Με αποκαλυπτική διάθεση εμφανίστηκε ο Πελετιέ στο καινούργιο επεισόδιο του Power of Love που προβλήθηκε χθες το βράδυ, Τρίτη 2/7.
Πιο συγκεκριμένα, συζητώντας με τον Τζέισον και τον Αναστάση αποκάλυψε ότι πριν από έξι χρόνια θέλησε να εκπαιδευτεί στο να διαβάζει τη σκέψη των ανθρώπων…
«Με το πέρασμα του χρόνου βγήκα πάρα πολλά ραντεβού, τώρα μιλάω και χωρίς να το θέλω σε παρατηρώ και σε “διαβάζω”».
Power of Love: Το κόκκινο δωμάτιο ανοίγει τις πόρτες του
«Για να καταλάβεις αν κάποιος σου λέει ψέματα πρέπει να συνδυάσεις πάρα πολλά Οι γυναίκες λένε περισσότερο ψέματα, είναι όλες γεννημένες ψυχολόγοι. Οι άνδρες είναι ευκολόπιστοι και χαζοί».
«Στη διάρκεια της εκπαίδευσής μου έκανα και μία δοκιμασία, έπρεπε να βγω 60 ραντεβού σε 30 ημέρες» είπε και όπως ήταν φυσικό το Twitter πήρε φωτιά.
Δείτε το βίντεο:
60 ραντεβού σε ένα μήνα!! Ποιος νομίζει ότι είναι;;;#PowerofLovegr
Ο Μέγας Βασίλειος, μία από τις μεγαλύτερες μορφές της Εκκλησίας, εγεννήθηκε περί το 330 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.
Ο πατέρας του Βασίλειος, ήταν ρήτορας, εγκατστημένος στη Νεοκαισάρεια του Πόντου, και ήταν υιός της Μακρίνης, η οποία υπέστη πολλά μετά του συζύγου της κατά το διωγμό του Μαξιμίνου για την πίστη τους στον Χριστό.
Η Μακρίνα ήταν μαθήτρια του Γρηγορίου του Θαυματουργού και διετέλεσε η πρώτη στην πίστη διδάσκαλος του εγγονού της Βασιλείου.
Η μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου ονομαζόταν Εμμέλεια, καταγόταν από την Καππαδοκία, ήταν θυγατέρα Μάρτυρος, ευλαβέστατη και πολύ φιλάνθρωπη. Από το γάμο της με τον Βασίλειο γεννήθηκαν εννέα παιδιά, από τα οποία τα τέσσερα ήσαν αγόρια. Το πρωτότοκο παιδί τους ήταν η Μακρίνα, η οποία μετά το θάνατο του μνηστήρος της, επιδόθηκε στην άσκηση. Από τα τέσσερα αγόρια, τρεις έγιναν Επίσκοποι, ο Βασίλειος στην Καισάρεια, ο Γρηγόριος στη Νύσσα και ο Πέτρος στη Σεβαστεία· ο Ναυκράτιος απέθανε νέος, σε ηλικία 27 ετών. Προ του Πέτρου εγεννήθη η Θεοσεβία.
Ο Μέγας Βασίλειος έλαβε την πρώτη χριστιανική διαπαιδαγώγησή του από τη μητέρα και τη γιαγιά του και διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του στην πατρίδα του. Εσπούδασε στις σχολές της Καισαρείας της Καππαδοκίας και του Βυζαντίου, όπου « ηυδοκίμει σοφιστών τε και φιλοσόφων τοις τελειοτάτοις» , και τέλος «εις τας χρυσάς Αθήνας» , που τότε ήταν το κέντρο της ρητορικής και στην οποία ήκμαζαν οι σοφιστές Ιμέριος, Προαιρέσιος και άλλοι και όπου συνέρρεαν από παντού μαθητές, μεταξύ των οποίων και ο μετέπειτα αυτοκράτορας Ιουλιανός, τον οποίο ο υπέρμετρος θαυμασμός του προς την εθνική σοφία παρέσυρε στον πόλεμο κατά της Ορθοδοξίας. Εκεί ευρισκόταν ήδη και ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, μετά του οποίου συνδέθηκε με στενή φιλία. Είναι χαρακτηριστικοί οι λόγοι του Αγίου Γρηγορίου για τον ιερό του σύνδεσμο με τον Μέγα Βασίλειο: « Τα πάντα ήμεν αλλήλοις, ομόστεγοι, ομοδίαιτοι, συμφυείς…ίσαι μεν ελπίδες ήγον ημάς, πράγματος επιφθονωτάτου του λόγου· φθόνος δε απήν, ζήλος δε εσπουδαζετο· αγών δ’ αμφοτέροις, ούχ όστις αυτός το πρωτείον έχοι, αλλ’ όπως τω ετέρω τούτου παραχωρήσειεν. Μία μεν αμφοτέρους εδόκει ψυχή, δύο σώματα φέρουσα· εν δ’ αμφοτέροις έργον: η αρετή και το ζην προς τας μελλούσας ελπίδας, προς ο βλέποντες και βίον και πράξιν άπασαν απηυθύνομεν»
Ο Βασίλειος εδιδάχθηκε στην Αθήνα ρητορική, φιλοσοφία, αστρονομία, γεωμετρία και ιατρική. Επέστρεψε στον Πόντο, περί το 356 μ.Χ., και εβαπτίσθηκε Χριστιανός υπό του Επισκόπου Καισαρείας Διανίου. Στη συνέχεια μετέβη στην Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη και Συρία, για να γνωρίσει τους ασκητές και καθηγητές της ερήμου. Τότε, αφού διένειμε και αυτός τα υπάρχοντά του στους πτωχούς, εμόνασε στον Πόντο, κοντά στον Ίρι ποταμό, ασκούμενος στη μελέτη και την προσευχή.
Αργότερα, το 362 μ.Χ., εχειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο, αλλά μετά από λίγο αναγκάσθηκε να φύγει στον Πόντο, λόγω του φθόνου του Επισκόπου Ευσεβίου. Ο Γρηγόριος συμβίβασε τα πράγματα μεταξύ των δύο ανδρών και ο Μέγας Βασίλειος επέστρεψε το 365 μ.Χ., για να βοηθήσει τον Επίσκοπο Ευσέβιο στον αγώνα του κατά των Αρειανών. Έγινε έτσι «σύμβουλος αγαθός, παραστάτης δεξιός, των θείων εξηγητής, των πρακτέων καθηγητής, γήρως βακτηρία, πίστεως έρεισμα».
Το έτος 370 μ.Χ., μετά το θάνατο του Ευσεβίου, εξελέγη Επίσκοπος Καισαρείας, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις των Αρειανών. Σε καιρό λιμού προσέφερε στους πάσχοντες κάθε είδους βοήθεια. Αγκάλιασε τους γέροντες, τα παιδιά, τις γυναίκες και τους άνδρες, τους ασθενείς και εφρόντιζε καθημερινά για την τροφή τους. Οικοδόμησε κοντά στην Καισάρεια ένα συγκρότημα πτοχωκομείου και νοσοκομείου, τη Βασιλειάδα, που έγινε το ταμείο της ευσέβειας και της αγάπης.
https://www.youtube.com/watch?v=9NQ3EafufPM
Κατά τα χρόνια της επισκοπικής του διακονίας είχε να αντιπαλαίψει κατά πολλών δυσχερειών. Ο αυτοκράτορας Ουάλης αποφάσισε να εισαγάγει με τη βία στην Καππαδοκία τον Αρειανισμό. Γι’ αυτό, το 372 μ.Χ., έστειλε τον έπαρχο Μόδεστο, για να πείσει τον Άγιο να δεχθεί τις κακοδοξίες των αιρετικών. Μάταια προσπάθησε να πείσει τον Μέγα Βασίλειο μεταχειριζόμενος κάθε μέσο: δήμευση της περιουσίας, εξορία, βασανιστήρια, θάνατο. Ο Βασίλειος σε απάντηση εδήλωσε, ότι δεν φοβάται, αφού περιουσία δεν είχε, παρά μόνο λίγα παλαιά ενδύματα και λίγα βιβλία· εξορία δεν φοβάται, διότι η γη που κατοικεί δεν είναι ιδιοκτησία του και στον κόσμο αυτό είναι πάροικος και παρεπίδημος· τα βασανιστήρια δεν τον πτοούν, διότι το ασθενικό του σώμα δεν μπορεί να αντέξει σε αυτά, το δε θάνατο θεωρεί ως ευεργέτη, διότι αυτός θα τον οδηγήσει νωρίτερα κοντά στον Θεό. Ο Μόδεστος εξεπλάγη από την πνευματική γενναιοψυχία του Αγίου και επέστρεψε άπρακτος. Ακόμη, και όταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ουάλης ήλθε στην Καισάρεια και αντιλήφθηκε το μεγαλείο του Βασιλείου, τον άφησε ανενόχλητο στον επισκοπικό του θρόνο. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε τη μαρτυρία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου για τον Μέγα Βασίλειο: Ήταν ημέρα των Θεοφανείων· πέλαγος λαού εγέμιζε το ναό· η ψαλμωδία και η ευκοσμία του βήματος ήταν αγγελική μάλλον παρά ανθρώπινη. Και ο Μέγας Βασίλειος προτεταγμένος του λαού, όρθιος, ακλινής κατά το σώμα και την όψη και τη διάνοια, « εστηλωμένος τω Θεώ και τω βήματι». Και ο αυτοκράτορας Ουάλης μπροστά στο θέαμα αυτό και στο άκουσμα « κατεβροντήθη».
Με τον ανεκτίμητο αυτό πλούτο των αρετών του καθοδήγησε τ ο πο ι μνιο του Χριστού και κοσμημένος με αυτές εξεδήμησε προς Κύριον, το 378 μ.Χ., λίγο μετά το θάνατο του αυτοκράτορος Ουάλεντος, σε ηλικία 48 ετών.
Όταν πλησίαζε η ώρα να παραδώσει την αγία του ψυχή στο Θεό, προσήλθαν στην κλίνη του όλοι σχεδόν οι Χριστιανοί της πόλεως. Εκείνος τους εδίδασκε και τους ευλογούσε. Προσευχόμενος στον Κύριο είπε: « Εις χείράς Σου, Κύριε, παραθήσομαι το πνεύμά μου», και κοιμήθηκε. Στην εξόδιο ακολουθία συμμετείχαν μυριάδες λαού και τόσος ήταν ο συνωστισμός, ώστε πολλοί απέθαναν « εκ της του ωθισμού βίας και συγκλονήσεως»46 . Η σύναξη του Μεγάλου Βασιλείου ετελείτο στο ναό της Αγίας Σοφίας (Μεγάλη Εκκλησία). Ναός αφιερωμένος στον Άγιο Βασίλειο υπήρχε στο παλάτι των Βυζαντινών αυτοκρατόρων κατά τον Ι΄ αιώνα μ.Χ. και σ’ αυτόν εκκλησιαζόταν ο αυτοκράτορας την 1η Ιανουαρίου μέχρι της απολύσεως του Ευαγγελίου.
Ο αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, παραβάλλει αυτόν προς τα πρόσωπα της Αγίας Γραφής, τον Προφήτη Ηλία και το Σαμουήλ, τον Απόστολο Παύλο και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Ο Μέγας Βασίλειος κατέλιπε πλήθος σπουδαιοτάτων συγγραμμάτων, από τα οποία, ευτυχώς, τα περισσότερα διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία το μεγαλύτερο έργο του Μεγάλου Βασιλείου είναι η Θεία Λειτουργία αυτού που τελείται και σήμερα σε καθορισμένες ημέρες του λειτουργικού έτους: την ημέρα της μνήμης του Μεγάλου Βασιλείου, τις παραμονές των τριών μεγάλων Δεσποτικών εορτών, Χριστουγέννων, Θεοφανείων και Πάσχα (Μέγα Σάββατο), τις πέντε Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τη Μεγάλη Πέμπτη. Κατά παλαιότερη διάταξη, η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου ετελείτο και κατά την εορτή της Πεντηκοστής και κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού48.
Ο πως συμβαίνει συνήθως με τα λειτουργικά χειρόγραφα, είναι γραμμένο και αυτό με εξαιρετικά επιμελημένη γραφή, με μαύρη μελάνη στο κείμενο των ευχών και κόκκινη στους τίτλους, και κοσμείται με επίτιτλα και αρχικά γράμματα. Kαι τα δύο αυτά κοσμήματα έχουν μεγάλες διαστάσεις και διαμορφώνονται από πλούσια και ποικίλα φυτικά και ανθικά σχέδια, καθώς και με ανθρώπινες μορφές, ολόκληρες ή σε προτομή, με δράκοντες και πουλιά. Στο πρώτο επίτιτλο εικονίζονται τα τρία πρόσωπα της Δεήσεως (Ιησούς Xριστός, Θεοτόκος, Πρόδρομος) μαζί με δύο Αγίους (Nικόλαος, Γεώργιος) σε ισάριθμους κύκλους, και στα πρώτα αρχικά ο αντίστοιχος συγγραφέας της κάθε λειτουργίας. Περιέχει τις τρεις Θείες Λειτουργίες, Ιωάννου του Xρυσόστομου, Bασιλείου του Mεγάλου και των Προηγιασμένων. Ακολουθούν οι απολύσεις των δεσποτικών εορτών, ευχές των κολλύβων, συγχωρητική ευχή για μετανοούντα και άλλη ευχή, με την οποία ευλογείται το φαγητό. Η στάχωση είναι από καστανό δέρμα στη ράχη και μαύρο χαρτί στα δύο καλύμματα. Διατήρηση μέτρια, (Mονή Ξηροποτάμου, κώδικας 129, έτος 1698, χάρτης, 29 x 21,5 εκ., φφ. 67).
Το πρώτο δογματικό έργο, το οποίο συνέγραψε ο Άγιος, έχει τον τίτλο « Ανατρεπτικός του απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου»49 . Περίφημα είναι και τα ασκητικά, τα δογματικά, τα παιδαγωγικά συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου, ως και τα κηρύγματα, οι ομιλίες, και οι επιστολές αυτού. Μέσα από αυτά καταδεικνύεται ότι ο Μέγας Βασίλειος ήταν στην πραγματικότητα οργανωτής της κοινωνικής και ηθικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, στηρίζοντας την ηθική δεοντολογία του κυρίως στην Αγία Γραφή και ειδικώτερα στην Παλαιά Διαθήκη. Η Αγία Γραφή για τον Μέγα Βασίλειο ήταν το υπέρτατο δογματικό κριτήριο και αποτελούσε καθ’ εαυτήν μυστήριο θείας οικονομίας και ανθρώπινης σωτηρίας. Γι’ αυτό και θεωρούσε την Αγία Γραφή ως θεόπνευστο βιβλίο, προερχόμενο εκ του Αγίου Πνεύματος και κατά συνέπεια εθεωρούσε απαραίτητο για την ορθή κατανόηση του περιεχομένου αυτής το χάρισμα της πνευματικής διακρίσεως. Η μελέτη της Αγίας Γραφής, κατά τον Μέγα Βασίλειο, πρέπει να γίνεται με βαθειά πίστη και μέσα στην κοινότητα των πιστών. Η ερμηνεία δε αυτής απέβλεπε κυρίως στην οικοδομή των πιστών και τη σωτηρία αυτών. Γι’ αυτό η παράδοση της πίστεως, όπως αυτή παραδόθηκε από τους Αποστόλους, ήταν απαραίτητος οδηγός στην ερμηνεία και μελέτη της Αγίας Γραφής.
Ο Μέγας Βασίλειος, μία από τις μεγαλύτερες μορφές της Εκκλησίας, εγεννήθηκε περί το 330 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.
Ο πατέρας του Βασίλειος, ήταν ρήτορας, εγκατστημένος στη Νεοκαισάρεια του Πόντου, και ήταν υιός της Μακρίνης, η οποία υπέστη πολλά μετά του συζύγου της κατά το διωγμό του Μαξιμίνου για την πίστη τους στον Χριστό.
Η Μακρίνα ήταν μαθήτρια του Γρηγορίου του Θαυματουργού και διετέλεσε η πρώτη στην πίστη διδάσκαλος του εγγονού της Βασιλείου.
Η μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου ονομαζόταν Εμμέλεια, καταγόταν από την Καππαδοκία, ήταν θυγατέρα Μάρτυρος, ευλαβέστατη και πολύ φιλάνθρωπη. Από το γάμο της με τον Βασίλειο γεννήθηκαν εννέα παιδιά, από τα οποία τα τέσσερα ήσαν αγόρια. Το πρωτότοκο παιδί τους ήταν η Μακρίνα, η οποία μετά το θάνατο του μνηστήρος της, επιδόθηκε στην άσκηση. Από τα τέσσερα αγόρια, τρεις έγιναν Επίσκοποι, ο Βασίλειος στην Καισάρεια, ο Γρηγόριος στη Νύσσα και ο Πέτρος στη Σεβαστεία· ο Ναυκράτιος απέθανε νέος, σε ηλικία 27 ετών. Προ του Πέτρου εγεννήθη η Θεοσεβία.
Ο Μέγας Βασίλειος έλαβε την πρώτη χριστιανική διαπαιδαγώγησή του από τη μητέρα και τη γιαγιά του και διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του στην πατρίδα του. Εσπούδασε στις σχολές της Καισαρείας της Καππαδοκίας και του Βυζαντίου, όπου « ηυδοκίμει σοφιστών τε και φιλοσόφων τοις τελειοτάτοις» , και τέλος «εις τας χρυσάς Αθήνας» , που τότε ήταν το κέντρο της ρητορικής και στην οποία ήκμαζαν οι σοφιστές Ιμέριος, Προαιρέσιος και άλλοι και όπου συνέρρεαν από παντού μαθητές, μεταξύ των οποίων και ο μετέπειτα αυτοκράτορας Ιουλιανός, τον οποίο ο υπέρμετρος θαυμασμός του προς την εθνική σοφία παρέσυρε στον πόλεμο κατά της Ορθοδοξίας. Εκεί ευρισκόταν ήδη και ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, μετά του οποίου συνδέθηκε με στενή φιλία. Είναι χαρακτηριστικοί οι λόγοι του Αγίου Γρηγορίου για τον ιερό του σύνδεσμο με τον Μέγα Βασίλειο: « Τα πάντα ήμεν αλλήλοις, ομόστεγοι, ομοδίαιτοι, συμφυείς…ίσαι μεν ελπίδες ήγον ημάς, πράγματος επιφθονωτάτου του λόγου· φθόνος δε απήν, ζήλος δε εσπουδαζετο· αγών δ’ αμφοτέροις, ούχ όστις αυτός το πρωτείον έχοι, αλλ’ όπως τω ετέρω τούτου παραχωρήσειεν. Μία μεν αμφοτέρους εδόκει ψυχή, δύο σώματα φέρουσα· εν δ’ αμφοτέροις έργον: η αρετή και το ζην προς τας μελλούσας ελπίδας, προς ο βλέποντες και βίον και πράξιν άπασαν απηυθύνομεν»
Ο Βασίλειος εδιδάχθηκε στην Αθήνα ρητορική, φιλοσοφία, αστρονομία, γεωμετρία και ιατρική. Επέστρεψε στον Πόντο, περί το 356 μ.Χ., και εβαπτίσθηκε Χριστιανός υπό του Επισκόπου Καισαρείας Διανίου. Στη συνέχεια μετέβη στην Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη και Συρία, για να γνωρίσει τους ασκητές και καθηγητές της ερήμου. Τότε, αφού διένειμε και αυτός τα υπάρχοντά του στους πτωχούς, εμόνασε στον Πόντο, κοντά στον Ίρι ποταμό, ασκούμενος στη μελέτη και την προσευχή.
Αργότερα, το 362 μ.Χ., εχειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο, αλλά μετά από λίγο αναγκάσθηκε να φύγει στον Πόντο, λόγω του φθόνου του Επισκόπου Ευσεβίου. Ο Γρηγόριος συμβίβασε τα πράγματα μεταξύ των δύο ανδρών και ο Μέγας Βασίλειος επέστρεψε το 365 μ.Χ., για να βοηθήσει τον Επίσκοπο Ευσέβιο στον αγώνα του κατά των Αρειανών. Έγινε έτσι «σύμβουλος αγαθός, παραστάτης δεξιός, των θείων εξηγητής, των πρακτέων καθηγητής, γήρως βακτηρία, πίστεως έρεισμα».
Το έτος 370 μ.Χ., μετά το θάνατο του Ευσεβίου, εξελέγη Επίσκοπος Καισαρείας, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις των Αρειανών. Σε καιρό λιμού προσέφερε στους πάσχοντες κάθε είδους βοήθεια. Αγκάλιασε τους γέροντες, τα παιδιά, τις γυναίκες και τους άνδρες, τους ασθενείς και εφρόντιζε καθημερινά για την τροφή τους. Οικοδόμησε κοντά στην Καισάρεια ένα συγκρότημα πτοχωκομείου και νοσοκομείου, τη Βασιλειάδα, που έγινε το ταμείο της ευσέβειας και της αγάπης.
Κατά τα χρόνια της επισκοπικής του διακονίας είχε να αντιπαλαίψει κατά πολλών δυσχερειών. Ο αυτοκράτορας Ουάλης αποφάσισε να εισαγάγει με τη βία στην Καππαδοκία τον Αρειανισμό. Γι’ αυτό, το 372 μ.Χ., έστειλε τον έπαρχο Μόδεστο, για να πείσει τον Άγιο να δεχθεί τις κακοδοξίες των αιρετικών. Μάταια προσπάθησε να πείσει τον Μέγα Βασίλειο μεταχειριζόμενος κάθε μέσο: δήμευση της περιουσίας, εξορία, βασανιστήρια, θάνατο. Ο Βασίλειος σε απάντηση εδήλωσε, ότι δεν φοβάται, αφού περιουσία δεν είχε, παρά μόνο λίγα παλαιά ενδύματα και λίγα βιβλία· εξορία δεν φοβάται, διότι η γη που κατοικεί δεν είναι ιδιοκτησία του και στον κόσμο αυτό είναι πάροικος και παρεπίδημος· τα βασανιστήρια δεν τον πτοούν, διότι το ασθενικό του σώμα δεν μπορεί να αντέξει σε αυτά, το δε θάνατο θεωρεί ως ευεργέτη, διότι αυτός θα τον οδηγήσει νωρίτερα κοντά στον Θεό. Ο Μόδεστος εξεπλάγη από την πνευματική γενναιοψυχία του Αγίου και επέστρεψε άπρακτος. Ακόμη, και όταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ουάλης ήλθε στην Καισάρεια και αντιλήφθηκε το μεγαλείο του Βασιλείου, τον άφησε ανενόχλητο στον επισκοπικό του θρόνο. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε τη μαρτυρία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου για τον Μέγα Βασίλειο: Ήταν ημέρα των Θεοφανείων· πέλαγος λαού εγέμιζε το ναό· η ψαλμωδία και η ευκοσμία του βήματος ήταν αγγελική μάλλον παρά ανθρώπινη. Και ο Μέγας Βασίλειος προτεταγμένος του λαού, όρθιος, ακλινής κατά το σώμα και την όψη και τη διάνοια, « εστηλωμένος τω Θεώ και τω βήματι». Και ο αυτοκράτορας Ουάλης μπροστά στο θέαμα αυτό και στο άκουσμα « κατεβροντήθη».
Με τον ανεκτίμητο αυτό πλούτο των αρετών του καθοδήγησε τ ο πο ι μνιο του Χριστού και κοσμημένος με αυτές εξεδήμησε προς Κύριον, το 378 μ.Χ., λίγο μετά το θάνατο του αυτοκράτορος Ουάλεντος, σε ηλικία 48 ετών.
Όταν πλησίαζε η ώρα να παραδώσει την αγία του ψυχή στο Θεό, προσήλθαν στην κλίνη του όλοι σχεδόν οι Χριστιανοί της πόλεως. Εκείνος τους εδίδασκε και τους ευλογούσε. Προσευχόμενος στον Κύριο είπε: « Εις χείράς Σου, Κύριε, παραθήσομαι το πνεύμά μου», και κοιμήθηκε. Στην εξόδιο ακολουθία συμμετείχαν μυριάδες λαού και τόσος ήταν ο συνωστισμός, ώστε πολλοί απέθαναν « εκ της του ωθισμού βίας και συγκλονήσεως»46 . Η σύναξη του Μεγάλου Βασιλείου ετελείτο στο ναό της Αγίας Σοφίας (Μεγάλη Εκκλησία). Ναός αφιερωμένος στον Άγιο Βασίλειο υπήρχε στο παλάτι των Βυζαντινών αυτοκρατόρων κατά τον Ι΄ αιώνα μ.Χ. και σ’ αυτόν εκκλησιαζόταν ο αυτοκράτορας την 1η Ιανουαρίου μέχρι της απολύσεως του Ευαγγελίου.
Ο αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, παραβάλλει αυτόν προς τα πρόσωπα της Αγίας Γραφής, τον Προφήτη Ηλία και το Σαμουήλ, τον Απόστολο Παύλο και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Ο Μέγας Βασίλειος κατέλιπε πλήθος σπουδαιοτάτων συγγραμμάτων, από τα οποία, ευτυχώς, τα περισσότερα διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία το μεγαλύτερο έργο του Μεγάλου Βασιλείου είναι η Θεία Λειτουργία αυτού που τελείται και σήμερα σε καθορισμένες ημέρες του λειτουργικού έτους: την ημέρα της μνήμης του Μεγάλου Βασιλείου, τις παραμονές των τριών μεγάλων Δεσποτικών εορτών, Χριστουγέννων, Θεοφανείων και Πάσχα (Μέγα Σάββατο), τις πέντε Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τη Μεγάλη Πέμπτη. Κατά παλαιότερη διάταξη, η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου ετελείτο και κατά την εορτή της Πεντηκοστής και κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού48.
Ο πως συμβαίνει συνήθως με τα λειτουργικά χειρόγραφα, είναι γραμμένο και αυτό με εξαιρετικά επιμελημένη γραφή, με μαύρη μελάνη στο κείμενο των ευχών και κόκκινη στους τίτλους, και κοσμείται με επίτιτλα και αρχικά γράμματα. Kαι τα δύο αυτά κοσμήματα έχουν μεγάλες διαστάσεις και διαμορφώνονται από πλούσια και ποικίλα φυτικά και ανθικά σχέδια, καθώς και με ανθρώπινες μορφές, ολόκληρες ή σε προτομή, με δράκοντες και πουλιά. Στο πρώτο επίτιτλο εικονίζονται τα τρία πρόσωπα της Δεήσεως (Ιησούς Xριστός, Θεοτόκος, Πρόδρομος) μαζί με δύο Αγίους (Nικόλαος, Γεώργιος) σε ισάριθμους κύκλους, και στα πρώτα αρχικά ο αντίστοιχος συγγραφέας της κάθε λειτουργίας. Περιέχει τις τρεις Θείες Λειτουργίες, Ιωάννου του Xρυσόστομου, Bασιλείου του Mεγάλου και των Προηγιασμένων. Ακολουθούν οι απολύσεις των δεσποτικών εορτών, ευχές των κολλύβων, συγχωρητική ευχή για μετανοούντα και άλλη ευχή, με την οποία ευλογείται το φαγητό. Η στάχωση είναι από καστανό δέρμα στη ράχη και μαύρο χαρτί στα δύο καλύμματα. Διατήρηση μέτρια, (Mονή Ξηροποτάμου, κώδικας 129, έτος 1698, χάρτης, 29 x 21,5 εκ., φφ. 67).
Το πρώτο δογματικό έργο, το οποίο συνέγραψε ο Άγιος, έχει τον τίτλο « Ανατρεπτικός του απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου»49 . Περίφημα είναι και τα ασκητικά, τα δογματικά, τα παιδαγωγικά συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου, ως και τα κηρύγματα, οι ομιλίες, και οι επιστολές αυτού. Μέσα από αυτά καταδεικνύεται ότι ο Μέγας Βασίλειος ήταν στην πραγματικότητα οργανωτής της κοινωνικής και ηθικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, στηρίζοντας την ηθική δεοντολογία του κυρίως στην Αγία Γραφή και ειδικώτερα στην Παλαιά Διαθήκη. Η Αγία Γραφή για τον Μέγα Βασίλειο ήταν το υπέρτατο δογματικό κριτήριο και αποτελούσε καθ’ εαυτήν μυστήριο θείας οικονομίας και ανθρώπινης σωτηρίας. Γι’ αυτό και θεωρούσε την Αγία Γραφή ως θεόπνευστο βιβλίο, προερχόμενο εκ του Αγίου Πνεύματος και κατά συνέπεια εθεωρούσε απαραίτητο για την ορθή κατανόηση του περιεχομένου αυτής το χάρισμα της πνευματικής διακρίσεως. Η μελέτη της Αγίας Γραφής, κατά τον Μέγα Βασίλειο, πρέπει να γίνεται με βαθειά πίστη και μέσα στην κοινότητα των πιστών. Η ερμηνεία δε αυτής απέβλεπε κυρίως στην οικοδομή των πιστών και τη σωτηρία αυτών. Γι’ αυτό η παράδοση της πίστεως, όπως αυτή παραδόθηκε από τους Αποστόλους, ήταν απαραίτητος οδηγός στην ερμηνεία και μελέτη της Αγίας Γραφής.
Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στις 20 ή 21 Ιουλίου του 356 π.Χ στην Πέλλα της Μακεδονίας. Πατέρας του ήταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β’ και μητέρα του η Ολυμπιάδα, κόρη του βασιλιά της Ηπείρου Νεοπτόλεμου. Από τον πατέρα του ο Αλέξανδρος κληρονόμησε την οξεία αντίληψη, τις οργανωτικές ικανότητες και την ταχύτητα ενεργειών. Και από τη μητέρα του τη φιλοδοξία, την υπερηφάνεια και την ισχυρή θέληση.
Στα παιδικά του χρόνια εκπαιδεύτηκε από τους παιδαγωγούς Λεωνίδα το Μολοσσό και Λυσίμαχο τον Ακαρνάνα. Σε ηλικία 13 ετών μαθήτευσε κοντά στον Αριστοτέλη. Ο μεγάλος φιλόσοφος τον μόρφωσε με τα ελληνικά ιδεώδη και του ενέπνευσε τον θαυμασμό και την αγάπη για το ελληνικό πνεύμα και πολιτισμό. Στον Αριστοτέλη έδειχνε πάντα σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Έλεγε πως τον πατέρα του χρωστάει “το ζην” και στο δάσκαλό του το “ευ ζην”.
Από τον πατέρα του έλαβε σπουδαία μαθήματα πολιτικής και στρατηγικής. Πάντοτε βρισκόταν κοντά του, όταν εκείνος συζητούσε με ξένους πρεσβευτές και απεσταλμένους. Τον ακολουθούσε στις εκστρατείες, όπου έπαιρνε μαθήματα στρατιωτικής τέχνης. Έτσι, από πολύ νωρίς απέκτησε πολιτική και στρατιωτική ωριμότητα. Σε ηλικία 16 ετών, ως αντικαταστάτης του πατέρα του, που έλειπε σε εκστρατεία, κατέπνιξε την επανάσταση της θρακικής φυλής των Μαίδων, ενώ σε ηλικία 18 ετών, στη Μάχη της Χαιρώνειας (2 Αυγούστου 338 π.Χ.) ήταν διοικητής στρατιωτικού σώματος και διακρίθηκε για τις πολεμικές του αρετές.
Σε ηλικία 20 ετών έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας, μετά τη δολοφονία του πατέρα του το 336 π.Χ. Από πολύ νωρίς αντιμετώπισε οργανωμένες συνωμοσίες εναντίον του, τις οποίες διέλυσε με αστραπιαία ταχύτητα. Με την ίδια αστραπιαία ταχύτητα και αποφασιστικότητα εξεστράτευσε εναντίον των πόλεων της Νότιας Ελλάδας, οι οποίες μόλις έμαθαν το θάνατο του Φιλίππου επαναστάτησαν. Μόλις, όμως, πληροφορήθηκαν την εκστρατεία του Αλεξάνδρου εναντίον τους, έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή και σε συνέδριο, που έγινε στην Κόρινθο, τον ανακήρυξαν Ηγεμόνα της Ελλάδας, όπως και νωρίτερα τον πατέρα του και αρχιστράτηγο στην επικείμενη εκστρατεία κατά των Περσών.
Ο Αλέξανδρος ικανοποιημένος γύρισε στη Μακεδονία. Για να απαλλάξει το βασίλειό του από κάθε κίνδυνο, προτού εκστρατεύσει εναντίον των Περσών, εκστράτευσε εναντίον των βαρβαρικών φυλών, που κατοικούσαν βόρεια της Μακεδονίας (335 π.Χ.). Νίκησε τις φυλές αυτές, έφθασε ως τον Δούναβη και επέστρεψε στην Πέλλα. Απερίσπαστος πια άρχισε την προετοιμασία για τη μεγάλη εκστρατεία κατά των Περσών. Βρέθηκε, όμως, στην ανάγκη να έλθει για δεύτερη φορά στη Νότιο Ελλάδα, όπου οι Θηβαίοι και οι Αθηναίοι είχαν και πάλι επαναστατήσει. Αφού κατέστειλε την ανταρσία των δύο πόλεων, επέστρεψε στη Μακεδονία και συμπλήρωσε τις ετοιμασίες του για την εκστρατεία κατά της Περσίας.
Την άνοιξη του 334 π.Χ, ο Αλέξανδρος ξεκίνησε με 50.000 πεζούς και 6.000 ιππείς, αφού άφησε για επίτροπό του στη Μακεδονία το στρατηγό Αντίπατρο. Προχώρησε από τη Θράκη κι έφθασε στον Ελλήσποντο. Εκεί τον περίμενε ο στόλος του, που τον αποτελούσαν 120 πολεμικά και πολλά άλλα βοηθητικά πλοία. Πέρασε στην Τροία, όπου επισκέφθηκε τον τάφο του Αχιλλέα, προσευχήθηκε κι έκανε θυσίες.
Στις όχθες του Γρανικού ποταμού είχε συγκεντρωθεί ο περσικός στρατός, έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει τον Αλέξανδρο. Στον Γρανικό έγινε η πρώτη μάχη μεταξύ των Μακεδόνων και των Περσών (22 Μαΐου 334 π.Χ.). Ο Αλέξανδρος οδηγούσε ο ίδιος το στρατό του και πολέμησε ο ίδιος στήθος προς στήθος με τους γενναιότερους πολεμιστές των Περσών. Κινδύνευσε, μάλιστα, σοβαρά. Οι Πέρσες, τελικά, δεν κατόρθωσαν ν’ αναχαιτίσουν την ορμή των Μακεδόνων, εγκατέλειψαν τον αγώνα και υποχώρησαν άτακτα.
Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Αλέξανδρος προχώρησε νότια και απελευθέρωσε τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Τον χειμώνα του 334 π.Χ. έφθασε στην πόλη Γόρδιο στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού, όπου αποφάσισε να ξεχειμωνιάσει. Εκεί, στο βασιλικό ανάκτορο, υπήρχε ο περίφημος Γόρδιος Δεσμός. Η παράδοση έλεγε πως όποιος τον έλυνε θα κυρίευε την Ασία. Ο Αλέξανδρος απλά τον έκοψε με το σπαθί του.
Την άνοιξη του 333 π.Χ, βάδισε προς τα νότια, πέρασε το όρος Ταύρος και μπήκε στην Κιλικία. Κυρίευσε την πόλη Ταρσό και σταμάτησε εκεί για ν’ αναπαυθεί ο στρατός του. Ύστερα από ένα λουτρό στα κρύα νερά του ποταμού Κύδνου, ο Αλέξανδρος αρρώστησε, αλλά γρήγορα έγινε καλά και συνέχισε την πορεία του προς τη Συρία. Συνάντησε τότε για δεύτερη φορά τον περσικό στρατό από 500.000 μαχητές κι έδωσε μάχη κοντά στην πόλη Ισσό της Κιλικίας (12 Νοεμβρίου 333 π.Χ.). Οι Πέρσες υπέστησαν πανωλεθρία και διαλύθηκαν. Ο βασιλιάς Δαρείος κινδύνευσε και γλίτωσε μόνο με τη φυγή του. Στην Ισσό ο Αλέξανδρος κυρίευσε πλούσια λάφυρα και αιχμαλώτισε την οικογένεια του Δαρείου, αλλά της φέρθηκε μεγαλόψυχα.
Ο Αλέξανδρος, αντί να συνεχίσει την καταδίωξη του Δαρείου, προχώρησε νότια, για να γίνει κύριος όλων των παραλίων της Μεσογείου και να εξουδετερώσει κάθε απειλή του περσικού στόλου. Κατέλαβε, κατά σειρά, τη Φοινίκη, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Επισκέφθηκε στην έρημο το μαντείο του Άμμωνος Διός, όπου οι ιερείς τον χαιρέτισαν ως τον νέο Δία. Στις ακτές της Αιγύπτου, κοντά στις εκβολές του Νείλου και σε θέση κατάλληλη για την ανάπτυξη του εμπορίου, όρισε να χτιστεί η Αλεξάνδρεια. Ο ίδιος χάραξε τα τείχη και τους δρόμους της.
Επιστρέφοντας από την Αίγυπτο στην Ασία συνάντησε στα Γαυγάμηλα, πέρα από τον Τίγρη ποταμό, νέο πολυάριθμο περσικό στρατό και τον νίκησε (1 Οκτωβρίου 331 π.Χ). Ο Δαρείος σώθηκε και πάλι, αλλά δολοφονήθηκε από τον σατράπη της Βακτριανής Βήσσο. Ο περσικός στρατός καταστράφηκε, οι σπουδαιότερες πόλεις της Περσίας – Βαβυλώνα, Σούσα και Περσέπολη, όπου το ανάκτορο του Δαρείου- παραδόθηκαν στον Αλέξανδρο και ολόκληρη η Περσία κατακτήθηκε.
Ψηφιδωτό στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης
Ο Αλέξανδρος, όμως, δεν σταμάτησε στην Περσία. Προχώρησε προς τα ανατολικά για να υποτάξει τις φυλές που κατοικούσαν εκεί και ν’ απαλλάξει έτσι το μεγάλο του βασίλειο από μελλοντικό κίνδυνο. Πέρασε τη Σογδιανή και τη Βακτριανή και το 327 π.Χ. μπήκε στις Ινδίες, όπου νίκησε τον βασιλιά Πώρο. Οι στρατιώτες του, όμως, κουράστηκαν και αρνήθηκαν να προχωρήσουν. Αναγκάσθηκε τότε να ανακόψει την επική πορεία του προς Ανατολάς. Ένα μέρος του στρατού το έστειλε με πλοία στην Περσία, με επικεφαλής τον ναύαρχο Νέαρχο. Αυτός με το υπόλοιπο στράτευμα πέρασε την έρημο Γεδρωσία, όπου χάθηκαν πολλοί στρατιώτες του από την πείνα και τη δίψα, και επέστρεψε στα Σούσα.
Άρχισε τότε να σκέφτεται την οργάνωση της επικράτειάς του. Μελετώντας τον τρόπο της ζωής των Περσών και τον τρόπο της διοικήσεώς τους, έβγαλε το συμπέρασμα πως για να διατηρηθεί το αχανές κράτος που δημιούργησε έπρεπε να συμφιλιώσει τους Πέρσες ευγενείς με τους Έλληνες. Φαντάστηκε τον εαυτό του σαν ελληνοπέρση βασιλιά και μιμήθηκε την ενδυμασία και γενικά τον τρόπο ζωής τους. Παντρεύτηκε την κόρη του Δαρείου Στάτειρα και την ανιψιά της Παρυσάτιδα (324 π.Χ.), ενώ παρακίνησε τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του να παντρευτούν κι αυτοί Περσίδες. Νωρίτερα (327 π.Χ.) είχε παντρευτεί τη Ρωξάνη, κόρη τοπικού ηγεμόνα της Βακτριανής, παρά την αντίδραση των στρατηγών του. Η Ρωξάνη τού χάρισε και τον μοναδικό του απόγονο, τον Αλέξανδρο Δ’, ο οποίος γεννήθηκε δύο μήνες μετά το θάνατο του στρατηλάτη και σκοτώθηκε σε ηλικία 12 ετών με διαταγή του Κάσσανδρου, στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου και σφετεριστή του θρόνου της Μακεδονίας.
Στους Μακεδόνες δεν άρεσε η αλλαγή αυτή του Αλέξανδρου. Μερικοί από τους στρατηγούς του, μάλιστα, οργάνωσαν εναντίον του συνωμοσίες, τις οποίες ο Αλέξανδρος ανακάλυψε και τιμώρησε σκληρά τους πρωταίτιους. Οι πολλές διοικητικές φροντίδες, οι κόποι και τελευταία ο θάνατος του πιο στενού του φίλου, Ηφαιστίωνα, του έφθειραν την υγεία. Ο Αλέξανδρος αρρώστησε βαριά και στις 10 ή 11 Ιουνίου του 323 π.Χ. άφησε την τελευταία του πνοή στη Βαβυλώνα, σε ηλικία μόλις 32 ετών.
Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου το απέραντο κράτος του διαμοιράστηκε μεταξύ των στρατηγών του, που επί πολλά χρόνια διαφωνούσαν για τη διανομή. Δεν χάθηκε, όμως, το εκπολιτιστικό έργο του. Οι κατακτήσεις του άνοιξαν τα σύνορα μεταξύ του ελληνικού χώρου και της Ανατολής. Η επικοινωνία με τους “βαρβάρους” συνέβαλε στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμός στις χώρες της Ασίας και της Αιγύπτου. Η ελληνική γλώσσα έγινε διεθνής. Τα ελληνική ήθη πέρασαν σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Ανέτειλε ο πολιτισμός της λεγόμενης “Ελληνιστικής Εποχής”, που αποτελεί μία νέα λάμψη του ελληνικού πνεύματος. Δικαιολογημένα, η ιστορία ανακήρυξε τον Αλέξανδρο “Μέγα” για το γιγάντιο έργο του.
Άμαξα του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε το 323 π.Χ. σε ηλικία 33 ετών. Η σορός του δεν έχει βρεθεί. Υπεύθυνος για την πομπή που το μετέφερε από τη Βαβυλώνα ήταν ο Αρριδαίος, ο οποίος χρειάστηκε δύο χρόνια για την προετοιμασία της.
Άμαξα του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Τι αναφέρει γι’ αυτή, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης
«Η αρμάμαξα ήταν τόσο εντυπωσιακή και μεγαλοπρεπή στη θέα, που τα λόγια δεν μπορούν να την περιγράψουν. Η φήμη της διαδόθηκε τόσο, που προσέλκυσε πολλούς θεατές. Από κάθε πόλη που περνούσε όλοι έβγαιναν να την προϋπαντήσουν και μετά να την ξεπροβοδίσουν, χωρίς να μπορούν να χορτάσουν το θέαμα. Στη μεγαλοπρέπειά της συνέτεινε και η συνοδεία από ένα πλήθος οδοποιών και τεχνητών, καθώς και ένα σώμα στρατιωτικών».
Η άμαξα του Μεγάλου Αλεξάνδρου ζύγιζε πάνω από 100 τόνους. Η διακόσμηση έγινε, με χρυσό και πολύτιμους λίθους. Η στέγη ήταν ιωνικού ρυθμού. Στηριζόταν, με χρυσούς κίονες. Επίσης, στις τέσσερις γωνίες της οροφής υπήρχαν τέσσερα αγάλματα της Νίκης Τροπαιοφόρου.
Η σαρκοφάγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου αποτελούταν από χρυσάφι και διέγραφε το σώμα του νεκρού.
Για την κατασκευή της χρειάστηκαν 250 λίτρα χρυσού. Το φέρετρο σφραγίστηκε με χρυσό κάλυμμα και στολίστηκε με χρυσοποίκιλτη πορφυρή σημαία. Δίπλα στο φέρετρο τοποθετήθηκαν τα όπλα του. Οι τροχοί της άμαξας είχαν στον άξονά τους λεοντοκεφαλές που κρατούσαν στα δόντια τους δόρυ και αποσκοπούσαν στην απομάκρυνση όσων επιχειρούσαν να πλησιάσουν την άμαξα. Συνολικά την άμαξα έσερναν 64 ημίονοι.
Από εκεί και πέρα, για την πομπή υπάρχουν αναφορές που λένε πως πήγε προς τη Βεργίνα. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ο Μέγας Αλέξανδρος επιθυμούσε να ταφεί στην όαση της Σίβας και πιο συγκεκριμένα στο ναό του Άμμωνος Διός. Το βέβαιο είναι πως στη Δαμασκό, ο Πτολεμαίος, πήρε τη νεκρική άμαξα και τη μετέφερε στην Αίγυπτο.
Η συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο MEGA αποκάλυψε και τον νέο διάκοσμο του γραφείου του πρωθυπουργού στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ο τοίχος δίπλα στην είσοδο του γραφείου του πρωθυπουργού φιλοξενεί τρεις πίνακες του εικαστικού Νίκου Ναυρίδη.
Από την αρχή της φετινής χρονιάς το Μέγαρο Μαξίμου εορτάζει τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 τιμώντας τους Ελληνες δημιουργούς.
Έτσι, με τη μορφή δανεισμού, έργα από εθνικές συλλογές, μουσεία και προσωπικά αρχεία καλλιτεχνών φιλοξενούνται στην έδρα του Ελληνα πρωθυπουργού με μηδενικό κόστος για το Δημόσιο.
Η φωτιά που ξέσπασε στα Μέγαρα την Τετάρτη πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις και από τη μανία της δεν γλίτωσαν ούτε τα σπίτια από την περιοχή που ξέσπασε.
Ωστόσο κάποιοι ιδιοκτήτες σπιτιών στα Μέγαρα ήταν τυχεροί, καθώς οι υπεράνθρωπες προσπάθειες των πυροσβεστών είχαν αποτέλεσμα και κατάφεραν να σώσουν πολλές περιούσιες.
Μάλιστα οι πυροσβέστες εκτός από τον επαγγελματισμό τους έδειξαν και την ανθρώπινη πλευρά τους, καθώς χρειάστηκε να σπάσουν μία πόρτα σπιτιού για να μπορέσουν να επιχειρήσουν και να το σώσουν από τις φλόγες, όμως φεύγοντας άφησαν σημείωμα στον ιδιοκτήτη ζητώντας συγγνώμη για την πόρτα.
Ο κύριος Νίκος Λάμψας μιλώντας στο OPEN είπε πως δεν βρισκόταν στο σπίτι όταν ξέσπασε η φωτιά και έβλεπε από την τηλεόραση πως οι φλόγες πλησίαζαν επικίνδυνα την ιδιοκτησία του και φοβήθηκε για το χειρότερο. Οταν όμως έφτασε στο σημείο οι άνδρες της Πυροσβεστικής τον ενημέρωσαν πως κατάφεραν να σώσουν το σπίτι του και ότι του άφησαν μέσα κάτι. Οταν ο κ.Λάμψας μπήκε στο σπίτι είδε ένα χειρόγραφο σημείωμα που ανέφερε «Συγγνώμη για την πόρτα έπρεπε να μπούμε μέσα».
Τους ευχαριστώ από την ψυχή μου, θα κρατήσω το σημείωμα σε όλη μου τη ζωή
Ο κ.Λάμψας ευχαρίστησε τους δύο πυροσβέστες τον Τάσο και τον Χρήστο και είπε πως το σημείωμα θα το κρατήσει για όλη του τη ζωή.
«Προσέφεραν τα μέγιστα. Τους ευχαριστώ από τη ψυχή μου γιατί αν δεν ήταν αυτοί οι δύο άνθρωποι ο Τάσος και ο Χρήστος και όλο το πυροσβεστικό σώμα το σπίτι θα είχε καεί. Δευτερόλεπτα πριν η φωτιά είχε ακουμπήσει το σπίτι. Αυτοί οι δύο άνθρωποι θυσιάζοντας πάρα πολλά πράγματα, έκαναν το χρέος του και το σημαντικό μας συγκίνησαν με αυτό το σημείωμα και θα το κρατήσουμε για όλη μας τη ζωή, θα το βάλουμε σε κορνίζα. Μας προσέφεραν τα μέγιστα ήρθαν εδώ έκαναν το χρέος του και στο τέλος ζήτησαν και συγγνώμη. Ηρθα εδώ τους βρήκα και μου είπαν σας έχουμε αφήσει κάτι. Τους ευχαριστώ δημόσια ξανά. Ολη τη νύχτα έμειναν εδώ μαζί μας».
Το σημείωμα που άφησαν οι πυροσβέστες στον ιδιοκτήτη του σπιτιού:
Ρομά έπεσε νεκρός από πυροβολισμό στα Μέγαρα το βράδυ της Πέμπτης, έπειτα από διαπληκτισμό με άλλον Ρομά, μέσα σε καταυλισμό.
Ρομά σκοτώθηκε από πυροβολισμό στα Μέγαρα το βράδυ της Πέμπτης.
Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, το αιματηρό συμβάν σημειώθηκε έπειτα από διαπληκτισμό μεταξύ Ρομά σε καταυλισμό της περιοχής. Ο ένας από τους δύο, τον πυροβόλησε στο στήθος, πιθανότατα με καραμπίνα, από κοντινή απόσταση με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανάσιμα.
Ο άνδρας μεταφέρθηκε στο Κέντρο Υγείας Μεγάρων όπου εξέπνευσε.
Επεισόδια στον Ασπρόπυργο και τα Μέγαρα
Ρομά πυροβόλησαν κατά αστυνομικών νωρίτερα στην περιοχή του Ασπροπύργου, στα σύνορα με τη Φυλή, στην οδό Δυιλιστηρίων, το βράδυ της Πέμπτης, ενώ κλιμακώνονται τα επεισόδια για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα, σε διάφορα σημεία της χώρας και κυρίως στη δυτική Αττική.
Οι Ρομά πυροβόλησαν κατά αστυνομικών της ΟΠΚΕ που προσέγγισαν το σημείο, χωρίς να σημειωθεί τραυματισμός.
Την ίδια ώρα, καίγεται αυτοκίνητη στο λεωφόρο Παναγίας Φανερωμένης, ωστόσο η αστυνομία δεν επιτρέπει στην Πυροσβεστική να επέμβει εξαιτίας του κινδύνου, δεδομένου ότι χθες και πυροσβεστικό όχημα δέχθηκε πυροβολισμούς.
Η κυκλοφορία στην περιφερειακήξ οδό του Αιγάλεω έχει διακοπεί από το ύψος της Εθνικής Οδού Αθηνών-Κορίνθου έως τη λεωφόρο ΝΑΤΟ.
Επεισόδια σημειώνονται και στα Μέγαρα, στον παράδρομο του 40ο χλμ. της Εθνικής Οδού. Η κυκλοφορία διακόπηκε στην παλαιά εθνική οδό από το 39ο έως το 42ο χιλιόμετρο.
Εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση στα Μέγαρα, τα μέλη της οποίας εξαπατούσαν τα τελευταία 9 χρόνια έναν 72χρονο, με το πρόσχημα ότι εξασκούν την «τέχνη» της καφεμαντείας.
Συγκεκριμένα, συνελήφθησαν, έπειτα από αστυνομική επιχείρηση το πρωί της Τετάρτης (13/11) στην περιοχή των Μεγάρων, 2 άνδρες ηλικίας 47 και 32 ετών καθώς και 50χρονη γυναίκα ως μέλη εγκληματικής ομάδας η οποία διέπραττε απάτες κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με οικονομικό όφελος άνω των -120.000- ευρώ και -κατά περίπτωση- για τοκογλυφία. Επιπλέον ο 47χρονος κατηγορείται και για πλαστογραφία ενώ αναζητείται 52χρονος ως το τέταρτο μέλος της οργάνωσης.
Στο πλαίσιο καταγγελίας για υπόθεση εξαπάτησης ημεδαπού από ομάδα 4 ατόμων μέσω της τέχνης της καφεμαντείας, αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Μεγαρέων, ταυτοποίησαν τους κατηγορούμενους ως δράστες της απάτης και συνέλαβαν την 50χρονη και τον 32χρονο έπειτα από συντονισμένη επιχείρηση, στο πλαίσιο καθορισμένου ραντεβού που είχαν συμφωνήσει για να παραλάβουν χρηματικό ποσό από τον παθόντα.
Συγκεκριμένα, ο 72χρονος απέκτησε γνωριμία με την 50χρονη το 2010, η οποία εξασκούσε την «τέχνη» της καφεμαντείας και της παροχής πνευματικών συμβουλών.
Μετά την δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ τους, η 50χρονη εξαπάτησε τον 72χρονο με την πρόφαση συνεργασίας με κορυφαίους «καθοδηγητές» από χώρες του εξωτερικού, αποσπώντας του μεγάλα χρηματικά ποσά στη διάρκεια των τελευταίων 9 ετών.
Όταν ο 72χρονος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις χρηματικές απαιτήσεις της 50χρονης, η κατηγορούμενη, που λειτουργούσε ως το αρχηγικό μέλος της οργάνωσης και είχε την εποπτεία της εξαπάτησης, τον έφερε σε επικοινωνία με τον 31χρονο και τον 52χρονο οι οποίοι λειτουργώντας ως τοκογλύφοι, δάνεισαν σε πλείστες περιπτώσεις μεγάλα χρηματικά ποσά στον ημεδαπό.
Σημειώνεται ότι ο 31χρονος μετά τον δανεισμό των χρηματικών ποσών στον παθόντα, χρησιμοποιώντας βία και εκμεταλλευόμενος το φόβο που του είχε δημιουργήσει, απέσπασε επιπρόσθετα χρηματικά ποσά ενώ ο 52χρονος είχε καταρτίσει προσύμφωνο, ορίζοντας ως υποθήκη για τον δανεισμό, διαμέρισμα ιδιοκτησίας του παθόντα.
Τέλος, ο 47χρονος αποτελούσε τον στενότερο συνεργάτη της 50χρονης, συστήνοντας στον παθόντα τον 52χρονο, ως πρόθυμο να του δανείσει χρήματα.
Στην κατοχή του 31χρονου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν έγγραφα που αφορούν πληροφορίες για την ακίνητη περιουσία του παθόντα και τοπογραφικά σχέδια ενώ στην κατοχή του 47χρονου βρέθηκε όχημα ταξί το οποίο έφερε πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας.
Οι συλληφθέντες, με τη σχηματισθείσα σε βάρος τους δικογραφία, οδηγήθηκαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα ενώ το οικονομικό όφελος των κατηγορουμένων ξεπερνά τις -850.000- ευρώ.
Η υπόθεση που είχε συγκλονίσει τα Μέγαρα το 2024 με «πρωταγωνίστρια» μια καφετζού και θύμα έναν 72χρονο ηλικιωμένο επανέρχεται στο φως με νέες αποκαλύψεις.
Τότε, οι Αρχές είχαν δώσει στη δημοσιότητα τα στοιχεία της σπείρας που κατηγορείται ότι αποσπούσε μεγάλα χρηματικά ποσά μέσω καφεμαντείας, απειλών και τοκογλυφίας. Μάλιστα ο 72χρονος, που πείστηκε πως η «χαρισματική μάντισσα» συνεργαζόταν με… Τούρκους Ιμάμηδες, έχασε συνολικά περίπου 850.000 ευρώ.
Το βούλευμα που αποκαλύφθηκε ρίχνει φως στον τρόπο δράσης της ομάδας:
Η καφετζού είχε πείσει τον μηνυτή, ότι συνεργαζόταν με κορυφαίους «πνευματικούς καθοδηγητές» από την Τουρκία, οι οποίοι διέθεταν τεράστιες μεταφυσικές δυνάμεις και ικανότητες. Ισχυριζόταν ότι οι καθοδηγητές αυτοί, διέθεταν την υποτιθέμενη ιδιότητα του «Τούρκου Ιμάμη» με διάφορες ονομασίες όπως Μπότης, Σουλεϊμάν και ήταν ικανοί να «δένουν με μάγια» άλλα άτομα ή να «λύνουν μάγια». Παράλληλα τόνιζε πως είχαν στην κατοχή τους τεράστια περιουσία, την οποία σκόπευαν να μεταβιβάσουν έναντι τιμήματος στον ανυποψίαστο άνδρα, αφού είχαν διαγνώσει σε αυτόν ιδιαίτερο μεταφυσικό «χάρισμα» «να βοηθάει ανθρώπους που είχαν πέσει θύματα μαγείας».
Το ….τίμημα για τον 72χρονο έφθασε το μυθικό ποσό των 850.000 ευρώ, με την «καφετζού» να ισχυρίζεται ότι τα χρήματα της τα έδινε, γιατί την είχε σαν «κόρη του».
Ποιος άνθρωπος όμως καταβάλλει πλέον του μισού εκατομμυρίου ευρώ σε μία άγνωστη στον ίδιο γυναίκα, επειδή ξαφνικά τη θεωρεί «κόρη»του;
Στο κόλπο σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ήταν και ο σύντροφός της, ο οποίος παρουσιάστηκε στο θύμα ως συνεργάτης του Τούρκου Ιμάμη, ενώ όπως αποδείχτηκε στην πορεία, η ίδια είχε γράψει τις επιστολές που του είχε παρουσιάσει από τους δήθεν Ιμάμηδες.
Στην υπόθεση κατηγορούμενοι είναι ακόμα δύο άντρες.