Οι διασώστες που έσπευσαν στο κατάστημα, προσπάθησαν να τον επαναφέρουν στη ζωή, χωρίς αποτέλεσμα
Θλίψη προκάλεσε στη Λάρισα ο αιφνίδιος θάνατος ενός 70χρονου άνδρα, ο οποίος υπέστη ανακοπή και κατέρρευσε ξαφνικά μέσα σε σούπερ μάρκετ της πόλης.
Το περιστατικό σημειώθηκε το μεσημέρι της Παρασκευής, σοκάροντας όσους βρίσκονταν μέσα στο κατάστημα.
Στο σημείο έσπευσε ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, με το πλήρωμα να προσπαθεί να επαναφέρει στη ζωή τον άτυχο άνδρα.
Δυστυχώς σύμφωνα με το larissanet.gr ο 70χρονος δεν τα κατάφερε παρά τις προσπάθειες των διασωστών και ο θάνατός του επιβεβαιώθηκε μετά τη μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας.
Εφυγε από τη ζωή αιφνιδίως το μεσημέρι της Τετάρτης ο Διοικητής της Σχολής Τεθωρακισμένων (ΤΘ), Συνταγματάρχης Σίμος Ανδρέας μέσα στο γραφείο του.
Σύμφωνα με πληροφορίες το τραγικό συμβάν συνέβη στις 14:30 μ.μ., όπου ο άτυχος άνδρας ενώ βρισκόταν στο γραφείο του ένιωσε έντονη αδιαθεσία χάνοντας τις αισθήσεις του. Αμεσα διακομίστηκε στο 401 ΓΣΝ ενώ σε όλη τη διαδρομή οι γιατροί του έκαναν καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ), χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να τον επαναφέρουν.
Ο Συνταγματάρχης (ΤΘ) Σίμος Ανδρέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965.
Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1989 ως Ανθυπίλαρχος. Προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχη το 2014. Παρακολούθησε όλα τα προβλεπόμενα Σχολεία Εκπαίδευσης Αξιωματικών ΤΘ.
Αποφοίτησε από τη Σχολη Επιτελών (2000), την Ανωτάτη Σχολή Πολέμου (2010) και τη Σχολή Εθνικής Άμυνας (2015).
Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του έχει υπηρετήσει σε Μονάδες του Όπλου των ΤΘ και ως επιτελής στο ΓΕΣ.
Θρήνος στην Χαλκίδα για την 45χρονη Ιωάννα – Απαρηγόρητος ο σύζυγός της
Σοκαρισμένη είναι η τοπική κοινωνία της Χαλκίδας μετά την τραγική είδηση ότι μια μητέρα δύο παιδιών άφησε την τελευταία της πνοή μέσα σε αξονικό τομογράφο, ενώ υποβαλλόταν σε εξέταση.
Η άτυχη μητέρα ηλικίας 45 ετών, βρισκόταν στο διαμέρισμά της μαζί με την οικογένειά της, όταν ξαφνικά αισθάνθηκε περίεργα συμπτώματα, όπως πόνους στο σώμα της και δυσφορία, ενώ δυσκολευόταν να αναπνεύσει.
Χωρίς να χάσει ούτε δευτερόλεπτο, ο σύζυγός της την μετέφερε με το αυτοκίνητό του στο Νοσοκομείο Χαλκίδας προκειμένου να εξεταστεί από τους γιατρούς.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του eviazoom.gr, οι γιατροί ζήτησαν να γίνει στην 45χρονη Ιωάννα αξονική τομογραφία, ωστόσο μέσα σε λίγα λεπτά και ενώ βρισκόταν μέσα στο ιατρικό μηχάνημα, η γυναίκα άφησε την τελευταία της πνοή.
Η 45χρονη είχε διαγνωστεί στο παρελθόν με σκλήρυνση κατά πλάκας, ωστόσο η κατάσταση της υγείας της παρέμενε σταθερή εξαιτίας της φαρμακευτικής αγωγής που λάμβανε και των θεραπειών που έκανε επί σειρά ετών.
Σύμφωνα με το πόρισμα των γιατρών, η 45χρονη κατέληξε από ανακοπή καρδιάς εξαιτίας που επήλθε από πνευμονική εμβολή.
Ο σύζυγός της που παραμένει σε κατάσταση σοκ, δεν μπορεί να πιστέψει ότι η αγαπημένη του έφυγε τόσο ξαφνικά, αφήνοντας ορφανά από μητέρα τα δύο παιδιά τους.
Αριστείδης Σεϊσανάς: Ο Έλληνας τραγουδιστής που πνίγηκε μυστηριωδώς στον θάλαμο του νοσοκομείου
Η ιστορία του Άρης Σαν (Αριστείδης Σεϊσανάς) που έγινε θρύλος στο Ισραήλ, άνοιξε μαγαζιά στην Αθήνα και έζησε το αμερικάνικο όνειρο στη Νέα Υόρκη για να δολοφονηθεί τελικά από αγνώστους στη Βουδαπέστη.
Ο Αριστείδης Σεϊσανάς, γνωστός στους Έλληνες της ομογένειας ως Άρης Σαν (Aris San), μετανάστευσε στις αρχές των 90s στη Βουδαπέστη για να κάνει μια νέα αρχή στο τραγούδι. Λίγους μήνες αργότερα, δέχθηκε μια πολύ σκληρή επίθεση στους δρόμους της ουγγρικής πρωτεύουσας. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, μερικοί άντρες τον σταμάτησαν στη μέση του δρόμου και τον χτύπησαν τόσο άσχημα, ώστε του έσπασαν και τα δύο χέρια.
Ο τραγουδιστής μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Μερικά εικοσιτετράωρα μετά ωστόσο, ο θάνατός του μέσα στον θάλαμο του νοσοκομείου προκάλεσε σοκ σε όλη τη χώρα.
Η επίσημη εκδοχή των γιατρών έκανε λόγο για ανακοπή καρδιάς, αλλά, σύμφωνα με τις φήμες, ο Άρης Σαν (Aris San) πέθανε από πνιγμό με μαξιλάρι όσο ήταν ακόμη κλινήρης.
Ποιοι ήταν, όμως, αυτοί που τον κυνηγούσαν και πώς κατάφερε να κάνει τόσο μεγάλη καριέρα στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ;
Ο Αριστείδης Σεϊσανάς γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1940 στην Καλαμάτα. Το όνειρό του από παιδί ήταν να γίνει τραγουδιστής. Τελικά, τα κατάφερε, όχι όμως στην Ελλάδα, αλλά στο Ισραήλ. Η ιστορία έχει ως εξής: Έφηβος ακόμα, πήρε την απόφαση να αφήσει την επαρχία και να μετακομίσει στην Αθήνα προκειμένου να κυνηγήσει την τύχη του στη μουσική.
Αρχικά έπαιζε μπουζούκι σε ταβέρνες, ενώ σταδιακά πέρασε στα νυχτερινά κέντρα. Λίγοι γνωρίζουν, μάλιστα, πως ο Aris San πρόλαβε στα χρόνια της παρουσίας του στην Ελλάδα να λάβει μέρος σε διάφορες ταινίες, όπως τους Τρικαδόρους της Αθήνας του Κώστα Χατζηχρήστου το 1956.
Ο Aris San και ο Στέλιος Καζαντζίδης από την ταινία του Ερρίκου Ανδρέου «Κραυγές στον Άνεμο»:
Λίγο πριν συμπληρώσει τα 18 του χρόνια, η πόρτα του Ισραήλ είχε ανοίξει διάπλατα για εκείνον. Ο άνθρωπος που τον έπεισε να μεταναστεύσει στη Μέση Ανατολή ήταν ένας Έλληνας εβραϊκής καταγωγής από τη Θεσσαλονίκη.
Με του που πάτησε το πόδι του στη χώρα άρχιζε να δουλεύει σε διάφορα νυχτερινά κέντρα του Τελ Αβίβ, τραγουδώντας κυρίως σε Έλληνες που ήθελαν να ακούν τις μουσικές της παλιάς τους πατρίδας.
Μέσα στα χρόνια ο Αριστείδης Σεϊσανάς άλλαξε το όνομά του σε Aris San, διασκεύασε τα τραγούδια στα εβραϊκά και μετέφερε όλα τα κομμάτια σε ηλεκτρική κιθάρα. Η παράτολμη αυτή κίνηση τελικά του βγήκε, με τον ίδιο να γίνεται φίρμα στο Ισραήλ, πουλώντας για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας περισσότερους από 100.000 δίσκους.
Για 10 περίπου χρόνια ο τραγουδιστής ήταν πρώτο όνομά στη χώρα. Άνοιξε, μάλιστα, δικά του μαγαζιά και έφερε σε αυτά να παίξουν τραγουδιστές όπως τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Στράτο Διονυσίου, που επίσης ήταν πολύ αγαπητοί στην περιοχή.
Κάπου εκεί, όμως, τα πράγματα άρχιζαν να χαλάνε. Οι ψίθυροι πως λειτουργούσε ως κατάσκοπος κατά του Ισραήλ εντάθηκαν και εκείνος -παρόλο που ποτέ δεν αποδέχτηκε την ενοχή του- αποφάσισε να φύγει από τη χώρα. Επόμενος προορισμός οι ΗΠΑ. Εκεί, όμως, η κατάσταση έγινε ακόμη δυσκολότερη για εκείνον.
Φτάνοντας στη Νέα Υόρκη το 1971, έγινε αμέσως αγαπητός στην ελληνική κοινότητα. Στο νυχτερινό κέντρο που άνοιξε γινόταν χαμός από κόσμο που έφτανε για να ακούσει τον ίδιο να τραγουδά. Ανάμεσα στους θαμώνες, όμως, ήταν μέλη και της ισχυρής μαφίας της πόλης που εκείνη την εποχή έλυνε και έδενε στην περιοχή.
Άρχισε να αποκτά στενές σχέσεις μαζί τους, οι οποίες διακόπηκαν το βράδυ που εισέβαλε η αμερικάνικη αστυνομία στον χώρο και συνέλαβε τόσο τον Aris San, όσο και μερικούς μαφιόζους, να κάνουν χρήση κοκαΐνης.
Ο τραγουδιστής δικάστηκε και παρέμεινε στη φυλακή για δύο χρόνια. Μετά την απελευθέρωσή του, όλα ήταν διαφορετικά. Το όνομα και η φήμη του είχαν καταστραφεί, ενώ εκείνος ήταν πια εθισμένος στα βαριά ναρκωτικά.
Ο Aris San προσπάθησε να ανοίξει μερικές επιχειρήσεις τη δεκαετία του ’70 στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ωστόσο το μόνο που κατάφερε ήταν να χρωστάει παντού.
Κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να αλλάξει ξανά χώρα. Δυστυχώς, η νέα ζωή στη Βουδαπέστη δεν είχε καλή κατάληξη, αφού το 1992 βρήκε τραγικό τέλος στο δωμάτιο του νοσοκομείου: κάποιος τον έπνιξε με μαξιλάρι.
Κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει δώσει ασφαλή απάντηση στο μυστήριο του θανάτου ενός από τους ελάχιστους Έλληνες τραγουδιστές που έκαναν μεγάλη καριέρα στο εξωτερικό.
Το τραγικό και μυστηριώδες τέλος του ηθοποιού Βάσου Ανδριανού
Συμπληρώνονται 26 χρόνια από την ημέρα που ο ηθοποιός Βάσος Ανδριανός έφυγε από τη ζωή με τρόπο τραγικό και, για πολλούς, μυστηριώδη.
Ο Βάσος Ανδριανός
Πολλοί άνθρωποι θεωρούν δεδομένο πως η ζωή των καλλιτεχνών είναι το ίδιο λαμπερή τόσο μπροστά όσο και πίσω από τα φώτα. Παλαιότερα αυτό ήταν περίπου δεδομένο. Οι προσωπικές ιστορίες των λαμπερών ανθρώπων του θεάματος δεν ήταν και τόσο γνωστές και ο κόσμος είχε για αυτούς με εικόνα διαφορετική από την πραγματική. Όσο τα χρόνια περνούσαν και η φύση της ενημέρωσης άλλαζε, όλες αυτές οι προσωπικότητες «κατέβηκαν» στο επίπεδο των… κοινών θνητών. Οι πραγματικές ζωές τους αποκαλύφθηκαν και όλοι είδαν πως πίσω από τα φώτα και τα λαμπερά κοστούμια πολλές φορές κρύβονται προσωπικά δράματα και άνθρωποι που αναγκάζονται να διασκεδάζουν τους άλλους όταν οι ίδιοι ζουν μέσα σε ένα δράμα.
Πολλά τα παραδείγματα. Ακόμα περισσότερες οι τραγικές ιστορίες. Ο ηθοποιός Βάσος Ανδριανός ήταν μια από αυτές τις περιπτώσεις. Λατρεύτηκε ως Αλέξης στη θρυλική σειρά «Μεθοριακός σταθμός» της ΥΕΝΕΔ, έκανε τεράστια επιτυχία, όλοι τον ζητούσαν για συνεντεύξεις. Κάποια στιγμή, ωστόσο, τα φώτα έσβησαν και ήρθαν τα προβλήματα. Τελικά, μια ημέρα σαν σήμερα, ήρθε και το τέλος. Άδοξο και θλιβερό.
Ο «γεωπόνος Αλέξης» του «Μεθοριακού σταθμού» της ΥΕΝΕΔ
Στις 7 Ιουνίου 1943, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, γεννήθηκε ο Βασίλης Παπαδόπουλους. Από μικρός είχε το μικρόβιο του ηθοποιού. Ήταν συμμαθητής του σκηνοθέτη Μεγακλή Βιντιάδη και σύμφωνα με ανθρώπους που τους ήξεραν οι δυο τους έκανα πολλά όνειρα για το μέλλον τους. Όλα τα όνειρα ήταν λαμπερά και είχαν να κάνουν με τον κόσμο του θεάματος. Ο Βασίλης, άλλωστε, ήταν και υπεύθυνος του θεατρικού τμήματος του σχολείου που πήγαινε.
Δυστυχώς, ωστόσο, η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν απότομη. Με την άνοδο στην εξουσία του Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ η Αίγυπτος μπήκε σε μια σκοτεινή περίοδο που δεν άφησε ανεπηρέαστες τις κοινότητες (ανάμεσά τους, βέβαια, και η ελληνική) που ζούσαν εκεί. Ο Νάσερ κυβερνούσε με αυταρχισμό. Σχεδόν δικτατορικά έχοντας στο πλευρό του τον στρατό. Η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης Νάσερ και κάπως έτσι πολλοί ήταν οι νέοι άνθρωποι που αποφάσισαν να φύγουν από την Αίγυπτο αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο.
Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Βασίλης Παπαδόπουλος ο οποίος έφτασε στην Αθήνα με σκοπό να κυνηγήσει το μεγάλο του όνειρο: Να γίνει ηθοποιός. Λίγο πριν φύγει από την Αίγυπτο, λέγεται πως μια καθηγήτρια του που τον αγαπούσε πολύ του είχε πει: «Το ταλέντο σου είναι μεγάλο. Θα δώσεις πάρα πολλά στο θέατρο. Όμως, δε θα πάρεις ποτέ τίποτα από αυτό».
Σε ηλικία 18 ετών μπαίνει στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου αλλάζει το ονοματεπώνυμό του σε Βάσος Ανδριανός και αμέσως ξεχωρίζει για το ταλέντο του. Το ντεμπούτο του στο θέατρο γίνεται το 1967 με την κωμωδία «Άνοιξη και Φθινόπωρο» ενώ λίγο καιρό αργότερα κάνει και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με την ταινία «Θύελλα στο σπίτι των ανέμων» με τον Άγγελο Αντωνόπουλο και τη Βίκυ Βανίτα. Αμέσως ξεχωρίζει και οι προτάσεις πολλαπλασιάζονται. «Το κοροϊδάκι της πριγκηπέσας», «Ο αστερισμός της παρθένου», «Τι 30, τι 40, τι 50» είναι μερικές από τις ταινίες που παίζει. Παράλληλα πολλές είναι οι εμφανίσεις του και στο θέατρο.
Δείτε το βίντεο:
Όπως αποδείχθηκε, ωστόσο, θέατρο και κινηματογράφος ήταν για τον Βάσο Ανδριανό η προετοιμασία για τη μεγάλη επιτυχία που έρχεται. Τον ανακαλύπτει ο «δαιμόνιος» θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και δημοσιογράφος Κώστας Πρετεντέρης και τον παίρνει μαζί του. Αρχικά ως αφηγητή στην τηλεοπτική του εκπομπή «Παιχνιδίσματα» και στη συνέχεια στη θρυλική σειρά των έξι κύκλων και των 550 επεισοδίων «Η γειτονιά μας» στην ΥΕΝΕΔ όπου ο Βάσος Ανδριανός έκανε την αρχική παρουσίαση λέγοντας: «Σας καλωσορίζουμε σήμερα με τη νέα εκπομπή μας, από το στούντιο ΑΤΑ, ελπίζοντας να μην πάτε … ”άτα” αλλά να μας παρακολουθήσετε»!
Η ημέρα που αλλάζει τα πάντα στη ζωή του Ανδριανού είναι η 13η Νοεμβρίου 1974. Είναι η ημέρα που κάνει πρεμιέρα στην ΥΕΝΕΔ (μετέπειτα ΕΡΤ2) η εμβληματική σειρά «Μεθοριακός σταθμός». Όταν παίζεται η σειρά οι δρόμοι αδειάζουν. Οι Έλληνες «κολλημένοι» στις οθόνες τους παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα τις περιπέτειες των ηρώων και ταυτίζονται μαζί τους. Ο Βάσος Ανδριανός υποδύεται τον Αλέξη. Έναν λεβέντη γεωπόνο. Έναν ντόμπρο χαρακτήρα που αγαπήθηκε από το κοινό όσο λίγοι. Οι «μετοχές» του εκτοξεύονται.
Περπατάει στο δρόμο και ο κόσμος τον αποθεώνει για τον… χαρακτήρα του. Τέτοια ήταν η ταύτιση του κοινού. Οι δημοσιογράφοι κάνουν σαν τρελοί για μία δήλωση η μια συνέντευξή του. Όλα τα φώτα είναι στραμμένα πάνω του.
Δείτε το βίντεο:
Το τραγικό και μυστηριώδες τέλος
Στη σειρά, ο «Αλέξης» χάνει την αρραβωνιαστικιά του σε τροχαίο δυστύχημα και έτσι ανακαλύπτει τα συναισθήματα που είχε για εκείνον η «Γαρουφαλλιά» την οποία υποδυόταν η ηθοποιός Ρένα Βουτσινά. Η «Γαρουφαλλιά» ήταν ερωτευμένη με τον «Αλέξη» από το πρώτο επεισόδιο. Το κοινό ήθελε αυτούς τους δύο ζευγάρι. Και τελικά πέτυχαν… τζακ ποτ. Ο «Αλέξης» και η «Γαρουφαλλιά» έγιναν ζευγάρι στην οθόνη και ο Βάσος Ανδριανός και η Ρένα Βουτσινά έγιναν ζευγάρι στη ζωή! Οι δυο τους παντρεύτηκαν (απέκτησαν και μια κόρη, τη Ναστάζια) και ολόκληρη η Ελλάδα ένιωσε πως πάντρεψε δυο δικά της παιδιά.
Η επιτυχία είναι ανεπανάληπτη και ο Ανδριανός ζει την απόλυτη ευτυχία. Η σειρά ολοκληρώνεται στις 9 Δεκεμβρίου 1981. Το ζευγάρι αποφασίζει να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία και κάνει μια μεγάλη θεατρική περιοδεία αφού ο κόσμος λαχταρά να τους δει και από κοντά.
Από εκεί και πέρα, ωστόσο, αρχίζουν τα προβλήματα. Η φύση της τηλεόρασης αλλάζει άρδην. Ταυτόχρονα ο Ανδριανός αρχίζει και αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας τα οποία τον αναγκάζουν να κάνει μερικά βήματα πίσω καθώς δεν μπορούσε να ακολουθήσει την ένταση της δουλειάς. Όσο πιο πίσω έμενε ο Ανδριανος, τόσο πιο πολύ έβγαινε έξω από τη δουλειά. Σταδιακά οι προτάσεις άρχισαν να λιγοστεύουν σε επικίνδυνο βαθμό μέχρι που τελικά στέρεψαν.
Το γεγονός ότι ο Βάσος Ανδριανός δεν μπορούσε να βρει δουλειά σε συνδυασμό με τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε δημιούργησαν ένα επικίνδυνο «κοκτέιλ» το οποίο οδήγησε τον αγαπημένο ηθοποιό στην κατάθλιψη. Άνθρωποι που έζησαν από κοντά εκείνη τη δύσκολη περίοδο, έλεγαν αργότερα πως Βάσος Ανδριανός έπαιρνε αντικαταθλιπτικά χάπια προκειμένου να μπορεί να στέκεται στα πόδια του. Τα «φώτα» είχαν σβήσει για εκείνον και, πλέον, έπρεπε να αντιμετωπίσει μια νέα – πιο σκληρή και σίγουρα λιγότερο φανταχτερή – πραγματικότητα.
«Τραγικό θάνατο βρήκε χθες το απόγευμα ο ηθοποιός Βάσος Ανδριανός όταν έπεσε στο κενό από τη βεράντα του διαμερίσματος στο οποίο διέμενε, στην οδό Αχαρνών 24, στην Κηφισιά. Ο Βασίλης Παπαδόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γύρω στις 4, βγήκε στη βεράντα του σπιτιού του, που βρίσκεται στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία αισθάνθηκε ζαλάδα και, αφού παρέσυρε την απλώστρα, βρέθηκε στο κενό. Στο σπίτι του, εκείνη τη στιγμή, βρίσκονταν η σύζυγός του και η κόρη του. Αμέσως ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο και ο Ανδριανός, βαριά τραυματισμένος, μεταφέρθηκε στο ΚΑΤ. Εκεί, οι γιατροί διαπίστωσαν τον θάνατό του». Με τον τρόπο αυτό, στις 22 Δεκεμβρίου 1999, περιέγραφε η εφημερίδα «Τα Νέα» το θάνατο του Βάσου Ανδριανού.
Πολλοί, όμως, έσπευσαν να τονίσουν πως μπορεί η πραγματικότητα να απέχει από την επίσημη εκδοχή. Η αυτοκτονία ακούστηκε σαν ενδεχόμενο αλλά ίσως η λύση του μυστηρίου να βρίσκεται στην πρόταση «αφού παρέσυρε την απλώστρα, βρέθηκε στο κενό». Η συγκεκριμένη περιγραφή από το ρεπορτάζ της εφημερίδας παραπέμπει, πράγματι, περισσότερο στην εκδοχή της μοιραίας ζαλάδας. Εικασίες και φήμες. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά το τι έγινε. Το μόνο σίγουρο είναι πως τα φώτα που τόσο λάτρεψε ο Βάσος Ανδριανός έκλεισαν, για εκείνον, απότομα και άδοξα εκείνο το απόγευμα του Δεκέμβρη του 1999.
Έπαιξε σε πολλές ταινίες τη χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας
Tο ημερολόγιο έγραφε 16 Ιουλίου 2003 όταν στο αστυνομικό ρεπορτάζ πρώτη είδηση γίνεται η δολοφονική επίθεση που δέχθηκε ένας άνδρας και η σύζυγός του έξω από το σπίτι τους. Το όνομα του θύματος, Ανδρέας Αλαφούζος, δεν λέει πολλά στο μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης, με εξαίρεση εκείνους που θυμούνταν ακόμη το πέρασμά του από τον καλλιτεχνικό χώρο.
Το σοκαριστικό περιστατικό συνέβη στον Άλιμο. Λίγα μέτρα μακριά από την είσοδο της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε ο 38χρονος Ανδρέας Αλαφούζος και η σύζυγός του, Μαρία Μαγδαληνή, δύο άγνωστοι (σύμφωνα με τις μαρτυρίες) τους πλησίασαν.
Πυροβόλησαν την τότε 32χρονη γυναίκα δύο φορές στο πόδι και στη συνέχεια και στη συνέχεια ο ένας εξ αυτών έστρεψε την κάνη κατά του συντρόφου της, αδειάζοντας το όπλο πάνω του.
Οι γείτονες και οι κάτοικοι της περιοχής βγήκαν έντρομοι στα μπαλκόνια τους για να δουν τι έχει συμβεί. Όμως παρά την κινητοποίηση των αστυνομικών Αρχών, τα μπλόκα που στήθηκαν και τις έρευνες που ακολούθησαν, η ταυτότητα των δραστών παρέμεινε άγνωστη.
Στο σημείο έσπευσε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, αλλά όπως αποδείχθηκε, για τον Ανδρέα Αλαφούζου ήταν ήδη πολύ αργά καθώς είχε αφήσει στην άσφαλτο την τελευταία πνοή του.
Όταν η είδηση έπαιξε στα δελτία ειδήσεων, σε ιστοσελίδες και εφημερίδες, ορισμένοι «μύστες» της εποχής της βιντεοκασέτας αναγνώρισαν στο πρόσωπό του μια γνώριμη σε αυτούς φιγούρα.
Tο θύμα είχε μια σύντομη καριέρα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, με μπόλικες πάντως συμμετοχές σε αρκετές βιντεοταινίες κατά κύριο λόγο, ανάμεσα στις οποίες και οι «Επαγγελματίας οπαδός», «Αυτός αυτή και το βιολί τους», «Καυτά θρανία», «Ταμτάκος ο ηλεκτρονικός γύφτος», «Παλικάρι στα θρανία», «Ο ποντικοκυνηγος των δυο ηπείρων», «Στην κάψα του καλοκαιριού», «Ο Καβαλάρης των F.M stereo», «Μια τρελή τρελή ζωντοχήρα», «Υπαστυνόμος Θανάσης», «Το ρεπορτάζ», «Ταμτάκο προχωρά ξεβρώμισε τη χώρα», «Άβε Μαφία..εθνική ακαδημία απατεώνων», «Γυφτιά το μεγαλείο σου» και «Η αμαζόνα του τσίρκου».
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 κατέγραψε και παρουσίες στην τηλεόραση και πιο συγκεκριμένα στα σίριαλ «Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» της ΕΤ1 και «Μπελάδες για δύο» στο MEGA, αλλά κάπου εκεί χάθηκαν τα ίχνη τους ως ηθοποιός.
Δεν συνέβη όμως το ίδιο σε ό,τι αφορά την υπόλοιπη ζωή του και την αστυνομία…
Άλλωστε η ΕΛ.ΑΣ φέρεται να είχε για χρόνια στα ραντάρ της τον πρώην ηθοποιό, σχετίζοντας τον με τα κυκλώματα των «νονών» της νύχτας. Οξύμωρο μεν, αλλά όλα έδειχναν ότι οι ρόλοι του στις ταινίες όπου συνήθως υποδυόταν το «κακό παιδί» αποτελούσαν αντιγραφή της ίδιας της ζωής του μακριά από τις κάμερες.
Σύμφωνα με όσα είχαν γίνει τότε γνωστά, ο Ανδρέας Αλαφούζος φερόταν μπλεγμένος σε ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, χωρίς ποτέ όμως να αποδειχθεί η συμμετοχή του σε κάποιο από τα λεγόμενα «συμβόλαια θανάτου» που είχαν ως αποτέλεσμα τις δολοφονίες πολλών μελών αντιπάλων συμμοριών.
Οι μόνες καταδίκες σε βάρος του αφορούσαν παράνομη οπλοκατοχή, με τις ποινές όμως που του είχαν επιβληθεί να είναι εξαγοράσιμες.
Λένε, μάλιστα, ότι και ο ίδιος γνώριζε ότι βρισκόταν στο στόχαστρο και οπλοφορούσε καθημερινά, χωρίς όμως αυτό να σταθεί αρκετό για να επιβιώσει στη «ζούγκλα» του κυκλώματος των γκάνγκστερ που διεκδικούσαν τον έλεγχο της αθηναϊκής νύχτας.
Η Τούλα Δημητρίου ήταν μια καλλιτέχνιδα που άφησε το δικό της διακριτό, αλλά βαθιά ουσιαστικό αποτύπωμα στη σκηνή. Με το ταλέντο, τη χάρη και την αέρινη παρουσία της, κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του κοινού και τον σεβασμό των συναδέλφων της, αποτελώντας για χρόνια μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες του είδους.
Γεννημένη στην Πάτρα το 1928, η Τούλα Δημητρίου δεν ξεκίνησε την πορεία της στο θέατρο με έναν αυστηρά προσχεδιασμένο τρόπο. Αντίθετα, η ενασχόλησή της με το θεατρικό τραγούδι προέκυψε σχεδόν τυχαία, γεγονός που αποδεικνύει πως το ταλέντο της δεν μπορούσε παρά να βρει τον δρόμο του προς τη σκηνή. Με δάσκαλο τον Ι. Μεταξά, καλλιέργησε τη φωνή και την εκφραστικότητά της, ενώ σύντομα άρχισε να συμμετέχει σε περιοδείες με μικρούς θιάσους, παρουσιάζοντας οπερέτες και μουσικές κωμωδίες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.
Η επαγγελματική της καταξίωση ήρθε νωρίς. Το 1951 εντάχθηκε στον θίασο του Παρασκευά Οικονόμου, ενώ την ίδια χρονιά πρωταγωνίστησε και στον θίασο του Μίμη Κοκκίνη, αποδεικνύοντας ότι διέθετε όλα τα στοιχεία μιας ολοκληρωμένης θεατρίνας. Η αναγνώριση του ταλέντου της επισφραγίστηκε με την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος από την Επιτροπή «Εξαιρετικών Ταλέντων», κάτι που εκείνη την εποχή αποτελούσε σημαντική διάκριση.
Καθοριστική στιγμή στην καριέρα της υπήρξε η συνεργασία της με τον ηθοποιό και χορογράφο Απόλλωνα Γαβριηλίδη. Στον θίασο των αδελφών Καλουτά, οι δυο τους δημιούργησαν ένα από τα πιο αγαπημένα και επιτυχημένα καλλιτεχνικά ντουέτα της εποχής. Η χημεία τους πάνω στη σκηνή, η ζωντάνια, το μπρίο και η αμεσότητα στην επικοινωνία με το κοινό τους έκαναν αχώριστους καλλιτεχνικά και ιδιαίτερα δημοφιλείς. Μαζί συνέχισαν τη συνεργασία τους σε πολλούς θιάσους, όπως της Κούλας Νικολαΐδου και του Κώστα Χατζηχρήστου, αλλά και σε κοσμικά κέντρα στην Αθήνα και την επαρχία.
Στη φωτογραφία, Μανώλης Δεστούνης, ο μαέστρος Βαγγέλης Λυκιαρδόπουλος και η Τούλα Δημητρίου
Η Τούλα Δημητρίου ξεχώριζε για την ιδιαίτερη σκηνική της παρουσία. Είχε μια σπιρτόζικη ματιά, φυσική κίνηση και έναν λόγο γεμάτο ελαφράδα και ρυθμό. Ήταν από εκείνες τις ηθοποιούς που μπορούσαν να γεμίσουν τη σκηνή χωρίς υπερβολές — με απλότητα, χάρη και σιγουριά. Το περπάτημά της ήταν χαρακτηριστικά «αέρινο», ενώ η ενέργειά της μεταδιδόταν αβίαστα στο κοινό.
Μετά τον θάνατο του Απόλλωνα Γαβριηλίδη το 1966, συνέχισε μόνη της την καλλιτεχνική της πορεία, διατηρώντας τη ζωντάνια και την αγάπη της για το θέατρο. Παρέμεινε ενεργή για χρόνια, ενώ αργότερα έκανε και τηλεοπτικές εμφανίσεις, μεταξύ των οποίων και συμμετοχή στη δημοφιλή σειρά «Το Ρετιρέ» του Γιάννη Δαλιανίδη, δίπλα στην Κατερίνα Γιουλάκη.
Δείτε το βίντεο:
Η ζωή της κύλησε μακριά από τα φώτα της υπερβολικής δημοσιότητας, αλλά πάντα κοντά στην ουσία της τέχνης. Υπήρξε μητέρα μιας κόρης και μέχρι τα τελευταία της χρόνια διατηρούσε τη μνήμη μιας εποχής όπου το θέατρο είχε άλλη αθωότητα και μαγεία.
Η Τούλα Δημητρίου έφυγε από τη ζωή στις 29 Ιουλίου 2016, σε ηλικία 88 ετών, μετά από μάχη με τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Κηδεύτηκε στον Χολαργό, αφήνοντας πίσω της αναμνήσεις, εικόνες και στιγμές που σημάδεψαν το ελληνικό μουσικό θέατρο.
Σήμερα, τη θυμόμαστε με αγάπη και συγκίνηση. Για το μπρίο της, την κομψότητά της, την αλήθεια της πάνω στη σκηνή. Για εκείνο το ξεχωριστό «κάτι» που δεν διδάσκεται — μόνο χαρίζεται.
Σπύρος Φασιανός: Ένας διακριτικός καλλιτέχνης χαμηλών τόνων
Ευρύτερα γνωστός έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με τον ρόλο του Θόδωρου του καφετζή που ενσάρκωνε στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Λούνα Παρκ».
Σπύρος Φασιανός υπήρξε ένας ηθοποιός χαμηλών τόνων, με πολύχρονη παρουσία στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ευρύτερα γνωστός έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με τον ρόλο του Θόδωρου του καφετζή που ενσάρκωνε στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Λούνα Παρκ».
Ο Σπύρος Φασιανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943 και ήταν ο μικρότερος αδελφός του σπουδαίου ζωγράφου Αλέκου Φασιανού. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη από την οποία αποφοίτησε το 1966, καθώς και μουσική και πιάνο στο Ωδείο Αθηνών. Μαθητής ακόμη της σχολής εμφανίστηκε στα έργο του Βαγγέλη Γκούφα «Μικρή Παρένθεση» με το «Πειραματικό Θέατρο» της Μαριέττας Ριάλδη.
Στη θεατρική του διαδρομή συνεργάστηκε με γνωστούς ηθοποιούς, όπως οι Λάμπρος Κωνσταντάρας, Μάρω Κοντού, Μαίρη Χρονοπούλου, Γιώργος Πάντζας, Γιώργος Κωνσταντίνου, Μάρθα Καραγιάννη, Βασίλης Τσιβιλίκας και Κατερίνα Γιουλάκη.
Από το 1993 ως το 2004 υπήρξε στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου κι έπαιξε, μεταξύ άλλων, στις κωμωδίες του Αριστοφάνη «Λυσιστράτη», «Όρνιθες», «Νεφέλες», «Αχαρνής» και «Εκκλησιάζουσες» και στα έργα «Η Φάρμα των Ζώων» του Τζορτζ Όργουελ, «Η άνοδος και η πτώση του Αρτούρο Ούι», του Μπέρτολτ Μπρεχτ κ.ά.
Συνεργάστηκε επίσης, με την Κάρμεν Ρουγγέρη και τον Γιάννη Καλατζόπουλο στο «Παιδικό Στέκι» του Εθνικού Θεάτρου, ενώ εργάστηκε ως βοηθός του σκηνοθέτη Γιώργου Μεσσάλα στα έργα «Πικ-Νικ στο Πάτωμα» του Μπομπ Ράνταλ (1985) και «Μικροί Φαρισαίοι» του Δημήτρη Ψαθά (1986).
Δείτε το βίντεο:
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε τη δεκαετία του ‘70 στις ταινίες «Η Αλίκη Δικτάτωρ» του Τάκη Βουγιουκλάκη (1972), «Η Αμαρτία της Ομορφιάς» του Γιάννη Δαλιανίδη (1972), «Δικτάτωρ Καλεί Θανάση» του Πάνου Γλυκοφρύδη (1973) και «Η Περιπλάνηση» (1979) του Χριστόφορου Χριστοφή.
Την ίδια δεκαετία πρωτοεμφανίστηκε και στην τηλεόραση με τη σειρά του Αλέκου Σακελλάριου «Δόκτωρ Τικ» (1971), στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Γιώργος Κωνσταντίνου στο ρόλο ενός ψυχίατρου. Ακολούθησε η συμμετοχή του στις επιθεωρησιακές εκπομπές «Χαρούμενη Κυριακή, Κυριακή Χωρίς Σύννεφα», του Ίωνα Νταϊφά και «60 Λεπτά Χωρίς… Λεφτά» του Αλέκου Σακελλάριου.
Ιδιαίτερα δημοφιλής έγινε από τη συμμετοχή του στο θρυλικό «Λούνα Παρκ» του Γιάννη Δαλιανίδη, όπου ενσάρκωσε τον Θόδωρο, τον καφετζή, από το 1979 ως το 1981. Με τον Γιώργο Κωνσταντίνου συνεργάστηκε και στις σειρές «Ανθρώπινες Ιστορίες» (1975), «Τρεις κι ο Κούκος» (1986) και «Πατήρ Υιός και Πνεύμα» (1989).
Πρωταγωνίστησε επίσης και σε αρκετές βιντεοταινίες της δεκαετίας του ‘80: «Ο Ανοιχτομάτης», «Ο Ερωτοχτυπημένος», «Επαναστάτης Χωρίς Αστεία», «Πολίτης γάμα κατηγορίας», «Ρεμούλες στην Κοσκο-Κώσταινα» κ.ά.
Ο Σπύρος Φασιανός πέθανε από επιπλοκές της νόσου του Πάρκινσον σε ηλικία 73 ετών. Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό και τηλεπαρουσιάστρια Κέλλυ Σακάκου (1945-2017).
Κέλλυ Σακάκου: Η παρουσιάστρια θρύλος της ΕΡΤ: Η παρουσία της στην ΕΡΤ σφράγισε τις δεκαετίες ’70 και 80 – Ξεχώριζε για την ωραία άρθρωση και το αριστοκρατικό στιλ της
Η αγαπημένη Κέλλυ Σακάκου γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στη Νέα Σμύρνη. Ήταν αριστούχος στην «Ευαγγελική Σχολή» της Νέας Σμύρνης ενώ στη συνέχεια αποφοίτησε από τη σχολή «Κατσέλη» όπου σπούδασε ηθοποιός.
Δείτε το βίντεο:
εννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στη Νέα Σμύρνη. Εκεί ήταν και το πατρικό της. Πέρασε όμορφα παιδικά χρόνια ως μοναχοπαίδι. Ήταν αριστούχος στην «Ευαγγελική Σχολή» της Νέας Σμύρνης και ήθελε να περάσει στη Φιλοσοφική με σκοπό να γίνει φιλόλογος. Την τελευταία όμως στιγμή άλλαξαν τα σχέδιά της με μία παράσταση, όπου παρουσίασαν την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και εκείνη πήρε τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η ερμηνεία τής άρεσε πάρα πολύ που οι καθηγητές της τής πρότειναν να γίνει ηθοποιός. Ήταν εκείνη μάλιστα η παρότρυνση που την έκανε να πάει στη σχολή «Κατσέλη», η οποία έβγαλε πολλούς και σημαντικούς ηθοποιούς. Αποφοίτησε σκοπεύοντας να γίνει ηθοποιός, όμως, τελικά, τα σχέδιά της άλλαξαν.
Η Κέλλυ Σακάκου δήλωσε συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό για τηλεπαρουσιάστριες στην ΕΡΤ. Την πίεσε λίγο και η μητέρα της στο να κάνει αίτηση. Είχε κάνει τότε και μια φίλη της αίτηση.
Δείτε το βίντεο:
Έτσι, ένα βράδυ πήγε στον οδό Ρηγίλλης, στο κτήριο της ΕΡΤ. Μπαίνοντας, συνάντησε έναν κύριο, ο οποίος την ρώτησε το λόγο της επίσκεψής της κι εκείνη του εξήγησε όμως άκουσε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ότι η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων είχε λήξει την προηγούμενη ημέρα.
Τον παρακάλεσε όμως να την αφήσει να κάνει αίτηση κι εκείνος δέχτηκε, λέγοντάς της ότι θα βάλει χθεσινή ημερομηνία και έτσι ήταν η τελευταία που έδωσε την αίτηση.
Από τις περίπου οκτακόσιες κοπέλες, επελέγησαν οι πέντε.
Ήταν μία από αυτές και έτσι κάπως άρχισε η πολυετής καριέρα της.
Η παρουσιάστρια το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και βρισκόταν καθηλωμένη στο κρεβάτι, μετά από επέμβαση στο ισχίο της.
Τον περασμένο Ιούλιο είχε χάσει τον αγαπημένο της σύζυγο και σύντροφο ζωής Σπύρο Φασιανό, γεγονός που την είχε συγκλονίσει.
Δείτε το βίντεο:
«Δεν είμαι καθόλου καλά. Υποφέρω, όμως υπομένω. Νιώθω τόση απελπισία, μα τόση… Δυστυχώς δεν είμαι καθόλου καλά πλέον. Μετά τον θάνατο του συζύγου μου υποφέρω, και ψυχικά και σωματικά. Ο θάνατος του Σπύρου δεν ξεπερνιέται. Ωστόσο είμαι καθηλωμένη στο κρεβάτι. Δεν σηκώνομαι σχεδόν καθόλου. Μια εγχείρηση ισχίου με κρατάει μέσα στο σπίτι ακίνητη. Είμαι άσχημα, παιδί μου. Δεν θα ξεπεράσω ποτέ τον θάνατό του», είχε δηλώσει τότε η Κέλλυ Σακάκου.
Δείτε το βίντεο:
Δείτε το βίντεο:
Στην ΕΡΤ εκτός από την εκφώνηση του καθημερινού προγράμματος, η Σακάκου παρουσίαζε εκπομπές λογοτεχνίας και μουσικής στο Δεύτερο και Τρίτο πρόγραμμα της ΕΡΑ, ενώ το 1985 και το 1987 ήταν η εκπρόσωπος της επιτροπής βαθμολογίας της Ελλάδας, στους τελικούς της Eurovision.
Ήταν παντρεμένη με τον ηθοποιό και αδερφό του Αλέκου Φασιανού, Σπύρο. Πέθανε τον Ιανουάριο του 2017, έξι μήνες μετά το θάνατο του συζύγου της, καταβεβλημένη ψυχικά από το γεγονός, αλλά και από τη νόσο του Πάρκινσον από την οποία έπασχε. Για τον θάνατό της εξέδωσε ανακοίνωση η ΕΡΤ αλλά και το Γραφείο Τύπου της ΝΔ.
Η Σάντι ντε Κορτ ένιωθε «σαν ένα φάντασμα». Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει ποτέ την τρομακτική εμπειρία που βίωσε και αποφάσισε να φύγει από τη ζωή
Το ημερολόγιο γράφει 22 Μαρτίου 2016. Δύο εκρήξεις στο αεροδρόμιο Ζάβεντεμ και μία στο σταθμό Μάαλμπεκ σκορπίζουν το θάνατο και μουδιάζουν τις Βρυξέλλες. Σειρήνες, φωνές, χάος. Δύο λέξεις κυρίως ακούγονται: «Γιατί;» και «πώς;».
Ο απολογισμός των τρομοκρατικών επιθέσεων στην καρδιά της Ευρώπης είναι 32 νεκροί και περισσότεροι από 340 τραυματίες.
Σήμερα, έξι χρόνια μετά, ο αριθμός των θυμάτων ανεβαίνει στους 33…
Η τελευταία που έφυγε από τη ζωή είναι η Σάντι ντε Κορτ (Shanti De Corte). Η 23χρονη, μπορεί να γλίτωσε από τις επιθέσεις αλλά επέλεξε να υπεβλήθη σε ευθανασία στις 7 Μαΐου 2022. Η είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή αυτές τις ημέρες.
Η νεαρή Φλαμανδή βρισκόταν στο Ζάβεντεμ. Μαζί με τις φίλες της θα ταξίδευε στη Ρώμη για να γιορτάσει την αποφοίτησή της. Όμως δεν πρόλαβε…
Οι τρομοκράτες ανατινάχτηκαν στην αίθουσα αναχωρήσεων στις 7:58 π.μ. και άλλαξαν για πάντα τη ζωή της. Η Σάντι στεκόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά. Αν και βγήκε σωματικά αλώβητη, δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το ψυχικό τραύμα που της προκάλεσε η τρομακτική εμπειρία που βίωσε και προτίμησε να «φύγει» πρόωρα. Μετά τις επιθέσεις εμφάνισε κατάθλιψη και είχε συχνές κρίσεις πανικού.
Μάλιστα, πριν επιλέξει την ευθανασία είχε προσπαθήσει δύο φορές να αυτοκτονήσει. Η ίδια το 2018 είχε εκμυστηρευτεί στην εφημερίδα Het Laatste Nieuws: «Μερικές φορές ουρλιάζω σαν να είμαι πίσω στο Ζάβεντεμ. Αλλά θέλω να ζήσω και να βοηθήσω τους άλλους» ενώ σε ανάρτησή της στα social media είχε γράψει: «Με όλα τα φάρμακα που παίρνω, νιώθω σαν ένα φάντασμα που δεν μπορεί να νιώσει τίποτα πια. Ίσως υπήρχαν άλλες λύσεις εκτός από τα φάρμακα».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ευθανασία στο Βέλγιο είναι νόμιμη. Ωστόσο, ένας νευρολόγος από το CHU Brugmann, ο Paul Deltenre, που παρενέβη στην υπόθεση, εκτίμησε ότι δεν έπρεπε να γίνει ευθανασία επειδή υπήρχαν κι άλλες θεραπείες.
Η εισαγγελία της Αμβέρσας διεξήγαγε έρευνα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία που διέπει την ευθανασία είχε τηρηθεί. Έτσι η υπόθεση έκλεισε.
Η οικογένειά της δηλώνει συγκλονισμένη, με τη μητέρα της να δηλώνει ότι «το να ζήσει έτσι δεν ήταν επιλογή. Δεν ένιωσε ποτέ ασφαλής μετά από αυτό. Το καλοκαίρι του 2016 πήγαμε ένα ταξίδι στη Γαλλία, αλλά η Σάντι δεν βγήκε από το ξενοδοχείο. Δεν ήθελε να πάει πουθενά όπου βρίσκονταν άλλοι άνθρωποι, από φόβο. Είχε επίσης τακτικές κρίσεις πανικού, από τις οποίες δεν απαλλάχθηκε ποτέ».
Η δίκη των φερόμενων δραστών για τις επιθέσεις στις Βρυξέλλες, θα συνεχιστεί στις 14 Νοεμβρίου. Περίπου 370 άτομα θα κληθούν να καταθέσουν ως μάρτυρες.
Μαρία Σολδάτου: Η Ωραία της οθόνης που πήρε τα βουνά
Στην ταινία «Ο Παπατρέχας», με τον Θανάση Βέγγο (1966), η Μαρία Σολδάτου, ενώ βάζει κρέμα στο πρόσωπο της Σούλης Σαμπάχ –προτού εκείνη τραγουδήσει το παραδοσιακό «Μάτια σαν και τα δικά σου» με χορωδία τις Νίτσα Μαρούδα και Ταϋγέτη! –αποφαίνεται: «Κρεμ ντε νουί. Και η Ροσάνα Ποντεστά αυτήν μεταχειρίζεται!».
Τόσο πολύ είχε μπει στην ζωή μας η σταρ της Τσινετσιτά από τη Λιβύη (τότε ιταλική αποικία), που διακρίθηκε για την ανοιχτόχρωμη ομορφιά της και ρόλους κυρίως… χλαμύδας: Ναυσικά στην «Οδύσσεια» δίπλα στους Κερκ Ντάγκλας και Σιλβάνα Μάνγκανο, ολόξανθη Ωραία Ελένη στην περίφημη «Ελένη της Τροίας» του 1956, «Σκλάβα της Ρώμης», Σουάχ ή Σώκε, ήτοι έκτος γιος του γενάρχη των Εβραίων Αβραάμ, στα «Σόδομα και Γόμορρα» του Μίκλος Ρόζα, Ηρα στον «Ηρακλή» του ογκωδέστατου μποντιμπίλντερ Λου Φερίνιο το 1983.
Δείτε το βίντεο-αφιέρωμα:
Και να φανταστεί κάποιος ότι είχε ξεκινήσει σχεδόν σουρεαλιστικά το ’50: Οφηλία στο διαφορετικό «Εγώ ο Αμλετ» και «Χιονάτη» στην πρώτη πειραγμένη εκδοχή με τους εφτά νάνους ως διασώστες. Επίσης ήταν η μόνη σταρ που είχε στη… δούλεψή της (σε ρόλους υπηρέτριας και βοηθού αντίστοιχα) σε ταινίες την Μπριζίτ Μπαρντό και την Ανούκ Εμέ.
Η Ποντεστά, που πέθανε στα 79 της, 28 χρόνια αφότου γύρισε την τελευταία της ταινία, δεν μπήκε στην ελληνική καθημερινότητα μέσα από τη μεγάλη οθόνη. Μπήκε από τα θρυλικά βράδια των σταρ στη «Λαγουδέρα» της Υδρας, αφότου – το 1957 – η συμπατριώτισσά της Σοφία Λόρεν γύρισε «Το παιδί και το δελφίνι» και τραγούδησε, μαζί με τον Τάκη Μωράκη, «Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη». Εκεί που οι αστέρες έπιναν, έτρωγαν, έπιναν και βουτούσαν – παραδοσιακά! – στη θάλασσα με τα ρούχα.
Μπήκε και μέσα από τις διαφημίσεις του πρώτου καλλυντικού σαπουνιού μαζικής παραγωγής Λουξ, του «σαπουνιού ομορφιάς των σταρ», όπως πλασαριζόταν. Με την Ποντεστά σε ρόλο μοντέλου (παράλληλα με τις Σοφία Λόρεν, Κατρίν Ντενέβ, Ούρσουλα Αντρες, Πασκάλ Πετί και Ελκε Σόμερ) να κρατά στα δόντια της τις πέρλες ενός κολιέ πάνω από το σλόγκαν «Η Ροσάνα Ποντεστά προτιμά το Λουξ. Εσείς;» Και ξαφνικά η Ελλάδα πλημμύρισε ιμιτασιόν μαργαριταρένια κολιέ σε συσκευασία δώρου μαζί με το σαπούνι.
Η πολύ προγενέστερή της εισαγόμενη στην Ελλάδα χιλιανή αρτίστα Ροζίτα Σεράνο είχε αναστατώσει τόσο την κοσμική Ελλάδα που έφτασε να γίνει πάστα, όμως η Ποντεστά έγινε πλαστική κούκλα. Λίγο κοντούλα, αλλά όμορφη.
Αυτό προτού η ξανθιά Ωραία Ελένη «φυλακιστεί» στα δημιουργήματα του σκηνοθέτη, ηθοποιού και παραγωγού συζύγου της – τον οποίο ερωτεύθηκε παράφορα – Μάρκο Βικάριο, για τον οποίο αναγκάστηκε να υποδυθεί ακόμη και την Κοκό, ερωμένη ενός πολυπόθητου και αχόρταγου άνδρα με τρεις όρχεις στο «Homo Eroticus» του 1971. Εποχή κατά την οποία δέχτηκε να φωτογραφιστεί – με περισσότερα ρούχα από άλλες – για το περιοδικό «Πλέιμποϊ», αφού έκανε αμέτρητα εξώφυλλα σε περιοδικά όπως το «Τempo», το ιταλικό «Ρομάντσο».
Και αυτό προτού να αφήσει για πάντα το σινεμά, να χωρίσει τον Βικάριο και να αφιερωθεί στον νέο παράφορο έρωτά της για τον διάσημο ιταλό αλπινιστή, εξερευνητή και δημοσιογράφο Βάλτερ Μπονάτι, που την πήρε μαζί του και στα βουνά αλλά την άφησε μόνη, όταν νικήθηκε από τον καρκίνο του παγκρέατος το 2011. Μοναξιά που –το είχε πει –δεν θα την άντεχε για πολύ…