Πέθανε ο πανεπιστημιακός και φιλόσοφος Ευτύχης Μπιτσάκης
Πέθανε ο πανεπιστημιακός Ευτύχης Μπιτσάκης, ο οποίος τις τελευταίες ημέρες νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα.
Σύμφωνα με την Κομμουνιστική Απελευθέρωση που δημοσίευσε στη δυσάρεστη είδηση στο Facebook, ο Ευτύχης Μπιτσάκης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 98 ετών.
Ποιος ήταν ο Ευτύχης Μπιτσάκης
Ο Ευτύχης Μπιτσάκης γεννήθηκε στο Κάδρος του Δήμου Καντάνου της Κρήτης. Σπούδασε Χημεία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Θεωρητική Φυσική και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Ήταν διδάκτορας της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII και διδάκτορας Φιλοσοφίας των Επιστημών της Επικρατείας της Γαλλίας. Δίδαξε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Paris XI (Orsay) και Φιλοσοφία των Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Paris VIII.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1976 εργάστηκε ως κύριος ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Το 1981 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Παλαιός υφηγητής Θεωρητικής Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, δίδαξε επί έξι έτη στο Φυσικό Τμήμα, Φιλοσοφία των Φυσικών Θεωριών. Ως επιστημονικός υπεύθυνος της Ομάδας Διεπιστημονικής Έρευνας στο Φυσικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχε την ευθύνη για την οργάνωση πολλών Πανελλήνιων και Διεθνών συνεδρίων.
Επίσης, είχε την πρωτοβουλία για τη δημιουργία του σεμιναρίου «Θεμέλια των Επιστημών» (Φυσικό τμήμα, 1977 – 1982). Τέλος, είχε την ευθύνη της δημιουργίας του περιοδικού Σύγχρονα Θέματα, μετείχε στην εκδοτική ομάδα του περιοδικού Διαλεκτική και από το 1992 είναι εκδότης του περιοδικού Ουτοπία.
Στα μαθητικά του χρόνια ο Ευτύχης Μπιτσάκης πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις τάξεις της ΕΠΟΝ. Στη διάρκεια του εμφυλίου καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση για την πολιτική του δράση. Τον Απρίλιο του 1967 βρισκόταν στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών πήρε ενεργό μέρος στο αντιδικτατορικό κίνημα της Δυτικής Ευρώπης, ενώ είχε διατελέσει και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Σημειώνεται, ότι ήταν μέλος του Ν.Α.Ρ. για την κομμουνιστική απελευθέρωση.
Γεννημένος στην Aθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 1938, μεγάλωσε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Nότιας Aφρικής.
Την τελευταία του πνοή άφησε τα ξημερώματα του Σαββάτου ο σκηνοθέτης Ερρίκος Ανδρέου, σύζυγος της Νόρας Βαλσάμη και πατέρας του Ερρίκου Ανδρέου Τζούνιορ, σε ηλικία 84 ετών. Ο ίδιος νοσηλευόταν από τον Αύγουστο σε νοσοκομείο της Αθήνας με σοβαρά προβλήματα υγείας.
«Ερρίκο καλό ταξίδι!!!θα μας λείψεις!!! Η Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών με πόνο πικρό σας ανακοινώνει την απώλεια του σκηνοθέτη και επίτιμου μέλους της Ερρίκου Ανδρέου. Η σπάνια ευγένεια του, το ήθος του, μαζί με το επώνυμο δημιουργικό του έργο θα μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη μας για πάντα!!!» τονίζει σε ανάρτηση του ο πρόεδρος της ΕΕΣ Χάρης Παπαδόπουλος.
Γεννημένος στην Aθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 1938, μεγάλωσε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Nότιας Aφρικής. Εκεί, σπούδασε σε αγγλοφώνο Πανεπιστήμιο Ιστορία της Τέχνης και Αγγλική Λογοτεχνία και συνέχισε τις σπουδές του στο σενάριο και την σκηνοθεσία στη Μεγάλη Ακαδημία Κινηματογράφου της Ρώμης.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε σαν βοηθός σκηνοθέτη σε διεθνείς παραγωγές, όπως, «Τα Κανόνια του Ναβαρόνε», και «Λέων της Σπάρτης». Το 1961 σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία «Ο Εφιάλτης» σε δικό του σενάριο και παραγωγή, η οποία κέρδισε διακρίσεις στο Φεστιβάλ του Νέου Δελχί και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Το 1964 σκηνοθέτησε την ταινία «Επιστροφή», η οποία κέρδισε το βραβείο Α΄ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και το 1966 την ταινία «Διχασμός», η οποία κέρδισε το κρατικό βραβείο σκηνοθεσίας, αλλά και διεθνή διάκριση στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Σικάγο. Το 1967 συνεργάστηκε με τη Φίνος Φιλμ στην ταινία «Εκείνος και Εκείνη». Στη συνέχεια σκηνοθέτησε και άλλες ταινίες, συνεργαζόμενος με Αμερικανούς και Ιταλούς παραγωγούς. Το 1970 σκηνοθέτησε, σε δικό του σενάριο και παραγωγή, την ταινία «Ανταρσία των 10» η οποία κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το ίδιο βραβείο κέρδισε και τον επόμενο χρόνο, για την ταινία της Φίνος Φιλμ «Η Μεγάλη Στιγμή του ‘21 – Παπαφλέσσας».
Το 1979 σκηνοθέτησε την αγγλόφωνη ταινία «Κραυγές στον Άνεμο», η οποία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στη Νέα Υόρκη. Σκηνοθέτησε επίσης και τις κοσμοπολίτικες ερωτικές περιπέτειες σε παραγωγή του Κλέαρχου Κονιτσιώτη «Αναζήτησις», «Ψυχή και σάρκα (Εσύ κι εγώ)», «Το αγκίστρι». Τελευταία του ταινία ήταν η «Μοιραία σχέση» το 2009.
Από το 1977 και μετά στράφηκε στην τηλεόραση σκηνοθετώντας αρκετές επιτυχημένες σειρές. Αξέχαστες θα παραμείνουν οι θρυλικές σειρές βασισμένες στα μυθιστορήματα του Ξενόπουλου με ιδανική ερμηνεύτρια την Νόρα Βαλσάμη, όπως η «Αφροδίτη», η «Αναδυομένη» και οι «Μυστικοί Αρραβώνες». Μεγάλη επιτυχία ήταν και «Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα» με την Μιμή Ντενίση. Όλες οι σειρές που σκηνοθέτησε για την τηλεόραση -δημόσια και ιδιωτική- έγιναν μεγάλες επιτυχίες και κάποιες άφησαν εποχή, όπως «Το φως του Αυγερινού», «Αξιόπιστοι», «Λάουρα» , «Ο κόσμος κι ο Κοσμάς», «Έλλη και Άννα», «Στησιχόρου 73», «Η εξαφάνιση του Τζον Αυλακιώτη», «Μια γυναίκα από το παρελθόν», «Ο χήρος, η χήρα και τα χειρότερα», «Τυχεροί και άτυχοι» κ.ά.
Στις 18 Ιουνίου 1973, παντρεύτηκε την ηθοποιό Νόρα Βαλσάμη μετά από 6 χρόνια σχέσης, την οποία είχε γνωρίσει κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι» της Φίνος Φιλμ. Έχουν αποκτήσει έναν γιο, τον Κωνσταντίνο-Ερρίκο Τζούνιορ.
«Γνωριστήκαμε απ’ τον Φίνο, όταν σκηνοθέτησε με άλλο όνομα τα “Δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι”. Δεν του άρεσε το σενάριο και τότε έκανε το “Εκείνος κι εκείνη” με την Καρέζη. Αυτός κι αν ήτανε κουλτουριάρης! Διεύρυνε τις γνώσεις μου για τον κινηματογράφο, σαν να μορφώθηκα απ’ τον Ερρίκο», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της η Νόρα Βαλσάμη.
Παντρεύτηκαν στις 18 Ιουνίου 1973, μετά από 6 χρόνια σχέσης και απέκτησαν μαζί έναν γιο, τον Ερρίκο Ανδρέου Jr. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, η Νόρα Βαλσάμη είχε δηλώσει για το φύλο του μωρού: «Θέλω να βγει αγόρι. Λένε ότι τ’ αγόρια μοιάζουν στον πατέρα τους. Θέλω λοιπόν, να είναι αγόρι για να μοιάσει στον Ερρίκο. Τον αναγνωρίζω, όχι απλώς σαν καλύτερο από μένα, αλλά σαν τέλειο ισορροπημένο άνθρωπο. Πιστεύω πάρα πολύ στη δύναμή του».
Ερρίκος Ανδρέου: Ο γιος του τον αποχαιρετά – «Θα σε έχω για πάντα στην καρδιά μου»
O Ερρίκος Ανδρέου, σκηνοθέτης και σύζυγος της ηθοποιού, Νόρας Βαλσάμη έφυγε από τη ζωή, βυθίζοντας σε θλίψη τα αγαπημένα του πρόσωπα.
Ο 84χρονος νοσηλευόταν από τον Αύγουστο σε νοσοκομείο της Αθήνας με σοβαρά προβλήματα υγείας. Τελικά, άφησε την τελευταία του πνοή, τα ξημερώματα του Σαββάτου.
Ο γιος του, Έρικ Ανδρέου φρόντισε να αποχαιρετήσει τον πατέρα μου και στα social media. Συγκεκριμένα, με μία ανάρτηση στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook.
Σε αυτή έγραψε: «Πατέρα μου, θα σε έχω για πάντα στην καρδιά μου. Όσο υπάρχω. Σε ευχαριστώ για όλα. Καλό παράδεισο».
Καλαμάτα: Σε ηλικία 44 ετών πέθανε ο γνωστός επιχειρηματίας Χρήστος Παπαδημητρίου.
Ο Χρήστος Παπαδημητρίου αποτέλεσε την τρίτη γενιά στην εταιρεία «Παπαδημητρίου Χ.Κ. Α.Β.Ε.Τ.», γνωστή από τα προϊόντα «Kalamata Papadimitriou» και με σημαντική τυποποιητική και εξαγωγική δραστηριότητα στον χώρο του ελαιόλαδου, του μπαλσάμικου, της μουστάρδας και άλλων προϊόντων τροφίμων, έχοντας αφήσει τη σφραγίδα του στην εταιρεία με τις καινοτομίες που είχε εισάγει.
Ήταν παντρεμένος με την Σεβαστή Σκούλικα και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τον Κωνσταντίνο και τον Νικόλα.
Η κηδεία του, σύμφωνα με την eleftheriaonline.gr, θα γίνει το Σάββατο στις 11 π.μ. στον Ναό της Υπαπαντής στην Καλαμάτα.
Αποτέλεσε την τρίτη γενιά στην εταιρεία που είναι γνωστή για τα προϊόντα «Kalamata Papadimitriou» – Το τελευταίο διάστημα έδινε γενναία μάχη για τη ζωή του – Η εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1939, εκτοξεύτηκε στα χέρια του
Η εταιρεία που ιδρύθηκε το 1939 και εκτοξεύτηκε στα χέρια του
Το 1939, ο 29χρονος Χρίστος Παπαδημητρίου ίδρυσε την εταιρεία που υπάρχει μέχρι και σήμερα στην Καλαμάτα. Αρχικά δραστηριοποιούνταν με το εμπόριο και την εξαγωγή τοπικών προϊόντων της Καλαμάτας όπως αποξηραμένα σύκα, ελιές Καλαμών και ελαιόλαδο. Από το 1950 μπήκε στη βρετανική, την ολλανδική και τη γερμανική αγορά κυρίως μέσω της σταφίδας.
Έπειτα ανέλαβε ο Κώστας Παπαδημητρίου που όντας οινολόγος με σπουδές στη Γαλλία εξέλιξε την εταιρεία και δημιούργησε το πρώτο ελληνικό βαλσαμικό ξίδι από κορινθιακή σταφίδα.
Το 2004 είχε έρθει η ώρα του εγγονού Χρίστου Παπαδημητρίου να αναλάβει τα ηνία της εταιρείας. Υπό την καθοδήγησή του, αναπτύχθηκαν νέες σειρές ποϊόντων βασισμένες στο βαλσαμικό ξίδι, όπως οι κρέμες βαλσαμικού και οι μεσογειακές μουστάρδες.
Επιδιώκοντας όλα τα προϊόντα της εταιρείας να διατηρούν την ελληνική τους ταυτότητα, αξιοποιήθηκαν πλήρως τα τοπικά προϊόντα όπως το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, το βαλσαμικό ξίδι, το ελληνικό μέλι και φρούτα Μεσσηνίας.
Υπό την καθοδήγησή του, το 2013 η εταιρεία εντάχθηκε στο διεθνές δίκτυο Endeabor, καταφέρνοντας να είναι η πρώτη ελληνική εταιρεία στον κλάδο των τροφίμων που γίνεται μέλος.
Τη Μεγάλη Δευτέρα 2 Απριλίου δύο κουκουλοφόροι ληστές τον είχαν πυροβολήσει μέσα στο σπίτι του στην Κηφισιά – Έδωσε λυσσαλέο αγώνα να κρατηθεί στη ζωή αλλά δεν τα κατάφερε
Σήμερα Παρασκευή, έφυγε από τη ζωή ο επιχειρηματίας Αλέξανδρος Σταματιάδης, τον οποίο τη Μεγάλη Δευτέρα 2 Απριλίου δύο κουκουλοφόροι ληστές είχαν πυροβολήσει μέσα στο σπίτι του στην Κηφισιά.
Ο επιχειρηματίας νοσηλευόταν στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης του νοσοκομείου «Γεννηματάς» όπου και κατέληξε λίγο πριν τις 12 το μεσημέρι της Παρασκευής 20 Απριλίου. Επί 18 ημέρες, ο Αλέξανδρος Σταματιάδης έδινε λυσσαλέο αγώνα να κρατηθεί στη ζωή, όμως τελικά λύγισε. Πριν από λίγες ημέρες είχε παρουσιάσει οίδημα στον εγκέφαλο ενώ νοσηλευόταν στη ΜΕΘ του νοσοκομείου «Γεννηματάς».
Το χρονικό της αιματηρής ληστείας
Το συμβάν που βάφτηκε με το αίμα του 52χρονου Ελληνοαυστριακού επιχειρηματία, διαδραματίστηκε λίγα λεπτά μετά τις 5 τα ξημερώματα της Μεγάλης Δευτέρας στην πολυτελή μεζονέτα της οδού Κηφισού στην Κηφισιά.
Οι δύο ληστές, παραβίασαν την πόρτα καθώς δεν φαίνεται σύμφωνα με πληροφορίες να λειτουργούσε σύστημα συναγερμού. Ο επιχειρηματίας κοιμόταν με τη σύζυγο του στον 1ο όροφο και σε διπλανό δωμάτιο ο γιος του, όταν άκουσε θορύβους και θέλησε να δει τι συμβαίνει. Τότε άνοιξε τα μάτια του και είδε μπροστά του δύο κουκουλοφόρους ληστές οι οποίοι όρμησαν πάνω του και προσπάθησαν να τον ακινητοποποιήσουν.
Όταν ο Αλέξανδρος Σταματιάδης αντιστάθηκε, οι αδίστακτοι κακοποιοί άρχισαν να τον χτυπούν στο κεφάλι. Όμως ο 52χρονος, δεν το έβαζε κάτω, σηκώθηκε στα πόδια του και πάλεψε με τους ληστές οι οποίοι συνέχιζαν να τον χτυπούν στο κεφάλι με διαρρηκτικό εργαλείο. Ο επιχειρηματίας αντιστεκόταν και τότε ο ένας από τους δύο κουκουλοφόρους σήκωσε το πιστόλι και τον πυροβόλησε δύο φορές εξ’ επαφής στην πλάτη.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών ο επιχειρηματίας Πάνος Μαρινόπουλος, γνωστός στην κοσμική Αθήνα και στον επιχειρηματικό κόσμο ως «Πανάρας», μέλος της ιστορικής οικογένειας που σφράγισε για δεκαετίες το ελληνικό λιανεμπόριο.
Η αιτία θανάτου είναι ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια.
Απόγονος της οικογένειας που ξεκίνησε την επιχειρηματική της δράση το 1893 με ένα φαρμακείο στην Αθήνα και στη συνέχεια επεκτάθηκε στη φαρμακοβιομηχανία μέσα από τη ΦΑΜΑΡ και στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων μέσω της Μαρινόπουλος Α.Ε., ο Πάνος Μαρινόπουλος υπήρξε μέρος της γενιάς που ανέλαβε ενεργό ρόλο στη διεύρυνση του ομίλου σε νέες δραστηριότητες και διεθνείς συνέργειες. Διετέλεσε μέλος διοικητικών συμβουλίων σε εταιρείες της οικογένειας, ενώ η δημόσια του παρουσία συνδύαζε τον επιχειρηματικό του ρόλο με έντονη κοινωνική δραστηριότητα.
Σπούδασε φαρμακευτική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι, γεγονός που τον τοποθέτησε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κύκλων επιρροής πέρα από το στενό επιχειρηματικό περιβάλλον. Ήταν παντρεμένος με την Ιωάννα Μαρινόπουλου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, ενώ είχε ενεργή συμμετοχή και σε πολιτιστικούς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων και το Ίδρυμα Νικολάου & Ντόλλης Γουλανδρή – Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.
Η οικογένεια Μαρινόπουλου υπήρξε για δεκαετίες ισχυρή οικονομική δύναμη, με την εταιρεία σούπερ μάρκετ «Μαρινόπουλος» να φτάνει να λειτουργεί εκατοντάδες καταστήματα σε όλη την Ελλάδα και να αποτελεί συνώνυμο της ίδιας της έννοιας του οργανωμένου λιανεμπορίου. Η κατάρρευση του ομίλου στα μέσα της δεκαετίας του 2010, οι οικονομικές πιέσεις, οι ανεπίλυτες υποχρεώσεις και τελικά η μεταβίβαση του δικτύου στον Σκλαβενίτη το 2017 αποτέλεσαν σημείο καμπής για την ελληνική αγορά τροφίμων και σηματοδότησαν το τέλος εποχής για μία από τις πιο ηχηρές «ελληνικές μεγαλοαστικές δυναστείες».
Ο Πάνος Μαρινόπουλος είχε ήδη αποσυρθεί από τον ενεργό ρόλο στα επιχειρηματικά κατά τα τελευταία χρόνια πριν την κρίσιμη περίοδο της κατάρρευσης, παραμένοντας όμως παρών σε θεσμικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Για τους ανθρώπους που τον γνώρισαν, υπήρξε μια έντονη προσωπικότητα, με δημόσια παρουσία που ξεπερνούσε τα στενά όρια της οικογένειας και άφηνε αποτύπωμα τόσο σε επιχειρηματικά όσο και σε πολιτιστικά και κοινωνικά δίκτυα.
Ο θάνατός του προσθέτει ακόμη μια σελίδα σε μια μακρόχρονη επιχειρηματική ιστορία που σημάδεψε τη σύγχρονη Ελλάδα – από την εποχή όπου το όνομα «Μαρινόπουλος» κυριαρχούσε στα ράφια των ελληνικών σούπερ μάρκετ, μέχρι τη θεαματική πτώση που άλλαξε τον χάρτη του λιανεμπορίου και άφησε πίσω της συζητήσεις για λάθος επιλογές, υπερβολική ανάπτυξη, εταιρική διακυβέρνηση και το τέλος μιας οικονομικής εποχής.
Ο επιχειρηματίας Νίκος Δούρος έφυγε από τη ζωή στην Πάτρα. Κατάφερε να εκπληρώσει μια σειρά από όνειρα με όπλα το μυαλό και το πείσμα του…
Έφυγε από τη ζωή σκορπίζοντας θλίψη στη Πάτρα και στη χώρα, ο «πατριάρχης» της γνωστής εταιρείας ειδών ανδρικής ένδυσης DUR Νίκος Δούρος, μια πολυσχιδής και ιδιαίτερα δυναμική προσωπικότητα. Υπήρξε επί πολλά χρόνια πρόεδρος των Ροταρι, Πρόεδρος στο Επιμελητήριο Αχαΐας καθώς και Πρόεδρος στον Οργανισμό Λιμένα Πάτρας. Επίσης υπήρξε αντιπρόεδρος στον Σύνδεσμο Εξαγωγέων Ελλάδας.
Στην Παλαιά Βουλή το 2011, βραβεύτηκε από την πρεσβεία της Ουγγαρίας με το Μεγάλο Σταύρο του Τάγματος των Λεγεώνων, σαν τον καλύτερο πρόξενο της Ελλάδας Έζησε μια «γεμάτη» ζωή, αφήνοντας το επιχειρηματικό και κοινωνικό του στίγμα έντονο τόσο στην Πάτρα, όσο και εκτός Πατρών, ενώ ευτύχησε να αποκτήσει με την σύζυγό του Μαρία τρία παιδιά. Είχε μεγάλη αγάπη για τα πολιτιστικά τεκταινόμενα της πόλης.
Ο Νίκος Δούρος, ένα από τα έξι παιδιά μιας αγροτικής οικογένειας, από την Κοντοβάζαινα Αρκαδίας, με μεγάλη κλήση στα γράμματα, όπως είχε δηλώσει σε παλιότερη συνέντευξή του ήθελε να γίνει στρατιωτικός γιατρός. Ομως, για να έχει το δικαίωμα να φοιτήσει στη συγκεκριμένη σχολή, έπρεπε να διαθέτει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.
Και το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν χαρακτηρισμένος αριστερός δεν του αφήνει κανένα περιθώριο. Ούτε καν να ονειρεύεται… Έφυγε τη δεκαετία του ’50 από την Αρκαδία και ήρθε στην Πάτρα όπου ένας μακρινός συγγενής της οικογένειας που διατηρούσε στην πόλη μια μικρή βιοτεχνία ειδών ένδυσης του προσέφερε δουλειά: να γίνει πλασιέ.
Με δύο βαλίτσες γεμάτες εμπόρευμα, ο νεαρός Νίκος Δούρος περνάει απέναντι, στη Ναύπακτο, και γυρίζει από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό. Ταξιδεύοντας με τα ξεχαρβαλωμένα λεωφορεία των ΚΤΕΛ εκείνης της εποχής, σε ένα οδικό δίκτυο ρημαγμένο στο μεγαλύτερο μέρος του από τον πόλεμο, φτάνει μέχρι την Κοζάνη και την Πτολεμαΐδα.
Το ταξίδι θα επαναληφθεί πολλές φορές. Ο Νίκος Δούρος πολύ γρήγορα αποκωδικοποιεί τον κόσμο του ενδύματος, βλέπει τα κενά της αγοράς, αποκτά καλές σχέσεις με εμπόρους, καταλαβαίνει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές επιλέγουν ρούχα. Σύντομα αποφασίζει να μην είναι πια «υπαλληλάκι», όπως λέει, αλλά να φτιάξει τη δική του επιχείρηση. Καλεί μάλιστα στην Πάτρα τους αδελφούς του, Παναγιώτη και Ανδρέα, και τους γονείς του, για να τον βοηθήσουν.
Κάπως έτσι, το 1960 γεννιέται η «Νίκος Δούρος και αδελφοί», μια ταπεινή οικοτεχνία που παρασκευάζει και διαθέτει στην αγορά εσώρουχα και κάλτσες. Επόμενο βήμα, η δημιουργία βιοτεχνίας.
Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι της ιστορίας – και της χώρας, και της οικογένειας Δούρου. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν έχει ήδη δρομολογηθεί η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ γεννιέται η DUR.
Με νέο όνομα, με το γνωστό λογότυπο με την κόκκινη τελεία και μια στροφή στο ποιοτικό ανδρικό ντύσιμο. Τη δεκαετία του ’90 το brand name έχει πια καθιερωθεί και η θέση της εταιρείας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό εδραιώνεται. Το 1992 η Dur ανοίγει το πρώτο κατάστημά της στην Αθήνα, στην οδό Τσακάλωφ. Τα μπλουζάκια της γίνονται ολοένα και πιο δημοφιλή, οι επενδύσεις ολοένα και μεγαλύτερες. Ο Παναγιώτης Δούρος φεύγει από τη ζωή από το 1997. Δεν θα προλάβει να δει την είσοδο της εταιρείας στο χρηματιστήριο, το 2000.
Σήμερα η DUR, η αμιγώς ελληνική εταιρεία ανδρικής ένδυσης, με έδρα την Πάτρα, διαθέτει ένα ευρύ δίκτυο 30 καταστημάτων λιανικής πώλησης σε ολόκληρη την Ελλάδα με την επωνυμία DUR, συμπεριλαμβανομένων και των shop in shop, ενώ υποστηρίζεται από ένα εξίσου ισχυρό δίκτυο χονδρικής.
Ο Τρικαλινός επιχειρηματίας που κυριάρχησε στο εμπόριο σε Ελλάδα και Ευρώπη για δεκαετίες, απεβίωσε σε ηλικία 91 ετών (1927-2018).
Ο Γρηγόρης Σαράφης γεννήθηκε στα Τρίκαλα, ανήσυχο πνεύμα, στα 16 έφυγε από το σπίτι για να καταταγεί στον ΕΛΑΣ. Μετά τις σπουδές του στην Ανωτάτη Εμπορική, παντρεύτηκε και γύρισε στα Τρίκαλα, όπου ανέλαβε το εμπορικό κατάστημα του πατέρα του.
Σύντομα άνοιξε τα φτερά του και ξεκίνησε μια χωρίς προηγούμενο επιχειρηματική ανάπτυξη βάζοντας το σλόγκαν «Σαράφης στα Τρίκαλα, Σαράφης στην Αθήνα, Σαράφης στο Παρίσι» στα χείλη όλης της Ελλάδας!
Αριστερός, με βαθειά ριζωμένες δημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές, με μεγάλη αγάπη στη δουλειά του («την κάνω με μεράκι» έλεγε) και τους συνεργάτες του. Πρωτοπόρος στη διαχείριση των καταστημάτων, επιδίωκε να φέρνει ότι πιο μοντέρνο και καινούργιο στη μόδα για τους άντρες στα μαγαζιά του. Την αγάπη του για τα ταξίδια την μοιράζονταν με τους εργαζόμενους στα καταστήματα. Πάντα έβαζε τα Τρίκαλα μπροστά, όχι μόνο στα σλόγκαν, διατέλεσε δημοτικός σύμβουλος , είχε καρδιακούς φίλους.
Καταπιάνονταν με πολλά, με ψαρέματα, κάμπινγκ, γρήγορα αυτοκίνητα, τα ρεμπέτικα και τη τζαζ. Άνθρωπος του γλεντιού, έτρωγε με το κουτάλι την καλή ζωή συμβάλλοντας ταυτόχρονα για έναν δικαιότερο και πιο ανθρώπινο κόσμο.
Όλοι όσοι τον ζήσαμε σαν σύντροφο, πατέρα, παππού, συνεργάτη, φίλο, ξέρουμε ότι θα μάς λείψει πολύ – οι αναμνήσεις μας θα τον κρατήσουν άσβηστο!
Ο Ντέιβιντ Λιντς, σπουδαία προσωπικότητα της τέχνης, άφησε την τελευταία του πνοή.
Είχε σκηνοθετήσει, μεταξύ άλλων, το «Μπλε Βελούδο», τον «Ύποπτο Κόσμο του Twin Peaks» και το «Mullholand Drive».
Ο Ντέιβιντ Λιντς, μια εμβληματική φιγούρα του καλλιτεχνικού κόσμου, άφησε πίσω του ένα σπουδαίο έργο που θα εμπνέει τις μελλοντικές γενιές.
Η καλλιτεχνική του κληρονομιά συνδυάζει μοναδικά στοιχεία του κινηματογράφου, της ζωγραφικής και της μουσικής.
Στον χώρο της τέχνης, ο Λιντς αναγνωρίζεται για τη δυνατότητά του να δημιουργεί εντυπωσιακές και συναισθηματικά φορτισμένες αφηγήσεις.
Η αναγνώριση του έργου του προήλθε από την ικανότητά του να προκαλεί σκέψεις και συναισθήματα, κάνοντάς τον έναν από τους πιο σεβαστούς δημιουργούς της εποχής μας.
Ο Ντέιβιντ Λιντς είναι ήταν από τους πιο τους ξεχωριστούς αμερικανούς κινηματογραφιστές με φανατικούς θαυμαστές και περισσότερους επικριτές, που θεωρούν τις ταινίες του αυστηρά προσωπικές και ακαταλαβίστικες.
Ακροβατώντας με αξιοσημείωτη ισορροπία και επιδεξιότητα μεταξύ εμπορικού και πρωτοποριακού κινηματογράφου, έφερε στην μεγάλη οθόνη μια μοναδική σκοτεινή και ανησυχητική όψη της πραγματικότητας, έναν εφιαλτικό κόσμο που χαρακτηρίζεται από στιγμές ακραίας βίας, αλλόκοτων κωμικών καταστάσεων και παράξενης ομορφιάς.
Από την αρχή της καριέρας του, καθιερώθηκε ως ο αναγεννησιακός άνθρωπος της σύγχρονης αμερικανικής κινηματογραφίας, ένας όχι μόνο αναγνωρισμένος σκηνοθέτης και σεναριογράφος, αλλά και τηλεοπτικός παραγωγός, φωτογράφος, γελοιογράφος, γραφίστας και συνθέτης.
Ο Ντέιβιντ Λιντς γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1946 στην πόλη Μιζούλα της πολιτείας Μοντάνα. Ο πατέρας του ήταν δασονόμος με συχνές μετακινήσεις κατά την διάρκεια των παιδικών του χρόνων. Φιλοδοξία του από μικρός ήταν να γίνει ζωγράφος και μετά την ολοκλήρωση των δευτεροβάθμιων σπουδών του γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βοστώνης, την οποία γρήγορα εγκατέλειψε, επειδή δεν πληρούσε τις αισθητικές του αντιλήψεις. Περιπλανήθηκε για λίγο στην Ευρώπη και αφού δεν κατόρθωσε να συμπεριληφθεί στους μαθητές του διακεκριμένου εξπρεσιονιστή ζωγράφου Όσκαρ Κοκόσκα, επέστρεψε στις ΗΠΑ και γράφτηκε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φιλαδέλφειας. Στην σχολή του δημιούργησε το πρώτο του φιλμ, ένα ταινιάκι κινουμένων σχεδίων 60 δευτερολέπτων με τίτλο «Six Men Getting Sick», για τις ανάγκες ενός πειραματικού εικαστικού διαγωνισμού.
Το 1970, γράφτηκε στο Κέντρο Ανωτέρων Κινηματογραφικών Σπουδών του Αμερικανικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου (AFI), όπου ξεκίνησε τα γυρίσματα της πρώτης ταινίας με τίτλο «Eraserhead», η οποία προβλήθηκε τελικά το 1977. Ήταν μια απωθητική και ακατανόητη ταινία για μεγάλη μερίδα της κριτικής και τους ανυποψίαστους θεατές, αλλά γρήγορα απέκτησε πολλούς θαυμαστές και τον βοήθησε να χτίσει την φήμη του ως ένας ξεχωριστός κινηματογραφικός δημιουργός. Σήμερα η πρώτη ταινία του Λιντς είναι αντικείμενο λατρείας από τους σινεφίλ.
Η αναμφισβήτητη καλλιτεχνική αρτιότητα της ταινίας, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του κωμικού και παραγωγού Μελ Μπρουκς, ο οποίος του ανέθεσε την κινηματογραφική μεταφορά της ζωής του Τζόζεφ Μέρικ, ενός τραγικά παραμορφωμένου άντρα που έζησε στο Βικτωριανό Λονδίνο το 1880. Η ταινία με τίτλο «Ο Άνθρωπος Ελέφαντας» («The Elephant Man») βγήκε στους κινηματογράφους το 1980, με ένα λαμπρό καστ ηθοποιών – Τζον Χαρτ στον επώνυμο ρόλο, Άντονι Χόπκινς και Τζον Γκίλγκουντ- και γνώρισε μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία. Προτάθηκε για 8 Όσκαρ (κέρδισε 3), δύο από τα οποία, για την σκηνοθεσία και το σενάριο του Λιντς.
Η μεγάλη επιτυχία της ταινίας τον έφερε κοντά στον ιταλό μεγαλοπαραγωγό Ντίνο Ντε Λαουρέντις.Ο Λιντς ανέλαβε την σκηνοθεσία της ταινίας επιστημονικής φαντασίας «Ντιούν» («Dune»,1984), βασισμένης στην ομώνυμη κλασική νουβέλα του Φρανκ Χέρμπερτ, η οποία όμως ήταν μια κολοσσιαία καλλιτεχνική και εμπορική αποτυχία.
Το 1986 επανήλθε δριμύτερος και με παραγωγό και πάλι τον Ντε Λαουρέντις παρουσίασε το «Μπλε Βελούδο» («Blue Velvet»), μια σουρεαλιστική ταινία μυστηρίου, που του χάρισε μια υποψηφιότητα για το Όσκαρ σκηνοθεσίας και σήμερα θεωρείται αριστούργημα.Την διετία 1990-1991 έγινε ευρύτερα γνωστός με το τηλεοπτικό σήριαλ «Twin Peaks» ή όπως προβλήθηκε από την ΕΡΤ «Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς». Η σειρά κέρδισε φανατικούς θεατές και στην χώρα μας και σήμερα θεωρείται σημείο αναφοράς για την μικρή οθόνη. Δεν είχε όμως την ίδια απήχηση το πρίκουελ της σειράς «Twin Peaks:Fire with Me», που προβλήθηκε το 1992.
Το 1990 σκηνοθέτησε την μαύρη κωμωδία «Ατίθαση Καρδιά» («Wild at Heart»), με πρωταγωνιστές τον Νίκολας Κέιτζ και την Λόρα Ντερν, που υποδύονται ένα ερωτευμένο ζευγάρι, που ξεκινάει μια εφιαλτική περιπλάνηση στο Τέξας.
Η ταινία απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ των Καννών τον ίδιο χρόνο. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας σκηνοθέτησε την ταινία μυστηρίου « Χαμένη Λεωφόρος» («Lost Highway», 1997) και την ταινία δρόμου «The Straight Story» (1999) με ήρωα έναν γηραιό κύριο που με όχημα το χορτοκοπτικό του μηχάνημα διανύει εκατοντάδες μίλια για να συναντήσει τον αδελφό του.
Την νέα χιλιετία η κινηματογραφική του συνεισφορά εντοπίζεται σε δύο ταινίες. Στο σουρεαλιστικό θρίλερ «Μαλχόλαντ Ντράιβ» («Mulholland Drive»,2001), που εκτυλίσσεται στο Χόλιγουντ και κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών και υποψηφιότητα για Όσκαρ στην ίδια κατηγορία, καθώς και στην ταινία μυστηρίου «Inland Empire» (2006).
Βαρύ πένθος για την οικογένεια του ελληνικού τραγουδιού αποτελεί η απώλεια του σπουδαίου ερμηνευτή Αντώνη Καλογιάννη ο οποίος έφυγε από τη ζωή σήμερα, σε ηλικία 81 ετών. Ο εμβληματικός ερμηνευτής ήταν κατάκοιτος επί σειρά ετών και προδόθηκε τελικά από την καρδιά του σκορπώντας θλίψη και συγκίνηση στο πανελλήνιο.
Θεοδωρακικός αλλά κι ερωτικός τραγουδιστής ο Αντώνης Καλογιάννης, έκανε καριέρα και με τις δυο ισχυρές αυτές ερμηνευτικές πλευρές του, που βρήκαν την κοινή συνισταμένη τους στην, πλούσια σε ηχοχρώματα, φωνή του, όπου τραγούδησε τον αγώνα αλλά και τον έρωτα.
Ανέβηκε για πρώτη φορά στο πάλκο το 1966. Την ίδια χρονιά τον ανακάλυψε ο Μίκης Θεοδωράκης και δίνει τις πρώτες του συναυλίας στην τότε Σοβιετική Ένωση και κατόπιν στην Ελλάδα. Κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών του 1967 φεύγει στο εξωτερικό με την Μαρία Φαραντούρη και δημιουργώντας μια λαϊκή ορχήστρα, ξεκινούν συναυλίες με καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, συμβάλλοντας έτσι στον αγώνα κατά της Χούντας.
Το 1970 αποφυλακίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης και μαζί του θα δώσουν περισσότερες από 500 συναυλίες σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, κάνοντας γνωστή την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε τότε στη χώρα μας. Το 1972 ο Αντώνης Καλογιάννης επιστρέφει στην Ελλάδα και τραγουδά σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα. Έχει συνεργαστεί με τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες (Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Δήμο Μούτση, Μίμη Πλέσσα, Σταύρο Κουγιουμτζή, Ηλία Ανδριόπουλο, Μάριο Τόκα κ.α.) και ποιητές στιχουργούς (Γιάννης Ρίτσο, Γιώργο Σεφέρη, Μανώλη Αναγνωστάκη, Τ. Λειβαδίτη, Δ. Χριστοδούλου, Λευτέρη Παπαδόπουλο κ.α.), ενώ έχει βρεθεί είτε σε συναυλίες, είτε σε κέντρα με τα μεγαλύτερα ονόματα του τραγουδιού.
Ξεχωριστές στιγμές στην καριέρα του είναι η ηχογράφηση του «Πνευματικού Εμβατηρίου» του Άγγελου Σικελιανού και το «Κατάσταση Πολιορκίας» το 1970, μαζί με την Μαρία Φαραντούρη, καθώς και του «Ήλιος και Χρόνος / Επιφάνεια Αβέρωφ» το 1975.
Η δεκαετία του ’80, ξεκίνησε με έναν δίσκο (Μίμη Πλέσσα – Δημήτρη Χριστοδούλου «Τραγούδια της γειτονιάς»/1980), που, μάλλον, έκλεισε την προηγούμενη δεκαετία, γιατί, ουσιαστικά, με τον επόμενο δίσκο του(«Τα σημερινά»/1981), ο Αντώνης Καλογιάννης, έκανε την στροφή του στο ερωτικό τραγούδι, όπου και καθιερώθηκε ως ένας, ερωτικός πλέον, τραγουδιστής, καθ’ όλη τη διάρκειά της, αλλά και την επόμενη του ’90. Με τα χρυσά (50.000 πωλήσεις) «Σημερινά», του Σπύρου Παπαβασιλείου και του Λάκη Τεάζη, ο Καλογιάννης άνοιξε την πιο εμπορική δεκαετία της καριέρας του και με ένα τραγούδι – μεγάλη επιτυχία, το «Όμορφή μου Κατερίνα», που το ακολούθησαν, τα επόμενα χρόνια, κι άλλες μεγάλες επιτυχίες, όπου ο τίτλος τους παρέπεμπε σε γυναικεία ονόματα.
Μετά τη μεγάλη επιτυχία του «Όμορφή μου Κατερίνα», την επόμενη τριετία ακολούθησαν τρεις, διαφορετικού μεταξύ τους ύφους, δουλειές του, η συμμετοχή του στον δίσκο του Σταύρου Κουγιουμτζή(«Μικραίνει ο κόσμος»/1982), όπου ερμήνευσε το, εξαιρετικό, ομότιτλο, τα τραγούδια του Δημήτρη Λάγιου και του Φώντα Λάδη, που ερμήνευσε στον κοινό τους δίσκο «Εδώ που γεννηθήκαμε» (1983) κι η συμμετοχή του(μαζί με τον Δημήτρη Μητροπάνο, τον Δημήτρη Κοντολάζο, την Κατερίνα Στανίση, την Ελπίδα κ.ά.) στον δίσκο του Τάκη Μουσαφίρη («Ακόμα μια μέρα»/1984). Θα έλεγα ότι, αυτή η τριετία αποτέλεσε το, απαραίτητο μερικές φορές, “διάλειμμα”, πριν ακολουθήσουν τα «Μικρά ερωτικά», ο δίσκος, δηλαδή, της συνεργασίας του με τον Μάριο Τόκα.
Η συνεργασία, λοιπόν, του Αντώνη Καλογιάννη με τον Μάριο Τόκα, και μάλιστα, με έναν χρυσό(50.000 πωλήσεις) δίσκο(«Μικρά ερωτικά»), δυο πολύ μεγάλες επιτυχίες, σε στίχους του Σαράντη Αλιβιζάτου, κι ένα συγκινητικό ερωτικό τραγούδι σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Ο Αντώνης Καλογιάννης, με τη δουλειά του αυτή, εκτινάχθηκε, πλέον, ως ερωτικός τραγουδιστής με τα πασίγνωστα κι αγαπημένα «Αννούλα του χιονιά» & «Σ’ αγαπώ σαν το γέλιο του Μάη» (σε ντουέτο με τη Μαρινέλλα), αλλά, ερμήνευσε και το συγκλονιστικό «Δεν κλαίω» του Γιάννη Ρίτσου.
Μετά τις μεγάλες αυτές επιτυχίες, η δισκογραφία του Αντώνη Καλογιάννη συνεχίστηκε ως και τα τέλη σχεδόν της δεκαετίας του ’90, όπου το 1997 κυκλοφόρησε ο τελευταίος στουντιακός δίσκος του. Παρότι – πλην ενός, δύο τραγουδιών («Σαν τα περιπολικά» κ.ά.) που ακούστηκαν – δεν ξανάβγαλε τη μεγάλη επιτυχία, αξίζει να καταγράψουμε κι αυτήν την δισκογραφία του ερωτικού ρεπερτορίου του.
Έτσι, η δεκαετία του ’80 ολοκληρώθηκε με τις προσωπικές δουλειές του «Χωρίς συνθήματα» (1986), «Ότι αγάπησα»(1987) & «Τι ώρα να ‘ναι»(1989). Το 1989, επίσης, συμμετείχε, μαζί με τον Γιάννη Πάριο κι άλλους, στο δίσκο του Ηλία Ανδριόπουλου «Τα λόγια της αγάπης». Η δεκαετία του ’90 άνοιξε με τα «Επικίνδυνα παιχνίδια»(1990) του Αλέξη Παπαδημητρίου και της Εύης Δρούτσα, για να συνεχιστεί την επόμενη χρονιά (1991) με το δίσκο του «Σε ανύποπτο χρόνο», όπου, ανάμεσα στ’ άλλα τραγούδησε τις «Μοίρες» του Κραουνάκη και το «Ίσως φταίνε τα φεγγάρια» του Νότη Μαυρουδή. Το 1992 τραγούδησε, σε μουσική Αλέξη Παπαδημητρίου, στο σήριαλ «Το 13ο κιβώτιο», ενώ το 1993 κυκλοφόρησε το δίσκο «Αντίθετη πορεία», με τραγούδια του Βαγγέλη Κορακάκη, του Θοδωρή Παπαδόπουλου κ.ά.
Η πίτσα με ανανά έχει αποκτήσει ανά τους καιρούς ταγμένους υποστηρικτές και φανατικούς πολέμιους. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι η λεγόμενη και πίτσα Χαβάη αποτελεί δημιουργία ενός Έλληνα που έζησε στον Καναδά και πέθανε την προηγούμενη Πέμπτη σε ηλικία 83 ετών.
Ο Σαμ Πανόπουλος μετανάστευσε στα 20 του χρόνια στον Καναδά το 1954 και άρχισε να λειτουργεί διάφορα εστιατόρια στο Οντάριο μαζί με τα αδέρφια του.
Αρχικά τα εστιατόρια των αδερφών Πανόπουλου σέρβιραν τυπικό αμερικάνικό φαγητό όπως μπέργκερ και πατάτες και μερικά κινέζικα πιάτα. Στις αρχές του 1960 ο Πανόπουλος αποφάσισε να πουλά και πίτσες, οι οποίες είχαν ήδη γίνει πολύ δημοφιλείς στις γειτονικές ΗΠΑ.
Η πιο διάσημη δημιουργία του ήταν αποτέλεσμα ενός πειράματος: Μια ημέρα ο Πανόπουλος αποφάσισε να βάλει κονσέρβα ανανά σε μια πίτσα για να δει τι γεύση θα έχει. «Απλά βάλαμε τον ανανά, έτσι για την πλάκα, να δούμε τι γεύση θα έχει», είχε δηλώσει ο ίδιος στο BBC. «Ήμασταν καινούργιοι στη δουλειά και κάναμε πολλά πειράματα».
Σε αυτόν και τα αδέρφια του, τους άρεσε η αντίθεση ανάμεσα στον γλυκό ανανά και την αλμυρή γεύση του ζαμπόν. «Το δοκιμάσαμε στην αρχή, και μετά το δείξαμε σε μερικούς πελάτες. Μερικούς μήνες μετά είχε μεγάλη επιτυχία, οπότε το βάλαμε στο μενού».
Σύμφωνα με τον Πανόπουλο εκείνη την εποχή οι πίτσες είχαν απλά μανιτάρια, μπέικον και πεπερόνι.
Η «κόντρα» του ανανά
Η προσθήκη του ανανά στην πίτσα έχει προκαλέσει αρκετές «κόντρες» ανάμεσα στους λάτρεις του παραδοσιακού ιταλικού φαγητού. Το ερώτημα για το αν ο ανανάς είναι επιθυμητός ή ακόμη και αν θα έπρεπε να επιτρέπεται στην πίτσα τέθηκε για άλλη μια φορά τον προηγούμενο Φεβρουάριο όταν ο πρόεδρος της Ισλανδίας είπε κατά την διάρκεια απαντήσεων που έδινε σε μαθητές ότι ήταν «αντίθετος».
Μια εβδομάδα αργότερα ο ίδιος έδωσε μια πιο πλήρη απάντηση μέσω του Facebook: «Μου αρέσει ο ανανάς. Απλά όχι στην πίτσα μου… Για την πίτσα προτείνω τα θαλασσινά», έγραψε.
Ακόμη και ο Καναδός πρωθυπουργός απάντησε σε μια ερώτηση για το… φλέγον ζήτημα στο Twitter.
«Έχω έναν ανανά. Έχω μια πίτσα. Και στηρίζω απόλυτα αυτή τη πεντανόστιμη δημιουργία του Νοτιοδυτικού Οντάριο», έγραψε ο Τζάστιν Τριντό.