Μία 54χρονη γυναίκα, μητέρα τριών παιδιών, άφησε την τελευταία της πνοή από εγκεφαλική αιμορραγία στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο της Κρήτης, όμως έδωσε ζωή σε άλλους τέσσερις ανθρώπους.
Οι γιατροί έδωσαν ολονύχτια μάχη για τη λήψη οργάνων από την 54χρονη δότρια και τελικά, λήφθηκαν οι νεφροί, το ήπαρ και οι κερατοειδείς. Οι νεφροί μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Νοσοκομείο “Ευαγγελισμός”, το ήπαρ στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, ενώ οι κερατοειδείς έμειναν στο ΠΑΓΝΗ.
Πρόκειται για το δεύτερο περιστατικό σε μια βδομάδα, με μια γυναίκα, 52 χρονών, να έχει προηγηθεί νωρίτερα. Συνολικά σε ΠΑΓΝΗ και Βενιζέλειο είναι η τέταρτη δωρεά μέσα σε έναν μήνα.
Ανάμεσα στις τέσσερις δωρεές που έχουν γίνει σε ΠΑΓΝΗ και Βενιζέλειο μέσα σε ένα μόλις μήνα συμπεριλαμβάνεται και αυτή του 70χρονου ιερέα στη Σητεία.
Η κ. Παναγιώτα, μητέρα του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβαζ, μίλησε για τα πρώτα της συναισθήματα μετά τη σύλληψη δύο υπόπτων για τη δολοφονία του.
Όπως έγινε γνωστό η Αστυνομία προχώρησε σε δύο συλλήψεις για την δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ.
Πρόκειται για δύο αδέρφια 40 και 48 ετών γνωστά στις Αρχές που έχουν απασχολήσει στο παρελθόν για διάφορες υποθέσεις όπως εκβιασμούς και ληστείες.
Συγκλονίζει η μητέρα του Γιώργου Καραϊβάζ απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου :«Πώς να είμαι κορίτσι μου πώς να είμαι, από τη μέρα που το άκουσα… Αυτό το περίμενα 2 χρόνια. Αλλά εμένα με ενδιαφέρει περισσότερο να βρεθεί ο εντολέας. Αυτός με ενδιαφέρει περισσότερο, τον εντολέα θέλω να βρούνε».
Για το αν νιώθει κάποια δικαίωση: «Σίγουρα, σίγουρα. Αύριο το πρωί θα πάω να του τα πω του παιδιού μου. Πρωί πρωί θα πάω να του τα πω, να ησυχάσει η ψυχούλα του. Έχω ακούσει ότι είναι στα ίχνη άλλων δύο δραστών από την τηλεόραση.
Εγώ τι να πω; Δεν ξέρω τι γινόταν εκεί κάτω. Εγώ ήμουν εδώ πέρα, το παιδί μου ήταν κάτω δεν ήξερα κάτι εγώ, δεν μου έλεγε τίποτα το παιδί μου, μου έλεγε «μαμά, όλα καλά». Δεν μου έλεγε τίποτα. Ένα πράγμα ξέρω εγώ. Ότι το παιδί μου ήταν το όνειρό του η δημοσιογραφία και δεν το αφήσανε τα πραγματοποιήσει το όνειρό του μέχρι το τέλος του. Αχ τι άλλο να πω, δεν ξέρω τίποτα άλλο».
«Θέλω τον εντολέα»
«Μα φυσικά θέλω να μάθω αλλά θέλω τον εντολέα, να μάθω γιατί το έκανε. Από τον εντολέα θέλω. Μόνο από αυτόν θεώ να μάθω τι έγινε και για ποιον λόγο το έκανε αυτό στο παιδί μου.
Σίγουρα θα απαλύνει τον πόνο μου. Θα ξέρω. Και μετά ας κλείσω τα μάτια μου και να πάω κοντά στο παιδί μου, δεν θέλω τίποτα άλλο. Το ξέρω που με βλέπει το παιδί μου, το ξέρω και το αισθάνομαι ότι είναι κοντά μου τώρα»
«Να ανάβεις το καντηλάκι μου»
«Πολλές φορές, αλλά δεν μου λέει τίποτα. Το μόνο που μου λέει είναι μαμά να είσαι καλά. Να ανάβεις το καντηλάκι μου, θέλω να φεύγεις χαρούμενη. Η κόρη μου έχει ενημερωθεί για την εξέλιξη αλλά τι να μου πει; Αυτό θέλει και εκείνη».
Ήταν 3 Φεβρουαρίου του 2006 όταν η εξαφάνιση ενός ανήλικου αγοριού, του Άλεξ, «πάγωνε» το πανελλήνιο και έστρεφε τα βλέμματα στη Βέροια. Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσε η κοινή γνώμη τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση.
Έρευνες επί ερευνών, σενάρια επί σεναρίων και ατελείωτες ώρες τηλεοπτικού χρόνου από ειδικούς και… άσχετους που προσπαθούσαν να δώσουν απαντήσεις στο μυστήριο της εξαφάνισης και του θανάτου του 11χρονου Άλεξ Μεσχισβίλι. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, το μυστήριο παραμένει άλυτο, μια και η σορός του άτυχου παιδιού δεν έχει βρεθεί και η μητέρα του δεν έχει μνήμα για να κλάψει, να ανάψει ένα κερί.
Η «Espresso» βρέθηκε στη Βέροια και συνάντησε τη Νατέλα Ιντσουαϊντσε, που ήρθε το 1999 από τη Γεωργία στη Βέροια για να ξεφύγει από την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας της και να προσφέρει ένα καλύτερο μέλλον στο παιδί της.
«Για μένα είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα
Ο χρόνος έχει σταματήσει στο 2006. Σε εκείνο το βράδυ που ο Άλεξ δεν γύρισε σπίτι. Αν και για κάποιους έχει κλείσει, για μένα είναι ακόμη ανοιχτή, καθώς δεν έχω μάθει την αλήθεια. Δεν έχω βρει ακόμη το παιδί μου» λέει η Νατέλα και συνεχίζει: «Απλώς περιμένω. Ελπίζω κάποια στιγμή οι εμπλεκόμενοι να μου πουν που βρίσκεται ο γιος μου. Γιατί όλοι ξέρουν, αλλά σιωπούν. Εγώ όμως είμαι πάντα εδώ, για τους θυμίζω τι έγινε. Για να μην ξεχάσουν. Γιατί εγώ δεν ξεχνώ«.
«Ακόμη και σήμερα δεν έχουν πει όλη την αλήθεια και όχι μόνο δεν έχουν ζητήσει συγγνώμη, αλλά μιλούν και άσχημα για μένα. Μόνο ο Βορειοηπειρώτης ζήτησε ένα στοιχειώδες συγγνώμη. Τουλάχιστον διαφοροποιήθηκε από τους υπόλοιπους- έστω και ελάχιστα» σημειώνει η μητέρα του Άλεξ και συνεχίζει: «Ακόμα και σήμερα η αστυνομία δεν έχει ερευνήσει το σπίτι του παππού. Κανείς δεν έχει ψάξει την αυλή του. Εάν ήταν το παιδί κάποιου ισχυρού, θα είχε σηκωθεί ελικόπτερο από το πρώτο λεπτό».
Το χρονικό της υπόθεσης
Ο μαθητής Άλεξ Μεσχισβίλι 11 χρόνων από τη Γεωργία, που ζούσε με τη μητέρα και τον πατριό του στη Βέροια, εξαφανίστηκε την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2006 μεταξύ 7-8 το απόγευμα, από την περιοχή Ελιάς – Ανοίξεως Βέροιας. Εκεί τον είδαν για τελευταία φορά φίλοι και συμμαθητές. Έφυγε από την προπόνηση του μπάσκετ στο κλειστό γυμναστήριο της Ελιάς και προορισμός του ήταν το πρακτορείο ΟΠΑΠ του πατριού του. Στη συνέχεια, θα πήγαινε στο μάθημα ζωγραφικής στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.
Οι έρευνες της εκπομπής έδειξαν ότι ο μικρός εκείνη την χρονική περίοδο ήταν προβληματισμένος από την απόρριψη κάποιων συμμαθητών, που έφτανε πολλές φορές και στον ξυλοδαρμό του. Ήταν στην ουσία μία από τις πρώτες υποθέσεις παιδικού bullying που έγινε γνωστή από το «Τούνελ» με τα πλέον τραγικά αποτελέσματα.
Σαράντα μέρες μετά την εξαφάνιση, η Αγγελική Νικολούλη σε έρευνά της στη Βέροια, εδραίωσε με μαρτυρίες την δράση της παρέας των αδίστακτων ανηλίκων εναντίον άλλων αδύναμων. Εντόπισε τον ένα από τους πέντε «σκληρούς» μαθητές και κατάλαβε από το διάλογο που είχαν, ότι τα παιδιά ευθύνονται για την εξαφάνιση του άτυχου Άλεξ. Ενημέρωσε αμέσως την Ασφάλεια της πόλης, αλλά η εκδοχή της δημοσιογράφου θεωρήθηκε από τον τότε διοικητή ακραία, με αποτέλεσμα να μην ερευνηθεί και να χαθεί πολύτιμος χρόνος σε λάθος έρευνες.
Την ομάδα της βίας αποτελούσαν δύο Ελληνόπουλα αδέλφια, ένας Αλβανός, ένας Βορειοηπειρώτης και ένας Ρουμάνος. Οι ηλικίες τους τότε, από 11 έως 13 χρόνων. Τα πέντε παιδιά αργότερα ομολόγησαν τον θανάσιμο τραυματισμό του μαθητή. Το δεύτερο καίριο λάθος των Αρχών ήταν ότι δεν τα κράτησαν μακριά από το περιβάλλον τους, με τη βοήθεια του Εισαγγελέα ανηλίκων και ειδικών ψυχολόγων, μέχρι να βρεθεί η σορός του μικρού Άλεξ. Αποτέλεσμα το δασκάλεμά τους από γονείς και νομικούς. Το ένα μετά το άλλο, τα τρία από τα πέντε παιδιά ανακάλεσαν τις καταθέσεις τους και ισχυρίστηκαν ότι είπαν ψέματα στις Αρχές.
Άπλετο φως από την έρευνα του «Τούνελ»
Η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη είχε μιλήσει με κατοίκους, εκπαιδευτικούς, με φίλους και συμμαθητές του Άλεξ και είχε ακολουθήσει όλες τις πιθανές διαδρομές του μαθητή εκείνη τη μοιραία νύχτα. Πραγματοποίησε έρευνα στη Γερμανία και στην Γεωργία όπου πίστευαν οι αστυνομικοί ότι έχει οδηγηθεί ο Άλεξ. Βρήκε τον θείο του στη Γερμανία, τη γιαγιά και τον πατέρα στη Γεωργία και απέδειξε ότι το παιδί δεν είχε μεταφερθεί στις συγκεκριμένες χώρες. Μετά από αυτήν την εξέλιξη οδήγησε πάλι την έρευνα στην πλατεία της Βέροιας όπου εθεάθη για τελευταία φορά ο Άλεξ και τότε βρέθηκε η άκρη. Υπάλληλος φροντιστηρίου αποκάλυψε ότι το βράδυ εκείνο η παιδική συμμορία την είχε ενοχλήσει και απειλήσει. Προέκυψε δηλαδή ότι τα παιδιά της βίαιης ομάδας είχαν κινηθεί εκείνη την μοιραία νύχτα στον δρόμο που θα ακολουθούσε ο Άλεξ. Και όμως το γεγονός αυτό το είχε αποκρύψει το ένα ελληνόπουλο από την Αγγελική Νικολούλη που τον ρώτησε σχετικά. Μετά την μαρτυρία της υπαλλήλου η δημοσιογράφος επέμενε στην έρευνά της. Ταξίδευε αιφνιδιαστικά στη Βέροια και έβρισκε τα παιδιά και μάρτυρες
Σοκ προκάλεσε η αποκάλυψη φίλης της οικογένειας των Ελλήνων
Η γυναίκα τη νύχτα που χτυπήθηκε θανάσιμα ο Άλεξ από την παιδική συμμορία, βρέθηκε στο σπίτι των Ελλήνων και άκουσε το παραμιλητό του μικρότερου. Φώναζε «πέθανε το παιδί, πέθανε. Φωνάξτε τον παππού μου…» Η μητέρα και η γιαγιά των Ελλήνων που βρίσκονταν στο σπίτι, αδιαφόρησαν και δεν ανησύχησαν ούτε όταν την άλλη μέρα δημοσιοποιήθηκε ο χαμός του μικρού Άλεξ. Θεωρείται σίγουρο από το περιβάλλον τους, ότι ενημέρωσαν την ίδια νύχτα και τον παππού τους που βοήθησε τα εγγόνια του, αφού ήταν ο κηδεμόνας τους. Αποτέλεσμα η ομάδα των «σκληρών» να χωριστεί στα δύο και ο μικρός Βορειοηπειρώτης να αποκαλύψει στην Αγγελική Νικολούλη όλα όσα συνέβησαν τη νύχτα που ο Άλεξ έχασε τη ζωή του.
Το παιδί με τη βοήθεια και της δημοσιογράφου, μετοίκησε στην Αθήνα μακριά από τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας που τον τρομοκρατούσαν για να πάρει πίσω τα όσα κατέθεσε και στις Αρχές. Όπως αποκάλυψε ο βορειοηπειρώτης, ο Άλεξ τραυματίστηκε θανάσιμα μετά από ένα τσακωμό με την «παρέα» στο κέντρο της πόλης, κοντά στο Δημαρχείο. Τα παιδιά που προσπάθησαν να καλύψουν το έγκλημα, τον μετέφεραν σε ένα ακατοίκητο σπίτι και τον άφησαν αβοήθητο να πεθάνει μες στον χιονιά. Δύο μέρες μετά έβαλαν το νεκρό παιδί σε ένα καρότσι, το κάλυψαν και το μετέφεραν στο ποτάμι της Μπαρμπούτας όπου τον άφησαν. Πιθανότατα να εξαφάνισαν το πτώμα του ενήλικες από το περιβάλλον τους. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν ήταν καταιγιστικές.
Η ετυμηγορία του δικαστηρίου
Τα παιδιά κρίθηκαν ένοχα από το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων της Θεσσαλονίκης και σύμφωνα με το νόμο περί ανηλίκων, τους επιβλήθηκαν αναμορφωτικά μέτρα. Το αδίκημα που τους βάραινε ήταν το κακούργημα της μη σκοπούμενης, θανατηφόρου σωματικής βλάβης και η περιύβριση νεκρού.
Το 2011 ο παππούς των δύο Ελληνόπουλων της «σκληρής» παρέας που γνώριζε τότε τι είχε συμβεί, καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση 4 ετών και 6 μηνών, για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και για ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση. Οι γονείς των μελών της σκληρής παρέας καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών με αναστολή αφού κρίθηκαν ένοχοι από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για το αδίκημα της παραμέλησης εποπτείας ανηλίκων.
Μόνο η μητέρα του Ρουμάνου αθωώθηκε γιατί είχε ζητήσει τη βοήθεια των Αρχών για την παραβατικότητα του γιου της.
Τον Ιανουάριο του 2014, το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Βέροιας επιδίκασε στη μητέρα του Άλεξ Μεσχισβίλι , Νατέλα Ιτσουαϊτζε το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ ως αποζημίωση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από τον χαμό του μονάκριβου γιου της.
Καταδίκασε συνολικά τους 11 από τους 13 εναγόμενους, γονείς και κηδεμόνες των πέντε ανηλίκων που κρίθηκαν ένοχοι για τον θάνατο του 11χρονου Άλεξ στις 3 Φεβρουαρίου του 2006, οι οποίοι κλήθηκαν να καταβάλλουν το συγκεκριμένο ποσό. Ωστόσο απέρριψε την αγωγή για τη μητέρα του Ρουμάνου και για έναν από τους τρεις αδελφούς αναφέροντας ότι δεν έχουν αντικειμενική ευθύνη.
Τι απέγινε με την σορό του Άλεξ
Οι εμπλεκόμενοι σε αυτό το έγκλημα ανήλικοι και ενήλικες, δεν αποκάλυψαν που εξαφάνισαν την σορό του άτυχου παιδιού.
Οι εκδοχές που «κατέρρευσαν»
Κάποιοι υποστήριζαν ότι ο Άλεξ έπεσε θύμα παιδεραστίας. Άλλοι ότι τον σκότωσαν για να του αφαιρέσουν τα όργανα και κάποιες άλλες φωνές έλεγαν ότι το παιδί ζει. Όλα αυτά ερευνήθηκαν βαθιά από το «Τούνελ» από τον πρώτο καιρό της έρευνας, αλλά δεν προέκυψε κανένα στοιχείο. Τα άτομα που υποστήριζαν αυτές τις εκδοχές, κλήθηκαν από τις δικαστικές Αρχές να δώσουν τα όποια στοιχεία τους, αλλά αυτά που ισχυρίζονταν έπεσαν στο κενό.
«Όλοι ξέρουν πού είναι ο γιος μου, αλλά σιωπούν. Εγώ όμως είμαι πάντα εδώ, για να τους θυμίζω τι έγινε»
Ήταν 3 Φεβρουαρίου του 2006 όταν η εξαφάνιση ενός ανήλικου αγοριού, του Άλεξ, «πάγωνε» το πανελλήνιο και έστρεφε τα βλέμματα στη Βέροια. Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσε η κοινή γνώμη τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση.
Έρευνες επί ερευνών, σενάρια επί σεναρίων και ατελείωτες ώρες τηλεοπτικού χρόνου από ειδικούς και… άσχετους που προσπαθούσαν να δώσουν απαντήσεις στο μυστήριο της εξαφάνισης και του θανάτου του 11χρονου Άλεξ Μεσχισβίλι. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, το μυστήριο παραμένει άλυτο, μια και η σορός του άτυχου παιδιού δεν έχει βρεθεί και η μητέρα του δεν έχει μνήμα για να κλάψει, να ανάψει ένα κερί.
Η «Espresso» βρέθηκε στη Βέροια και συνάντησε τη Νατέλα Ιντσουαϊντσε, που ήρθε το 1999 από τη Γεωργία στη Βέροια για να ξεφύγει από την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας της και να προσφέρει ένα καλύτερο μέλλον στο παιδί της.
«Για μένα είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα
Ο χρόνος έχει σταματήσει στο 2006. Σε εκείνο το βράδυ που ο Άλεξ δεν γύρισε σπίτι. Αν και για κάποιους έχει κλείσει, για μένα είναι ακόμη ανοιχτή, καθώς δεν έχω μάθει την αλήθεια. Δεν έχω βρει ακόμη το παιδί μου» λέει η Νατέλα και συνεχίζει: «Απλώς περιμένω. Ελπίζω κάποια στιγμή οι εμπλεκόμενοι να μου πουν που βρίσκεται ο γιος μου. Γιατί όλοι ξέρουν, αλλά σιωπούν. Εγώ όμως είμαι πάντα εδώ, για τους θυμίζω τι έγινε. Για να μην ξεχάσουν. Γιατί εγώ δεν ξεχνώ«.
«Ακόμη και σήμερα δεν έχουν πει όλη την αλήθεια και όχι μόνο δεν έχουν ζητήσει συγγνώμη, αλλά μιλούν και άσχημα για μένα. Μόνο ο Βορειοηπειρώτης ζήτησε ένα στοιχειώδες συγγνώμη. Τουλάχιστον διαφοροποιήθηκε από τους υπόλοιπους- έστω και ελάχιστα» σημειώνει η μητέρα του Άλεξ και συνεχίζει: «Ακόμα και σήμερα η αστυνομία δεν έχει ερευνήσει το σπίτι του παππού. Κανείς δεν έχει ψάξει την αυλή του. Εάν ήταν το παιδί κάποιου ισχυρού, θα είχε σηκωθεί ελικόπτερο από το πρώτο λεπτό».
Το χρονικό της υπόθεσης
Ο μαθητής Άλεξ Μεσχισβίλι 11 χρόνων από τη Γεωργία, που ζούσε με τη μητέρα και τον πατριό του στη Βέροια, εξαφανίστηκε την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2006 μεταξύ 7-8 το απόγευμα, από την περιοχή Ελιάς – Ανοίξεως Βέροιας. Εκεί τον είδαν για τελευταία φορά φίλοι και συμμαθητές. Έφυγε από την προπόνηση του μπάσκετ στο κλειστό γυμναστήριο της Ελιάς και προορισμός του ήταν το πρακτορείο ΟΠΑΠ του πατριού του. Στη συνέχεια, θα πήγαινε στο μάθημα ζωγραφικής στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.
Οι έρευνες της εκπομπής έδειξαν ότι ο μικρός εκείνη την χρονική περίοδο ήταν προβληματισμένος από την απόρριψη κάποιων συμμαθητών, που έφτανε πολλές φορές και στον ξυλοδαρμό του. Ήταν στην ουσία μία από τις πρώτες υποθέσεις παιδικού bullying που έγινε γνωστή από το «Τούνελ» με τα πλέον τραγικά αποτελέσματα.
Σαράντα μέρες μετά την εξαφάνιση, η Αγγελική Νικολούλη σε έρευνά της στη Βέροια, εδραίωσε με μαρτυρίες την δράση της παρέας των αδίστακτων ανηλίκων εναντίον άλλων αδύναμων. Εντόπισε τον ένα από τους πέντε «σκληρούς» μαθητές και κατάλαβε από το διάλογο που είχαν, ότι τα παιδιά ευθύνονται για την εξαφάνιση του άτυχου Άλεξ. Ενημέρωσε αμέσως την Ασφάλεια της πόλης, αλλά η εκδοχή της δημοσιογράφου θεωρήθηκε από τον τότε διοικητή ακραία, με αποτέλεσμα να μην ερευνηθεί και να χαθεί πολύτιμος χρόνος σε λάθος έρευνες.
Την ομάδα της βίας αποτελούσαν δύο Ελληνόπουλα αδέλφια, ένας Αλβανός, ένας Βορειοηπειρώτης και ένας Ρουμάνος. Οι ηλικίες τους τότε, από 11 έως 13 χρόνων. Τα πέντε παιδιά αργότερα ομολόγησαν τον θανάσιμο τραυματισμό του μαθητή. Το δεύτερο καίριο λάθος των Αρχών ήταν ότι δεν τα κράτησαν μακριά από το περιβάλλον τους, με τη βοήθεια του Εισαγγελέα ανηλίκων και ειδικών ψυχολόγων, μέχρι να βρεθεί η σορός του μικρού Άλεξ. Αποτέλεσμα το δασκάλεμά τους από γονείς και νομικούς. Το ένα μετά το άλλο, τα τρία από τα πέντε παιδιά ανακάλεσαν τις καταθέσεις τους και ισχυρίστηκαν ότι είπαν ψέματα στις Αρχές.
Άπλετο φως από την έρευνα του «Τούνελ»
Η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη είχε μιλήσει με κατοίκους, εκπαιδευτικούς, με φίλους και συμμαθητές του Άλεξ και είχε ακολουθήσει όλες τις πιθανές διαδρομές του μαθητή εκείνη τη μοιραία νύχτα. Πραγματοποίησε έρευνα στη Γερμανία και στην Γεωργία όπου πίστευαν οι αστυνομικοί ότι έχει οδηγηθεί ο Άλεξ. Βρήκε τον θείο του στη Γερμανία, τη γιαγιά και τον πατέρα στη Γεωργία και απέδειξε ότι το παιδί δεν είχε μεταφερθεί στις συγκεκριμένες χώρες. Μετά από αυτήν την εξέλιξη οδήγησε πάλι την έρευνα στην πλατεία της Βέροιας όπου εθεάθη για τελευταία φορά ο Άλεξ και τότε βρέθηκε η άκρη. Υπάλληλος φροντιστηρίου αποκάλυψε ότι το βράδυ εκείνο η παιδική συμμορία την είχε ενοχλήσει και απειλήσει. Προέκυψε δηλαδή ότι τα παιδιά της βίαιης ομάδας είχαν κινηθεί εκείνη την μοιραία νύχτα στον δρόμο που θα ακολουθούσε ο Άλεξ. Και όμως το γεγονός αυτό το είχε αποκρύψει το ένα ελληνόπουλο από την Αγγελική Νικολούλη που τον ρώτησε σχετικά. Μετά την μαρτυρία της υπαλλήλου η δημοσιογράφος επέμενε στην έρευνά της. Ταξίδευε αιφνιδιαστικά στη Βέροια και έβρισκε τα παιδιά και μάρτυρες
Σοκ προκάλεσε η αποκάλυψη φίλης της οικογένειας των Ελλήνων
Η γυναίκα τη νύχτα που χτυπήθηκε θανάσιμα ο Άλεξ από την παιδική συμμορία, βρέθηκε στο σπίτι των Ελλήνων και άκουσε το παραμιλητό του μικρότερου. Φώναζε «πέθανε το παιδί, πέθανε. Φωνάξτε τον παππού μου…» Η μητέρα και η γιαγιά των Ελλήνων που βρίσκονταν στο σπίτι, αδιαφόρησαν και δεν ανησύχησαν ούτε όταν την άλλη μέρα δημοσιοποιήθηκε ο χαμός του μικρού Άλεξ. Θεωρείται σίγουρο από το περιβάλλον τους, ότι ενημέρωσαν την ίδια νύχτα και τον παππού τους που βοήθησε τα εγγόνια του, αφού ήταν ο κηδεμόνας τους. Αποτέλεσμα η ομάδα των «σκληρών» να χωριστεί στα δύο και ο μικρός Βορειοηπειρώτης να αποκαλύψει στην Αγγελική Νικολούλη όλα όσα συνέβησαν τη νύχτα που ο Άλεξ έχασε τη ζωή του.
Το παιδί με τη βοήθεια και της δημοσιογράφου, μετοίκησε στην Αθήνα μακριά από τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας που τον τρομοκρατούσαν για να πάρει πίσω τα όσα κατέθεσε και στις Αρχές. Όπως αποκάλυψε ο βορειοηπειρώτης, ο Άλεξ τραυματίστηκε θανάσιμα μετά από ένα τσακωμό με την «παρέα» στο κέντρο της πόλης, κοντά στο Δημαρχείο. Τα παιδιά που προσπάθησαν να καλύψουν το έγκλημα, τον μετέφεραν σε ένα ακατοίκητο σπίτι και τον άφησαν αβοήθητο να πεθάνει μες στον χιονιά. Δύο μέρες μετά έβαλαν το νεκρό παιδί σε ένα καρότσι, το κάλυψαν και το μετέφεραν στο ποτάμι της Μπαρμπούτας όπου τον άφησαν. Πιθανότατα να εξαφάνισαν το πτώμα του ενήλικες από το περιβάλλον τους. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν ήταν καταιγιστικές.
Η ετυμηγορία του δικαστηρίου
Τα παιδιά κρίθηκαν ένοχα από το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων της Θεσσαλονίκης και σύμφωνα με το νόμο περί ανηλίκων, τους επιβλήθηκαν αναμορφωτικά μέτρα. Το αδίκημα που τους βάραινε ήταν το κακούργημα της μη σκοπούμενης, θανατηφόρου σωματικής βλάβης και η περιύβριση νεκρού.
Το 2011 ο παππούς των δύο Ελληνόπουλων της «σκληρής» παρέας που γνώριζε τότε τι είχε συμβεί, καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση 4 ετών και 6 μηνών, για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και για ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση. Οι γονείς των μελών της σκληρής παρέας καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών με αναστολή αφού κρίθηκαν ένοχοι από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για το αδίκημα της παραμέλησης εποπτείας ανηλίκων.
Μόνο η μητέρα του Ρουμάνου αθωώθηκε γιατί είχε ζητήσει τη βοήθεια των Αρχών για την παραβατικότητα του γιου της.
Τον Ιανουάριο του 2014, το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Βέροιας επιδίκασε στη μητέρα του Άλεξ Μεσχισβίλι , Νατέλα Ιτσουαϊτζε το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ ως αποζημίωση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από τον χαμό του μονάκριβου γιου της.
Καταδίκασε συνολικά τους 11 από τους 13 εναγόμενους, γονείς και κηδεμόνες των πέντε ανηλίκων που κρίθηκαν ένοχοι για τον θάνατο του 11χρονου Άλεξ στις 3 Φεβρουαρίου του 2006, οι οποίοι κλήθηκαν να καταβάλλουν το συγκεκριμένο ποσό. Ωστόσο απέρριψε την αγωγή για τη μητέρα του Ρουμάνου και για έναν από τους τρεις αδελφούς αναφέροντας ότι δεν έχουν αντικειμενική ευθύνη.
Τι απέγινε με την σορό του Άλεξ
Οι εμπλεκόμενοι σε αυτό το έγκλημα ανήλικοι και ενήλικες, δεν αποκάλυψαν που εξαφάνισαν την σορό του άτυχου παιδιού.
Οι εκδοχές που «κατέρρευσαν»
Κάποιοι υποστήριζαν ότι ο Άλεξ έπεσε θύμα παιδεραστίας. Άλλοι ότι τον σκότωσαν για να του αφαιρέσουν τα όργανα και κάποιες άλλες φωνές έλεγαν ότι το παιδί ζει. Όλα αυτά ερευνήθηκαν βαθιά από το «Τούνελ» από τον πρώτο καιρό της έρευνας, αλλά δεν προέκυψε κανένα στοιχείο. Τα άτομα που υποστήριζαν αυτές τις εκδοχές, κλήθηκαν από τις δικαστικές Αρχές να δώσουν τα όποια στοιχεία τους, αλλά αυτά που ισχυρίζονταν έπεσαν στο κενό.
Στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1, είχε μίλησε η μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη για την αρχειοθέτηση της δικογραφίας για τον ομαδικό βιασμό της κόρης της.
«Την ημέρα που έγινε η ταφή του παιδιού, εκείνο το βράδυ έμαθα για τον βιασμό του παιδιού. Δεν ήξερα τίποτα. Απλώς, αυτή η συγκεκριμένη φίλη… μου έδωσε και τα ονόματα των βιαστών, τα δύο ονόματα των βιαστών που τα είχε βρει η Ελένη» σημείωσε σχετικά.
Η 24χρονη φίλη της είχε αναφέρει πως ένα βράδυ, κατά τη διάρκεια διασκέδασης σε νυχτερινό κέντρο στο νησί, η Ελένη γνώρισε τα εν λόγω άτομα, τη μετέφεραν στο σπίτι της και πίστευε ότι την είχαν βιντεοσκοπήσει, κατά τη διάρκεια ερωτικής συνεύρεσης. Η 24χρονη ως μάρτυρας είχε αναφερθεί στο περιστατικό της 3ης Δεκεμβρίου 2018 και είχε επισημάνει ότι η δολοφονηθείσα φοβόταν τρία άτομα που εμπλέκονταν σε μια υπόθεση βιασμού εις βάρος της. Είχε τονίσει μάλιστα ότι δεν είχε κάνει μήνυση διότι, όπως της έλεγε, φοβόταν ότι θα της κάνουν κακό.
Σύμφωνα με την οικογένεια της Ελένης Τοπαλούδη, όταν η κοπέλα πήγε να καταγγείλει το περιστατικό σε αστυνομικό τμήμα της Ρόδου, δεν είχε σωστή αντιμετώπιση από τους αστυνομικούς.
«Πήγε και κατήγγειλε στην αστυνομία και βρήκε το παιδί μου κλειστή πόρτα. Της είχαν πει να πάει να ψάξει να βρει το βίντεο! Η Ελένη δηλαδή να κάνει τον ντετέκτιβ, αν είναι δυνατόν! Αυτοί δολοφόνησαν το παιδί μου… Αν έκαναν σωστά τη δουλειά τους το παιδί μου θα ήταν ζωντανό. Βασικά, θα το έπαιρνα από αυτό το βρωμονήσι», τόνισε η μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη.
«Να ανακινηθεί από την αρχή αυτό το θέμα γιατί με καίει και με τρώει και με βασανίζει και δεν μπορεί επειδή το παιδί μου δεν είναι ζωντανό να μείνει στο συρτάρι κλεισμένο» ζήτησε η Κούλα Τοπαλούδη.
Σε ένα ξέσπασμα ψυχής η μητέρα της αδικοχαμένης Ελένης Τοπαλούδη ζήτησε να μην μειώνονται τα ισόβια, με αφορμή την εκδίκαση σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών της υπόθεσης της δολοφονίας της κόρης της.
“Η ζωή του κάθε δολοφονημένου παιδιού, που υφίσταται τα πάνδεινα μέχρι να το αποτελειώσουν, να το εξουθενώσουν και να το πετάξουν ζωντανό από τα βράχια είναι δεκαέξι χρόνια και δεν ξέρουμε αν εκτίσουν αυτή την ποινή”, είπε η Κυριακή Τοπαλούδη.
Αιτία για το ξέσπασμα της Κυριακής Τοπαλούδη, αλλά και του συζύγου της, Γιάννη Τοπαλούδη, είναι η προσπάθεια των δύο καταδικασθέντων, του 24χρονου Ροδίτη και του 22χρονου συνεργού του, που πρωτόδικα καταδικάστηκαν σε ισόβια και 15χρόνια κάθειρξη χωρίς ελαφρυντικά, να τύχουν ευνοϊκότερης ποινής στη δίκη που ξεκίνησε σήμερα.
Light δολοφονία δεν υπάρχει
“Παρακαλώ πολύ όλους να βγάλουν τον όρο ισόβια. Στις δέκα ημέρες μετά την πρωτόδικη απόφαση οι δολοφόνοι μπορούν να ασκήσουν έφεση για να πάρουν ελαφρυντικά. Light δολοφονία δεν υπάρχει. Καρδιοεγκεφαλικές κακώσεις light στον εγκέφαλο του παιδιού μου δεν υπάρχουν. Στραγγαλισμός με μαχαίρια -πήραν και άλλο μαχαίρι αφού στράβωσε το πρώτο- δεν υπάρχει, έκαναν ότι τους κατέβει στο μυαλό κατά τον βιασμό αυτά τα ανθρωπόμορφα τέρατα. Προσβάλλω με τον όρο αυτό και τα τέρατα. Είναι κάτι παραπάνω”, είπε στο ξέσπασμά της, εμφανώς ταραγμένη.
Η Κυριακή Τοπαλούδη, με πόνο ψυχής δήλωσε στην ΕΡΤ: “Δεν θα δεχθώ μείωση της ποινής. Θα τα φέρω όλα τούμπα εγώ, η μάνα της Ελένης”.
«Εγώ ζω τον πόνο, όσο και ο Ελληνικός λαός να πονάει. Πονάει για 2,3 ώρες. Ήρθε ο θάνατος της Καρολάιν, της Γαρυφαλλιάς. Ο πόνος των γονιών είναι πάντα στην καρδιά. Με έχουν αναγκάσει να ζω με αναμνήσεις», δήλωσε ο Κούλα Αρμουτίδου
Την αγανάκτησή της για τις γυναικοκτονίες που πληθαίνουν ολοένα και περισσότερο στην Ελλάδα, εξέφρασε η μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη, Κούλα Αρμουτίδου, με αφορμή τη δολοφονία της Γαρυφαλλιάς στη Φολέγανδρο από τον σύντροφό της.
Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό Open, η κ. Αρμουτίδου δήλωσε:
«Σκοτώνουν οι νταήδες τα κορίτσια μας, δε δέχονται το “όχι”. Να κάνουν κουράγιο οι γονείς της Γαρυφαλλιάς, αλλά ούτε αυτό είναι εύκολο. Κάθε μέρα ματώνεις, πεθαίνεις, κάθε στιγμή και ώρα. Όπου και να βρεθώ, όποια ψευδαίσθηση και να ζήσω, το μυαλό μου είναι στην εικόνα με το παιδί μου να κατεβαίνει τα σκαλιά στην Εθνική Αντιστάσεως και την πήρε ο Αλβανός. Αυτός ο διπρόσωπος, πήρε το παιδί μου και το ξεγέλασε».
«Είμαι μισή μάνα τώρα. Κάνω κουράγιο, να σταθώ όρθια στα πόδια μου για το παιδί το έφηβο που έχω στο διπλανό δωμάτιο, που με έχει ανάγκη. Αλλιώς δεν την θέλω τη ζωή μου, να την κάνω τι; Δεν έχει νόημα η ζωή μου πια. Χάνοντας το παιδί μου, ζω κι εγώ τον θάνατο, τον γολγοθά. Με έχουν στείλει στον αιώνιο θάνατο», τόνισε η κυρία Αρμουτίδου.
Και κατέληξε: «Εγώ ζω τον πόνο, όσο και ο Ελληνικός λαός να πονάει. Πονάει για 2,3 ώρες. Ήρθε ο θάνατος της Καρολάιν, της Γαρυφαλλιάς. Ο πόνος των γονιών είναι πάντα στην καρδιά. Με έχουν αναγκάσει να ζω με αναμνήσεις».
H μητέρα της Καρολάιν ζήτησε χώρο και χρόνο για να πενθήσει το παιδί της, μέσω οικογενειακής της φίλης. Η μητέρα του θύματος, κυρία Σουζάνα, επιλέγει έναν βουβό πόνο έχοντας πλέον κοντά της την αδελφή της, η οποία έχει έρθει από την Αθήνα, και λίγους καλούς της φίλους.
«Θέλω να σας μεταφέρω ένα μήνυμα. Σας ευχαριστεί πολύ για το ενδιαφέρον που έχετε δείξει. Κατανοεί τη μεγάλη αγωνία που έχετε όλοι για μία δήλωσή της. Αυτή τη στιγμή όμως δεν είναι σε θέση να μιλήσει. Δεν είναι σε θέση ακόμη να διαχειριστεί αυτό που ζει», δήλωσε στα μέσα η κυρία Χαρίκλεια Θεοδώρου, εκ μέρους της μητέρας του θύματος.
«Εγώ αυτή τη στιγμή την είδα ήρεμη. Η Σουζάνα είναι μιας άλλης φιλοσοφίας. Είναι μια γυναίκα που ζει τον πόνο της με αξιοπρέπεια. Δεν θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες. Ο αδερφός του Μπάμπη ήταν στο σπίτι της οικογένειας της Καρολάιν, αλλά έφυγε. Σας ευχαριστεί όλους και θα ήθελε να της αφήσετε λίγο χώρο. Έχει 2-3 μέρες να έρθει στο μνήμα και αυτό την πονάει. Θα ήθελε να σεβαστείτε το πένθος και όλες αυτές τις εξελίξεις», εξήγησε.
«Θα την χτυπήσουν από παντού, η Μαρία πρέπει να είναι μαζί με εμάς, στον σκληρό αγώνα στα δικαστήρια» λέει η Άλμα Λάτα, μητέρα της 20χρονης Κλαούντια που σκοτώθηκε στα Τέμπη
«Δεν είναι η στιγμή να κάνει αυτή την κίνηση», δήλωσε, η Άλμα Λάτα, μητέρα της αδικοχαμένης Κλαούντια που ήταν ανάμεσα στα 57 θύματα της σιδηροδρομικής τραγωδίας στα Τέμπη, μιλώντας για το ενδεχόμενο ίδρυσης νέου κόμματος από την Μαρία Καρυστιανού.
Δείτε το βίντεο:
Την έντονη διαφωνία της με το κόμμα εξέφρασε η μητέρα της 20χρονης Κλαούντια, μιλώντας στην εκπομπή Live News το μεσημέρι της Τρίτης (13.01.2026). Αρνητικοί είναι και άλλοι συγγενείς θυμάτων των Τεμπών, με κάποιους από αυτούς να έχουν ήδη ζητήσει την παραίτηση της Μαρίας Καρυστιανού από την προεδρία του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών 2023.
Η Άλμα Λάτα τόνισε πως τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, προτεραιότητα παραμένει η δικαίωση των θυμάτων μέσα από τα δικαστήρια.
«Είναι λυπηρό τρία χρόνια μετά κανείς να μην είναι μέσα στη φυλακή. Και ο τελευταίος που φταίει, ο σταθμάρχης, αυτή τη στιγμή πίνει καφέ και βλέπει τηλεόραση. Εγώ σαν μάνα που πονάω το ίδιο με την κυρία Μαρία, πρέπει να κάνουμε σκληρό αγώνα αυτή τη στιγμή μέσα στα δικαστήρια. Γιατί όπως λέει και η Μαρία, η ανάκριση δεν έγινε σωστά, γιατί δεν έχει τον πρώτο λόγο. Και πρέπει όλοι μαζί, όλες οι οικογένειες, μαζί με τους δικηγόρους, πρέπει να δώσουμε σκληρή μάχη μέσα στα δικαστήρια.
Δεν είναι η στιγμή που η Μαρία πρέπει να κάνει αυτή την κίνηση. Με αυτή την κίνηση μόνο συμφέρον έχουν αυτοί που θέλουν να βολευτούν πίσω από τον πόνο της. Είναι μόνο αυτοί που θέλουν να μας διαλύσουν. Θα την χτυπήσουν από παντού. Τώρα πρέπει η Μαρία μαζί με εμάς, να δώσουμε σκληρό αγώνα μέσα στα δικαστήρια. Δεν θα ψηφίσω το κόμμα της Καρυστιανού».
Δείτε το βίντεο:
Αντιδράσεις συγγενών
Οι γονείς των θυμάτων είναι χωρισμένοι σε 2 στρατόπεδα και η Μαρία Καρυστιανού έχει διαμηνύσει σε όσους αξιώνουν την παραίτησή της από τον Σύλλογο των Θυμάτων πως θα παραιτηθεί μόλις της το ζητήσει η Γενική Συνέλευση του Συλλόγου, αφήνοντας αιχμές εναντίον των συγγενών που της ζητούν να αποχωρήσει από τη θέση της προέδρου.
Οι γονείς των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών, μιλώντας στο Live News, εξήγησαν το γιατί δεν συμφωνούν με την απόφαση της Μαρίας Καρυστιανού.
«Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή είναι λάθος το timing που γίνεται αυτή η κίνηση. Βασικά δεν πρόκειται περί κόμματος αλλά πρόκειται περί μιας δήλωσης, με την οποία δεν μπορούμε και να ασχοληθούμε, γιατί ένα κόμμα είναι κάτι πολύ μεγάλο, ενώ μία δήλωση είναι μία δήλωση και σίγουρα αυτή την στιγμή αποπροσανατολίζει τον κόσμο που μας στηρίζει», δήλωσε ο Νίκος Χατζηβασιλείου, πατέρας Ελισάβετ Χατζηβασιλείου.
Από την άλλη, κάποιοι έχουν μια στάση πιο διαλλακτική, ακόμα και υποστηρικτική, στο εγχείρημα.
«Δεν θα ήθελα να εκφέρω κάποια άποψη, ούτε αρνητική, ούτε θετική. Είναι δική της επιλογή και θα κριθεί αυτή η επιλογή της εφόσον απευθύνεται πλέον ως ενεργός πολιτικός, από τους πολίτες αυτής της χώρας. Εφόσον βέβαια υλοποιήσει αυτό που έχει προαναγγείλει», είπε ο Αντώνης Ψαρόπουλος, πατέρας Μάρθης Ψαροπούλου.
«Αφού βρίσκουμε παντού, πόρτες κλειστές και τοίχους και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και στην Αμερική, στον ΟΗΕ που πήγαμε, αυτό το βήμα που κάνει η κυρία Καρυστιανού είναι για να πλησιάσουμε πιο κοντά στο κέντρο των αποφάσεων, στον πυρήνα της εξουσίας», λέει ο Ηλίας Παπαγγελής, πατέρας Αναστασίας Παπαγγελή.
«Σε δημοκρατικό πολίτευμα ζούμε, είναι επιλογή της. Είναι απόλυτα σεβαστή, ας αποφασίσει ο κάθε πολίτης αν θα την ψηφίσει. Δεν έχω κάποιο λόγο να με ενοχλήσει», είπε ο Χρήστος Χούπας, Πατέρας Ελπίδας Χούπα.
Από την πλευρά του, ο Χρήστος Κωνσταντινίδης, σύζυγος θύματος της τραγωδίας, είπε πως στόχος του Συλλόγου ήταν να βρεθούν οι υπεύθυνοι εγκληματίες και να τιμωρηθούν, να δικαιωθούν όλοι πίσω από αυτή την ιστορία και να μην ξαναγίνει κάτι τέτοιο.
«Όλοι όσοι είμαστε πληγέντες των Τεμπών έχουμε ορκιστεί στους ανθρώπους να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν να τιμωρηθούν οι ένοχοι και να φτιαχτεί ο σιδηρόδρομος ως φόρος τιμής για όσους φύγανε. Όσον αφορά το εγχείρημα της κ. Καρυστιανού είναι ξεκάθαρο πως κανένας δεν θέλει, ούτε μπορεί, να μπει εμπόδιο στην πολιτική της καριέρα. Το θέμα λοιπόν είναι, πως εκπροσωπεί έναν φορέα, ο οποίος πρέπει να λειτουργεί συλλογικά και οι αποφάσεις να είναι συλλογικές. Όταν αυτό το πράγμα πηγαίνει σε προσωπικό επίπεδο, δεν συνάδει ο δρόμος που ακολουθεί με το καταστατικό του συλλόγου και νομίζω ότι υπάρχει μία σύγκρουση σ’ αυτό και καλό θα ήτανε να μην είναι, όπως ανέφερε και ο Ασλανίδης, σε δύο βάρκες.
Κανένα κόμμα, κοινοβούλιο ή κυβέρνηση δεν τιμωρεί. Το θέμα δεν είναι να διώξουμε την κακή κυβέρνηση αλλά να τιμωρηθούν αυτοί που πράττουν τα εγκλήματα και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο η δικαστική εξουσία. Όταν είναι επίορκοι οι άνθρωποι αυτοί καταγγέλλονται από το σύνολο του ελληνικού λαού. Η Μαρία Καρυστιανού έχει ένα μοναδικό χάρισμα και πρέπει αυτό να το αξιοποιήσει για να φέρει σε ένα 24ωρο μέσα την πολυπόθητη δικαίωση των ανθρώπων μας. Με ένα νεύμα της, με ένα δάκρυ της, με ένα συναίσθημά της, να καλέσει τον ελληνικό λαό να υπογράψει τα δικόγραφα ούτως ώστε να απαιτήσουμε ασφαλή σιδηρόδρομο, να μηνυθούν δηλαδή. Δεν θα αλλάξουν τα δεδομένα γιατί η Καρυστιανού θα κάνει κόμμα, οι δικαστές τιμωρούν εγκληματίες».
Δείτε το βίντεο:
Η ανακοίνωση του Σύλλογο των Συγγενών των Θυμάτων
Κόντρα λοιπόν έχει ξεσπάσει με τους γονείς στον Σύλλογο Θυμάτων, οι οποίοι έχουν στείλει επιστολή στη Μαρία Καρυστιανού από το Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026, ώστε να παραιτηθεί.
«Είναι αυτονόητο ότι η κ. Καρυστιανού μπορεί να πραγματοποιεί οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα, όχι όμως εκπροσωπώντας τον Σύλλογο ή χρησιμοποιώντας την ιδιότητα της Προέδρου του Συλλόγου Συγγενών των Θυμάτων του Εγκλήματος των Τεμπών.
Τα μέλη του ΔΣ: Παύλος Ασλανίδης, Αντιπρόεδρος, Ελένη Βασάρα, Γραμματέας, Μιρέλα Ρούτσι, Ταμίας, Βασίλης Παυλίδης, Μέλος, Αναστάσιος Ταχμαζίδης, Μέλος».
«Την Παρασκευή έκανε κάποιες δηλώσεις έξω από το δικαστήριο της Λάρισας, ανέφερε ότι δεν της το έχουν ζητήσει ακόμα. Την επόμενη μέρα της στείλαμε e-mail όλο το Δ.Σ. το υπογράφουμε και της ζητάμε την παραίτηση της. Να συνεχίσει αυτό που αυτή θεωρεί σημαντικότερο, να κάνει ένα κόμμα», είπε ο Παύλος Ασλανίδης, πατέρας θύματος.
Η Νίκι Μπουν, ξεκίνησε να βγάζει φωτογραφίες ως χόμπι, ενώ ζούσε στη Σκωτία. Ωστόσο, αργότερα αναγκάστηκε να τα παρατήσει λόγω των αλλαγών στη ζωή της. Το πάθος της για τη φωτογραφία, αναζωπυρώθηκε αφότου εγκαταστάθηκε σε μια από τις αγροτικές περιοχές της Νέας Ζηλανδίας και γέννησε τέσσερα παιδιά. Ξεκίνησε να παρατηρεί την αλληλεπίδραση των παιδιών της με τη φύση και τον κόσμο γύρω τους. Αυτό έγινε σημαντική πηγή έμπνευσης για την τέχνη της.
Δημιούργησε μια σειρά φωτογραφιών με τα τέσσερα παιδιά της που ζουν χωρίς την τεχνολογία, με την ονομασία: «Η καθαρή παιδική ηλικία». Παρακάτω θα βρείτε μερικές από τις φωτογραφίες που μας εντυπωσίασαν περισσότερο.
«Τα παιδιά μου ζουν χωρίς τηλεόραση και σύγχρονες ηλεκτρονικές συσκευές.»