι, που είχε κάνει τον εγκέφαλό μου να κλείσει τελικά με σφιγκτήρα για να σταματήσει η αιμορραγία.
Ένιωσα την ανάσα τους να αιωρείται. Ο χρόνος έγινε αυτό που έπρεπε να είναι — αεικίνητος. Ο κόσμος γύρω μου, τέσσερις τοίχοι από μία λευκή μάζα, εξαφανίστηκε, και είχα μέσα μου, μια λίμνη σκότους, άπειρου χρόνου και μια ηρεμία. Τόση ηρεμία. Μόνο η ουσία μου. Κάθε στιγμή της ζωής μου άστραψε μπροστά στα μάτια μου και συγχωνεύτηκε σε μία στιγμή, ακίνητη και σιωπηλή. Το ‘Θεέ μου, όχι, όχι’ έγινε η πραγματικότητα και τα χέρια μου κάλυπταν το στόμα και το κεφάλι.
Ο Κάιλ είναι νεκρός, σκέφτηκα. Αυτοκτόνησε. Έχω χάσει δύο ανθρώπους σε μια μέρα.
“Πού είναι ο άντρας μου;”. Τα μάτια μου κινούνται από το πάτωμα προς μία νεφελώδη μάζα, ρέουν με αβεβαιότητα.
“Είναι σε ένα δωμάτιο”, απάντησε κάποιος.
Τον φανταζόμουν ξαπλωμένο σε ύπτια θέση ή νεκρό. Ήταν απλώς νεκρός.
“Πώς είναι;” τελικά ρώτησα. Έκαναν μια παύση και κοιτάχτηκαν, ώσπου ο ένας απάντησε: “Είναι… απελπισμένος. Θέλετε να τον δείτε;”.
Η ερώτηση με μπέρδεψε. Γιατί να μην ήθελα να τον δω; Σκέφτηκα.
«Ένα φάντασμα του ανθρώπου που είχα γνωρίσει κάποτε»
Η γιατρός με οδήγησε στο διάδρομο. Καθώς πλησιάζαμε, ήθελα να στρίψω και να τρέξω, λες και αντιστρέφοντας την πορεία μπορούσα να αντιστρέψω το χρόνο. Κράτησα την αναπνοή μου. Ένα χέρι με οδήγησε στο πρώτο δωμάτιο στα αριστερά, αλλά ήξερα πού να βρω τον άντρα μου. Οι ήχοι ήταν αδιάψευστοι. Ένιωσα μια παραπαίουσα προσδοκία γύρω μου. Έπρεπε να τον κοιτάξω. Δεν ήμουν σίγουρη εκείνη τη στιγμή τι έβλεπα. Ένα κορμί σχισμένο από αγάπη και λαχτάρα. Ένα φάντασμα του ανθρώπου που είχα γνωρίσει κάποτε, ένα άδειο δοχείο που δεν έχει σκοπό παρά μόνο να αναπνεύσει. Ήταν ο πλήρης εκφυλισμός ενός ανθρώπου σε μια μορφή σχεδόν ανυπαρξίας.
Καθώς έβλεπα τη σκηνή να εκτυλίσσεται μπροστά μου, έμεινα να αναρωτιέμαι τι σήμαινε να αγαπάς τον άλλον. Γίνονται μέρος του εαυτού σου, έτσι που όταν λείπουν, φεύγει κι ένα κομμάτι σου; Μπλέκονται οι ψυχές, με την απόσταση της μίας από την άλλη να προκαλεί σωματικό πόνο; Κατάλαβα αμέσως – αυτό που λέμε αγάπη είναι πολύ περισσότερο από ένα συναίσθημα. Είναι πολύ αναπόσπαστο κομμάτι, για να είναι μόνο αυτό.
Δεν είχα την ευκαιρία να αποχαιρετήσω, σκέφτηκα καθώς τον κοιτούσα επίμονα. Δεν θα ήταν ποτέ ο ίδιος. Η ζωή μας είχε τελειώσει και μου έλειπε ήδη. Μέρος του είχε πεθάνει, και είχε απομείνει μόνο μια πρωταρχική θλίψη. Το μυαλό του είχε φύγει εδώ και πολύ καιρό, σαν πρόσφυγας μέσα στη νύχτα. Το σώμα του κουνήθηκε προς το μέρος μου. Μετά μακριά. Κόκκινο πρόσωπο, φλέβες διογκωμένες, αλμυρά υπολείμματα ιδρώτα που σχηματίζουν ήδη ραβδώσεις στο πρόσωπό του. Η πραγματικότητα του θανάτου σερνόταν σαν μυρμήγκια σε όλο του το σώμα.
Νοσοκόμες και αστυνομία στέκονταν στο διάδρομο. Κανείς δεν μπορούσε να παρακολουθήσει αυτά τα γεγονότα ότι ξέχασε τον γιο μας στο αυτοκίνητο και πέθανε. Ήθελα να απομακρυνθούν. Παρακαλώ μην το παρακολουθείτε αυτό. Υπήρχε κάτι προσωπικό, κάτι που έπρεπε να κρατήσω απόρρητο. Έμεινα παγωμένη στην πόρτα, προσπαθώντας να διαβάσω τα συναισθήματά του μέσα από το σώμα του. Άκουγα μόνο τις ανόητες μουρμούρες του πένθους.
‘Όχι, όχι, όχι, δεν είναι αλήθεια’, μουρμούρισε με κάθε ώθηση των χεριών του στο κεφάλι του. Το κεφάλι του έτρεμε με κάθε επανάληψη της φράσης, σαν να ήθελε να διώξει έναν εισβολέα. Η πραγματικότητα αυτής της ημέρας, που ξέχασε τον γιο μας στο αυτοκίνητο και πέθανε. Ήταν μόνος. Δεν μπόρεσα να τον σώσω. Δεν μπορούσα να πάρω τον πόνο. Ήμουν αβοήθητη.
Η αγάπη ξεπέρασε τον εαυτό της χωρίς να το ξέρω, και έγινα αυτός, μέσα του. Ήμουν ο πόνος που βογκούσε μέσα στην ψυχή του. Θα έπρεπε να με βγάλει από μέσα προς τα έξω. Το σώμα μου κινήθηκε, καθώς τον αγκάλιασα, τυλίγοντας τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα δικά του καθώς προσπαθούσα να τα αφαιρέσω από το δέρμα του προσώπου του.
‘Κοίταξέ με’, είπα ξανά και ξανά. ‘Σ’ αγαπώ. Βάλε τα χέρια σου γύρω μου’.
‘Όχι, όχι, όχι, δεν είναι αλήθεια΄, επανέλαβε.
‘Είμαι εδώ’.
«Δεν μπορούσα να τον σώσω ή να τον λυπηθώ»
Η μουρμούρα του ξέσπασε σε λυγμούς που ούρλιαζαν, σαν να ήταν σωματικά επώδυνη η απελευθέρωση του ενός σώματος σε ένα άλλο. Ο ώμος μου βρέχτηκε από δάκρυα καθώς έσφιξε το σώμα μου μέχρι να πονέσω. Έβραζε κι ένα άλλο είδος πόνου μέσα μου, και μετά από αρκετά λεπτά, οι σκέψεις ξεπέρασαν το αρχικό μου ένστικτο. Δεν καταλάβαινα γιατί το σώμα μου είχε ανταποκριθεί έτσι, γιατί του είχα πει ότι τον αγαπώ. Αυτά τα χέρια κράτησαν τον Μπεν σήμερα το πρωί. Δεν μπορούσα να τον σώσω ή να τον λυπηθώ. Ήθελα μόνο να υποφέρει, καθώς το δέρμα μου άρχισε να αντιδρά στο άγγιγμά του.
‘Σ’ αγαπώ και είμαι εδώ, αλλά χρειάζομαι λίγο χρόνο για τον εαυτό μου. Θα επιστρέψω’.
‘Μη φεύγεις’, φώναξε.
‘Πρέπει’, απάντησα καθώς στάθηκα να φύγω.
Ο εγκέφαλός μου κολύμπησε στα παγωμένα νερά της θλίψης και του σοκ. Ήμουν μουδιασμένη. Δεν καταλαβα τίποτα. Είχε σκοτώσει τον Μπεν, ωστόσο, του είχα πει ότι τον αγαπούσα. Δεν το είχα σκεφτεί καλά ή ίσως αυτό ήταν η ίδια η αγάπη. Καθώς έβγαινα από το δωμάτιο, έσκυψα για να ψιθυρίσω στη νοσοκόμα που στεκόταν: ‘Του δώσατε τίποτα;’.
‘Όχι ακόμα’, απάντησε.
‘Πρέπει να του δώσετε κάτι για να ηρεμήσει. Γιατί δεν είναι καλά. Δεν μπορεί να το περάσει αυτό χωρίς φάρμακα’.
Δεν θα μπορούσα να το ξεπεράσω αν ήμουν στη θέση του. Δόξα τω Θεώ δεν είμαι εγώ, σκέφτηκα σε μια στιγμή αδυναμίας καθώς έβγαινα από το δωμάτιο.
Καθώς καθόμουν σε μια από τις μπλε πλαστικές καρέκλες στο διάδρομο, παρατήρησα μια νέα αίσθηση να μεγαλώνει στο στήθος μου. Ο πόνος που γεννιέται από μια καρδιά που υπάρχει έξω από το σώμα. Δεν ήταν καν καρδιά. Ήταν περισσότερο. Ήταν μέρος του Μπεν και ο Μπεν είχε φύγει. Είχε σκίσει τον ιστό του χώρου και του χρόνου, επέπλεε άσκοπα σε έναν άλλο κόσμο, αναζητώντας ήδη κάτι που δεν μπορούσε πια να έχει. Καθώς καθόμουν σιωπηλή, ήξερα. Αυτό σήμαινε να αγαπάς τον άλλον.
Χρειάζομαι κάποιον να μου μεταφράσει αυτές τις λέξεις και τα γεγονότα, σκέφτηκα. Μιλούσαν μια ξένη γλώσσα και οι ματιές μου στο διάδρομο έδειχναν κόκκινα μάτια, ψιθύρους, αστυνομία, αγνώστους που μπαίνουν, βγαίνουν. Οι ήχοι έρχονταν από το δωμάτιο του συζύγου μου. Δεν μπορούσα να μεταφράσω κανένα από αυτά τα σήματα.
Οραματίσθηκα ένα άλλο δωμάτιο όπου βρισκόταν ο γιος μου. Το μυαλό μου έσπασε.
Δεν τα κατάφερε. Έμεινε στο αυτοκίνητο. Ξεχάστηκε. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ.
Πηγή: today.com
Το χρονικό
Στις 7 Ιουλίου 2014, ο Kyle – τότε μηχανικός λογισμικού – άφησε τον 15 μηνών γιο του ζευγαριού Benjamin στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου για οκτώ ώρες αφού ξέχασε να τον αφήσει στον παιδικό σταθμό και πήγε στο γραφείο του. Ο Μπεν πέθανε από υποθερμία.
Στους μήνες και τα χρόνια που ακολούθησαν, εκδιώχθηκαν από το Κονέκτικατ στο Κολοράντο μετά από όσα έγραφαν και έλεγαν μέσα ενημέρωσης και οι υπηρεσίες προστασίας παιδιών. Ο Kyle καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Η Lindsey παράτησε τη δουλειά της ως δικηγόρος και επικεντρώθηκε στο να μεγαλώσει τις δύο μεγαλύτερες κόρες τους.
Το ζευγάρι παραχώρησε συνέντευξη στις 2 Μαΐου 2023 στην dailymail.co.uk και περιέγραψε πώς είναι σήμερα η ζωή τους, που άλλαξε πριν 9 χρόνια μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.
«Χθες το βράδυ πριν κοιμηθώ διάβασα μια ανάρτηση που μου ήταν αδύνατον να μην σχολιάσω ενώ δεν το έχω κάνει ποτέ. Την ανάρτηση αυτή την έκανε η κυρία Εριέττα Κούρκουλου. Δεν την ξέρω αυτή την γυναίκα δεν είναι φίλη μου και το πιθανότερο είναι να μην την συναντήσω και ποτέ… Συγκινήθηκα, σκέφτηκα και έμεινα ξύπνια σχεδόν όλο το βράδυ.
Για όλα αυτά που έγραψε και για τον τρόπο που σκέφτηκε… Αν όλοι μας σκεφτόμασταν με αυτό τον τρόπο ίσως ο κόσμος μας γίνονταν λίγο πιο ανθρώπινος και υποφερτός. Πόσο απόλυτα συμφωνώ μαζί της… Πόσο δύσκολη είναι η καθημερινότητα για τους ανθρώπους. Για αυτά τα νέα ζευγάρια που τρέχουν από το πρωί μέχρι το βράδυ να προλάβουν… Να προλάβουν τη ζωή… Να προλάβουν να γυρίσουν το βράδυ στο σπίτι τους να δουν τα παιδιά τους και προσπαθήσουν να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα…
Όλοι αυτοί οι γονείς που αποχωρίζονται βίαια τα παιδιά τους τόσο μικρά γιατί διαφορετικά δεν θα επιβιώσουν… Πόσο βαθιά λυπάμαι για όλο αυτό… Και πόσες ενοχές αισθάνομαι αμέτρητες φορές που εγώ έχω αυτή την δυνατότητα… Την δυνατότητα να είμαι με το παιδί μου… Να μεγαλώνω το παιδί μου… Να παίζω με το παιδί μου… Να έχω χρόνο με το παιδί… Πριν λοιπόν αρχίζουμε να καταδικάζουμε ας σκεφτόμαστε όλοι λίγο παραπάνω… Και ίσως σιγά σιγά εμείς οι ίδιοι όταν καταφέρουμε να μπούμε και λίγο στην θέση του άλλου αλλάξουμε τον κόσμο μας» έγραψε η Ευδοκία Ρουμελιώτη, ανεβάζοντας μια οικογενειακή φωτογραφία με τον σύζυγο και τον γιο της.
Δείτε την ανάρτηση της ηθοποιού Ευδοκίας Ρουμελιώτη