Η μητέρα των δύο ανηλίκων που ξυλοκόπησαν τον σταθμάρχη στην Ομόνοια μίλησε on camera για το περιστατικό. “Ας αναλογιστεί ο κύριος τι έκανε και να βγει να πει την αλήθεια”.
Για πρώτη φορά μετά το αποτρόπαιο περιστατικό και τη σύλληψη των δύο ανήλικων αδελφών που ξυλοκόπησαν άγρια τον σταθμάρχη στον σταθμό της Ομόνοιας μίλησε η μητέρα τους, ξεκαθαρίζοντας πως θα αποδείξει ότι τα παιδιά της προκλήθηκαν από το θύμα.
Η μητέρα του 17χρονου και του 15χρονου, που βρίσκονται από την περασμένη Παρασκευή στα χέρια της αστυνομίας, έκανε λόγο για “κατακρεούργηση” της δημόσιας εικόνας των δύο παιδιών και της οικογένειας, είπε πως θα σταθεί στο πλευρό του σταθμάρχη και σε οικονομικό επίπεδο, ωστόσο τον κατηγόρησε για τη στάση του πριν δεχτεί την επίθεση λέγοντας χαρακτηριστικά πως “Έκανε τον τραμπούκο μέσα στο βαγόνι, τους έλεγε “βγείτε και θα σας φτιάξω κωλόπαιδα”, έβρισε το σπίτι τους και χτύπησε τον έναν”:
“Η αλήθεια θα βγει. Αυτό παλεύω. Θα φανώ δυνατή για τα παιδιά μου. Από την πρώτη στιγμή πίστεψα αυτά που μου είπαν. Αποδεικνύονται σιγά-σιγά και είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό. Ξέρω τι παιδιά έχω γι’ αυτό και παλεύω. Ας αναλογιστεί ο κύριος τι έκανε και να βγει να πει την αλήθεια. Εγώ σαν μάνα ζητάω συγγνώμη για τα παιδιά μου, αλλά τα παιδιά μου οδηγήθηκαν κατόπιν απειλής, bullying, μπουκέτου του κυρίου. Έριξε μπουκέτο στον μεγάλο. Κορόιδευε για τα σιδεράκια που φόραγε. Τα προκαλούσε. Είχε το χέρι στην τσέπη του, απειλώντας πως κάτι έχει μέσα στην τσέπη του. Συνέχεια έκανε τον τραμπούκο μέσα στο βαγόνι, τους έλεγε “βγείτε και θα σας φτιάξω κωλόπαιδα”, έβρισε το σπίτι τους. Τα παιδιά μου δεν είχαν αντιδράσει καθόλου. Κατέβηκαν στην Ομόνοια να πάρουν τον συρμό, γιατί είχαν πανικοβληθεί και χάσανε που ήθελαν να κατέβουν στην Αττική. Δεν λέω κανένα ψέμα. Προσπαθούμε να τα αποδείξουμε όλα αυτά. Να βγει ο κύριος και να αναλογιστεί τις ευθύνες του”, δήλωσε στην κάμερα του MEGA η μητέρα των δύο ανηλίκων, η οποία απολογήθηκε μεν για την πράξη τους, ωστόσο, υποστήριξε ζήτησε από τον σταθμάρχη “να αναλογιστεί τι τους έχει κάνει”.
“Εγώ ζητώ συγγνώμη. Θα του σταθώ σε ό,τι έχει. Δεν με ενδιαφέρει το οικονομικό κομμάτι αυτή τη στιγμή. Ας αναλογιστεί τι έχει κάνει σε αυτή την οικογένεια, σε αυτά τα παιδιά, στο μέλλον τους, γιατί ήθελε να το παίξει τραμπούκος εν ώρα υπηρεσίας. Εγώ τα παιδιά μου θα τα στηρίξω μέχρι τέλους. Ξέρω τι παιδιά έχω. Αν είχα αλήτες θα ήμουν η πρώτη που θα είχα πει τέλος. Μπείτε μέσα και δεν με ενδιαφέρει. Το ξέρω ότι πουλάει όλο αυτό. Αλλά είμαστε δύο αξιοπρεπέστατες οικογένειες και θα στηρίξουμε τα παιδιά μας μέχρι τέλος. Θα πουληθώ για τα παιδιά μου, αλλά θα βγει η αλήθεια. Εγώ θα σταθώ σε αυτόν τον κύριο. Το πρώτο που ήθελα να μάθω ήταν ότι είναι καλά”.
Μητέρα ενός ανήλικου παιδιού 7ετών, η 35χρονη Ιωάννα που βρέθηκε δολοφονημένη την περασμένη Πέμπτη σε υπόγειο διαμέρισμα της οδού Παπαναστασίου στη Λάρισα.
Για τη δολοφονία της εξακολουθεί να αναζητείται ο Πακιστανός σύντροφος της, για τον οποίο εκφράζονται φόβοι πως έχει διαφύγει στα Σκόπια. Σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις, τον άφαντο Πακιστανό η 35χρονη γυναίκα τον είχε καταγγείλει λίγες ώρες πριν τη δολοφονία της στις Αρχές για ενδοοικογενειακή βία.
Η γυναίκα φαίνεται πως έπεφτε συχνά θύμα ξυλοδαρμού από τον αλλοδαπό σύντροφο της, ωστόσο όταν βρήκε το θάρρος να τον καταγγείλει, εκείνος την δολοφόνησε…
Η 35χρονη που τα τελευταία χρόνια είχε πέσει στα δίχτυα των ναρκωτικών ουσιών, υπήρξε κατά το παρελθόν παντρεμένη με Έλληνα. Μάλιστα, από τον γάμο της αυτόν είχε αποκτήσει το 2015 κι ένα παιδί, το οποίο σύμφωνα με πληροφορίες του protothema.gr μετά τον χωρισμό της το μεγάλωνε η μητέρα της, με εκείνην να τους επισκέπτεται κάθε φορά που μπορούσε.
Φωτογραφία από την περίοδο της εγκυμοσύνης της είχε μοιραστεί και με τους διαδικτυακούς της φίλους στο Facebook:
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει αναρτήσει σε μια από τις τέσσερις τουλάχιστον σελίδες της στο μέσω κοινωνικής δικτύωσης, η 35χρονη αντλούσε την καταγωγή της από το χωριό Μελιβοία της Λάρισας: «Εδώ στο χωριό δεν την είχε δει ποτέ κανένας μας. Η οικογένεια της είχε φύγει πολλά χρόνια από δω και ζούσε στη Λάρισα. Υπάρχουν πολλές οικογένειες με το επίθετο της, ωστόσο με τους περισσότερους είναι απλή συνωνυμία», αναφέρει κάτοικος του χωριού.
Και προσθέτει: «Αυτό που μάθαμε είναι πως η μητέρα της μαζί με το παιδί της ζουν στο χωριό Βελίκα. Η γυναίκα για να καταφέρει με αξιοπρέπεια να το μεγαλώσει εργάζεται σ ένα ουζερί, ενώ δέχεται και την βοήθεια του κόσμου. Αυτή την κοπέλα δεν την ξέραμε».
Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Χρήστο Κραβαρίτη που έκανε τη νεκροτομή, ο θάνατος της 35χρονης επήλθε περίπου μια εβδομάδα πριν βρεθεί η σορός της, χρονικό διάστημα που συμπίπτει με την ημέρα της καταγγελίας!
Η νεκροτομή που έγινε στη σορό της 35χρονης, που βρέθηκε τυλιγμένη μέσα σε ένα πάπλωμα, το οποίο ήταν πάνω στο στρώμα που βρέθηκε στο υπόγειο διαμέρισμα, όπου διέμενε με τον σύντροφο και δολοφόνο της, αποκάλυψε ότι είχε δεχτεί χτυπήματα με πρωτοφανή βιαιότητα στο κεφάλι με ένα θλον και αμβλύ όργανο,το οποίο της προκάλεσε κάταγμα στη δεξιά κροταφοβρεγματική χώρα του κρανίου.
Ο πατέρας ενός μικρού παιδιού που πέθανε επειδή το έδεσαν και το ανάγκασαν να κοιμηθεί με το κεφάλι προς τα κάτω ανέφερε στο δικαστήριο ότι η μητέρα κατηγόρησε τον φίλο της για τον θάνατο του μωρού.
Η 19 μηνών Έλι Μέι Μίνσουλ-Κόιλ πέθανε επειδή την κρατούσαν σε ένα “τερατώδες κλουβί” που είχαν φτιάξει γύρω από το κρεβάτι της στο διαμέρισμα στο οποίο έμενε μαζί με την 19χρονη μητέρα της και τον 20χρονο φίλο της.
Η Έλι πέθανε στις 23 Μαρτίου 2017 και λίγο καιρό αργότερα οι δυο γονείς συναντήθηκαν στο σπίτι των γονιών της μητέρας για να εξηγήσει η 19χρονη στον πατέρα του παιδιού τι συνέβη.
Η 19χρονη είπε στον πατέρα του παιδιού της ότι ο 20χρονος φίλος της ευθυνόταν για τον θάνατο της κόρη της, αφού έδεσε με κολλητική ταινία τους αστραγάλους της.
Η μικρή βρέθηκε από τον πατέρα της 19χρονης ο οποίος πήρε τηλέφωνο την κόρη του μετά από πολλά μηνύματα που του είχε αφήσει το περασμένο βράδυ επειδή είχε εκνευριστεί που η μικρή δεν κοιμόταν.
Η 19χρονη μητέρα και ο 20χρονος φίλος της.
Σύμφωνα με τα όσα ακούστηκαν στο δικαστήριο, η μικρή είχε δεθεί στο στρώμα του κρεβατιού. Η κουβέρτα ήταν δεμένη σφιχτά πάνω από το στήθος της και από πάνω της είχε τοποθετηθεί ένα πάπλωμα.
Οι αστράγαλοί της ήταν δεμένοι μεταξύ τους και η στάση που κοιμόταν έβαζε σε κίνδυνο την αναπνοή της και αυτό προκάλεσε τον θάνατό της.
Κάτι πήγε πολύ στραβά στη γέννα, ίσως και στην εγκυμοσύνη τελικά, σαράντα χρόνια πριν ο γιατρός δεν μπορούσε να είναι απόλυτα σίγουρος. Αυτό όμως για το οποίο σε βεβαίωσε με σιγουριά ήταν ότι η μόνη αυτόνομη λειτουργία του παιδιού σου θα ήταν η αναπνοή του.
Ίσως στα λόγια του να κρυβόταν ένας υπαινιγμός να δηλωθεί ότι γεννήθηκε νεκρό, συμβαίνουν ατυχήματα στις γέννες. Εσύ όμως είχες προλάβει να νιώσεις την ανάσα του στο στήθος σου κι αρνήθηκες κατηγορηματικά. Κι έτσι ξεκίνησε η ζωή σας που θα κρατούσε, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, σαράντα χρόνια.
Στην αρχή τα πράγματα δε φαίνονταν τόσο δύσκολα, άλλωστε κάθε μωρό είναι απόλυτα εξαρτώμενο στη μητέρα του. Είχες και φίλες με συνομήλικα παιδιά και συναντιόσασταν κάθε τόσο και τα λέγατε.
Ο καιρός περνούσε όμως και η διαφορά δεν άργησε να φανεί. Άκουγες τις μαμάδες να παραπονιούνται όταν το παιδί τους στα δυόμισι δυσκολευόταν να κόψει την πάνα και να φάει μόνο του, πράγματα γι’ αυτές δεδομένα, για σένα αδιανόητα.
Να αγανακτούν με την γκρίνια και τα παράπονα των παιδιών τους που εσύ έβλεπες σα θείο δώρο καθώς είχες να παλέψεις με ένα μονότονο κλάμα πάντα ίδιο κι έπρεπε να μάθεις να ερμηνεύεις αν το προκαλούσε πονόκοιλος, πονόδοντος ή, αλίμονο, ο πόνος της ψυχής που είναι φυλακισμένη σε ένα μη λειτουργικό σώμα.
Σιγά-σιγά κι αναπόφευκτα τα παιδάκια βαρέθηκαν να έρχονται στον φίλο τους που δεν μπορούσε να παίξει μαζί τους. Και κάπως έτσι μείνατε μόνοι σας. Εσύ όμως δεν το έβαλες κάτω. Θυσίασες τα πάντα για να είσαι κάθε στιγμή στο σπίτι για τις ανάγκες και το χατίρι του.
Ήσουν τα χέρια και τα πόδια του, η φωνή του, η παρέα του. Κι είχες ακριβή ανταμοιβή τα πλατιά του χαμόγελα και μια μακρόσυρτη φωνή αγανάκτησης όταν τολμούσε καμιά γειτόνισσα να σου πει πικρή κουβέντα. Γιατί παρόλο που τίποτα δεν μπορούσε να κάνει μόνος του, όλα τα καταλάβαινε, ευτυχώς ή δυστυχώς.
Για να ανακουφίσεις τους πόνους στο σώμα του έτρεξες όσο κι όπου μπορούσες. Κι όταν ένας γιατρός αστόχαστα σου είπε «τι έρχεσαι και ξανάρχεσαι για φυσιοθεραπείες, δε βλέπεις ότι όλες σου οι προσπάθειες πάνε στον βρόντο;» εσύ αντί να τον στείλεις στον αγύριστο, όπως του άξιζε, του απάντησες με αξιοπρέπεια «εγώ μέχρι την τελευταία στιγμή θα κάνω τα πάντα για το παιδί μου». Κι έγινε το σπίτι σου ο ναός του.
Το κάθε τι λειτουργικό για να εξυπηρετείς τις ανάγκες του τη μέρα, το κρεβάτι ευρύχωρο για να μετράς τις ανάσες του τη νύχτα. Χάρη στην αδάμαστη θέλησή σου το ακίνητο σώμα του δεν άνοιξε ούτε μια πληγή, ούτε ποτέ μύρισε άσχημα, μόνο ταλκ και γαλάκτωμα, σα μωρουδιακό.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια η κατάσταση γινόταν κάποιες φορές αβάσταχτη. Τα χέρια σου όμως δεν κιότεψαν ποτέ, όπως δεν κιότεψε και η ψυχή σου. Μόνο μια σκέψη σε τρέλαινε, μη φύγεις εσύ πριν από το παιδί και μείνει αυτό αβοήθητο σε κάποιο ίδρυμα. Και κόντρα σε κάθε λογική η αγάπη σας κράτησε σαράντα χρόνια.
Τα άξια χέρια σου είναι τώρα αδειανά και είναι δύσκολο αυτό για να το συνηθίσεις. Παρηγορείσαι όμως με τη σκέψη ότι σύντομα θα χορτάσουν αγκαλιές και ελπίζεις αυτή τη φορά να είναι αμοιβαίες.
Με σεβασμό σε όλες τις μητέρες ΑμεΑ, τις επί της γης αγίες.
Δε θέλαμε την εξόντωση των δολοφόνων του Άλκη – Επιθυμούσαμε δικαιοσύνη, δικαίωση, τόνισε ο πατέρας του αδικοχαμένου 19χρονου φοιτητή μετά την ανακοίνωση της απόφασης
“Ευχαριστώ την ελληνική δικαιοσύνη. Είναι μια μεγάλη δικαίωση για την οικογένειά μας, αλλά το παιδί μου δε γυρίζει πίσω”, τόνισε η μητέρα του Άλκη Καμπανού, Μελίνα Κακουλίδου, μετά την απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, για τη δολοφονία του παιδιού της και τον τραυματισμό των δύο φίλων του, κατά την οπαδική επίθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο τον Φεβρουάριο του 2022.
https://www.youtube.com/watch?v=LCleg2g40As
“Δε θέλαμε την εξόντωση των δολοφόνων του Άλκη. Επιθυμούσαμε δικαιοσύνη, δικαίωση. Υπήρξε έγκλημα και επήλθε τιμωρία”, τόνισε ο πατέρας του αδικοχαμένου 19χρονου φοιτητή, Αριστείδης Καμπανός, ο οποίος ευχαρίστησε με τη σειρά του όλο τον κόσμο που στάθηκε στο πλευρό της οικογένειάς του από την ημέρα της δολοφονίας του γιου τους έως και την εκδίκαση της υπόθεσης.
“Δε θεωρώ ότι η ποινή ήταν εξοντωτική. Ήταν μέσα στα πλαίσια του ειδεχθούς εγκλήματος που κάνανε πάνω στον Άλκη και τα υπόλοιπα παιδιά”, τόνισε.
Ο πατέρας του Άλκη Καμπανού, ανέφερε ότι στη “μαραθώνια” δικαστική διαδικασία η οποία κράτησε αρκετούς μήνες και ήταν σε όλες παρών μαζί με τη σύζυγο και μητέρα του 19χρονου, υπήρξαν πολλές δύσκολες στιγμές, όπως κατά τη διάρκεια των καταθέσεων των ιατροδικαστών.
“Προσπαθούσα να κρατήσω την ψυχραιμία μου και την ηρεμία μου. Μαζί με τη σύζυγό μου που μου συμπαρασταθηκε όλο αυτό το διάστημα, καταφέραμε και αντέξαμε και νομίζω ότι επήλθε η δικαίωση μετά την απόφαση του δικαστηρίου”, σημείωσε ο Αριστείδης Καμπανός.
Ο Σέρχιο Αραούχο έδωσε το βραβείο που πήρε από τον ΠΣΑΠΠ στην οικογένεια του δολοφονημένου, Άλκη Καμπανού και η μητέρα του αδικοχαμένου φίλου του Άρη συγκλόνισε με μια της ατάκα.
Ο Σέρχιο Αραούχο έλαβε το βραβείο Fair Play της σεζόν από τον ΠΣΑΠΠ από τα χέρια των γονιών του δολοφονημένου, Άλκη Καμπανού και προχώρησε σε μία ακόμα σπουδαία κίνηση αφού επέλεξε να τους το επιστρέψει.
Λίγο μετά, η μητέρα του δολοφονημένου φίλου του Άρη δήλωσε πως στο πρόσωπο του Αραούχο είδε έναν νέο γιό, είδε τον γιό της, ενώ ο πατέρας του Άλκη -μιλώντας ισπανικά (σ.σ. Είπε πως πήρε τη… βοήθεια του google translate)- ευχαρίστησε τον άσο της ΑΕΚ για τα όσα έκανε και ευχήθηκε καλή επιτυχία στην Αργεντική στο Παγκόσμιο Κύπελλο.
Είναι μια συγκλονιστική στιγμή για την Heather Clark, που έχασε τον επτά μηνών γιο της Lukas, να ακούει την καρδιά του παιδιού της να χτυπά στο σώμα ενός άλλου παιδιού.
Η γυναίκα είχε αποφασίσει να δωρίσει τα όργανα του μικρού Lukas και έτσι είχε την ευκαιρία να ακούσει τον καρδιακό παλμό του γιου της μέσα στο σώμα της 4χρονης Jordan Drake, στην οποία μεταμοσχεύθηκε.
«Μέσα στην ανείπωτη θλίψη της απώλειας του γιου της Lukas, η Heather πήρε μια απόφαση που έσωσε τρεις ζωές», έγραψε στο Facebook η οργάνωση Donate Life Arizona.
«Η Jordan έλαβε την πολύτιμη καρδιά του Lukas όταν ήταν μόλις 18 μηνών, καθώς έπασχε από συγγενή καρδιοπάθεια. Χθες η Heather άκουσε την καρδιά του γιου της για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν τρία χρόνια».
Η Clark και η μητέρα της μικρής Jordan, Esther Gonzalez δεν σταμάτησαν να αγκαλιάζονται όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά, στο Φοίνιξ της Αριζόνα.
«Δεν μπορώ να πιστέψω αυτό που συμβαίνει», είπε η Gonzalez.
Η Jordan έκανε στη Heather δώρο ένα αρκουδάκι καλυμμένο με ροζ καρδιές που όταν πιέζονται κάνουν ήχο σαν τον καρδιακό παλμό.
«Αυτός είναι ο χτύπος της καρδιάς του Lukas», εξήγησε η Gonzalez κάνοντας την Clark να ξεσπά σε κλάματα.
Η γυναίκα άκουσε με στηθοσκόπιο την καρδιά του γιου της να χτυπά μέσα στο σώμα της 4χρονης, την οποία αγκάλιασε και φίλησε. Μετά έβαλε κι εκείνη στηθοσκόπιο και άκουσε την καρδιά της Heather.
Στη συγκινητική συνάντηση η Clark είχε και φωτογραφίες του μικρού Lukas, ο οποίος βρήκε τραγικό θάνατο το 2013 αφού υπέστη κακοποίηση στα χέρια του συντρόφου της μπέιμπι σίτερ του.
Η αναισθησιολόγος Νεκταρία Πολάκη, η οποία κατηγορείται για ανθρωποκτονία από αμέλεια, απολογήθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου. «Πάλεψα με όλες μου τις δυνάμεις να σώσω το παιδί» είπε και ισχυρίστηκε ότι υπήρξε μια σπάνια επιπλοκή στη χορήγηση του φαρμάκου.
Την ίδια στιγμή, η εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», έδωσε στη δημοσιότητα το συγκλονιστικό γράμμα της μητέρας της μικρής Μελίνας. Ο πόνος της μάνας που έχασε το μονάκριβο παιδί της δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις, όμως η μητέρα της Μελίνας μιλά σε πρώτο πρόσωπο στο αδικοχαμένο παιδί της και προκαλεί ρίγη συγκίνησης: «Όταν σε κατέβασαν στο χώμα, άφησα να πάρεις μαζί σου την μισή μου καρδιά…» περιγράφει σε κάποιο σημείο ενώ λίγο πιο κάτω αναφέρει: «Η αναισθησιολόγος σου, ήταν και πάλι πολύ άνετη. Οι υπόλοιποι δεν ήταν».
Πώς ξεκινά
«Μελίνα. Πέρασαν 5 χρόνια από την ημέρα που σε πήγαμε στο Ηράκλειο για να βγάλεις τα κρεατάκια σου. Ήταν μέρες γιορτινές, ήσουν τόσο χαρούμενη και γλυκιά. Μόλις τεσσάρων ετών. Πολλές φόρες μας έλεγες ότι είναι άδικο που εσύ πρέπει να πας με τον μπαμπά στον γιατρό, άλλα η Έλλη μπορεί να κάτσει σπίτι, όπως την τελευταία μέρα που εγώ πήγα με την Έλλη στην πλατεία να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα και εσύ πήγες για έλεγχο για το χειρουργείο.
Πρόλαβες όμως να πας και εσύ στην πλατεία, πήρες το δώρο από τον Άγιο Βασίλη, τραγούδησες ένα από τα αγαπημένα σου τραγούδια στο μικρόφωνο. Ντροπαλή όπως πάντα. Έξω ήσουν πολύ ντροπαλή και τόσο ευαίσθητη, αλλά στο σπίτι ήσουν αρχηγός. Ήρθαμε όλοι μαζί στο σπίτι και η Έλλη έφτιαξε την τσάντα της για να κοιμηθεί σε άλλο σπίτι, για να μην τη σηκώσουμε πρωί, για να πάμε στο νοσοκομείο. Εσύ έκλαιγες και δεν μπορούσες να καταλάβεις γιατί πάλι εσύ έπρεπε να μείνεις πίσω.
Από την άλλη, δεν γκρίνιαζες τόσο, σου είπαμε ότι την άλλη φορά θα είναι η σειρά σου και το δέχτηκες. Εκείνο το βράδυ ήταν η πρώτη φορά που χωριστήκατε με την αδελφή σου. Έκλαιγες, άλλα και πάλι ήσουν τόσο ώριμη, τόσο γλυκιά. Κοιμήθηκες με τον μπαμπά σου εκείνο το βράδυ. Δεν σε είχα στην αγκαλιά μου. Ξυπνήσαμε τόσο νωρίς. Είχε πολύ κρύο. Δεν θα ξεχάσω που είπα στον μπαμπά σου: “ελπίζω την επόμενη φορά που θα σηκωθούμε τόσο νωρίς Χριστούγεννα, να είναι για να πάμε διακοπές”», ανέφερε στο γράμμα η μητέρα.
Πώς συνεχίζει
«Φοβόσουν τόσο πολύ. Εγώ σου έλεγα συνέχεια να μην φοβάσαι, ήθελες μόνο να πας στο σπίτι μας, αλλά και πάλι, ήσουν σαν μεγάλη, ήξερες ότι πρέπει….πρέπει να μπεις. Σε είχα αγκαλιά, σε πείραζα, καθόμασταν στο δωμάτιο που σου έδωσαν και βλέπαμε από έξω τις όμορφες πορτοκαλιές, σου άρεσαν πάρα πολύ. Είχες ετοιμάσει μια τσάντα με μαρκαδόρους και βιβλία, γιατί θα καθόμασταν μετά στο δωμάτιο και ήθελες να ζωγραφίσουμε. Σου κρατούσα το χέρι όταν ήρθε μια γυναίκα να σε πάρει.
Δεν ήθελες. Σου είπε να έρθεις να σου δείξει το δέντρο που είχαν εκεί μέσα. Εγώ και ο μπαμπάς σου καθόμασταν απ ́ έξω. Ξέραμε ότι θα βγεις αρκετά γρήγορα, έτσι μας είχαν πει. Η ώρα πέρασε, εσύ πουθενά αγάπη μου, κορίτσι μου… Άρχισα να φοβάμαι πολύ. Κανένας δεν μας είπε τίποτα. Άρχισα να μιλώ με μια άλλη μαμά, που και η δικιά της κόρη ήταν επίσης μέσα. Θα έκανε μια παρόμοια επέμβαση, ακριβώς μετά από σένα. Άρχισα να κλαίω, γιατί κανένας δεν μου έλεγε τίποτα.
Έκλαιγε και η άλλη μαμά, γιατί καταλάβαμε ότι κάτι δεν πήγε καλά, αλλά δεν ξέραμε ποιο παιδί έχει το πρόβλημα. Τελικά το δικό της παιδί δεν το έβαλαν καν, ενώ μας είχαν πει ότι και αυτή είχε μπει. Τα ψέματα άρχισαν αμέσως, απλώς εγώ δεν το κατάλαβα εκείνη την ώρα, γιατί εκείνη την ώρα είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στους γιατρούς. Όταν ήρθε ο μπαμπάς σου και μου είπε ότι εσύ δεν ξυπνάς έπαθα σοκ. Μας κάλεσαν και οι γιατροί, σταθήκανε στην πόρτα και αρχικά μας είπε ο ΩΡΛ σου ότι το χειρουργείο πήγε καλά», ανέφερε στο γράμμα η μητέρα», ανέφερε στο γράμμα η μητέρα.
Τι γράφει μετά
Μετά, μας είπε η αναισθησιολόγος σου ότι δεν μπορείς να ξυπνήσεις, γιατί κάνεις βρογχόσπασμο και σε ξανακοιμίζουν. Προσπάθησαν λέει 2 φορές. Ήξερα ότι ο βρογχόσπασμος είναι συχνό φαινόμενο. Μας είπαν ότι πρέπει να πας στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας για την δική σου ασφάλεια. Μας είπαν επίσης Μελινούλα μου, ότι η ζωή σου δεν βρίσκεται σε κίνδυνο. Έπαθα μεγάλο σοκ, το μόνο που έκανα ήταν να κλαίω. Από την πρώτη στιγμή μου φάνηκε πολύ παράξενη η αναισθησιολόγος σου, ήταν πολύ άνετη, το ύφος της ήταν παράξενο.
Όποιος ήταν κοντά μου εκείνη την ημέρα μπορεί να το θυμάται, γιατί ποιος θα με πιστέψει τώρα, που έχουν βγει τόσα στην φόρα γι ́ αυτήν; Έβλεπα Μελινούλα μου νοσοκόμες και νοσηλεύτριες να κλαίνε, αργούσαν τόσο πολύ, σκέφτηκα μήπως ξύπνησες τελικά, αλλιώς γιατί να αργούν έτσι; Κανένας δεν με κοίταξε στα μάτια. Γνώρισα και άλλη μια οικογένεια εκεί απ ́ έξω, μια γυναίκα γέννησε, βγήκε το μωρό τους, δάκρυα από χαρά και τα δικά μου δάκρυα για σένα Μελινούλα μου.
Υπήρχαν πολλά άτομα εκεί μέσα. Σίγουρα είδαν, σίγουρα άκουσαν, αλλά κανένας δεν θέλει να μας πει. Όλοι ξέρουν, όλοι όσοι ήταν εκεί μέσα τη μέρα αυτή. Όταν τελικά σε κατέβασαν στο ασθενοφόρο, σε είδα και δεν πίστευα τα μάτια μου, δεν μπορούσα να έρθω κοντά σου, ήσουν γεμάτη καλώδια, όλοι είχαν πέσει πάνω σου και εγώ απ ́ έξω να μην μπορώ να κάνω τίποτα για σένα. Ένιωθα τόσο μικρή, τόσο αδύναμη, τόσο άχρηστη. Φτάσαμε λοιπόν στο Πανεπιστημιακό, εσύ με το ασθενοφόρο και εμείς με το αμάξι.
Τι λέει μετέπειτα
Τρέχαμε μέσα με τον μπαμπά σου και προλάβαμε την πόρτα της ΜΕΘ μισάνοιχτη και την αρπάξαμε. Εκεί από πίσω ήταν μια γιατρός έτοιμη να τρέξει να σε δει. Μας είπε ότι όσο μιλάει
μαζί μας χάνει χρόνο με εσένα. Την ρώτησα κάτι τελευταίο, της είπα ότι μου είχαν πει ότι δεν κινδυνεύει η ζωή σου και αν είσαι σε καλή κατάσταση. Η απάντησή της Μελινούλα μου ήταν ότι μας είχαν πει ψέματα και ότι η κατάστασή σου ήταν πολύ δύσκολη.
Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε αυτό που συνέβη σε σένα αγάπη μου. Πού σε πήγαμε, τι σου έκαναν; Τι πήγε τόσο στραβά; Περιμέναμε… Εγώ να κλαίω όλη την ώρα. Ήρθαν οι φίλοι μας, ταξίδεψε και ο παππούς και η γιαγιά σου που ήθελαν τόσο πολύ να σε δουν. Ήμασταν όλοι εκεί, όλοι προσπαθούσαν Μελίνα μου να μας δώσουν κουράγιο, ότι όλα θα πάνε καλά και εσύ θα ξυπνήσεις. Δεν μπορούσα όμως να το πιστέψω, ίσως επειδή μόνο εγώ είδα τα πρόσωπα όλων έξω από το νοσοκομείο, ίσως επειδή μόνο εγώ σε είδα μέσα στο ασθενοφόρο, άψυχη….
Ήρθε μετά η ώρα να μας ενημερώσουν. Κάτσαμε σε ένα μεγάλο τραπέζι. Μας είπαν ότι δεν πάνε καλά τα πράγματα, ότι έχουμε κρίσιμες ώρες μπροστά μας. Ο μπαμπάς σου πήγε να κάνει φασαρία, να φωνάξει …μα εγώ τον σταμάτησα. Να είμαστε καλοί, του είπα, μπορεί να μην φταίνε, του είπα. Έπρεπε Μελινούλα μου να τον αφήσω, να τα κάνει εκεί μέσα ό,τι θέλει και να πει ό,τι θέλει, αλλά πού να ήξερα. Η αναισθησιολόγος σου, ήταν και πάλι πολύ άνετη. Οι υπόλοιποι δεν ήταν.
Τι επισημαίνει στη συνέχεια
Αφού πήραμε αυτά τα άσχημα νέα, βγήκαμε από το δωμάτιο και περιμέναμε στο διάδρομο. Εκεί πέρασε πρώτα ο ΩΡΛ σου, που εμείς αυτόν ξέραμε, με αυτόν είχαμε επαφές τόσο καιρό.
Τον σταματήσαμε… Τα δάκρυά μου ακόμα να τρέχουν. Δεν μπορούσα να τα σταματήσω. Τον ρώτησα αν αυτό είναι συνηθισμένο και αν πιστεύει ότι θα ξυπνήσεις και αυτός, όλο νεύρα, μου άνοιξε τα χέρια του. Είπε ότι αυτό συμβαίνει μία στο εκατομμύριο και μετά έφυγε. Βλέπεις Μελινούλα μου, σε φέραμε σε ένα κόσμο πολύ κακό.
Αμέσως μετά, πέρασε η αναισθησιολόγος σου, με την διευθύντριά της. Η διευθύντρια αν δεν κάνω λάθος έκλαιγε, μας ευχήθηκε ό,τι καλύτερο, μαζί με άλλες δυο κοπέλες που κλαίγανε και αυτές. Η αναισθησιολόγος όμως, όταν ο μπαμπάς σου την ρώτησε τι πήγε λάθος και μήπως σου είχε δώσει παραπάνω φάρμακο και γι αυτό αργείς να ξυπνήσεις, γέλασε. Ναι Μελίνα μου, γέλασε. Τον κοίταξα τον μπαμπά σου, και του είπα: “ γελάει;” Αυτός της είπε ότι δεν είναι ώρα για γέλια, αλλά αυτή δεν κατάλαβε τίποτα.
Μετά από λίγη ώρα, μας άφησαν να μπούμε να σε δούμε. Σαν να ζούσα ένα κακό όνειρο. Από την μια στιγμή στην άλλη, κινδύνευε η ζωή σου τόσο πολύ. Μπήκαμε μέσα, πήγαμε κοντά σου, σου μιλήσαμε, ο μπαμπάς σου δεν άντεχε, είχαμε πει να μην κλαίμε εκεί μέσα, να είμαστε δυνατοί για σένα. Σου έλεγα ότι σε αγαπώ, ότι σε περιμένουμε να πάμε σπίτι μας. Ότι σε περιμένει η Έλλη στο σπίτι. Ότι ήρθε η γιαγιά και ο παππούς να σε δουν. Σου είπα ότι είσαι δυνατή Μελινούλα μου, μα εγώ δεν ήξερα τι σου είχαν κάνει, δεν ήξερα ότι σε παράτησαν εκεί μέσα, αβοήθητη.
Τι τονίζει ακολούθως
«Έτσι για μια στιγμή, πίστευα ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα τα καταφέρεις. Έπρεπε να καταλάβω, γιατί όταν ο μπαμπάς σου είπε στις κοπέλες εκεί μέσα ότι : ”όταν ξυπνήσει η Μελίνα μας θα δείτε πόσο ζωηρή είναι”, τότε κόλλησαν οι κοπέλες, μας κοίταξαν πολύ παράξενα, το θυμάμαι πολύ καλά. Αλλά εκείνη την ώρα δεν ήθελα να πιστέψω αυτά που μου έλεγαν τα μάτια τους. Τα μάτια τους μας είπαν ότι δεν πρόκειται να ξυπνήσεις. Πέρασαν οι ώρες, νύχτωσε, εμείς ξαπλώσαμε λίγο στις καρέκλες. Πρέπει να με πήρε λίγο ο ύπνος και άκουσα μια φωνή από το διάδρομο να φωνάζει ΠΑΡΑΣΚΑΚΗ! Σηκώθηκα αμέσως κοριτσάκι μου, μα δεν έβρισκα τον μπαμπά σου.
Πήγα κοντά στην πόρτα με την γιαγιά σου και βγήκε μια γιατρός, που μας είχαν πει ότι αν βγει αυτή, θα είναι μόνο για κακό. Έτσι και αλλιώς εγώ άκουγα από το διάδρομο τι έλεγαν μέσα και κατάλαβα ότι εσύ πέθανες Μελινούλα μου. Ήρθε κοντά μας η γιατρός και μας είπε ότι εσύ τους ταλαιπώρησες πολύ. Ότι δεν μπορεί να καταλάβουν τι έγινε. Έπαθες πάλι ανακοπή και δεν μπορούσαν να σε επαναφέρουν. Ο παππούς σου, ήρθε στο διάδρομο. Του έκανα νόημα Μελίνα μου ότι έφυγες και αυτός έστριψε και βγήκε έξω. Δεν άντεξε. Ήρθε και ο μπαμπάς σου κοντά μας και του είπα ότι μας άφησες.
Εμείς μπήκαμε με το έτσι θέλω και τους παρακαλέσαμε να προσπαθήσουν λίγο ακόμα. Μα δεν έγινε τίποτα Μελινούλα μου, εκεί ήσουν, άψυχη πάλι και εγώ, που η δουλειά μου ήταν να σε προστατεύω και να σε έχω καλά, να μην μπορώ να σου κάνω τίποτα», ανέφερε στο γράμμα η μητέρα.
Η συνέχεια
Νομίζω ότι σε φίλησα, δεν θυμάμαι. Η γιαγιά σου καθόταν από πάνω σου πολλή ώρα, μέχρι που την έδιωξε μια γιατρός ή νοσοκόμα. Έπαθα σοκ Μελίνα μου, δεν σε αποχαιρέτισα. Μπήκα πάλι στο δωμάτιο με το μεγάλο τραπέζι. Η γιατρός μου είπε ότι κάνανε ό,τι μπορούσαν, άλλα δεν ήξερε γιατί πέθανες. Μας είπε να περιμένουμε να έρθει ο ιατροδικαστής να σε εξετάσει. Εγώ είχα τρελαθεί κορίτσι μου, σε άφησα εκεί μόνη σου. Είπα στον μπαμπά σου ότι θέλω να φύγω, θέλω να με πάει στην αδελφή σου. Δεν φώναξα, δεν έκανα τίποτα.
Μόνοέκλαιγα και ένιωθα τόσο μικρή και αδύναμη, δεν ήταν πια στα χέρια μου. Σε άφησα λοιπόν εκεί, κάτι που θα το μετανιώνω όσο ζω. Πώς μπορεί μια μαμά να αφήσει το παιδί της έτσι; Μελίνα… Πήγα στο σπίτι που ήταν η αδερφούλα σου, ξύπνησε, και με ρώτησε πού είναι η Μελίνα. Την πήρα μέσα στο δωμάτιο και της είπα ότι η Μελίνα μας πήγε στον ουρανό και ότι δεν θα μπορέσει να ξαναέρθει. Και η Έλλη μου απάντησε ότι η Μελίνα πήρε την σημαία της στον ουρανό και την έβαψε κόκκινη. Ακόμα μου φαίνεται πολύ παράξενη αυτή η απάντηση της αδελφής σου.
Σαν να το ένιωθε η αδερφούλα σου, μόνο τεσσάρων ετών και όμως, σαν να ήξερε τι μου έλεγε. Η καρδιά μου έσπασε σε χιλιάδες κομμάτια Μελίνα μου. Πώς θα συνεχίσουμε την ζωή μας χωρίς εσένα; Πώς θα μεγαλώσω την Έλλη χωρίς εσένα; Είχατε πάντα η μία την άλλη, στο σχολειό, στην παιδική χαρά, στο σπίτι, παντού και πάντα. Ξέρεις Μελίνα μου, εσύ και η Έλλη, ήσασταν για μένα σαν τον αέρα που αναπνέουμε. Έτσι ήταν και η παρουσία σας και η ύπαρξή σας κάθε μέρα.
Τι προσθέτει
«Τώρα λοιπόν, ένιωθα σα να μου κόπηκε ο αέρας, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, δεν μπορούσα να υπάρχω χωρίς εσένα. Το χειρότερο ήταν και παραμένει, ότι εγώ σε πήγα εκεί. Εγώ ήθελα να πας να βγάλεις τα κρεατάκια σου. Εγώ σου έλεγα να μην φοβάσαι. Έλεγαν πως πρέπει να πάμε στο σπίτι μας, να το ετοιμάσουμε για κηδεία. Όχι. Όχι, δεν ήθελα Μελίνα, ήθελα μόνο να έχω εσένα, ήθελα μόνο να γυρίσω το χρόνο πίσω. Μου είπαν λοιπόν να κάτσω εκεί στο άλλο σπίτι μαζί με την αδελφή σου, να πάνε να ετοιμάσουν το σπίτι μου.
Μα εγώ δεν μπορούσα να κάτσω με την Έλλη, δεν είχα τη δύναμη. Ο μπαμπάς σου ξαναπήγε αμέσως στο Ηράκλειο, μα δεν ξέρω αν πήγε κοντά σου, δε νομίζω. Ευτυχώς Μελινούλα μου, έχουμε καλούς φίλους και συγγενείς που τον βοήθησαν να βρούμε τον ιατροδικαστή μας και τους δικηγόρους μας. Σαν να ζούσα ένα κακό όνειρο, γύρισα στο σπίτι, θυμάμαι ότι ήταν ακατάστατο πολύ το σπίτι μας Μελινούλα μου, γιατί είχα αποφασίσει να περνώ καλά μαζί σας εκείνες τις μέρες.
Γιατί ήσασταν πολύ χαρούμενες και είχατε διακοπές και θυμάμαι ότι περνάγαμε πολύ καλά. Πήγαμε βόλτα οι τρεις μας στο Ηράκλειο για ψώνια και φαγητό, πήγαμε σινεμά, παίζαμε μαζί στο σπίτι. Δεν θυμάμαι πολλά, θυμάμαι ότι δεν το πίστευα, δεν ήθελα και δεν μπορούσα να το καταλάβω. Ήρθε πάρα πολύς κόσμος στο σπίτι μας εκείνη την μέρα Μελίνα μου, σου άρεσε πολύ όταν είχαμε κόσμο στο σπίτι. Είχα νεύρα, τώρα που δεν ήσουν εδώ. Ήρθαν όλοι. Γιατί δεν ήρθαν όταν ήσουν εδώ;», ανέφερε στο γράμμα η μητέρα.
Τι λέει μετά
Νύσταζα πάρα πολύ, δεν ήθελα όμως να κοιμηθώ, γιατί δεν ήθελα να ξυπνήσω την επόμενη μέρα, την ημέρα της κηδείας σου. Δεν ήθελα να κοιμηθώ και να ξυπνήσω και να μην είναι όνειρο όλο αυτό. Δεν άντεχα και ξάπλωσα μέσα στο δωμάτιό σας κοριτσάκι μου, στο φουσκωτό στρώμα που είχα εκεί για να ξαπλώνω μαζί σας και να σας διαβάζω παραμύθι κάθε βράδυ για να κοιμηθείτε. Πήρα αγκαλιά το αρκουδάκι σου. Ξύπνησα το πρωί και δεν ήταν κακό όνειρο. Ντύθηκα για την κηδεία σου.
Μελίνα μου, η εκκλησία ήταν γεμάτη. Δεν ξαναείδα ποτέ την εκκλησία με τόσο πολύ κόσμο. Εσύ ήσουν εκεί ξαπλωμένη, ακόμη δεν το πίστευα. Πίστευα ότι θα σηκωθείς, ότι θα γίνει το θαύμα. Δεν μπορεί να πέθανες έτσι εύκολα, δεν μπορεί να μην υπάρχεις πια. Σου κρατούσα το χέρι, μα δεν μου το έσφιξες, δεν με κοιτούσες, δεν μου φώναξες «μαμά». Όταν τελειώσαμε από την εκκλησιά και πήγαμε στο νεκροταφείο, πίστευα ακόμη ότι θα σηκωθείς. Όταν σε κατέβασαν στο χώμα όμως, άφησα να πάρεις μαζί σου την μισή μου καρδιά, το δικό μου κομμάτι που θα είναι πάντα δικό σου και την μισή μου ψύχη.
Ήθελα να με θάψουν μαζί σου Μελίνα, δεν σκεπτόμουν ούτε την Έλλη μας, ούτε τον μπαμπά σου. Ήθελα μόνο να ξαπλώσω διπλά σου, να μην είσαι μόνη, να σου κάνω παρέα εκεί που πας. Έμεινα όμως πίσω, μισή και θα είμαι πάντα μισή, μέχρι να σε ξανασυναντήσω. Εκείνο το βράδυ φέραμε και την αδερφούλα σου στο σπίτι. Δεν μπορούσα να την αναγνωρίσω, ήταν τόσο πληγωμένη, τόσο διαφορετική. Ήταν πάλι το σπίτι μας γεμάτο κόσμο, αλλά υπήρχε μια ησυχία.
Τι τονίζει
«Όλοι σεβάστηκαν ότι είναι η αδελφή σου εκεί, κανένας δεν φώναζε, κανένας δεν έκανε φασαρία και αυτή μόνο έπαιζε με τα παιχνίδια της, δεν σήκωσε το κεφάλι της να κοιτάξει κανέναν. Δεν ήθελε να κοιμηθεί μαζί μου, ούτε με τον μπαμπά σου, μόνο με την γιαγιά και τον παππού. Με ρώτησε πολλές φορές, πότε θα ξαναγυρίσεις, πότε θα κατέβεις από τον ουρανό. Σου έχτιζε άπειρες φορές σκάλες, με τα τουβλάκια της και τα άφηνε έξω στην αυλή για να μπορέσεις να επιστρέψεις σπίτι μας.
Μελινούλα μου, οι μέρες πέρναγαν, η γιαγιά σου έμεινε εδώ να μας βοηθήσει, εγώ κοιμόμουν πάρα πολύ, δεν είχα αντοχή να σηκωθώ από το κρεβάτι. Οι φίλοι μας όμως κοριτσάκι μου και η γιαγιά και ο παππούς σου δεν με άφησαν, με σήκωσαν από το κρεβάτι, με έβγαλαν έξω. Εγώ όμως πώς; Πώς θα περπατώ στους δρόμους εδώ που ζούμε, που κάθε μέρα περπατούσαμε μαζί; Πώς θα αντέξω να πάω οπουδήποτε χωρίς εσένα; Φοβόμουν, φοβόμουν να πάω στο σουπερ μάρκετ, φοβόμουν να πάω στις κούνιες, φοβόμουν τη στιγμή που πρέπει να πάω στο σχολειό σας με μόνο ένα παιδί.
Αρκετά γρήγορα Μελινάκι μου, μάθαμε από τον δικηγόρο μας αλλά και από την τηλεόραση ότι η αναισθησιολόγος σου όντως δεν ήταν μια απλή γιατρός. Είχε πολλά θέματα και πάλι την άφησαν να δουλέψει. Εμείς πηγαίναμε συχνά στο Ηράκλειο να συναντηθούμε με τον δικηγόρο μας, είχαμε δώσει και κατάθεση στην αστυνομία. Ο μπαμπάς σου τα έκανε όλα, με τη βοήθεια των φίλων και συγγενών. Έμενα με άφησε πίσω, για να μην με ταλαιπωρεί. Μας είπε ο δικηγόρος ότι η δίκη μπορεί να γίνει σε κανένα χρόνο», ανέφερε στο γράμμα η μητέρα..
Τι είναι αυτό που λέει μετέπειτα
«Πέρασαν πολλές μέρες και η γιαγιά σου έπρεπε να επιστρέψει να πάει στον παππού σου. Ήταν γι ́ αυτόν πολύ δύσκολο να το περάσει όλο αυτό μόνος του. Έφυγε λοιπόν η μανούλα μου, έχοντας χάσει την εγγονή της, αλλά και την κόρη που ήξερε πάντα. Γιατί εγώ Μελινάκι μου, δεν θα μπορέσω ποτέ ξανά να γίνω όπως παλιά. Μου πήραν ό,τι πιο πολύτιμο είχα, εσένα. Σε πήραν από μένα μακριά και εγώ θα είμαι πάντα μισή. Γελώ Μελίνα μου τώρα, μπορώ πάλι και γελώ και περνώ καλά και ας μην είσαι εδώ.
Βλέπεις, είμαι υποχρεωμένη να το κάνω αυτό, γιατί η Έλλη πρέπει να μεγαλώσει με μια χαρούμενη μαμά, έτσι δεν είναι; Το βράδυ που έφυγε λοιπόν η γιαγιά σου, με κοίταξε η Έλλη στα μάτια μετά από τόσο καιρό και μου είπε: «μαμά, τώρα μείναμε οι δυο μας». Η Έλλη φοβόταν, μάλλον δεν μου είχε εμπιστοσύνη, δεν ένιωθε ασφάλεια μαζί μου. Την πήρα μια μεγάλη αγκαλιά και της είπα ότι τώρα είμαστε οι δυο μας και θα τα πάμε πολύ καλά εμείς οι δύο. Μέσα μου δεν το πίστευα ακόμα, δεν ήθελα και δεν μπορούσα.
Το μόνο που είχαμε πει Μελίνα μου με τον μπαμπά σου, όταν φεύγαμε από το νοσοκομείο εκείνη την μέρα που σε αφήσαμε εκεί, ήταν ότι πρέπει να κάνουμε και άλλο παιδί. Οπότε αρκετά γρήγορα Μελινάκι μου, έμεινα έγκυος. Νομίζω ότι ο Θεός μας έστειλε αυτό το παιδί. Ήταν τόσο δύσκολη η κατάσταση στο σπίτι μας αγαπούλα μου, ήταν ψυχρή. Ο μπαμπάς σου έκλαιγε συχνά. Εκεί που καθόμασταν, απλά σηκωνόταν και έτρεχε μέσα στο δωμάτιο και έκλαιγε δυνατά, με τόσο πολύ πόνο Μελίνα μου, που το στομάχι μου κάθε φορά γινόταν ένας κόμπος», ανέφερε στο γράμμα η μητέρα.
Η συνέχεια της σκέψης της
Εγώ όμως, δεν ήθελα να τον ακούσει η αδελφή σου, αρκετό πόνο κουβαλούσε και αυτό το πλασματάκι, ας μην ανησυχήσει και για μας. Ο μπαμπάς σου προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βγάλει άκρη με το τι έγινε με εσένα κοριτσάκι μου. Μελινάκι μου δεν ήταν καθόλου εύκολο, μα έπρεπε και πρέπει, για τη ζωή σου που χάθηκε άδικα, για την ψυχή σου και για της αδελφής σου. Ήταν «μεγάλα κεφάλια» μπλεγμένα σε όλο αυτό και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μην τα καταφέρουμε.
Κρύψανε τον φάκελο σου, πήραν τα πλακάκια σου που έπρεπε να εξετάσει η ιατροδικαστής σου και τα πήγανε στην Αθήνα. Καθυστερούσαν πάρα πολύ να κάνουν την ΕΔΕ, που κανονικά πρέπει να γίνει αμέσως. Βρίσκαμε παντού εμπόδια, αλλά ο μπαμπάς σου με την βοήθεια πάντα από τους άλλους, έκανε τα πάντα για να ρίξει αυτά τα εμπόδια. Η Έλλη μας ήταν σε μεγάλο σοκ, δεν είχε κλάψει για σένα ακόμα, άργησε πολύ να κλάψει. Ούτε γελούσε από την καρδιά της. Ρωτούσε συνέχεια για σένα, πότε θα γυρίσεις, τι κάνεις εκεί στον ουρανό, αν έχεις παρέα εκεί.
Ήταν ανέκφραστη, σοκαρισμένη. Μέχρι που πέρασε ο καιρός, σχεδόν ένας χρόνος, με πολλά προβλήματα Μελινούλα μου. Μου έλεγαν πως η συμπεριφορά της δεν είναι πολύ καλή. Περίπου ένα χρόνο μετά, όταν γεννήθηκε και η αδελφή σας, η Ανδριάνα, τότε η Έλλη ξέσπασε λίγο, άρχισε να γελάει και πάλι. Βλέπεις, η Έλλη έκρυβε μια τεράστια δύναμη μέσα της και ακόμα την έχει. Η αδελφή σου η Ανδριάνα όταν γεννήθηκε, ήταν ίδια με εσένα Μελίνα μου. Σαν να ξαναγύρισες.
Τι άλλο προσθέτει
«Τα μαλλάκια της, το χρώμα της, το κλάμα της. Όταν μου την έφεραν, κοιταχτήκαμε με τον μπαμπά σου και δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, σαν να σε κρατούσαμε ξανά. Μεγαλώνοντας, το χρώμα των μαλλιών της άλλαξε, αλλά δεν παύει και πάλι να σου μοιάζει πολύ. Πολλές φορές νομίζω ότι βλέπω και ακούω εσένα, αλλά είναι η Ανδριάνα. Μας δίνει πολύ χαρά και στους τρεις μας, είμαστε πλέον σίγουροι ότι ο Θεός μας την έστειλε για να αντέξουμε, για να αντέξει η Έλλη. Δεν περνά μια μέρα χωρίς να ρωτήσει η Έλλη για σένα, αν κάνεις και εσύ μάθημα στον ουρανό, αν πας στο χορό, αν είσαι καλά, αν ήθελες να πας εκεί ψηλά και γιατί πήγες χωρίς αυτήν.
Σου ξαναείπα Μελίνα μου ότι η δύναμή της είναι τεράστια, αλλά και η ευαισθησία της. Την λυπάμαι τόσο πολύ, πονάω τόσο πολύ αλλά προσπαθώ να μην της το δείξω. Δυστυχώς και η Έλλη έχασε την μαμά που ήξερε κάποτε. Δεν έβαζα να ακούμε μουσική, δεν χόρευα, δεν γελούσα. Τώρα Μελινάκι μου, ακούω πάλι μουσική, εκτός από τρία τραγούδια που δεν ξανάκουσα από την ημέρα που έφυγες, τα τρία αγαπημένα σου. Πέρασαν τόσα Χριστούγεννα, μας έπιανε πολύ άγχος με τον μπαμπά σου στις γιορτές.
Ευτυχώς ήρθε η αδελφή σου η Ανδριάνα στον κόσμο, πριν τις πρώτες γιορτές χωρίς εσένα. Έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας με τον μπαμπά σου να περάσει η Έλλη χαρούμενα Χριστούγεννα. Νομίζω ότι τα καταφέραμε κορίτσι μου. Αλλά κάθε χρόνο, όταν έρχονται οι γιορτές, εμένα με πιάνει ένα μεγάλος κόμπος στο στομάχι. Κάθε χρόνο έκανα για σένα μνημόσυνο, αλλά μόνη μου ή με δυο-τρία άτομα. Ούτε ο μπαμπάς σου δεν ερχόταν κάθε χρόνο», ανέφερε στο γράμμα η μητέρα..
Μία ακόμη επισήμανσή της
Είναι τόσο βαρύ να κάνεις μνημόσυνο για το παιδί σου, είναι τόσο απίστευτο. Μου θυμίζει την κηδεία σου Μελίνα μου και έτσι μου είναι πολύ δύσκολο. Η ταλαιπωρία μας ήταν φρικτή. Δεν φτάνει που έχουμε μείνει με αυτό το πένθος, με τον πόνο, έπρεπε και να κυνηγήσουμε τόσα χρόνια το δίκιο Μελίνα μου. Ένιωθα σαν να μην άξιζε η ζωή σου τίποτα. Κανένας δεν μπορούσε να βγάλει άκρη με αυτά τα «μεγάλα κεφάλια». Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2018, ήταν κρυμμένος ο φάκελός σου, η ΕΔΕ. Ένας πολιτικός μας βοήθησε και τον πήρε τον φάκελο και μας τον έστειλε.
Υπήρχαν όμως δυο τέτοιοι φάκελοι, με διαφορετικές ημερομηνίες. Εκεί μέσα έγραφε ξεκάθαρα ότι η αναισθησιολόγος σου είχε ευθύνη για τον θάνατό σου. Εμείς περιμέναμε δυο ολόκληρα χρόνια για να μας τον στείλουν. Γιατί; Με έπιασε μια άσχημη κρίση Μελινάκι μου, ήθελα να το αφήσουμε, ένιωσα ότι δεν θα βγάλουμε άκρη, ότι κανένας δεν θα μας βοηθήσει. Ένιωσα μικρή, ένιωθα πάλι ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για σένα, ούτε για την ψυχή σου, ούτε για την μνήμη σου.
Τον Ιανουάριο του 2019 ολοκληρώθηκε η έρευνα από τον εισαγγελέα στα δικαστήρια που και σε αυτήν την έρευνα έριξαν τις ευθύνες στην δια. Εμείς πάλι Μελίνα μου περιμέναμε, μέχρι το καλοκαίρι του 2019, επιτέλους μας έδωσαν μια ημερομηνία. Είχα πολύ άγχος, κάναμε τόσο πολύ υπομονή τόσα χρόνια, ας κάνουμε λίγο ακόμα, είπαμε. Πήγαμε, με το… σταυρό στο χέρι που λένε, ξέραμε πως θα γίνει δικαστήριο. Όμως δεν ήρθε! Μελινάκι μου, ντρέπομαι που αυτή η γυναίκα είναι άνθρωπος και ακόμα χειρότερα γιατρός.
Τι επιπλέον αναφέρει
«Άλλη ημερομηνία πάλι, τον Ιανουάριο μας είπαν. Είπα στον μπαμπά σου ότι δεν αντέχω να περιμένω άλλο. Πάει, τελείωσε η υπομονή. Δεν ήρθε ούτε τον Ιανουάριο και η απογοήτευσή μας ήταν τεράστια. Ευτυχώς το δικαστήριο είπε ότι δεν μπορεί να πάρει άλλη αναβολή. Δεν υπήρχαν όμως ημερομηνίες και έτσι έπρεπε να περιμένουμε για άλλους 8 μήνες. Η Έλλη έχει μεγαλώσει τώρα Μελινάκι μου, εμείς τόσα χρόνια δεν λέγαμε λεπτομέρειες για τον τρόπο που έφυγες, πώς σου πήρε αυτή η γυναίκα την ζωή.
Έπρεπε τώρα να της μιλήσω, γιατί τα άλλα παιδιά στο σχολειό ήξεραν, άκουσαν από τους μεγάλους. Έτσι έκατσα με την καημένη την Έλλη και της εξήγησα τι έγινε και τι γινόταν τόσα χρόνια και τι μας περιμένει από ́δω και πέρα. Το Σεπτέμβριο λοιπόν, ήρθε η γιατρός. Δεν μου αρέσει να την λέω γιατρό. Νομίζω ότι δεν της αξίζει να την λένε ούτε κυρία, ούτε γιατρό. Από το Σεπτέμβριο λοιπόν μέχρι και σήμερα, έχουμε πάει πέντε φορές στο δικαστήριο.
Πέντε φορές και ανέβηκαν εκεί πάνω από περίπου 17 άτομα. Όλοι γιατροί, εκτός από μένα και τον μπαμπά σου. Εγώ Μελινούλα μου δεν μπόρεσα να πω αυτά που ήθελα. Δεν με άφησε ο πόνος μου, δεν με άφησε η παρουσία της αναισθησιολόγου που καθόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά μου. Οι γιατροί λοιπόν, όλοι όσοι ήταν εκεί μέσα εκείνη την μέρα Μελίνα μου, δεν είπαν τίποτα. Ούτε από το άλλο νοσοκομείο. Έχω πέσει τόσες φορές από τα σύννεφα αυτές τις πέντε φορές που πήγα και τους άκουσα», ανέφερε στο γράμμα η μητέρα.
Το τέλος του γράμματος…
Μελίνα μου, γι ́ αυτούς μάλλον, η ζωή σου δεν άξιζε τίποτα απολύτως. Αν άξιζε και αν ήταν άνθρωποι, θα μου έλεγαν. Θα έλεγαν στο δικαστήριο που έχουν δώσει και όρκο. Όποτε κοριτσάκι μου δεν τους βόλευαν οι ερωτήσεις, έλεγαν πως δεν ξέρουν, πως δεν άκουσαν, πως δεν είδαν.
Ξέρεις Μελίνα μου, όλο αυτό που συμβαίνει, μου φαίνεται πολλές φορές σαν ψέμα, σαν να βλέπω μια ταινία. Ήρθαν και γιατροί από την Αθήνα και αυτές επίσης δεν ήξεραν, δεν ήταν εκεί εκείνη την μέρα βέβαια, αλλά τόσος κόπος, να κάνουν ολόκληρο ταξίδι, για να πουν τι;
Και εκεί με έπιασε ένα δυνατό συναίσθημα ανασφάλειας. Αυτές οι γυναίκες ήρθαν από καλά νοσοκομεία, αν χρειαστούμε να επισκεφτούμε νοσοκομείο, πολύ πιθανό να είναι εκεί. Μα πώς να εμπιστευτεί ο κόσμος τέτοιους γιατρούς; Το άλλο κοριτσάκι μου γλυκό που με προβληματίζει πολύ, μα πάρα πολύ, είναι ότι κανένας και καμία αναισθησιολόγος δεν ήθελε να έρθει στο δικό σου δικαστήριο για να μας υποστηρίξει. Είτε δουλεύουν ακόμα, είτε έχουν πάρει σύνταξη. Δεν μπορούν λέει για ηθικούς λογούς.
Για ποια ηθική μιλάμε τώρα; Δεν ξέρω κορίτσι μου. Ξέρω μόνο ότι έχω απελπιστεί εντελώς από όλους τους γιατρούς που ήρθαν και δεν ήρθαν. Έχοντας χάσει την ελπίδα μου γι ́ αυτό τον κόσμο, για τους ανθρώπους που εμπιστευόμαστε τη ζωή μας. Και αναρωτιέμαι ψυχή μου όμορφη, πώς αυτοί οι άνθρωποι κοιμούνται τα βράδια, ξέροντας πως ένα πανέμορφο και αθώο αγγελάκι, έφυγε από κοντά μας, ξέροντας ακριβώς τι έγινε στις 28 Δεκέμβριου του 2015. Ξέρουν και θυμούνται και εύχομαι να θυμούνται για μια ολόκληρη ζωή. Μελίνα μου, να είναι το πανέμορφο, υπέροχο προσωπάκι σου, το τελευταίο πράγμα που θα βλέπουν κάθε βράδυ, πριν κοιμηθούν…», καταλήγει το σπαρακτικό γράμμα.
Όταν η Αλεξάνδρα Χοροζίδου – Τσανακτσίδου παραλάμβανε, την περασμένη Δευτέρα, το πτυχίο της με άριστα, από το Τμήμα της Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η αίθουσα τελετών «σείστηκε» από τα χειροκροτήματα και τις επευφημίες των 9 παιδιών της, που έβλεπαν, γεμάτα περηφάνια, τη μητέρα τους να πετυχαίνει ακόμη έναν στόχο της.
Η Ανθή, η Μαρία, ο Γιώργος, η Μυρτώ, ο Άγγελος, ο Παύλος, ο Παΐσιος, ο Κωνσταντίνος και η μόλις δυόμιση ετών Ελισάβετ είναι τα παιδιά της Αλεξάνδρας Χοροζίδου – Τσανακτσίδου, που στα 41 της χρόνια εκτός από πολύτεκνη μητέρα είναι και πτυχιούχος εις …διπλούν, αφού είχε προηγηθεί το πτυχίο της στο Τμήμα Φυσικοθεραπείας του Α.Τ.Ε.Ι.Θ.). «Δεν άσκησα το πρώτο επάγγελμα -είχα να μεγαλώσω παιδιά, αλλά, τώρα, πιστεύω πως ήρθε η στιγμή να κάνω όνειρο την αγάπη μου για την ιστορία. Ωστόσο η μητρότητα προηγείται! Αυτό δεν αλλάζει», τονίζει η 41χρονη μητέρα, η οποία αποφάσισε να μπει στο Πανεπιστήμιο, όταν είχε ήδη 7 παιδιά. «Άρχισα να ασχολούμαι έντονα με την ιστορία, με το ζήτημα του Μακεδονικού Αγώνα. Ξεκίνησα κάποιες μελέτες και καταγραφές μαρτυρίων από τη μεριά της μητέρας, που κατάγεται από την περιοχή της Καστοριάς, με αποτέλεσμα να γράψω το βιβλίο “Στις φλόγες του Αη Λια”, που εκδόθηκε φέτος», λέει.
Η είδηση της εισαγωγής της στο Πανεπιστήμιο τη βρήκε έχοντας στην αγκαλιά της το όγδοο παιδί της, σε ηλικία μόλις δύο μηνών. «Ο Κωνσταντίνος και η Ελισάβετ ουσιαστικά ήρθαν στη ζωή ενώ ήμουν φοιτήτρια», λέει και συμπληρώνει πως «κατά κάποιον τρόπο, το λοκντάουν και ο κορονοϊός με βοήθησαν να μην λείπω από το σπίτι, να διαβάζω και να παρακολουθώ μαθήματα διαδικτυακά».
Στην ερώτηση, αν οι συμφοιτητές και οι καθηγητές της γνώριζαν ότι είναι πολύτεκνη μητέρα, λέει πως ποτέ δεν επιδίωξε να το μάθουν. «Ίσως κάποιοι γνώριζαν, αλλά μόνο στο τέλος των σπουδών μαθεύτηκε ότι είμαι μητέρα 9 παιδιών. Δεν το “φώναξα”, επειδή δεν ήθελα ειδική μεταχείριση από τους καθηγητές», εξηγεί.
Η Αλεξάνδρα Χοροζίδου – Τσανακτσίδου δεν έβαλε τελεία στον κύκλο σπουδών της με την απόκτηση του δεύτερου πτυχίου, αφού έχει ήδη ξεκινήσει μια νέα προσπάθεια. «Παρακολουθώ εκπαίδευση στο Personal and Executive Coaching, μέσω του οργανισμού ΙCF International Coaching Federation. Στοχεύω να ειδικευτώ ως parent coach – προσωπικός σύμβουλος για γυναίκες και μητέρες», αναφέρει χαρακτηριστικά.
«Το θαύμα εντός μου – Μέρες εγκυμοσύνης»
Στην Αλεξάνδρα δεν αρέσουν οι ερωτήσεις τύπου: «πώς είναι να έχεις πολλά παιδιά;». Το θεωρεί φυσιολογικό, επισημαίνοντας, ωστόσο, πως θα πρέπει να υπάρχει κι ένας καλός σύζυγος και πατέρας, σύντροφος, που να ξέρει και να θέλει να μεγαλώνει παιδιά. «Με τον σύζυγό μου, τον Τιμόθεο Τσανακτσίδη, είμαστε μαζί από 18 χρονών. Έχουμε ευλογηθεί να κάνουμε παιδιά. Έχω γράψει βιβλίο – ημερολόγιο μιας εγκυμοσύνης με τίτλο “Το θαύμα εντός μου” (εκδόσεις Ελληνοεκδοτική), όπου μοιράζομαι με τους αναγνώστες την πορεία της εγκυμοσύνης», λέει
«Όταν ξεκίνησα για πρώτη φορά αυτό το ταξίδι, δεν ήξερα τι ακριβώς θα μου επιφύλασσε. Τη δεύτερη, την τρίτη… την όγδοη φορά ήμουν πιο έμπειρη. Κάθε εγκυμοσύνη είναι τόσο ιδιαίτερη, τόσο συναρπαστική. Χαρίζει βιώματα και συγκινήσεις, πληρότητα στην ψυχή μου, ευλογία στην οικογένειά μας», διαβάζουμε στο βιβλίο της.
Στην ερώτηση, τι θα απαντούσε στους νέους, που φοβούνται να κάνουν έστω ένα παιδί, υπό το άγχος της οικονομικής και ηθικής ευθύνης, η πολύτεκνη μητέρα απαντάει: «Καταρχάς πρέπει να υπάρχει συμφωνία μέσα σ’ ένα αγαπημένο ζευγάρι. Και το κύριο: μια συμπονετική αγάπη. Τότε, όλα γίνονται! Αγαπάμε τα παιδιά και νιώθουμε ευτυχισμένοι, μεγαλώνοντάς τα! Το παιδί, τα παιδιά, είναι ευλογία του Θεού. Αυτό το πιστεύουμε ακράδαντα- εγώ και ο άνδρας μου!».
Ρωτάμε επίσης, αν μέσα σε μια πολύτεκνη οικογένεια τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται πιο επικοινωνιακά, με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση και ντομπροσύνη και η Αλεξάνδρα Χοροζίδου απαντά πως αυτό έχει να κάνει με τους γονείς και τη στάση τους απέναντι στη ζωή. «Όλα εξαρτώνται από εμάς, τους γονείς, πώς θα διαχειριστούμε το θέμα της παιδείας, της εκπαίδευσης και της αγωγής. Βλέπω πως τα παιδιά μας δείχνουν ανοχή, κατανόηση και ενσυναίσθηση, και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό».
Μια μεγάλη κατσαρόλα γεμάτη αγάπη
Η Αλεξάνδρα Χοροζίδου- Τσανακτσίδου κατάφερε να μην επιβαρύνει τα παιδιά της με τις δραστηριότητες της. «Τα βιβλία που γράφω και οι σπουδές μου δεν είναι …αναγκαστική εργασία, είναι τα ενδιαφέροντά μου. Γι’ αυτό, αν η μεγαλύτερη κόρη μου, με δική της πρωτοβουλία και θέληση φτιάξει μια μέρα μια κατσαρόλα φαγητού, της λέμε όλοι ένα μεγάλο ευχαριστώ και δεν ζητάμε να επαναληφθεί! Η ίδια θα αποφασίσει…».
Στη δε επισήμανσή μας πως «κι όμως, να ταΐσεις 9 παιδιά είναι ένα καθημερινό ζήτημα», σχολιάζει: «Πράγματι. Η μικρότερη κατσαρόλα που χρειαζόμαστε, είναι αυτή των οχτώ λίτρων και μόνο για ένα γεύμα! Αλλά η πιο κατάλληλη κατσαρόλα για να χορτάσει μια οικογένεια, είναι αυτή, στην οποία ανακατεύουμε το φαγητό με μπόλικη αγάπη!».
Λένε ότι ποτέ δεν είναι αργά για να κυνηγήσεις τα όνειρά σου και ευτυχώς, υπάρχουν άτομα όπως η Κική Αβραμίδου από την Κατερίνη που μας το αποδεικνύουν με τις πράξεις τους. Η 40χρονη είναι μαμά 6 παιδιών, ηλικίας 6 έως 18 ετών και όχι μόνο τελείωσε το εσπερινό ΕΠΑΛ, αλλά πέτυχε και την εισαγωγή της στη σχολή που ήθελε: την Ιατρική Αθηνών.
Σε συνέντευξή της στο Ράδιο Ενημέρωση η χαρούμενη επιτυχούσα είπε:
«Δεν νομίζω ότι έχω επιτύχει κάτι σημαντικό – θεωρώ ότι η συνέχεια θα είναι δυσκολότερη. Εργαζόμουν το πρωί, το μεσημέρι με τις ανειλημμένες υποχρεώσεις μιας νοικοκυράς και το βράδυ σχολείο και μετά διάβασμα.
Παρ’ όλα αυτά είχα καταξιωμένους ανθρώπους δίπλα μου, όλους αυτούς τους εκπαιδευτικούς που πραγματικά τους είμαι υποχρεωμένη, γιατί χωρίς να κάνω ιδιαίτερα μαθήματα, άλλωστε δεν υπήρχε χρόνος γι αυτά, με στήριξαν πάρα πολύ κυρίως ψυχολογικά παρά εκπαιδευτικά, γιατί όπως καταλαβαίνετε εμείς οι μεγάλοι άνθρωποι χρειαζόμαστε περισσότερη ψυχολογική υποστήριξη λόγω των πολλών υποχρεώσεών μας.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα την καθηγήτρια μου κυρία Πλάτσα – που ήταν ο φύλακας άγγελός μου αλλά και όλων των συμμαθητών μου, γιατί αφιέρωσε χρόνο από τη ζωή της για να μας στηρίξει όλους. Είναι παράδειγμα προς μίμηση, είναι και αυτή πολύτεκνη μητέρα με πολλές υποχρεώσεις.»
Στη συνέχεια τόνισε ότι έχει την αμέριστη υποστήριξη του συζύγου της, ενώ όταν ρωτήθηκε για τις οικογενειακές της υποχρεώσεις είπε ότι θα επιστρετεύσει παππούδες και θα τα καταφέρει. Στο τέλος, αστειεύτηκε λέγοντας ότι: «Ελάχιστες ώρες ύπνου είναι το φυσιολογικό για μένα, δεν θα έχω κάποιο πρόβλημα».