Σε ηλικία 79 ετών άφησε την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα της Κυριακής 24 Αυγούστου ο Δημήτρης Κωνσταντάρας.
Ο Δημήτρης Κωνσταντάρας ήταν ο γιος του μεγάλου Έλληνα ηθοποιού Λάμπρου Κωνσταντάρα.
Ο γνωστός δημοσιογράφος, εκδότης και συγγραφέας αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια σοβαρά προβλήματα υγείας.
Ο γιος του, Λάμπρος, τον αποχαιρετά με μια ανάρτηση στα social media, με οικογενειακές φωτογραφίες.
Δείτε την ανάρτηση:
Δεν το πιστεύω μπαμπά μου ότι χθες μιλήσαμε για τελευταία φορά στο τηλέφωνο.
Η τελευταία μας φορά που βγάλαμε φωτογραφία γενεθλίων ήταν στις 6 Αυγούστου.
Το τελευταιο καπέλο που σου πήρα απο τα ταξίδια μου, αυτό απο το Moulin Rouge.
Χαμογελαστό και δυνατό θα σε έχω στο μυαλο μου πάντα και ξέρω ότι ταλαιπωρηθηκες αφανταστα αυτά τα δυο χρόνια.
Σε λιγους μήνες θα κλείνατε 60 χρόνια με τη μαμά. Τώρα μείναμε οι 3 μας και ο Στέφανος, αλλά χαμογελάμε γιατί ζήσαμε όλοι μαζί πολύ καλά, πολλά χρόνια.
Κάτι ξεριζώθηκε.
Δεν θα πω άλλα, κλείνω με τη φωτογραφία με το δαχτυλίδι σου. Όπως το έβγαλες εσύ από τον πατέρα σου στο Ασκληπιείο το 1985, έτσι τώρα έκανα κι εγώ.
Σε ευχαριστούμε για ολα σαγαπάμε.
Παυλινα Λάμπρος και μαμά
Βιογραφικό — Δημήτρης Κωνσταντάρας
Προσωπικά Στοιχεία
Γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1946 στην Αθήνα, γιος των ηθοποιών Λάμπρου Κωνσταντάρα και Ιουλίας Γεωργοπούλου.
Σπούδασε Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε το 1972.
Τελείωσε επίσης το λύκειο στις ΗΠΑ.
Επαγγελματική Διαδρομή
Δημοσιογραφία & ΜΜΕ
Ξεκίνησε την καριέρα του το 1972 και εργάστηκε ως συντάκτης, αρθρογράφος και διευθυντής σύνταξης σε εφημερίδες όπως:
Ελεύθερος Κόσμος, Η Καθημερινή, Η Βραδυνή, Ακρόπολις, Ελεύθερος, Αθηναϊκή, Χώρα κ.ά..
Στον χώρο των περιοδικών, συνέβαλε σε τίτλους όπως:
4Τροχοί, Επίκαιρα, Ποπ και Ροκ, Crash, Madame Figaro, μεταξύ άλλων.
Τηλεόραση & Ραδιόφωνο
Εργάστηκε στην ΕΡΤ από το 1977 έως το 1992, ως παρουσιαστής δελτίων, σχολιαστής αθλητικών αγώνων, παραγωγός μεγάλων διοργανώσεων, και υπεύθυνος αθλητικού τμήματος.
Συμμετείχε επίσης στην παραγωγή των Πανευρωπαϊκών Αγώνων Στίβου (1982–1987), στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες το 1984, καθώς και στον τελικό κυπέλλου πρωταθλητριών Ευρώπης.
Πολιτική Καριέρα
2002: Εκλέχτηκε Νομαρχιακός Σύμβουλος Αττικής, πρώτος σε ψήφους.
2004: Εξελέγη βουλευτής στην Α’ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία.
2007: Δεν επανεξελέγη.
2009: Υποψήφιος με τον Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό, κατετάγη δεύτερος — πρώτος επιλαχών.
2010: Εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων, πρώτος στο έκτο δημοτικό διαμέρισμα, και ανέλαβε ρόλους όπως γραμματέας του δημοτικού συμβουλίου και μέλος της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής.
2014: Ξαναεκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος — αργότερα έγινε ανεξάρτητος. Εξελέγη στο Δ.Σ. του πολιτιστικού οργανισμού ΟΠΑΝΔΑ. Το 2015 παραιτήθηκε και ανέλαβε αντιπρόεδρος στην “Εταιρεία Ασφαλιστικών Συμβουλευτικών Υπηρεσιών Αυτοδιοίκησης”
Επέστρεψε στη Νέα Δημοκρατία μετά από κάλεσμα του Αντώνη Σαμαρά και ήταν υποψήφιος βουλευτής τον Ιανουάριο του 2015, χωρίς να εκλεγεί.
Το αφιέρωμα στον Γιώργο Σαρρή, αδελφό της Χαρούλας Αλεξίου που έφυγε το 2017 και πέθανε μόλις στα 69 του τα ξημερώματα
Ο αδελφός της Χαρούλας Αλεξίου, γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1948 στη Θήβα και, μεταξύ άλλων, σφράγισε με τη φωνή του μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του λαϊκού πενταγράμμου, τις θρυλικές «Νταλίκες» των Χρήστου Νικολόπουλου και Μανώλη Ρασούλη.
Η είδηση του θανάτου του τραγουδιστή Γιώργου Σαρρή και αδερφού της Χαρούλας Αλεξίου, σκόρπισε θλίψη στον καλλιτεχνικό (και όχι μόνο) χώρο.
Ο Γιώργος Σαρρής πέθανε στον ύπνο από ανακοπή καρδιάς του τα ξημερώματα τις 12ης Οκτωβρίου του 2017, σε ηλικία μόλις 69 ετών.
Ο Γιώργος Σαρρής (Γιώργος Ρουπάκας) ήταν ο –κατά δυο χρόνια (γεννημένος το 1948) μεγαλύτερος- αδερφός της Χαρούλας Αλεξίου. Βέβαια, δεν είναι απλά ο αδερφός της Χαρούλας Αλεξίου, αλλά ένας λαϊκός τραγουδιστής, που πρωτοανέβηκε στο πάλκο το 1973.
Δείτε το βίντεο-αφιέρωμα:
Έπρεπε όμως να περάσει μια σχεδόν δεκαετία για να μπει στη δισκογραφία και να έρθει, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η τεράστια επιτυχία του τραγουδιού «Οι νταλίκες» («Με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά»), η οποία κυριολεκτικά τον εκτίναξε και τον καθιέρωσε ως έναν γνωστό λαϊκό τραγουδιστή.
Τα ’80ς ήταν κι η πιο επιτυχημένη, από πλευράς δημοφιλίας, εμπορικότητας και σουξέ, δεκαετία της καριέρας του. Η δισκογραφία του, βέβαια, συνεχίστηκε και τη δεκαετία του ’90 ως και τις αρχές του 2000, αλλά πλέον είχαν αλλάξει οι εποχές γενικότερα για το λαϊκό τραγούδι, τουλάχιστον με την φυσιογνωμία που το γνωρίσαμε στη δεκαετία του ’80.
οι συνθέτες που τον καθόρισαν αλλά και του έδωσαν τα μεγαλύτερα σουξέ του είναι ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Τάκης Σούκας κι ο Τάκης Μουσαφίρης.
Οι προσωπικοί του δίσκοι:
1982 «Οι νταλίκες». Σε μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου και σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, του Μανώλη Ρασούλη, του Λευτέρη Χαψιάδη, αλλά σε ποίηση του Νίκου Λαπαθιώτη. Σε δύο τραγούδια – επιτυχίες(«Καλύτερα παράφωνος» και «Με ιπτάμενο δίσκο») συμμετέχει η Χάρις Αλεξίου. Το ομότιτλο τραγούδι που έγινε πολύ μεγάλο σουξέ και το σήμα κατατεθέν του Σαρρή, προέρχεται από τον δίσκο των Νικολόπουλου – Ρασούλη «Παίξε Χρήστο επειγόντως» (1982) και λόγω της τεράστιας επιτυχίας του «βάφτισε» και τον πρώτο αυτόν προσωπικό δίσκο του Γιώργου Σαρρή.
1985 «Η αγάπη είναι το θέμα». Σε μουσική του Τάκη Σούκα και σε στίχους των μόνιμων συνεργατών – στιχουργών του συνθέτη: Βασίλη Παπαδόπουλου, Νίκου Λουκά και Γιώργου Βρούβα. Σε δύο τραγούδια, το ένα μεγάλη επιτυχία(«Μια ζωή μέσα στους δρόμους»), συμμετέχει η Χάρις Αλεξίου, ενώ μαζί λένε και το εξίσου σουξέ, «Όλα για μένα είσαι εσύ».
1987 «Και μόνο που με κοιτάς λιώνω». Ο δίσκος του με τον Τάκη Μουσαφίρη, όπου έγινε μεγάλη επιτυχία το ομότιτλο τραγούδι.
1990 «Τρελός από αγάπη». Σε μουσική του Σπύρου Παπαβασιλείου και σε στίχους του Βασίλη Παπαδόπουλου.
1992 «Όλα παίζονται απόψε», σε μουσική του Τάκη Σούκα.
1993 «Για θυμήσου», σε μουσική και στίχους διαφόρων.
1997 «Φταίνε οι άπονοι καιροί». Ο τελευταίος προσωπικός δίσκος του Γιώργου Σαρρή. Τον έχει επιμεληθεί ο Κώστας Χατζηδουλής, ο οποίος συγκέντρωσε τα μόλις 8 κομμάτια του δίσκου, σε μουσική, όμως, του Μιχάλη Γενίτσαρη, του Χρήστου Νικολόπουλου, του Θάνου Μικρούτσικου, της Χαρούλας Αλεξίου και του Νίκου Καρανικόλα και σε στίχους του Κώστα Βίρβου, του Μιχάλη Γενίτσαρη, της Βούλας Γκίκα, της Λίνας Νικολακοπούλου και της Χαρούλας Αλεξίου. Σε τρία τραγούδια συμμετέχει η Δέσποινα Ολυμπίου.
Ο Πάρις Μοσχόπουλος-Αλεξάντερ, υπήρξε μία από τις πιο ιδιαίτερες παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’60.
Γεννήθηκε το 1932 στο Παγκράτι της Αθήνας και από νεαρή ηλικία έδειξε την επιθυμία να ανοίξει τα φτερά του πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, πήρε τη μεγάλη απόφαση να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναζητώντας ευκαιρίες στον χώρο της υποκριτικής.
Στη Νέα Υόρκη σπούδασε ηθοποιός, αποκτώντας γερά θεμέλια στη δραματική τέχνη, ενώ στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, την καρδιά της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η διεθνής του παιδεία και η άνεσή του στην αγγλική γλώσσα τον βοήθησαν να κινηθεί με ευχέρεια ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους: τον ελληνικό και τον αμερικανικό.
Η επιστροφή στην Ελλάδα και η μεγάλη ευκαιρία
Η επιστροφή του στην Ελλάδα συνδέθηκε με τη συμμετοχή του στην παραγωγή της 20th Century Fox, Συνέβη στην Αθήνα (1962). Στην ταινία υποδύθηκε τον Νίκο Λούη, αδελφό του θρυλικού ολυμπιονίκη μαραθωνοδρόμου Σπύρος Λούης. Η συμμετοχή του σε μια διεθνή παραγωγή αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην καριέρα του και τον σύστησε δυναμικά στο ελληνικό κοινό.
Καριέρα στον ελληνικό κινηματογράφο
Τη δεκαετία του ’60 ο Άρις Αλεξάντερ πρωταγωνίστησε σε αρκετές εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες, ερμηνεύοντας ρόλους που συχνά συνδύαζαν γοητεία, δυναμισμό και μυστήριο.
Μεταξύ των σημαντικότερων ταινιών του ξεχωρίζουν:
Η νύφη το σκασε (1962) – στον ρόλο του Δημήτρη
Αμφιβολίες (1964) – ως Αντώνης Κορωνέλος / Φραγκιάς
Όχι, κύριε Τζόνσον (1965) – στον ομώνυμο ρόλο
Όταν τα ψάρια βγήκαν στη στεριά (1967) – ως Φρεντ
Ο 13ος (1967) – ως Δημήτρης Μπούμας
Έρωτες στη Λέσβο (1967) – ως Τζίμι Άντονι
Γεύση από έρωτα (1966) – ως Άλεκ
Κατάσκοποι στο Σαρωνικό (1968)
Επιπλέον, εμφανίστηκε στην ταινία Αλίκη (1963), ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την παρουσία του στον χώρο.
Οι ρόλοι του συχνά κινούνταν ανάμεσα στο ρομαντικό δράμα, την περιπέτεια και την αστυνομική ίντριγκα, αντικατοπτρίζοντας το κλίμα της εποχής. Η κινηματογραφική του φυσιογνωμία, επηρεασμένη από το αμερικανικό στυλ ερμηνείας, τον έκανε να ξεχωρίζει από πολλούς σύγχρονούς του.
Τα τελευταία χρόνια και η παρακαταθήκη
Ο Άρις Αλεξάντερ έφυγε από τη ζωή στις 26 Μαρτίου 2016, αφήνοντας πίσω του μια αξιοσημείωτη πορεία στον ελληνικό κινηματογράφο. Αν και δεν ανήκει στα πιο προβεβλημένα ονόματα της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά, η διαδρομή του χαρακτηρίζεται από διεθνή προοπτική, καλλιτεχνική συνέπεια και συμμετοχή σε ταινίες που σημάδεψαν τη δεκαετία του ’60.
Η πορεία του Άρι Αλεξάντερ αποτελεί παράδειγμα ενός Έλληνα καλλιτέχνη που τόλμησε να αναζητήσει το όνειρό του στο εξωτερικό και να επιστρέψει, φέρνοντας μαζί του εμπειρίες και επιρροές που εμπλούτισαν το ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο.
To αφιέρωμα μας στον Περικλή Περάκη: Έναν τραγουδιστή με σημαντική διαδρομή στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 που έφυγε πρόσφατα
O Περικλής Περάκης είχε πρωτοστατήσει στο ελαφρολαϊκό τραγούδι, στην ελληνόφωνη disco και στην αναβίωση της οπερέτας.
Ο Περικλής Περάκης (αν και το σωστό είναι «Περράκης», με δύο «ρ», παρότι υπέγραφε άλμπουμ και ως «Περάκης») ήταν για πολλά χρόνια εκτός δουλειάς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι νεότεροι φίλοι του ελληνικού τραγουδιού να μην τον γνωρίζουν. Να μην ξέρουν τα τραγούδια του, αγνοώντας, εντελώς, κάποιες πολύ ιδιαίτερες στιγμές της πορείας του, στα καλλιτεχνικά πράγματα, που έχουν πολύ μεγάλη σημασία.
Κατ’ αρχάς λίγοι ξέρουν πως ο καλλίφωνος Περικλής Περάκης είχε ξεκινήσει επαγγελματικά (και) ως λυρικός τραγουδιστής.
Και αυτός, και η αδελφή του, η αγαπητή σε πολλούς τραγουδίστρια Ξανθή Περάκη, είχαν σπουδάσει τραγούδι και μάλιστα σε τρία ωδεία –όπως είχε πει η ίδια η Ξ. Περάκη, στον Αλκίνοο Μπουνιά της Espresso, το 2016–, στο Εθνικό, στο Ελληνικό και στο Ορφείο!
Ο ίδιος ο Περικλής Περάκης στο εξώφυλλο ενός δίσκου του είχε γράψει πως ήδη από το 1967 τραγουδούσε λυρικό τραγούδι, με τη Εθνική Λυρική Σκηνή, στο Ηρώδειο!
Η φωνή του Περικλή Περάκη είναι εντυπωσιακή. Σε χρώματα, σε έκταση, σε πάθος, με ιδιαίτερη υπογράμμιση των λέξεων και των νοημάτων – και κάπως έτσι, ως ερμηνευτής, μόνο με τους πολύ μεγάλους συναδέλφους του, από την ίδιαν εποχή, θα μπορούσε να συγκριθεί.
Και όντως, αφού συμμετείχε στο ανέβασμα των οπερών, του μεγάλου ανανεωτή του είδους, Christoph Willibald Gluck (1714-1787) «Ιφιγένεια η Εν Αυλίδι» και «Ιφιγένεια η Εν Ταύροις», που είχαν παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, τον Ιούνιο του 1967, ενώ είχε εμφανισθεί και το 1969 στην όπερα του Giuseppe Verdi «Μάκβεθ». Βεβαίως όχι στους κεντρικούς ρόλους, τους οποίους είχαν «καπαρώσει» οι αναγνωρισμένοι λυρικοί τραγουδιστές της εποχής (Βασίλης Γιαννουλάκος, Ευθύμιος Μιχαλόπουλος, Κική Μορφωνιού κ.ά.), μα στην χορωδία.
Είχε προηγηθεί, όμως, η παρουσία του Περικλή Περάκη στις μπουάτ της εποχής. Όπως μας είπε η τραγουδοποιός Μαίρη Δαλάκου:
«Στο ξεκίνημά μου στις μπουάτ της Πλάκας γνώρισα τον Περικλή, όταν βρεθήκαμε να τραγουδάμε μαζί, ένα χειμώνα στο Συμπόσιον του Γιώργου Μπουκουβάλα. Ερχόταν σπίτι μου για πρόβες, καθώς και η ηθοποιός Ελένη Κυπραίου, που απήγγειλε. Συνόδευα και τους δύο στο πιάνο –εκτός από τον εαυτό μου, όταν έλεγα τα τραγούδια μου–, γιατί δεν υπήρχε άλλος πιανίστας. Ο Περικλής ερμήνευε εξαιρετικά Μάνο Χατζιδάκι, τα τραγούδια από τον “Κύκλο με την Κιμωλία” και τον “Κύκλο του C.N.S.”. Έγινε υπέροχος φίλος και συνεργάτης!».
Στα πρώτα χρόνια του ’70 κυριαρχεί στις πίστες και στην δισκογραφία το ελαφρολαϊκό τραγούδι. Ο Περικλής Περάκης, που έχει τέλεια φωνή γι’ αυτό το στυλ τραγουδιού, ξεκινά με δύναμη, με μερικά πολύ ωραία τραγούδια, το 1973.
Είναι η εποχή όπου κυριαρχούν μερικές αξιοθαύμαστες φωνές στο χώρο, καθώς πέρα από το ηγετικό δίδυμο Τόλης Βοσκόπουλος-Μαρινέλλα, υπάρχουν ακόμη ο Γιάννης Πάριος, ο Κωστής Χρήστου, η Τζένη Βάνου, ο Λευτέρης Μυτιληναίος, η Λίτσα Διαμάντη, ο Λάκης Αλεξάνδρου και άλλοι βεβαίως, που λένε ωραιότατα τραγούδια. Μέσα σ’ αυτή την ομάδα των ερμηνευτών εντάσσεται, με άνεση, και ο Περικλής Περάκης.
Παρότι ο Περάκης ηχογραφούσε για μικρή εταιρεία, την Sonora, οι δίσκοι του πουλάνε αρκετά (ιδίως τα 45άρια) και ακούγονται παντού. Και πώς να μην ακούγονται, όταν σ’ αυτούς χαράζονται τραγούδια όπως τα «Απονιά» και «Έλα ένα βράδυ» των (Στ. Σωτηρίου-Καλ. Μαρμαρινού), το «Ποιος θα το πίστευε» (Στ. Σωτηρίου-Αλ. Καγιάντα-Καλ.Μαρμαρινού) και λοιπά;
Λέμε για την αφρόκρεμα του ελαφρολαϊκού, για σπουδαία κομμάτια, που αποδίδονται από την δυνατή, λαμπερή, αρρενωπή, καθαρή, αισθαντική και πάνω απ’ όλα άνετη και αβίαστη φωνή του Περικλή Περάκη.
Όχι τυχαία τα τραγούδια αυτά θα τα έλεγαν τα μεταγενέστερα χρόνια πολλοί και διάφοροι (Μανώλης Λιδάκης, Βασίλης Τερλέγκας, Βασίλης Καρράς, Χριστίνα Μαραγκόζη κ.ά.), κάνοντάς τα γνωστά στους νεότερους ακροατές, αλλά, ως συνήθως, καμία απ’ όλες αυτές τις εκτελέσεις δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει εκείνες του Περάκη…
Μέσα σε δυο-τρία χρόνια ο Περικλής Περάκης θα κάνει κάμποσα άλμπουμ στην Sonora είτε προσωπικά, όπως το «Κάτι Τελειώνει…» (1974), με τις επιτυχίες «Κάτι τελειώνει…» (Δ. Μηλιού-Ξεν. Φιλέρη) και «Κυρία μου» (Στ. Σωτηρίου), είτε σε συνεργασία με την τραγουδίστρια Γεωργία Λόγγου – λέμε για τα LP «Οι Ρωμηοί» σε μουσική Μπάμπη Πραματευτάκη και στίχους Αλέκου Καγιάντα, «Χθες Σήμερα Πάντα» με τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, «Τα Ωραιότερα Τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη» και «Να με Θυμάσαι» με μουσικές του Μιχάλη Καρρά και στίχους διαφόρων.
Το 1975 οι «μετοχές» του Περικλή Περάκη έχουν ανεβεί κι έτσι «μετακομίζει» σε μια μεγάλη εταιρεία πια, την Columbia.
Εκεί θα κάνει έναν πρώτο δίσκο με τον Γιώργο Χατζηνάσιο, τις «Αντιθέσεις» (τραγουδούσε και η Αιμιλία Νομικού), που θα δώσει σπουδαία τραγούδια και μεγάλες επιτυχίες.
Η επιτυχία ήταν το «Τώπε το ναι» (σε στίχους Σέβης Τηλιακού), που ακουγόταν συνεχώς στο ραδιόφωνο και στα τζουκ-μπόξ, αλλά τα μεγάλα τραγούδια ήταν άλλα. Ήταν το «Εκεί στην άκρη» (στίχοι Γιώργος Κανελλόπουλος), το «Άνοιξε το παράθυρο» (στίχοι Ερρίκος Θαλασσινός) –είχε ακουστεί από τον Αντώνη Καλογιάννη στην ταινία του Ε. Θαλασσινού «Ένας Νομοταγής Πολίτης» (1974), αλλά ο Περικλής Περάκης φαίνεται πως είναι ο πρώτος που το περνάει στην δισκογραφία– και ακόμη το έξοχο «Της μοίρας τ’ αδράχτι», σε στίχους Νίκου Γκάτσου.
Η φωνή του Περικλή Περάκη είναι εντυπωσιακή. Σε χρώματα, σε έκταση, σε πάθος, με ιδιαίτερη υπογράμμιση των λέξεων και των νοημάτων – και κάπως έτσι, ως ερμηνευτής, μόνο με τους πολύ μεγάλους συναδέλφους του, από την ίδιαν εποχή, θα μπορούσε να συγκριθεί.
Το 1976 ο Περάκης έχει δημιουργήσει πλέον μεγάλο όνομα, τραγουδάει στο κέντρο Αντιθέσεις, στο Σύνταγμα (Ξενοφώντος & Φιλελλήνων) μαζί με τους Πρόδρομο Τσαουσάκη, Ξανθή Περάκη, Γιάννη Μπογδάνο κ.ά., ενώ κυκλοφορεί και το άλμπουμ του «Ερωτικοί Διάλογοι» (τραγουδούσαν και οι Αρετή Κυπραίου, Μάριος) με συνθέσεις του Γιώργου Κατσαρού και στίχους του Κώστα Ρουβέλα. Στον δίσκο υπήρχαν καλά τραγούδια, αλλά λίγα ακούστηκαν πλατύτερα. Τα ωραιότερα ήταν τα «Αξιότιμη κυρία» και «Πού πήγε».
Σταθερά στην EMI / Columbia, το 1977, ο Περικλής Περάκης κυκλοφορεί το LP «Θέλεις ή Δεν Θέλεις», με τραγούδια των Τάκη Σούκα-Ηρακλή Παπασιδέρη, Στέλιου Βαμβακάρη και Μιχάλη Καρρά. Έξοχες ερμηνείες για μιαν ακόμη φορά και ωραία τραγούδια γενικώς, που δεν ακούστηκαν πολύ – όπως το «Αυτή δεν λέγεται αγάπη».
Είναι η εποχή όπου η Columbia ψάχνεται από πλευράς ρεπερτορίου, αισθητικά κ.λπ. Η MINOS και η Polydor κυριαρχούν στην αγορά με τις εκδόσεις και τις προτάσεις τους και η κάποτε ισχυρή πολυεθνική εταιρεία, το ελληνικό παράρτημά της, από το οποίο έχει αποχωρήσει φυσικά ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, βρίσκεται σε… κώμα. Κώμα, από το οποίο θα βγει πρόσκαιρα μέσω του παραγωγού (και βεβαίως μουσικού) Γιώργου Πετσίλα.
Ο Πετσίλας (σύζυγος της Νάνας Μούσχουρη μέχρι το 1975 και για πολλά χρόνια συνεργάτης της – βασικά ο άνθρωπος που συνέβαλε τα μέγιστα στην διεθνή καταξίωσή της) είναι ανοικτό πνεύμα και αυτό φαίνεται όχι γιατί βγάζει το «Φλου» του Παύλου Σιδηρόπουλου και της Σπυριδούλας, μα γιατί βγάζει τον πρώτο δίσκο του Χάρρυ Κλυνν, το «Για Δέσιμο…» και τα «DISCOΜΕΡΑΚΙΑ».
Πιάνει δηλαδή τον χαμό που γίνεται με την disco στη χώρα, και ως παραγωγός προτείνει ένα ευχάριστο άλμπουμ για τον πολύ κόσμο, που ξελασπώνει και την εταιρεία και που κυρίως κομίζει μια νέα λαϊκή αισθητική πρόταση.
Η disco έπρεπε να περάσει στο λαϊκό πάλκο. Το άξιζε. Μπορούσε να συνδεθεί χωρίς πρόβλημα με το μπουζούκι και μπορούσε να αναμορφώσει τα παλιά λαϊκά και ελαφρολαϊκά, δίνοντάς τους μια νέα πνοή, ώστε να μπορεί να καταναλωθούν ξανά. Με μηδέν νέο ρεπερτόριο δηλαδή, αλλά με μερικές καλές ιδέες, το πράγμα θα μπορούσε να κυλήσει, αφού θα δουλευόταν άκρως επαγγελματικά.
Ο Πετσίλας δεν φείδεται χρημάτων, στην παραγωγή. Έχει μπροστά τον Περικλή Περάκη, βαρύ πυροβολικό, με την φωνάρα και το μπρίο του, αλλά πίσω έχει κόσμο και κοσμάκη. Στον δίσκο διαβάζουμε… «παίζει η Συμφωνική Ορχήστρα της Columbia», ενώ συμμετέχει και το γκρουπ Naked Venus, με τον άξιο Νέστορα Δάνα να αναλαμβάνει τις ενορχηστρώσεις και την διεύθυνση όλου αυτού του κόσμου.
Όταν λέμε «Συμφωνική Ορχήστρα της Columbia» λέμε, βασικά, για τα βιολιά και τα πνευστά της. Ονόματα μουσικών δεν υπάρχουν στο άλμπουμ, αλλά δεν αποκλείεται στα βιολιά να είναι οι Δημήτρης Βράσκος, Παντελής Δεσποτίδης κ.ά., στα πνευστά οι Άρης Καραντάνης, Γιάννης Θεοδωρίδης κ.ά., στα σύνθια ο Χρήστος Ζερμπίνος κ.λπ.
Και στο ροκ γκρουπ, στους Naked Venus, ποιοι να έπαιζαν άραγε; Πάντως δεν αποκλείεται στην funky κιθάρα να είναι ο Τίτος Καλλίρης… Ποιος ξέρει…
Πάντως, όποιοι και να ήταν οι οργανοπαίκτες η δουλειά που είχε γίνει ήταν εξαιρετική. Τα disco και funky vibes ήταν ατελείωτα και το γεγονός πως ουσιαστικά μιλάμε για ένα άλμπουμ με τραγούδια ποτ-πουρί σημαίνει πως από την αρχή είχε γίνει, αυτό, για να καταναλωθεί στις ντίσκο-πίστες. Όχι στις «επαγγελματικές» των αναγνωρισμένων ντισκοτέκ, γιατί εκεί λόγω άγνοιας, αφέλειας και ασυνείδητης υποτέλειας κυριαρχούσαν τα ξένα ονόματα, αλλά στις λαϊκές, των λαϊκών μαγαζιών εννοούμε, και βασικά στις… σπιτικές.
Με τα «DISCOΜΕΡΑΚΙΑ» γινόταν χαμός στις γειτονιές και δεν υπήρχε αρραβώνας, γάμος, βάπτιση, γενέθλια, ονομαστική γιορτή, παιδικό / εφηβικό πάρτυ κ.λπ., που να μην παίζει ο δίσκος «εμπλοκή», δυο, τρεις και τέσσερις φορές το βράδυ και τη νύχτα.
Είναι η εποχή όπου η απόκτηση ενός στερεοφωνικού συγκροτήματος έχει γίνει προσβάσιμη στον πολύ κόσμο. Κοινώς, στερεοφωνικό πια έχουν οι πάντες. Και κάπως έτσι η «μπότα» από τα «DISCOΜΕΡΑΚΙΑ» δεν θα μπορούσε παρά να τεστάρει τα γούφερ των λαϊκών στερεοφωνικών στις συνοικίες.
«Μαντουμπάλα», «Όσο αξίζεις εσύ», «Ό,τι αρχίζει ωραίο», «Πήρε φωτιά μια καρδιά», «Τα μαύρα μάτια σου», «Κάτω απ’ το πουκάμισό μου», «Άναψε το τσιγάρο», «Ο μαχαραγιάς», «Ένα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι», «Άμα θες να κλάψεις κλάψε» κ.λπ.
Ο Περικλής Περάκης περνάει ανεπαίσθητα απ’ όλα, καθώς με την φωνή που διαθέτει μπορεί να υποστηρίξει τα πάντα, ολισθαίνοντας από το ένα στο άλλο, χωρίς να αντιλαμβάνεσαι το πώς – αλλάζοντας «κοστούμι» στον αέρα και επί το έργον. Πραγματικά σπουδαίος! Το είχαν καταλάβει, δε, και οι Τούρκοι, καθότι το άλμπουμ θα έβγαινε και στην γείτονα!
Από την εποχή της παράστασης «Αλλαγή και Πάσης Ελλάδος», στην Διαγώνιο της Πλάκας, σεζόν 1982-83. Να αναφέρουμε όσους αναγνωρίζουμε. Πρώτη σειρά, κάτω, από αριστερά: Ζωρζ Πιλαλί, Τόνυ Άντονυ. Δεύτερη σειρά από αριστερά: Νάσος Πατέτσος, Αιμιλία Σαρρή, Περικλής Περάκης, Ρένα Βιολάντη. Τρίτη σειρά, από αριστερά: Σίσσυ Αλατά (δεύτερη), Χάρρυ Κλυνν (τρίτος), Νίκος Στρατηγός (τέταρτος). Τέταρτη σειρά, από αριστερά: Δημήτρης Μαργιολάς (τρίτος), Τάκης Μπουγάς (πέμπτος)
Δύο χρόνια αργότερα, το 1980, ο Περικλής Περάκης επιχειρεί να το ξανακάνει με τα «Ευρωλαϊκά», πάλι με τον Γιώργο Πετσίλα στην παραγωγή, ενώ στο εξώφυλλο σημειώνεται: «Ο δίσκος αυτός ηχογραφήθηκε με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα σε DOLBY A System και σε FULL STEREO».
Όντως η παραγωγή είναι εξαιρετική, με τους Πετσίλα και Δάνα στα πόστα τους και με τον Γιάννη Κιουρκτσόγλου στην κονσόλα του ήχου. Ο Περικλής Περάκης πάντα στη θέση 1 είναι για άλλη μια φορά αχτύπητος.
Το άλμπουμ αυτό καινοτομεί, μάλιστα, ως προς ένα σημείο. Στην πρώτη πλευρά δεν υπάρχει ποτ-πουρί, αλλά πρωτότυπα τραγούδια του Βασίλη Βασιλειάδη και της Λούλας Παπαγιαννοπούλου.
Αν τα «Ευρωλαϊκά» είχαν και στην δεύτερη πλευρά πρωτότυπα και όχι μία… τρίτη πλευρά ποτ-πουρί, σε στυλ «DISCOΜΕΡΑΚΙΑ», θα μιλάγαμε, σήμερα, για έναν άλλου τύπου δίσκο, δηλαδή δισκάρας λαϊκής disco, κατά πολύ ανώτερο των αντιστοίχων του Γιάννη Φλωρινιώτη, της Λίτσας Διαμάντη κ.λπ. Το «Κατηγορώ» είναι φοβερό τραγούδι.
Το 1980, όμως, ο Περικλής Περάκης θα εμφανιζόταν και στο θέατρο, παίρνοντας μέρος στην επιθεώρηση του Ναπολέοντα Ελευθερίου «Μέσα κι έξω πάμε πρίμα – κολυμπήσαμε στο χρήμα» (με Γιάννη Βογιατζή, Νέλλη Γκίνη, Γιώργο Κοινούση κ.ά.), ενώ το 1982 θα συνεργαζόταν με τον Χάρρυ Κλυνν, στην Διαγώνιο, στην Πλάκα (Αδριανού), στο σώου «Αλλαγή και Πάσης Ελλάδος», μαζί με τους Αιμιλία Σαρρή, Νάσο Πατέτσο, Ρένα Βιολάντη, Τόνυ Άντονυ, Γιώργο Πιλάλα και την… Εμπροσθοδρομική Κομπανία.
Το τελευταίο άλμπουμ του Περικλή Περάκη στην Columbia θα είχε τίτλο «Δώσε Λύση» και θα κυκλοφορούσε το 1981. Λέμε για έναν καθαρά λαϊκό δίσκο, με πρωτότυπες συνθέσεις των Αντώνη Ρεπάνη, Νάκη Πετρίδη και Γιώργου Ζαμπέτα.
Ο δίσκος μπορεί να ήταν «μια χαρά» για λαϊκός, με πολλά καλά τραγούδια δηλαδή («Από τότε που έφυγες», «Δεν μπορώ να ξεχάσω» κ.λπ.), αλλά δεν θα ακουγόταν σχεδόν καθόλου. Έπεσε πάνω στους πρώτους μήνες του ΠΑΣΟΚ, όταν οι διαφημιστικές εκπομπές των εταιρειών κόβονται από το ραδιόφωνο και οι δίσκοι αφήνονταν… αβοήθητοι στο πέλαγο.
Εκείνη την εποχή ο Περικλής Περάκης, που έχει ακόμη υψηλό στάτους, δίνει μια συνέντευξη στο περιοδικό «Μουσική» (τεύχος #44, Ιούλης ’81), στην οποία μιλούσε γενικότερα, για το πώς έβλεπε, τότε, τα πράγματα στη μουσική και το τραγούδι μας. Λέει κάπου:
«Η ελληνική μουσική, δυστυχώς, αυτή τη στιγμή δεν έχει αμυντική γραμμή. Πρέπει να πάμε ή στα παλιά δημοτικά τραγούδια ή στα παλιά λαϊκά ή να πάρουμε τις οπερέτες του Σακελλαρίδη, μέχρι την εποχή του Μουζάκη, του συγχωρεμένου του Μαρκέα, μέχρι των ελληνικών επιθεωρήσεων ή να προχωρήσουμε σε ορισμένα τραγούδια, που σήμερα γράφονται πάνω σε ποιητικές συλλογές. Δεν νομίζω ότι οι ποιητικές συλλογές μπορούν να μας σώσουν από το τέλμα, ούτε οι δουλειές του Σαββόπουλου. Εντάξει, είναι ένας μεγάλος συνθέτης-τραγουδιστής ή μάλλον ένας μεγάλος άνθρωπος της μουσικής, αλλά δεν νομίζω ότι με έργα σαν την “Ρεζέρβα”, που είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο έργο, ο κόσμος μπορεί να κατανοήσει τα βαθιά του νοήματα απόλυτα. Γιατί μπορεί να τα κατανοήσω εγώ, που έτυχε να έχω παιδευτεί στη δουλειά(…), αλλά ο κόσμος δεν τα κατανοεί δυστυχώς, γιατί το επίπεδο του μέσου Έλληνα δεν παύει να είναι εκεί που ήτανε, άσχετα αν απόκτησε και μια “μερσεντέ”, όπως λένε, και ρετιρέ, που το στόλισε με χρυσές κορνίζες».
Ήταν δύσκολη η εποχή για το ελληνικό τραγούδι, εκεί στις αρχές του ’80 και αυτά που έλεγε τότε ο Περικλής Περάκης περιέγραφαν, σωστά, την κατάσταση. Και φυσικά, τότε, ο καλός τραγουδιστής δεν θα μπορούσε να προβλέψει το νέο τραγούδι που ερχόταν, για να καταλάβει, σιγά-σιγά, τις μπροστινές θέσεις.
Το τραγούδι των νεότερων τραγουδοποιών (Κατσιμιχαίοι, Β. Γερμανός, Παπάζογλου κ.ά.) και των συγκροτημάτων, που λειτουργούσαν με όρους τραγουδοποιού (π.χ. Φατμέ, Τερμίτες – Πορτοκάλογλου, Μαχαιρίτσας δηλαδή).
Αυτά θα ολοκληρώνονταν, θα έπαιρναν σχήμα, μετά το ’85, γιατί μέχρι τότε, στα πρώτα πέντε χρόνια της δεκαετίας του ’80, εκείνο που κυριαρχούσε ήταν το νεορεμπέτικο και το νεολαϊκό (η Γλυκερία, η Οπισθοδρομική και η Αθηναϊκή Κομπανία, Τα Παιδιά απ’ την Πάτρα, ο Μπάμπης Γκολές κ.ά.), δηλαδή συνέβαινε εκείνο που έλεγε και ο Περάκης, το 1981, πως θα «πρέπει να πάμε ή στα παλιά δημοτικά τραγούδια ή στα παλιά λαϊκά ή να πάρουμε τις οπερέτες».
Ο ίδιος δεν πήρε μόνον τα παλιά λαϊκά, ανατρέποντάς τα, μέσα από την ντισκοποίησή τους, αλλά πήρε και τις παλιές οπερέτες, όχι ντισκοποιώντας τες, αλλά παρουσιάζοντάς τες μ’ ένα νέο πρόσωπο. Λέμε για το άλμπουμ «Αφιέρωμα στην Ελληνική Οπερέττα», που θα έβγαινε από την CBS, το 1984.
Σ’ αυτό το άλμπουμ, σε νέα πια εταιρεία, ο Περικλής Περάκης είχε δίπλα του τον ενορχηστρωτή και διευθυντή ορχήστρας Νίκο Στρατηγό, με τον οποίον είχε δουλέψει και στην Διαγώνιο, αλλά βασικά είχε τον σπουδαίο Αλέκο Σακελλάριο (1913-1991). Ο ίδιος (ο Α. Σακελλάριος) θα έγραφε και το σημείωμα του δίσκου, το οποίον αξίζει να το μεταφέρουμε κι εδώ:
«Είναι παρήγορο και συγκινητικό να βλέπεις νέους ανθρώπους, όπως είναι ο Περικλής Περάκης και οι συνεργάτες του, να αγκαλιάζουνε με τόση τρυφερότητα και τόση στοργή τις παλιές μελωδίες, που βάλανε τα θεμέλια στο καλώς εννοούμενο ελληνικό τραγούδι.
Ο Περικλής Περάκης με αυτό το δίσκο του μας θυμίζει ένα μουσικό είδος, που πριν από πολλά χρόνια εξαφανίστηκε από το μουσικό μας θέατρο, την οπερέττα. Κανένας θεατρικός επιχειρηματίας δεν θα τολμούσε στις μέρες μας ν’ ανεβάσει μιαν οπερέττα. Στις μέρες μας, που οι θεατρικοί επιχειρηματίες αναζητάνε έργα με δυο-τρία πρόσωπα, θα ήτανε οικονομική αυτοκτονία να ανεβάσει κανείς οπερέττα με τριάντα όργανα ορχήστρα, με μπαλέτα, χορωδίες και πολυπρόσωπους θιάσους. Και στον “Παναθηναϊκό” να ανέβαινε ένα τέτοιο θέαμα και να ήτανε γεμάτο κάθε βράδυ, ο θεατρικός επιχειρηματίας δεν θα μπορούσε να βγάλει τα τεράστια έξοδά του.
Έτσι, θα πρέπει να θεωρηθεί η προσφορά αυτή του Περικλή Περάκη, σαν ένα δώρο στους νέους, που δεν γνωρίσανε την οπερέττα και που τα τραγούδια αυτά τα ’χουνε ίσως διατηρήσει τρυφερά στις μνήμες τους από τον πατέρα τους, την μητέρα τους και ίσως-ίσως την γιαγιά τους.
Περικλής Περάκης και Αλέκος Σακελλάριος. Φωτ.: Δημήτρης Αλεξιάδης
Η ελληνική οπερέττα γεννήθηκε στα παρασκήνια του θιάσου που έπαιζε τα “Παναθήναια” του Δημητρακόπουλου, του Τσοκόπουλου και του Άννινου. Ένας νέος τότε ηθοποιός, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, και ένας νεαρός επίσης συνθέτης, που μόλις είχε γυρίσει από την Γερμανία, όπου σπούδασε μουσική, ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, συνδυάσανε τα νεανικά τους όνειρα και τις ωραίες τους φιλοδοξίες και βάλανε το θεμέλιο της ελληνικής οπερέττας, που γνώρισε στους Έλληνες τότε τον Κάλμαν, τον Λέχαρ, τον Αμπράαμς και τόσους άλλους, αλλά συγχρόνως δημιούργησε και την ελληνική, την καθαρά ελληνική οπερέττα με τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, τον Νικόλαο Χατζηαποστόλου, αλλά και Γιανίδη, Στάθη Μάστορα και λοιπά.
Σαν παλιός κι εγώ αισθάνομαι την υποχρέωση να συγχαρώ τον Περικλή Περάκη όχι μόνο προσωπικά, αλλά και εκ μέρους των συνθετών που οπερεττικά τραγούδια τους τραγουδάει, και που δεν ζούνε πια. Ακούω τα τραγούδια τους από την συγκινημένη φωνή του Περικλή Περάκη, με δάκρυα στα μάτια, μια και οι πιο πολλοί απ’ αυτούς ήτανε συνεργάτες μου. Τον ευχαριστώ για λογαριασμό όλων».
Ο Περάκης που είχε σπουδάσει κλασικό τραγούδι και που στα νιάτα του, όπως είδαμε και στην αρχή του κειμένου, τραγουδούσε σε παραγωγές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, προφανώς πραγματοποιεί εδώ ένα από τα… ομολογημένα όνειρά του. Να ξανατραγουδήσει σε δίσκο μεγάλες στιγμές της ελληνικής οπερέτας. Και το πράττει με την τέχνη του αληθινού μάστορα.
Ειδικά η δεύτερη πλευρά του δίσκου είναι εκπληκτική (παίζουν και μεγάλοι μουσικοί εν τω μεταξύ: Γιάννης Θεοδωρίδης τρομπέτα, Βαγγέλης Χριστόπουλος όμποε, Τάσος Διακογιώργης σαντούρι, Γιώργος Ζηκογιάννης μπάσο, Κώστας Νικολόπουλος κιθάρες, οι Δεσποτίδηδες βιολιά κ.ά.) με την μπάντα να σουινγκάρει τρελά, ανά φάσεις!
Ο τελευταίος δίσκος του Περικλή Περάκη ήταν λαϊκός, θα κυκλοφορούσε σε νέα ετικέτα, την Pan-Vox, το 1988, θα είχε τίτλο «Σημερινά Ακούσματα» και θα περιλάμβανε τραγούδια των Νικηφόρου Καραγιάννη, Παναγιώτη Κόγκα και Άγγελου Καλαβρυτινού, με στίχους από τον Ηλία Φιλίππου. Κι εδώ πολύ καλοί μουσικοί στην ορχήστρα (Δημήτρης Μαργιολάς μπουζούκι, Παναγιώτης Σαμαράς κιθάρες, Στέλιος Βήχος πνευστά κ.ά.).
Εντελώς ευπρόσωπο άλμπουμ, που πέρασε, εννοείται, απαρατήρητο. Ανάμεσα κι ένα τραγούδι για την Θεσσαλονίκη, που, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του δίσκου (λόγια του Π. Περάκη): «το τραγούδι αυτό το αφιερώνω στις φίλες και στους φίλους τής Θεσσαλονίκης, στον κόσμο του βορειοελλαδίτικου αθλητισμού και στην αγαπημένη μου ποδοσφαιρική ομάδα του Απόλλωνα Καλαμαριάς». Δεν ξέρω, προσωπικά, αν είχε κάποια σχέση με τον Πόντο ο Περάκης – εκτός και αν τον είχε μυήσει στα της Καλαμαριάς ο Χάρρυ Κλυνν.
Κατά τα χρόνια του ’90, σταδιακά, ο Περικλής Περάκης αποσύρεται από τα καλλιτεχνικά πράγματα. Όπως είχε πει η αδελφή του Ξανθή Περάκη στην Espresso, το 2016:
«Ο Περικλής, που είναι ένας μεγάλος τραγουδιστής και, κατά τη γνώμη μου, έχει αδικηθεί, άφησε την καριέρα που είχε για σαράντα χρόνια για να φροντίζει τη μητέρα μας. Άφησε το ξενύχτι και δούλευε ως δημοσιογράφος, από το πρωί έως το μεσημέρι, για να είναι μετά κοντά της. Έτσι, η μάνα μας έφτασε ενενήντα οκτώ χρόνων».
Ο Περικλής Περάκης όντως ασχολήθηκε με την τηλε-δημοσιογραφία (όπως είχε ασχοληθεί και με τα συνδικαλιστικά των τραγουδιστών) προσχωρώντας στους… ελληνόψυχους και παίρνοντας εκπομπές στα κανάλια του Γιώργου Καρατζαφέρη (TELECITY και ΤΗΛΕΑΣΤΥ), αλλά εδώ, φρονούμε, πως η δική μας αποστολή –να φιλοτεχνήσουμε, δηλαδή, το καλλιτεχνικό πορτρέτο αυτής της μάλλον άγνωστης φωνητικής προσωπικότητας– τελειώνει.
Η Πόπη Παπαδάκη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1930 και από νεαρή ηλικία ξεχώρισε για τη δυναμική της προσωπικότητα και το πάθος της για δημιουργία.
Πριν ακόμη στραφεί στον χώρο της τέχνης, διέγραψε μια αξιόλογη πορεία στον αθλητισμό. Ως αθλήτρια συμμετείχε σε κωπηλατικούς αγώνες, κατακτώντας μετάλλια και κύπελλα, αποδεικνύοντας την πειθαρχία, την επιμονή και τη δύναμη χαρακτήρα που τη συνόδευσαν σε όλη της τη ζωή.
Η κυρία Παπαδάκη στο επεισόδιο “Η ποντικοπαγίδα” από τις “Τρεις Χάριτες”
Ωστόσο, το 1955 η καρδιά της την οδήγησε οριστικά στον κόσμο της υποκριτικής. Το θέατρο την κέρδισε και εκείνη αφοσιώθηκε με την ίδια ένταση και αφοσίωση που είχε δείξει και στον αθλητισμό. Πραγματοποίησε τις πρώτες της εμφανίσεις στο σανίδι δίπλα σε σπουδαίους ερμηνευτές της εποχής, κερδίζοντας την εκτίμηση κοινού και κριτικών για το ταλέντο, τη σκηνική της παρουσία και τη βαθιά κατανόηση των ρόλων της.
Σταθμός στην καλλιτεχνική της διαδρομή υπήρξε η ερμηνεία της στον ρόλο της «Μυρρίνης» στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνης, στην ιστορική παράσταση που ανέβηκε στην Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σε σκηνοθεσία του Αλέξης Σολωμός. Η εμφάνισή της σε έναν τόσο απαιτητικό ρόλο, σε έναν από τους σημαντικότερους θεατρικούς χώρους της Ελλάδας, αποτέλεσε μοναδική στιγμή στην καριέρα της και επιβεβαίωσε το εύρος των υποκριτικών της δυνατοτήτων.
Στον κινηματογράφο η παρουσία της υπήρξε επιλεκτική αλλά αξιοσημείωτη. Εμφανίστηκε σε δύο μόλις ταινίες: στο «Γραφείο Συνοικεσίων» το 1956 και στο «Ακροπόλ» το 1995. Παρότι οι κινηματογραφικές της συμμετοχές ήταν περιορισμένες, κατάφερε να αφήσει το δικό της αποτύπωμα με τη φυσικότητα και την εσωτερικότητα της ερμηνείας της.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε και η προσφορά της στην εκπαίδευση. Ως καθηγήτρια στη Δραματική Σχολή του Φωτιάδη, μετέδωσε στους μαθητές της όχι μόνο τεχνικές γνώσεις γύρω από την υποκριτική τέχνη, αλλά και ήθος, πειθαρχία και αγάπη για το θέατρο. Πολλοί από τους μαθητές της τη θυμούνται ως μια δασκάλα αυστηρή αλλά δίκαιη, που ενέπνεε και καθοδηγούσε με αφοσίωση.
Παράλληλα με την καλλιτεχνική της δράση, η Πόπη Παπαδάκη ανέπτυξε έντονο φιλανθρωπικό έργο. Στήριξε ιδρύματα για ορφανά και κακοποιημένα παιδιά, προσφέροντας χρόνο, πόρους και προσωπική φροντίδα. Η κοινωνική της ευαισθησία και η έμπρακτη αλληλεγγύη της αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της παρακαταθήκης που άφησε πίσω της.
Η ζωή της Πόπης Παπαδάκη αποτελεί παράδειγμα πολύπλευρης δράσης και προσφοράς: από τον αθλητισμό στο θέατρο, από τη σκηνή στην εκπαίδευση και από την τέχνη στην κοινωνική προσφορά. Μια διαδρομή που συνδυάζει ταλέντο, εργατικότητα και βαθιά ανθρωπιά.
Αφιέρωμα στην Ρένα Κουμιώτη: Ο γάμος στα 13, ο θάνατος του γιου της και τα δύσκολα παιδικά χρόνια
Η τραγουδίστρια έζησε μια πλούσια ζωή, έκανε δύο γάμους, απέκτησε δύο παιδιά και γνώρισε τεράστια επιτυχία. Ωστόσο, η μοίρα ήταν σκληρή για τη Ρένα Κουμιώτη η οποία το καλοκαίρι του 2022 έχασε τον πρωτότοκο γιο της, Νίκο Σαββίδη.
Έχασε τη μητέρα της όταν ήταν μωρό
Η Ρένα Κουμιώτη μεγάλωσε στη Δραπετσώνα και την Κοκκινιά. Η μητέρα της ήταν από την Κωνσταντινούπολη και ο πατέρας της από τη Σμύρνη. Ήταν μόλις εφτά μηνών όταν η μητέρα της έφυγε από τη ζωή. Σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις της στη Lifo είχε πει: «Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες. Από τη Νέα Ιωνία, όπου γεννήθηκα, βρεθήκαμε στη Δραπετσώνα και από κει στην Κοκκινιά. Μέχρι σήμερα αισθάνομαι πιο πολύ Β’ Πειραιάς, Κοκκινιώτισσα. Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός. Τη μητέρα μου την έχασα όταν ήμουν επτά μηνών, νεότατη, στα 20 της, από επιπλοκές του θυρεοειδή, που τότε δεν ήταν αντιμετωπίσιμες οι αρρώστιες του.
Μας μεγάλωσε η μητέρα της, η γιαγιά μου, εμένα, που ήμουν το πιο μωρό, και τα δύο αδέρφια μου. Αν και επίσης πολύ νέος ο μπαμπάς μου όταν χάσαμε τη μητέρα μου, όχι μόνο δεν ξαναπαντρεύτηκε αλλά ούτε καν ακούσαμε ότι “τον είδαμε εκεί με την τάδε γυναίκα”. Δεν ήθελε επ’ ουδενί λόγω να βάλει μητριά να μας μεγαλώσει. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ήσυχα και αξιοπρεπή – εννοώ πως, παρ’ όλη τη φτώχεια, δεν πεινάσαμε».
Ο γάμος στα 13 και ο δεύτερος γάμος
Όταν ήταν μόλις 13 ετών – πολύ πριν ασχοληθεί με το τραγούδι – παντρεύτηκε τον πρώτο σύζυγό της, Σταύρο Σαββίδη. Απέκτησαν έναν γιο, τον Νίκο, όμως ο γάμος τους κράτησε μόλις δύο χρόνια: «Ο γάμος ήρθε πολύ νωρίς, το 1960, εννοείται προτού μπλεχτώ με το τραγούδι. Με τον άντρα μου δουλεύαμε μαζί στον Παπαστράτο και το βράδυ πήγαινε νυχτερινό Γυμνάσιο. Έμεινα έγκυος και παντρευτήκαμε. Γέννησα τον πρώτο μου γιο, που τον πρόλαβε η γιαγιά μου και μου τον μεγάλωσε. Ο γάμος αυτός κράτησε δύο χρόνια – να ξέρετε ότι εγώ πάνω στο “δύο” τις χάλαγα τις σχέσεις μου.
Μόνο ο δεύτερος γάμος μου στην Αμερική, όπου πήγα το ’74 ως τραγουδίστρια πια, διήρκεσε πολύ παραπάνω. Χώρισα, λοιπόν, αφού ένιωσα ότι δεν μου πήγαινε αυτός ο άνθρωπος. Κατάλαβα ότι δεν ήταν ούτε έρωτας, ούτε αυτές οι βλακείες. Δεν κρατήσαμε καμιά επαφή. Σήμερα, και να τον δω στον δρόμο, δεν θα τον γνωρίσω. Εμένα με ενδιαφέρουν τα παιδιά μου και τα δυο εγγόνια μου».
Η ίδια δεν έδινε συνεντεύξεις και όταν την καλούσαν σε εκπομπές δεν πήγαινε, καθώς απέφευγε τη δημοσιότητα. Όπως έλεγε η ίδια ζούσε για τα παιδιά και τα εγγόνια της.
Τον Ιούλιο του 2022 ο πρωτότοκος γιος της πέθανε προδομένος από την καρδιά του. Η Ρένα Κουμιώτη δεν μπόρεσε να πάει ούτε στην κηδεία εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Τους τελευταίους μήνες της ζωής της είχε φιλοξενηθεί σε γηροκομείο, ενώ η υγεία της είχε αρχίσει να επιδεινώνεται εδώ και μερικές εβδομάδες.
Aφιέρωμα στον Βασίλη Τσάγκλο που πέθανε στα 76 του
Ένας ακάματος εργάτης του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης και ένας γλυκύτατος άνθρωπος.
Ένας ηθοποιός που ίσως ποτέ να μην είχες συγκρατήσει το όνομά του, αλλά ήταν αδύνατον να ξεχάσεις τη μορφή του
Θυμάμαι τον Βασίλη Τσάγκλο πριν από μια 20ετία, που είχαμε τελειώσει μόλις τη σχολή κινηματογράφου και γυρίζαμε τα πρώτα μας ταινιάκια. Ξέραμε ότι υπήρχαν και κάποιοι ηθοποιοί αναγνωρίσιμοι που δεν ήθελες και πολύ για να τους πείσεις να εμφανιστούν σε κάτι δικό σου, ακόμη κι αν ήταν πρωτόλειο. Περπατήσαμε ένα μεσημέρι στην Πλάκα, του έδειξα τους χώρους όπου θα κινούμασταν και μόλις άρχισα να του εξηγώ τι θα ήθελα ακριβώς να κάνει, με σταμάτησε και μου είπε με ένα ύφος όλο γλυκύτητα και καθόλου διδακτισμό: «Μη σε νοιάζει, θα κάνω καλά αυτό που θες. Ξέρω, ξέρω…».
Δείτε το βίντεο:
Αυτές οι δύο λέξεις, αυτό το «ξέρω, ξέρω» περιείχε όλη του τη θητεία στον ελληνικό κινηματογράφο και την τηλεόραση, απ’ όπου τον γνωρίσαμε κι εμείς. Διότι ο Τσάγκλος, αν και ποτέ δεν έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους, διέθετε μια φιλμογραφία αξιοζήλευτη, ακόμη και για τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές. Τέσσερις από τις πιο εμβληματικές ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου («Μέρες του ’36», «Θίασος», «Κυνηγοί», «Ταξίδι στα Κύθηρα»), τον «Αστραπόγιαννο» του Νίκου Τζίμα, το «Εν πλω» του Κωνστανταράκου με τη μουσική της Καραΐνδρου, το «Made in Greece» του Χάρρυ Κλυνν, το «Με τον Ορφέα τον Αύγουστο» του Γιώργου Ζερβουλάκου και αργότερα τα «Μιρουπάφσιμ» των Κόρρα – Βούπουρα, «Uranya» του Καπάκα, «Ο γιος του φύλακα» του Κουτσιαμπασάκου και «Καντίνα» του Καπλανίδη. Ωστόσο, εγώ τον θυμάμαι και σε μια άλλη μελαγχολική καλτ ταινία, ξεχασμένη ακόμη και απ’ αυτούς που συντάσσουν τα λεξικά του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, τις «Νύχτες της Ομόνοιας», που γύρισε το 1987 ο Ανδρέας Ταρνανάς. Εκεί ο Τσάγκλος υποδυόταν τον πατέρα που ξύπναγε το πρωί κι έφτυνε τη μοίρα του την ίδια με τον πικρό καφέ και τα τσιγάρα του – ρόλος που θα μπορούσε να είναι μετεξέλιξη εκείνου του τραγικού πατέρα που αυτοκτονεί όταν το παιδί του τού βγαίνει «πούστης» στον θρυλικό «Άγγελο» (1982) του Κατακουζηνού.
Ανήκε σε μια γενιά δευτεραγωνιστών και τριταγωνιστών που ο πολύς κόσμος μπορεί να μην ήξερε τα ονόματά τους, δεν υπήρχε περίπτωση όμως να μην αναγνωρίσει τη φάτσα τους.
Ανήκε σε μια γενιά δευτεραγωνιστών και τριταγωνιστών που ο πολύς κόσμος μπορεί να μην ήξερε τα ονόματά τους, δεν υπήρχε περίπτωση όμως να μην αναγνωρίσει τη φάτσα τους. Ο Τσάγκλος ανήκε δηλαδή στην ίδια κατηγορία με τους βετεράνους ηθοποιούς Μιχάλη Γιαννάτο και Αθηνόδωρο Προύσαλη – όλοι τους απόντες πια, μα αρκετά δημοφιλείς ακόμη, κυρίως από την τηλεόραση.
Και η αλήθεια για τον Τσάγκλο είναι πώς ενώ είχε εμφανιστεί και σε ταινίες του παλιού εμπορικού κινηματογράφου, ενώ είχε κάνει συνεργασίες με τους προαναφερθέντες δημιουργούς του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, ο κόσμος τον έμαθε από την τηλεόραση, πρώτα την κρατική και μετά την ιδιωτική. Δεκάδες σίριαλ, στα οποία ξεχώριζε με το φιζίκ και τον λόγο του ως ο καλός παππούς συνήθως και ως ο κακός τύπος σπανιότερα. Ενδεικτικοί τίτλοι: «Τα Λαυρεωτικά», «Κάμπινγκ», «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου», «7 θανάσιμες πεθερές» και «Στο παρά πέντε».
Ο Τσάγκλος θεωρούνταν άριστος επαγγελματίας, με τη μεγάλη του αγάπη να εστιάζεται στο θέατρο παρ’ όλα αυτά, και όχι τόσο στον φακό. Καμάρωνε που η θερινή σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Μαραθώνα έφερε το όνομά του, αφού με την καθοδήγηση και την προτροπή εκείνου απέκτησε το 1989 μορφή και δραστηριότητα. Πρώτη του θεατρική σκηνοθεσία, πάντα με το ΔΗΘΕΜΑ, ήταν η «Αυλή των Θαυμάτων» του Καμπανέλλη, για να ακολουθήσουν έργα του Κεχαΐδη, του Κορρέ και του Max Mills. Εγώ, πάλι, τον θυμάμαι να μου μιλάει για το επιτυχημένο εγχείρημά του στον Μαραθώνα, εμπλέκοντας στην κουβέντα μας τις «Γιορτές των Βράχων» του Μίνωα Βολανάκη, μέχρι και το «Θέατρο του Βουνού» του Βασίλη Ρώτα και άλλων «ανταρτών» του πνεύματος.
Ο Βασίλης Τσάγκλος έφυγε από τη ζωή τη Τσικνοπέμπτη του 2017, την ίδια μέρα που «έφυγαν» και οι σημαντικοί εικαστικοί καλλιτέχνες Δημήτρης Μυταράς και Γιάννης Κουνέλλης. Ήταν 77 ετών και δεν είχε απασχολήσει τα ΜΜΕ με δακρύβρεχτες συνεντεύξεις και επιτηδευμένες εξομολογήσεις. Αξιοπρεπής ως το τέλος, εξού και ο χαμός του προξένησε θλίψη μεγάλη στον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας. Για την ακρίβεια, χάσαμε μια ατόφια «νεορεαλιστική» φάτσα, έναν «ετοιμοπόλεμο», δραστήριο ηθοποιό και έναν γλυκύτατο άνθρωπο. Καλό σου ταξίδι, κυρ-Βασίλη…
Αφιέρωμα στον Γιάννη Τότσικα: Ο σπουδαίος ηθοποιός που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο
Λίγοι γνωρίζουν ότι πίσω από το γνωστό επώνυμο του δημοφιλούς ηθοποιού Απόστολος Τότσικας, βρίσκεται μια ξεχωριστή προσωπικότητα του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, ο πατέρας του, Γιάννης Τότσικας.
Ένας καλλιτέχνης που μπορεί να μην απέκτησε τη δημοσιότητα πολλών πρωταγωνιστών της γενιάς του, όμως συμμετείχε σε ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής κινηματογραφικής ιστορίας και άφησε πίσω του μια πορεία γεμάτη ήθος, συνέπεια και καλλιτεχνική αξιοπρέπεια.
Από τη Νίκαια Λάρισας στα μεγάλα καλλιτεχνικά σαλόνια
Ο Γιάννης Τότσικας γεννήθηκε το 1936 στη Νίκαια Λάρισας, σε μια εποχή δύσκολη για την ελληνική επαρχία. Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για την τέχνη και τη μουσική, στοιχεία που αργότερα τον οδήγησαν στον χώρο του θεάτρου και της υποκριτικής. Παρά το γεγονός ότι η καταγωγή του ήταν από ένα αγροτικό περιβάλλον, κατάφερε να χαράξει τη δική του πορεία στον καλλιτεχνικό χώρο της Αθήνας.
Η σεμνότητα και η εργατικότητά του ήταν χαρακτηριστικά που τον συνόδευσαν σε όλη του τη ζωή. Συνάδελφοί του τον περιέγραφαν ως έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, που προτιμούσε να μιλά μέσα από τη δουλειά του παρά μέσα από τη δημοσιότητα.
Η συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο
Ένα λιγότερο γνωστό στοιχείο της πορείας του είναι η στενή σχέση που διατήρησε με το Εθνικό Θέατρο. Από το 1982 έως το 1984 συμμετείχε σε έξι παραγωγές του κορυφαίου θεατρικού οργανισμού της χώρας, επιβεβαιώνοντας την καλλιτεχνική του αξία και την εκτίμηση που απολάμβανε στους θεατρικούς κύκλους.
Η παρουσία του στο θέατρο χαρακτηριζόταν από σοβαρότητα και επαγγελματισμό. Δεν υπήρξε ποτέ ηθοποιός των εντυπώσεων, αλλά ένας αφοσιωμένος εργάτης της τέχνης, που μπορούσε να υπηρετήσει με την ίδια επιτυχία τόσο τους πρωταγωνιστικούς όσο και τους δεύτερους ρόλους.
Η «Αναπαράσταση» και η συνάντηση με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο
Αν υπάρχει μια στιγμή που σφράγισε την καριέρα του, αυτή ήταν αναμφίβολα η συμμετοχή του στην εμβληματική ταινία Αναπαράσταση του Θόδωρος Αγγελόπουλος.
Μάλιστα, ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Αγγελόπουλου θεωρείται μία από τις σημαντικότερες στιγμές της διαδρομής του. Η ταινία έμελλε να αποτελέσει ορόσημο για τον ελληνικό κινηματογράφο και να ανοίξει τον δρόμο για τη διεθνή αναγνώριση του σπουδαίου σκηνοθέτη.
Πολλοί κινηματογραφικοί μελετητές θεωρούν ότι η αυθεντικότητα και η φυσικότητα που απέπνεε ο Τότσικας στην οθόνη συνέβαλαν καθοριστικά στην ατμόσφαιρα ρεαλισμού που χαρακτήριζε την ταινία.
Ένας ηθοποιός που βρέθηκε σε ιστορικές ταινίες
Λιγότερο γνωστό είναι ότι ο Γιάννης Τότσικας συμμετείχε σε μια σειρά από σημαντικές κινηματογραφικές παραγωγές που σήμερα θεωρούνται κλασικές.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν:
Φωτογραφία
Λούφα και Παραλλαγή
Ξαφνικός Έρωτας
Νησί της Αφροδίτης
Νύφες
Πολίτικη Κουζίνα
Η συμμετοχή του σε τόσο διαφορετικά κινηματογραφικά έργα αποδεικνύει την ευελιξία του ως ηθοποιού και την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε διαφορετικά σκηνοθετικά ύφη και απαιτήσεις.
Δείτε το βίντεο:
Οικογένεια με καλλιτεχνικό DNA
Η καλλιτεχνική φλέβα της οικογένειας δεν περιορίστηκε στον ίδιο. Ο γιος του, Απόστολος Τότσικας, εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο γνωστούς ηθοποιούς της σύγχρονης γενιάς, ενώ ο άλλος γιος του, Θανάσης Τότσικας, ακολούθησε τον δρόμο της σκηνοθεσίας.
Λίγοι γνωρίζουν επίσης ότι η οικογένεια έζησε για αρκετά χρόνια στον Βόλο, όπου μεγάλωσαν τα παιδιά του, προτού ακολουθήσουν τις δικές τους καλλιτεχνικές διαδρομές.
Η επιστροφή στις ρίζες
Παρά την πολυετή παρουσία του στον χώρο του θεάματος, ο Γιάννης Τότσικας δεν αποκόπηκε ποτέ από τον τόπο καταγωγής του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του επέστρεψε στη Νίκαια Λάρισας, επιλέγοντας να ζήσει κοντά στις ρίζες και στους ανθρώπους που τον γνώριζαν από τα πρώτα του βήματα.
Μάλιστα, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, η Κινηματογραφική Λέσχη Νίκαιας διοργάνωσε ειδική εκδήλωση προς τιμήν του. Αν και η επιβαρυμένη υγεία του δεν του επέτρεψε να παρευρεθεί, η εκδήλωση αποτέλεσε μια συγκινητική αναγνώριση της προσφοράς του στον ελληνικό πολιτισμό.
Το τέλος μιας διακριτικής αλλά σημαντικής πορείας
Ο Γιάννης Τότσικας έφυγε από τη ζωή στις 29 Απριλίου 2018, σε ηλικία 82 ετών. Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο, καθώς πολλοί συνάδελφοι και φίλοι θυμήθηκαν έναν άνθρωπο που υπηρέτησε το θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο χωρίς θόρυβο αλλά με απόλυτη αφοσίωση.
Η κληρονομιά του
Ο Γιάννης Τότσικας ανήκει σε εκείνη τη γενιά των ηθοποιών που δεν κυνηγούσαν τη δημοσιότητα αλλά την ουσία της τέχνης. Υπήρξε ένας αυθεντικός εργάτης του θεάτρου και του κινηματογράφου, που συμμετείχε σε έργα τα οποία σήμερα θεωρούνται κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Η «Αναπαράσταση», οι συνεργασίες του με σημαντικούς σκηνοθέτες, η πορεία του στο Εθνικό Θέατρο και η καλλιτεχνική παρακαταθήκη που άφησε στα παιδιά του αποτελούν την καλύτερη απόδειξη ότι ο Γιάννης Τότσικας δεν ήταν απλώς ο πατέρας ενός διάσημου ηθοποιού. Ήταν ένας σημαντικός καλλιτέχνης με δική του ξεχωριστή διαδρομή, η οποία αξίζει να θυμόμαστε και να τιμούμε.
Κίμων Δημόπουλος: Η πορεία ενός ηθοποιού που σημάδεψε τον ελληνικό κινηματογράφο
ΟΚίμων Δημόπουλος γεννήθηκε το 1938 στην Αθήνα. Ηθοποιός και καλλιτεχνικός διευθυντής. Υπήρξε σύζυγος της Κατερίνας Γιουλάκη από το 1969 έως το θάνατό του το 2005 με την οποία απέκτησε μια κόρη. Το 1968 εγκατέλειψε το θέατρο και άνοιξε γραφείο ταξιδίων.
Ο ίδιος λέγεται πως άφησε την καριέρα του για να στηρίξει τη σύζυγό του στα πρώτα της βήματα στον χώρο της υποκριτικής. Έχει αποκτήσει μία κόρη με τον Κίμωνα Δημόπουλο, τη Δέσποινα, η οποία ήταν συνεχώς στο πλευρό της μέχρι και τον θάνατό της.
Πριν από έναν χρόνο η κόρη της Κατερίνας Γιουλάκη, Δέσποινα Δημοπούλου είχε υπερασπιστεί δημόσια τη μητέρα της, όταν ορισμένα δημοσιεύματα ήθελαν την ηθοποιό να διαμένει σε γηροκομείο και να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας.
Δείτε το βίντεο:
Η ίδια είχε ξεκαθαρίσει πως τίποτα από αυτά δεν ίσχυε και εξήγησε πως η μητέρα της ζούσε μαζί της και συνειδητά απείχε από την έκθεση και τα φώτα της δημοσιότητας.
Ο Κίμων Δημόπουλος υπήρξε μια ιδιαίτερη μορφή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, με παρουσία σε ταινίες της δεκαετίας του 1960 που άφησαν το στίγμα τους. Παρότι η καριέρα του δεν διήρκεσε πολλά χρόνια, κατάφερε να προκαλέσει συζητήσεις και να χαραχτεί στη μνήμη του κοινού μέσα από χαρακτηριστικούς ρόλους.
Ιδιαίτερη αίσθηση είχε προκαλέσει η συμμετοχή του στην ταινία Πυρετός στην άσφαλτο το 1967. Σε μια από τις πιο πολυσυζητημένες σκηνές, ο Δημόπουλος υποδύεται έναν γιατρό σε κλινική, ο οποίος δέχεται τηλεφώνημα για επείγουσα ανάγκη αίματος έπειτα από σοβαρό τροχαίο ατύχημα.
Αντί όμως να ανταποκριθεί με την απαιτούμενη σοβαρότητα, εμφανίζεται αδιάφορος, συνεχίζοντας ατάραχος τη συνομιλία του ενώ κρατά ένα λουλούδι. Η σκηνή αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τον Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει κύμα διαμαρτυριών για τον τρόπο απεικόνισης του ιατρικού επαγγέλματος.
Παρά τη δυναμική του παρουσία στο σινεμά, ο Κίμων Δημόπουλος αποφάσισε το 1968 να αποχωρήσει από τον χώρο της υποκριτικής. Εγκατέλειψε το θέατρο και στράφηκε σε έναν εντελώς διαφορετικό επαγγελματικό δρόμο, ανοίγοντας δικό του ταξιδιωτικό γραφείο, επιλογή που σηματοδότησε το τέλος της καλλιτεχνικής του πορείας.
Σε προσωπικό επίπεδο, υπήρξε σύζυγος της γνωστής ηθοποιού Κατερίνα Γιουλάκη από το 1969 έως τον θάνατό του το 2005. Το ζευγάρι απέκτησε μία κόρη, διατηρώντας μια μακροχρόνια σχέση μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Φιλμογραφία
Η κινηματογραφική του παρουσία περιλαμβάνει τις εξής ταινίες:
1964 – Δις διευθυντής
1965 – Οι καταφρονεμένοι
1966 – Εκείνος κι εκείνη
1967 – Κοντσέρτο για πολυβόλα
1967 – Πυρετός στην άσφαλτο
1968 – Ο Μικές παντρεύεται
Παρά τη σύντομη διαδρομή του στον χώρο της υποκριτικής, ο Κίμων Δημόπουλος άφησε πίσω του μια μικρή αλλά χαρακτηριστική φιλμογραφία, καθώς και στιγμές που εξακολουθούν να συζητούνται μέχρι σήμερα.
Αφιέρωμα στον Πάνο Τζανετή: O σπουδαίος αυτός λαϊκός βάρδος που μεσουρανούσε την χρυσή 10ετία του ’60
Ο Πάνος Τζανετής υπήρξε μια ξεχωριστή λαϊκή φωνή που άφησε το δικό της αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι, παρότι η πορεία του δεν ήταν μακρόχρονη.
Γεννημένος στη Χαλκίδα στις 6 Αυγούστου 1940, ξεκίνησε τη ζωή του μακριά από τα φώτα της μουσικής. Σε ηλικία μόλις 18 ετών, το 1958, μετακόμισε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στο Αιγάλεω, όπου εργάστηκε αρχικά ως οικοδόμος, προσπαθώντας να χτίσει το μέλλον του με κόπο και επιμονή.
Η ζωή του, όμως, επεφύλασσε μια διαφορετική διαδρομή. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 γνωρίστηκε με μεγάλες μορφές της ελληνικής μουσικής και η φωνή του άρχισε να ξεχωρίζει. Το 1963 αποδείχθηκε καθοριστική χρονιά για τον ίδιο. Συμμετείχε στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης και την ίδια περίοδο εμφανίστηκε στη μουσική παράσταση «Μαγική Πόλη», στο Θέατρο Παρκ της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου ερμήνευσε τρία τραγούδια που κέρδισαν τις εντυπώσεις.
Καθοριστική στάθηκε και η γνωριμία του με τον Γιώργο Ζαμπέτα. Όταν άκουσε τη φωνή του, εντυπωσιάστηκε από το λαϊκό της χρώμα και δεν δίστασε να του το πει με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο. Από αυτή τη συνάντηση γεννήθηκε μια συνεργασία που, το 1964, έφερε τα πρώτα του τραγούδια, ανάμεσά τους και κομμάτια που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από το κοινό.
Την ίδια περίοδο συνεργάστηκε με σημαντικούς δημιουργούς της εποχής, γεγονός που έδωσε μεγάλη ώθηση στην καλλιτεχνική του πορεία. Το 1964 ήταν επίσης χρονιά-ορόσημο και στην προσωπική του ζωή, καθώς παντρεύτηκε και απέκτησε έναν γιο, τον Πάρη.
Δείτε το βίντεο:
Παρότι η καριέρα του έδειχνε να ανοίγει μεγάλους δρόμους, το 1968 αποφάσισε να απομακρυνθεί από το τραγούδι. Έκτοτε έκανε μόνο λίγες σποραδικές εμφανίσεις, ενώ παράλληλα εργάστηκε και ως οδηγός ταξί. Τα τελευταία χρόνια τραγουδούσε περιστασιακά σε μια γνωστή ταβέρνα στο Ντερνέκι της Χαλκίδας, κρατώντας ζωντανή τη σχέση του με το τραγούδι.
Σε μια συζήτηση που είχε το 2004, είχε θυμηθεί τα πρώτα του βήματα, όταν με την κιθάρα του τραγούδησε το «Άγιε μου Γιώργη, Λυκαβηττέ μου», εντυπωσιάζοντας ανθρώπους του χώρου, οι οποίοι τον προέτρεψαν να εμφανιστεί μπροστά σε μεγαλύτερο κοινό. Ήδη από το 1960 είχε καταφέρει να τραβήξει την προσοχή σε συναυλία στο «Κεντρικόν», όπου η παρουσία του άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις.
Δείτε το βίντεο:
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δοκιμάστηκαν από προβλήματα υγείας. Τα πρώτα σημάδια εμφανίστηκαν το 2004, ενώ η κατάστασή του επιδεινώθηκε σημαντικά το 2008, όταν υπέστη σοβαρό έμφραγμα. Τελικά, τα ξημερώματα της 21ης Νοεμβρίου 2009, έφυγε από τη ζωή στο σπίτι του, στην περιοχή της Κανήθου.
Ο Πάνος Τζανετής μπορεί να μην ακολούθησε μια μακρά καριέρα, όμως η αυθεντικότητα της φωνής του και το λαϊκό της ύφος τον κράτησαν ζωντανό στη μνήμη όσων αγάπησαν το ελληνικό τραγούδι.
Μια φωνή γνήσια, με λαϊκή ψυχή, που άφησε το δικό της μικρό αλλά ξεχωριστό αποτύπωμα στην ιστορία της μουσικής μας.
Από την συναυλία στο θέατρο Κεντρικόν, το 1960. Ο Πάνος Τζανετής, μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι, την Νάνα Μούσχουρη, τον Γιώργο Μούτσιο και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, που παρουσίαζε το πρόγραμμα. Φωτογραφία από το αρχείο του Κώστα Μπαλαχούτη / ogdoo.gr – με ευγενική παραχώρηση.
Το εξώφυλλο του ΕP «Ο Τζανετής στη γειτονιά του Αγίου Παύλου με τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι», που ετοίμαζε, το 1960, ο Μάνος Χατζιδάκις για τον Πάνο Τζανετή. Φωτογραφία από το αρχείο του Δημήτρη Βασιλειάδη / Β-Other Side Records – με ευγενική παραχώρηση.
Πάνος Τζανετής «Χάθηκες (Δεν έχει δρόμο να διαβώ)» [Γ. Ζαμπέτα – Δ. Χριστοδούλου], 1964