Νέα σελίδα στη ζωή της έχει γυρίσει τον τελευταίο καιρό η πρώην σύζυγος του Βασίλη Μπισμπίκη, Κωνσταντίνα Μπεκιάρη.
Η πρώην σύζυγος του ηθοποιού, που δεν έχει καμία σχέση με τη δημοσιότητα και τη σόουμπιζ πλέον έχει αποκτήσει έναν πιο ενεργό ρόλο στα social media και πιο συγκεκριμένα στο Instagram.
Η ίδια μέσα από δημοσιεύσεις φαίνεται πως απολαμβάνει το χρόνο που περνά με το γιο της, ενώ πριν μερικούς μήνες αποκάλυψε πως παραιτήθηκε από τη δουλειά της για να ανοίξει τη δική της επιχείρηση.
«Πρωινό στο σπίτι μετά από δεκαετίες, παραιτήθηκα» είχε γράψει χαρακτηριστικά στην ανάρτησή της.
Κάνοντας μια αναδρομή σε παλιότερες συνεντεύξεις του Βασίλη Μπισμπίκη, ανακαλύψαμε πώς έγινε η γνωριμία του με την πρώην γυναίκα του.
Ο γνωστός ηθοποιός είχε δηλώσει πως τη γνώρισε σε ένα κλαμπ μέσω κοινής παρέας και ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος, καθώς γι’ αυτόν η εξωτερική της εμφάνιση έπαιξε καθοριστικό ρόλο.
Παράλληλα, ανέφερε πως μέσα από έναν καβγά αναπτύχθηκε η σχέση τους, χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το ειδύλλιό τους.
Μάλιστα, τόνισε πως η Κωνσταντίνα Μπεκιάρη δε ζήλευε τις ερωτικές σκηνές του με άλλες ηθοποιούς.
Βασίλης Μπισμπίκης: Ο γάμος με την Κωνσταντίνα Μπεκιάρη
Ο Βασίλης Μπισμπίκης και η Κωνσταντίνα Μπεκιάρη έμειναν μαζί για περίπου 15 χρόνια και έχουν αποκτήσει έναν γιο, ο οποίος αποτελεί και την απόλυτη προτεραιότητά τους.
«Ερωτεύτηκα, παντρεύτηκα και έχω χαλαρώσει πλέον. Βέβαια ο γάμος δεν αλλάζει τίποτα. Τα συναισθήματα είναι εκείνα που καθορίζουν τη σχέση. Το παιχνίδι, όμως, μετατοπίζει τις ευθύνες και τις προτεραιότητες. Με τράβηξε από την τρέλα της δουλειάς και με έκανε καλύτερο ως καλλιτέχνη», είχε δηλώσει για τη σύζυγό του ο Βασίλης Μπισμπίκης.
Πριν από ενάμιση χρόνο αποφάσισαν να τραβήξουν χωριστούς δρόμους, με τον ηθοποιό να έχει προχωρήσει στη ζωή του, έχοντας στο πλευρό του τη Δέσποινα Βανδή.
Βασίλης Μπισμπίκης: Το διαζύγιο από την Κωνσταντίνα Μπεκιάρη
Σύμφωνα με δημοσίευμα του περιοδικού «Ciao», μετά τη δημοσιοποίηση της σχέση του Βασίλη Μπισμπίκη με τη Δέσποινα Βανδή, η Κωνσταντίνα Μπεκιάρη αποφάσισε να καταθέσει αγωγή διαζυγίου και να λήξει και επίσημα τον γάμο τους. Φυσικά απόλυτη προτεραιότητα των δύο πρώην συζύγων είναι ο μονάκριβος γιος τους, Μιχάλης.
Ο γιος του ηθοποιού είναι περίπου 8,5 ετών και είχε μιλήσει στο παρελθόν για τη σχέση τους στην εκπομπή «Το Πρωινό» και στη Φαίη Σκορδά. «Έχω έναν γιο 7,5 χρονών. Είναι Δευτέρα δημοτικού. Δεν είμαι πολύ αυστηρός, του κάνω όλα τα χατίρια. Είναι πολύ ζωηρός. Ήμουν και εγώ και είμαι ακόμη. Μου αρέσει που είμαι ζωηρός. Αλλάζω από την ημέρα που έχει γεννηθεί ο γιος μου. Δεν μετανιώνω που ήμουν ζωηρός όταν ήμουν μικρός. Για τον γονιό είναι ένα άγχος. Η σύζυγός μου είναι πιο μαμά. Είναι ο άνθρωπος που μεγαλώνει το παιδί. Είναι πιο πολλές ώρες μαζί του η Κωνσταντίνα. Είναι και πιο αυστηρή», είχε δηλώσει ο Βασίλης Μπισμπίκης.
Καλεσμένος στην εκπομπή «Στούντιο 4» στην ΕΡΤ, που παρουσιάζουν η Νάνσυ Ζαμπέτογλου και ο Θανάσης Αναγνωστόπουλος, βρέθηκε ο ηθοποιός Βασίλης Μπισμπίκης.
Η παρουσία του εκεί είχε μια έκπληξη, καθώς ελάχιστοι θα περίμεναν ο ηθοποιός να κάνει την οποιαδήποτε ονομαστική αναφορά στη Δέσποινα Βανδή, από τη στιγμή που έχει δείξει ότι ενοχλείται όταν τον ρωτάνε για την προσωπική του ζωή.
Το ευχάριστο κλίμα στην εκπομπή έκανε τον ηθοποιό να νιώσει πολύ άνετα και να ανοίξει το κεφάλαιο «Δέσποινα». Όπως παραδέχτηκε, θεωρεί εμμονικό και χυδαίο τον τρόπο που τους προσεγγίζουν ρεπόρτερ και οι παπαράτσι, ενώ παράλληλα εξομολογήθηκε πως υπάρχει μια σχέση αγάπης με τη Δέσποινα Βανδή.
«Παρατηρώ ως φαινόμενο το γεγονός ότι τώρα τελευταία η προσωπική μου ζωή καπελώνει την επαγγελματική μου. Κάποιες φορές με εκνευρίζει όταν γίνεται εμμονικό ή χυδαίο. Μπόρα είναι θα περάσει. Όσες φορές θα βγούμε έξω, θα είμαι 100% φυσιολογικός όπως θα ήμουν αν δεν ήταν παπαράτσι. Δεν γίνεται να μη ζεις επειδή κάποιοι άνθρωποι έχουν αποφασίσει να σε κυνηγούν από πίσω με μια κάμερα. Δεν είμαι και άνθρωπος που κρύβομαι.
Αμηχανία έχω νιώσει κάποιες στιγμές, όταν πέφτουν πολλές κάμερες. Μια φορά έχει γίνει αυτό. Είναι πολύ ωραία αυτή η φάση της ζωής μου. Σε αυτή τη φάση της ζωής μου είμαι ευτυχισμένος. Κι εγώ παίρνω πολλή αγάπη από εκείνη. Είναι αμοιβαίο», είπε μεταξύ άλλων ο ηθοποιός.
Ο Βασίλης Μίχας βρέθηκε καλεσμένης της Ναταλίας Γερμανού, το μεσημέρι της Κυριακής, στο πλατό της εκπομπής «Καλύτερα δε γίνεται» στον Alpha. Μέσα σε όλα, μάλιστα, το νεαρό μοντέλο μίλησε για την καταγωγή του και την αμηχανία που νιώθει κάθε φορά που καλείται να απαντήσει για αυτήν.
Πιο συγκεκριμένα, ο Βασίλης Μίχας εξομολογήθηκε πως «από την πλευρά της μαμάς μου έχω Αλβανική καταγωγή. Η αλήθεια είναι πως, όταν με ρωτάνε για την καταγωγή μου, δεν ξέρω πως να απαντήσω. Γιατί θεωρώ ότι είμαστε σε μια εποχή που νομίζω ότι δεν έχει καμία σημασία. Καμία όμως σημασία. Κάποιες φορές δηλαδή θέλω να απαντήσω χιουμοριστικά, ας πούμε αλλά… εντάξει. Με απασχολεί γιατί μου κάνουν αυτή την ερώτηση, γιατί με ρωτάνε για την καταγωγή μου. Δεν ξέρω».
Δείτε το βίντεο:
«Εμένα μου έκανε εντύπωση, που είναι και ο λόγος που σε ρώτησα, γιατί διάβασα σε μια συνέντευξη σου ότι είπες: θαυμάζω πάρα πολύ τους Αλβανούς για την εργατικότητα τους» διευκρίνισε τότε η Ναταλία Γερμανού με τον καλεσμένο της να τοποθετείται ως εξής. «Ισχύει αυτό. Και όχι μόνο αλλά σκέφτομαι ότι, αν είχα καταγωγή από την Ελβετία ή την Γαλλία για παράδειγμα, δεν ξέρω αν θα γινόταν τόσο θέμα. Αυτό».
«Σε φάση του… ποιος νοιάζεται, παιδιά; Αυτό. Πιστεύω πολύ και στις ρίζες και στην παράδοση, δεν νιώθω ότι απλά με πετάξανε εδώ πέρα. Νιώθω ότι μου παραδίδουν μια σκυτάλη και εγώ θα πρέπει κάπως να κάνω ότι καλύτερο μπορώ για να την πάω λίγο πιο πέρα. Είναι κομμάτι μου αυτό αλλά έχω προβληματισμούς γιατί με ρωτάνε συνέχεια για την καταγωγή μου» συμπλήρωσε, εν συνεχεία, ο Βασίλης Μίχας στην ψυχαγωγική εκπομπή του Alpha.
Καλεσμένος στην εκπομπή «Night Out» ήταν το βράδυ της Πέμπτης ο Βασίλης Μίχας, ο οποίος μίλησε για την επαγγελματική ρου πορεία και την καταγωγή του στον Θεοχάρη Ιωάννιδη.
«Η μαμά μου είναι από την Αλβανία κι ο μπαμπάς μου Έλληνας. Έχω κληρονομήσει την εργατικότητα των Αλβανών και το θαυμάζω πάρα πολύ. Έχουν μια ταπεινότητα κι είναι ωραία κληρονομιά. Μιλώ τη γλώσσα» είπε ο Βασίλης Μίχας.
«Για την Ελλάδα την ελευθερία, την πνευματικότητα. Είναι ευλογημένο μέρος κι όσο διαβάζω και μαθαίνω, νιώθω όλο και πιο τυχερός γιατί έχω δει και βιώσει πολλά. Δεν είναι μόνο ο αθλητισμός. Παίζει ρόλο κι η περιοχή που μεγάλωσα και κάποια κουτάκια πρέπει να σπάνε» πρόσθεσε ο Βασίλης Μίχας.
Ο ηθοποιός, μεταξύ άλλων, απάντησε στα δημοσιεύματα που τον ήθελα να είναι ζευγάρι με την συμπρωταγωνίστριά του στη σειρά “Έρωτας με διαφορά”, Φαίη Ξυλά.
«Με τη Φαίη Ξυλά τα δημοσιεύματα μας ήθελαν ζευγάρι. Υπήρχε χημεία μεταξύ μας αλλά όχι κάτι παραπάνω. Η χημεία έμεινε στο γυαλί και είμαστε πολύ καλοί φίλοι. Τα δημοσιεύματα αυτά τα αντιμετωπίσαμε πολύ κουλ. Δεν έδωσα και πολύ σημασία. Τη δουλειά αυτή τη χάρηκα πάρα πολύ» είπε ο Βασίλης Μίχας.
Έπειτα, όταν ο Θεοχάρης Ιωαννίδης ρώτησε τον Βασίλη Μίχα αν θα σύναπτε σχέση με μία γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, εκείνος απάντησε: «Τα τελευταία 1-2 χρόνια, υπάρχει μια τάση προς τις μεγαλύτερες ηλικίες».
Ακόμη, για το πως είναι τώρα η προσωπική του ζωή, ο Βασίλης Μίχας είπε: «Είμαι πολύ καλά. Νιώθω ότι είμαι και εγώ καλύτερος και μπορώ να το μοιράζομαι. Είναι η προσωπική μου ζωή και την κρατάω προσωπική, Δε θα πω τίποτα άλλο γι΄αυτό τον άνθρωπο».
Ο Βασίλης Μίχας είναι αδιαμφισβήτητα ένας από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς του.
Η πρώτη του τηλεοπτική δουλειά ήταν η σειρά «Επιστροφή» μέσα από τη συχνότητα του ΑΝΤ1, που υποδύθηκε τον Παύλο Σταυρινό.
Φέτος, τον απολαμβάνουμε για ακόμα μία χρονιά στην επιτυχημένη σειρά του Mega, «Γη της Ελιάς».
Βασίλης Μίχας: Η μητέρα και η αδερφή του είναι η μεγάλη του αδυναμία
Ο ηθοποιός είχε βρεθεί στο παρελθόν καλεσμένος στο «Night Out» του Θεοχάρη Ιωαννίδη και είχε μιλήσει για την πορεία και την καταγωγή του.
Συγκεκριμένα, είχε εξηγήσει τι πιστεύει πως έχει «κληρονομήσει» από την Αλβανία, από όπου κατάγεται η μητέρα του και τι από την Ελλάδα, από όπου κατάγεται ο πατέρας του.
«Έχω κληρονομήσει την εργατικότητα των Αλβανών σαν λαό τον θαυμάζω πάρα πολύ. Έχουν μια ταπεινότητα στη δουλειά κι αυτό είναι ωραία κληρονομιά. Μιλώ τη γλώσσα», είχε πει χαρακτηριστικά.
Και στη συνέχεια, είχε συμπληρώσει: «Για την Ελλάδα την ελευθερία, την πνευματικότητα. Είναι ευλογημένο μέρος κι όσο διαβάζω και μαθαίνω, νιώθω όλο και πιο τυχερός γιατί έχω δει και βιώσει πολλά. Δεν είναι μόνο ο αθλητισμός. Παίζει ρόλο κι η περιοχή που μεγάλωσα και κάποια κουτάκια πρέπει να σπάνε».
Ο Βασίλης Μίχας έχει μεγάλη αδυναμία στις γυναίκες της ζωής του, οι οποίες είναι πάντα στο πλευρό του και τον στηρίζουν σε κάθε του βήμα, ενώ όπως θα δείτε στη συνέχεια, η ομορφιά είναι μάλλον κληρονομική στην οικογένεια, καθώς μητέρα και αδερφή είναι εξίσου εντυπωσιακές.
Βαθιά θλίψη στην κηδεία του Βασίλη Μαντζουράνη, ο οποίος το βράδυ του περασμένου Σαββάτου 16 Νοεμβρίου έχασε τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα που σημειώθηκε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, είπαν η οικογένειά του και οι φίλοι του.
Η κηδεία του 53χρονου Βασίλη Μαντζουράνη ο οποίος ήταν μέλος του συγκροτήματος «Δυτικές Συνοικίες», έγινε στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής, στην περιοχή της Μενεμένης σε κλίμα βαθιάς οδύνης για τον πρόωρο χαμό του.
Συντετριμμένα τα μέλη της οικογένειας του και τα δύο του παιδιά, που τη στιγμή του τροχαίου βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο.
Το νήμα της ζωής του Βασίλη Μαντζουράνη κόπηκε στη συμβολή των οδών Εγνατία και Λαγκαδά όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 53χρονος συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με άλλο αυτοκίνητο.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Στο αυτοκίνητο του Βασίλη Μαντζουράνη επέβαιναν πέντε παιδιά ηλικίας 16 ετών δυο εκ των οποίων ήταν δικά του.
Σύμφωνα με πληροφορίες ο 53χρονος μετέβη το βράδυ του Σαββάτου στο κέντρο της πόλης προκειμένου να πάρει τα δύο 16χρονα παιδιά του και τους τρεις ανήλικους φίλους τους για να τους επιστρέψει στα σπίτια τους μετά από διασκέδαση.
Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε ελαφρά και ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου.
Μόνος και ξεχασμένος, χωρίς κανέναν συνάδελφό του, παρουσία μόνο της οικογένειάς του, κηδεύτηκε το Σάββατο 18/6 ο γνωστός ηθοποιός, Βασίλης Μαλούχος.
Σύμφωνα με τον Νίκο Νικόλιζα στην Espresso, ο 88χρονος έφυγε ολομόναχος για το τελευταίο ταξίδι, καθώς φαίνεται πως δεν ήταν γραφτό να τον αποχαιρετήσουν άνθρωποι που συνεργάστηκαν μαζί του τα χρόνια της μεγάλης δόξας στο θέατρο και τον κινηματογράφο.
Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ, η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Χαλανδρίου, παρουσία της οικογένειας των αδελφών Γιάννη και Γιώργου Μαλούχου, που είχαν φροντίσει με τον καλύτερο τρόπο να πραγματοποιηθεί η τελευταία του επιθυμία: να ταφεί στην ιδιαίτερα πατρίδα του, τη Δημητσάνα.
Από το τελευταίο «αντίο» έλειπε η μονάκριβη κόρη του, Λία, η οποία δεν κατόρθωσε να έρθει από τη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ όπου ζει μόνιμα εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο, αυτό που ελάχιστοι γνωρίζουν είναι το θρίλερ που εξελισσόταν εδώ και περίπου δύο μήνες με τον ηθοποιό, ο οποίος βρισκόταν σε δημόσιο νοσοκομείο χωρίς τα μέλη της οικογένειάς να γνωρίζουν το παραμικρό.
Ο Βασίλης Μαλούχος χρειάστηκε πριν από δύο μήνες να νοσηλευτεί σε δημόσιο νοσοκομείο λόγω κορονοϊού. Τα μέλη της οικογένειάς του μάταια όλο αυτό το διάστημα προσπαθούσαν να έρθουν σε επαφή μαζί του, καθώς δεν γνώριζαν πώς θα τον βρουν. «Ψάξαμε παντού. Δεν κατορθώσαμε να τον εντοπίσουμε. Πέθανε ο άνθρωπός μας και το μάθαμε μέρες μετά, όταν μας ενημέρωσε το νοσοκομείο» εξομολογήθηκε συγγενικό του πρόσωπο στην εφημερίδα.
Ο δημοσιογράφος Βασίλης Λυριτζής γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1957, ωστόσο τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στην Αθήνα με τους γονείς του και τον αδελφό του Μάνο.
Της: Έπη Τρίμη
Σαν τελείωσε το σχολείο, μετακινήθηκε βορειότερα για σπουδές στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης στο τμήμα της Ιταλικής Φιλολογίας. Εκεί έκανε τα πρώτα του δημοσιογραφικά βήματα, παράλληλα με τη σημαντική πολιτική του δράση στην ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος του ΚΚΕ Εσωτερικού.
Η πορεία στη μάχιμη δημοσιογραφία
Ο Βασίλης Λυριτζής έκανε τη θητεία του στο Μανταμάδο της Μυτιλήνης και επιστρέφοντας στην Αθήνα ρίχτηκε στη «μάχιμη» δημοσιογραφία, στην εφημερίδα Αυγή και λίγο αργότερα το 1990 στο νεοσύστατο τότε ραδιοφωνικό σταθμό Flash 9,61.
Συντάκτης αρχικά, αρχισυντάκτης και παρουσιαστής αργότερα του βραδινού δελτίου, ενώ στην συνέχεια μαζί με τον Δημήτρη Οικονόμου αναλαμβάνει το πρωινό μαγκαζίνο του σταθμού. Ο κύκλος του Flash έκλεισε για τον Βασίλη Λυριτζή έχοντας στήσει ένα από τα πρώτα ενημερωτικά site στην Ελλάδα, το www.flash.gr.
Το 2002 το δίδυμο Λυριτζή – Οικονόμου, βγαίνει κάθε απόγευμα στον τηλεοπτικό αέρα «Εκτός Γραμμής» από τη συχνότητα της Δημόσιας Τηλεόρασης. Λίγους μήνες μετά κατεβαίνουν στο μετερίζι της πρωινής ενημέρωσης της ΕΡΤ με την εκπομπή «Πρώτη Γραμμή».
Το 2010 η εκπομπή μετακομίζει στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ μέχρι το καλοκαίρι του 2017 οπότε και το τηλεοπτικό δίδυμο της «Πρώτης Γραμμής» έριξε τίτλους τέλους, μένοντας όμως στη συνείδηση των τηλεθεατών, ως ένα από τα πιο πετυχημένα της ελληνικής τηλεόρασης. Ο Βασίλης Λυριτζής συνέχισε την πρωινή ενημέρωση από το ραδιόφωνο του Real Fm, ενώ έγραφε και στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, σχολιάζοντας την πολιτική επικαιρότητα πότε με το σκωπτικό του χιούμορ και πότε με τη σοβαρότητα που πάντα τον διέκρινε.
Η φιλία και η κουμπαριά με τον Οικονόμου
Μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας, ήταν σαν αδέλφια, ενώ είχαν επισφραγίσει τη φιλία τους και με κουμπαριά.
«Είναι σαν να έχασα τον αδερφό μου. Είναι ένα πάρα πολύ βαρύ πλήγμα για μένα, αυτό μόνο μπορώ να πω» είχε πει πέρυσι ο Δημήτρης Οικονόμου μέσα από το ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, όταν ανακοίνωσε την τραγική είδηση του θανάτου του.
Τον Ιούνιο του 2017 οι τηλεοπτικοί δρόμοι των Λυριτζή – Οικονόμου χώρισαν. Οι δυο φίλοι, κουμπάροι και συνεργάτες από τον αέρα της εκπομπής «Πρώτη γραμμή», στον ΣΚΑΪ συγκινημένοι αποχαιρέτισαν ο ένας τον άλλον.
«Είμαστε δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι που συμβιώσαμε τόσα χρόνια, με μεγάλη αγάπη και μεγάλο σεβασμό ο καθένας στον χαρακτήρα του άλλου και στις ιδιαιτερότητες» είχε πει τότε, μεταξύ άλλων, ο Δημήτρης Οικονόμου.
«Οι κύκλοι ανοίγουν για να κλείνουν και στη ζωή και στην επαγγελματική δραστηριότητα» είχε πει από την πλευρά του ο Βασίλης Λυριτζής.
Τότε, είχαν ακουστεί διάφορα σενάρια, αλλά ο Λυριτζής είχε ξεκαθαρίσει σε τηλεοπτική του συνέντευξη πως με το τηλεοπτικό του έτερο ήμισυ, χώρισαν όχι γιατί διαφωνούσαν μεταξύ τους, αλλά με το κανάλι.
Προσωπική ζωή
Ο Βασίλης Λυριτζής με τη σύζυγό του Ελένη Αντωνιάδη απέκτησαν δυο παιδιά, τη Μαριλένα και τον Δημήτρη. Η οικογένειά του ήταν η πρώτη και μεγάλη αγάπη του. Σε συνέντευξή του, με αφοπλιστική ειλικρίνεια είχε παραδεχτεί πως ως πατέρα θα χαρακτήριζε τον εαυτό του «ελλιπή», αφού θα ήθελε να είχε περισσότερο χρόνο για να τον περνούσε με τα παιδιά του.
Η διάγνωση του όγκου στον εγκέφαλο
Ήταν τέλη Νοεμβρίου του 2018, όταν ο Βασίλης Λυριτζής διαγνώστηκε με καρκίνο. Όπως είχε αποκαλύψει ο συνεργάτης του στο ραδιόφωνο Δημήτρης Καμπουράκης, ο Βασίλης Λυριτζής, ένιωσε ένα πρωί έντονο πονοκέφαλο και δυσκολία στην ομιλία. Όλοι τότε πίστεψαν ότι πέρασε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά από τις πρώτες εξετάσεις οι γιατροί εντόπισαν όγκο στον εγκέφαλο.
Ο δημοσιογράφος, αφότου πέρασαν τα δύσκολα συμπτώματα που είχε, επέλεξε να επιστρέψει στην δουλειά του. Όμως, η κατάστασή του από εκείνη τη στιγμή και μετά επιδεινώθηκε ραγδαία, ενώ στις εξετάσεις που ακολούθησαν βρέθηκαν ακόμα τρία ογκίδια.
Ο Βασίλης Λυριτζής πάλεψε με γενναιότητα την ασθένεια. Αλλά η μορφή του καρκίνου, δεν του άφηνε πολλά περιθώρια. Ο ίδιος το γνώριζε. Συνέχιζε να κάνει εκπομπή στο ραδιόφωνο και αποχώρησε αξιοπρεπώς, όταν σχεδόν είχε αλλοιωθεί η φωνή του. Αλλά συνέχισε να δουλεύει, σχεδόν μέχρι την τελευταία στιγμή – στις 6 Μαρτίου 2019 είχε γράψει το τελευταίο του άρθρο στο ΕΘΝΟΣ με τίτλο: «Οι αγορές που όλοι αγαπήσαμε» – αφού η δημοσιογραφία ήταν η δεύτερη μεγάλη αγάπη του. Η πρώτη ήταν η οικογένειά του: η γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά.
Η τελευταία επιθυμία
Ο Βασίλης πέθανε στις 05.10 το πρωί της Τρίτης, (σ.σ. 2019) στο δωμάτιο 2662, στον έκτο όροφο του Άγιου Σάββα. Πέθανε ακριβώς την ώρα που, για χρόνια, έβαζε το ξυπνητήρι του για να πάει στη δουλειά, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση. Εκείνη την ώρα διάλεξε για να βυθιστεί στον αιώνιο ύπνο ένας άνθρωπος που δεν διέθετε πάνω από τέσσερις-πέντε ώρες τη μέρα στη συνάντησή του με τον Μορφέα.
Όσοι γνώρισαν από κοντά τον Βασίλη Λυριτζή έχουν να λένε για την ανθρωπιά του. Και η πλευρά του αυτή, η ανθρώπινη φάνηκε και στην τελευταία του επιθυμία, αφού αντί στεφάνων, η οικογένειά του έκανε παράκληση να ενισχυθεί ο Σύλλογος Γονιών Παιδιών με Καρκίνο «Φλόγα».
Το άρθρο του Κώστα Γιαννακίδη για το μεγάλο ταξίδι του Βασίλη Λυριτζή
Ένας άλλος κουμπάρος του από το χώρο, ο Κώστας Γιαννακίδης, τον αποχαιρέτησε με ένα άρθρο του στο protagon:
«Το βράδυ που πέθανε ο Βασίλης
Ένα παλαιό γνωμικό του επαγγέλματος λέει ότι στην κηδεία του καλού δημοσιογράφου δεν έχει κόσμο. Αν ο δημοσιογράφος κάνει σωστά τη δουλειά του, θα φύγει χωρίς φίλους να του ρίξουν λίγο χώμα, πριν σκουπίσουν τα δάκρυα από τα μάγουλά τους.
«Στην κηδεία του Βασίλη Λυριτζή δεν θα είναι έτσι. Θα έχει κόσμο. Θα έρθουν πολιτικοί, κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς, για να πουν δυο λόγια. Θα μιλήσουν άνθρωποι από το συνδικάτο μας. Ενδεχομένως και κάποιοι φίλοι. Μετά θα πορευτούμε ακολουθώντας τον αγαπημένο μας νεκρό προς την τελευταία του κατοικία. Και τότε, καθώς οι εργάτες του Δήμου θα τον παραδίδουν στη γη, μαζί με τα λουλούδια και τους λυγμούς μας, όλοι εμείς που χάσαμε έναν δικό μας άνθρωπο θα αποδεχθούμε με οδύνη το τετελεσμένο.
Ο Βασίλης πέθανε στις 05.10 το πρωί της Τρίτης, στο δωμάτιο 2662, στον έκτο όροφο του Άγιου Σάββα. Πέθανε ακριβώς την ώρα που, για χρόνια, έβαζε το ξυπνητήρι του για να πάει στη δουλειά, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση. Εκείνη την ώρα διάλεξε για να βυθιστεί στον αιώνιο ύπνο ένας άνθρωπος που δεν διέθετε πάνω από τέσσερις-πέντε ώρες τη μέρα στη συνάντησή του με τον Μορφέα. Θα μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις και φαινόμενο, ειδικά τις βραδιές που είχε μπάλα.
Στάθηκε γενναία απέναντι στον θάνατο. Το εννοώ, δεν είναι προσχηματικό. Το δέχθηκε και το διαχειρίστηκε με πραότητα. Με ένα σήκωμα των ώμων. Και εμείς γύρω του να βιώνουμε το αδιανόητο.
Ένας εύσωμος, φαλακρός νοσοκόμος της βραδινής βάρδιας ήρθε και πήρε τη σορό από το δωμάτιο. «Ζωή σε λόγου σας» ευχήθηκε. Δεν του απάντησε κανείς. Οικογένεια και φίλοι αρχίσαμε να μαζεύουμε το μικρό νοικοκυριό που στήθηκε τις τελευταίες εβδομάδες εκεί μέσα. Και μετά, λες και φεύγαμε εμείς ταξίδι και όχι ο Βασίλης, τραβώντας βαλίτσες, κρατώντας τσάντες στην αγκαλιά, κατεβήκαμε στο κυλικείο. Γύρισα δεξιά, κοίταξα μία τηλεοπτική οθόνη, είδα τον Οικονόμου να αναγγέλλει την είδηση. Κάποιος άλλαξε κανάλι. Και ο Παπαδάκης για τον Βασίλη έλεγε. Και εκεί, με τους αγκώνες επάνω σε ένα βρώμικο τραπέζι, ποτισμένο με καφέ και πασπαλισμένο με στάχτη, έβαλα τα κλάματα.
Δεν είναι μόνο που θα μου λείψει ο κουμπάρος μου. Είναι τα χρόνια και οι αναμνήσεις που, από τη μία στιγμή στην άλλη, έγιναν καντηλάκι σε ένα από τα πολλά μνήματα που χτίζουμε μέσα μας όσο μεγαλώνουμε. Ναι, φυσικά, από τον Βασίλη θα μου λείψει η καλοσύνη, η αισιοδοξία και η συναισθηματική του γενναιοδωρία. Περισσότερο, όμως, θα μου λείψει ο Βασίλης ως ένας φάρος ρεαλισμού, κοινής λογικής και ηθικού προσδιορισμού. Ο Λυριτζής λειτουργούσε ως μπούσουλας για τους ανθρώπους γύρω του. Και είχε ένα πολύ σπάνιο χαρακτηριστικό: κατάφερνε να συνδυάζει τις, δεδηλωμένες άλλωστε, πολιτικές του αρχές με τον ρεαλισμό, τη λογική και την ευρύτητα στη ματιά. Αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με την εντιμότητα και τη βαθιά του καλλιέργεια, συνέβαλαν στην καθολική αποδοχή της προσωπικότητας και του δημοσιογραφικού έργου που παρήγαγε. Δεν ήταν, απλώς, ένας καλός δημοσιογράφος. Ήταν ο ορισμός, η περιγραφή του καλού δημοσιογράφου. Και ένας αληθινά προοδευτικός άνθρωπος.
Δεν έχω αποφασίσει αν θα διαγράψω το όνομά του από τις επαφές του κινητού μου. Ο ίδιος θα μου έλεγε ότι δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. «Υπάρχει περίπτωση να στείλεις SMS σε νεκρό ή να σε πάρει τηλέφωνο;» θα ρωτούσε. Κοίτα, όμως, Βασίλη που αυτό σε αφορά. Περισσότερο από όσο μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε».
Θεωρήσαμε πως έπαθε εγκεφαλικό
«Ο Βασίλης αρρώστησε στο τέλος του χρόνου. Τέλος Νοέμβρη, ένα πρωί, ενώ ήταν να πάμε στην εκπομπή, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πάω στον Ευαγγελισμό γιατί δεν μπορώ να μιλήσω. Έκανε εξετάσεις και πήγε κατευθείαν σπίτι του. Θεωρήσαμε ότι είχε πάθει κάποιο μικρό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο επηρέασε την ομιλία του. Έμεινε 20 μέρες εκτός και γύρισε στον σταθμό και κάναμε κανονικά την εκπομπή», είχε πει ο Δημήτρης Καμπουράκης, σε τηλεοπτική εκπομπή του ΣΚΑΪ.
Η κηδεία
Σε κλίμα συγκίνησης όπως θα δείτε τελέστηκε από το Α’ νεκροταφείο η πολιτική κηδεία του γνωστού δημοσιογράφου. Ένα θα πω λείπεις!
Όταν βρισκόταν στη σκηνή αρκούσε ένα βλέμμα, μια αδιόρατη σχεδόν γκριμάτσα για να κάνει το κοινό να ξεσπάσει στα γέλια και τον αποθεώσει.
Αυτός ήταν ο Βασίλης Λογοθετίδης. Ο αξέχαστος ηθοποιός που ερμήνευσε εκατοντάδες ρόλους του διεθνούς και ελληνικού ρεπερτορίου και άφησε το στίγμα του σε μια ντουζίνα, κυριολεκτικά, ταινίες. Και μπορεί να πέθανε μόνος, είχε όμως όλους τους Έλληνες κοντά του στην τελευταία του διαδρομή, όταν 50.000 άνθρωποι έσπευσαν να του πουν «αντίο».
Η ανεπιτήδευτη ερμηνεία του τον έκανε να ξεχωρίζει και ήταν αυτή που τον μετέτρεψε σε έναν από τους πλέον αγαπημένους κωμικούς του θεάτρου και του κινηματογράφου που πέρασαν ποτέ από το ελληνικό στερέωμα. Χαμηλών τόνων άνθρωπος, ένας σεμνός αγωνιστής του πολιτισμού, δεν επιζητούσε ποτέ τη δημοσιότητα και την πρόκληση.
Ο Βασίλης Ταυλαρίδης γεννήθηκε στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης το 1898 και το 1915 αποφοίτησε από το Ζωγράφειο Γυμνάσιο της Κωνσταντινούπολης. Το 1918 ήρθε στην Αθήνα και την επόμενη χρονιά εντάχθηκε στο δυναμικό του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του εμφανίστηκε μόνο σε 12 κινηματογραφικές ταινίες, αλλά άφησε εποχή με τις θεατρικές του ερμηνείες. Απανωτοί κωμικοί ρόλοι, εκατοντάδες κυριολεκτικά σε αριθμούς, τόσο στο κλασικό όσο και το ελληνικό ρεπερτόριο, ο Λογοθετίδης ερμηνεύει με την ίδια επιτυχία τα πάντα. Έγραψε θεατρική ιστορία με τα «Ένας βλάκας και μισός», «Προς θεού μεταξύ μας» και «Φαταούλας» του Ψαθά, «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Δεσποινίς ετών 39», «Ένας ήρωας με παντούφλες», «Οι δικοί μας άνθρωποι», «Ένα βότσαλο στην λίμνη» αλλά και τη «Γυνή να φοβάται τον Άνδρα» του Τζαβέλλα. Στη διάρκεια της λαμπρής και πλούσιας σε επιτυχίες θεατρικής σταδιοδρομίας του έπαιξε σε περισσότερα από 200 ξένα θεατρικά έργα μεταξύ των οποίων στο «Αρσενικό και παλιά δαντέλλα» του Κέσερλινγκ, στο «Έξυπνοι και κουτοί» του Γκάρσον Κάνιν, στην κωμωδία του Σαίξπηρ «Όπως σας αρέσει» και πολλά ακόμη.
Ο Βασίλης Λογοθετίδης ήταν και από τους πρώτους ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου, όπου πρωτοεμφανίζεται το 1933, σε ταινίες που σχεδόν σε όλες πρωταγωνιστεί όπως «Μαντάμ Σουσού», «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Ένα βότσαλο στη λίμνη», «Σάντα Τσικίτα», «Δεσποινίς ετών 39», «Ούτε γάτα ούτε ζημιά», «Η κάλπικη λίρα», «Ο ζηλιαρόγατος», «Δελησταύρου και υιός» και το κλασικό «Ένας ήρως με παντούφλες».
Ο κόσμος τον αγαπούσε ιδιαίτερα επειδή, όπως έγραψε ο σημαντικότατος συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ποιητής, κριτικός και εκπαιδευτικός Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, «υπήρξε ο άνθρωπος του λαού, που ένιωσε τον λαό και που έπαιξε για τον λαό». Στην προσωπική του ζωή όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Ήταν κλειστός, μοναχικός. Συνήθιζε να περνά τις ώρες εκτός θεάτρου μόνος στο σπίτι του στο Παλαιό Φάληρο, γι’ αυτό και αντιτάχθηκε τόσο σθεναρά στην καθιέρωση της θεατρικής αργίας τη Δευτέρα, γιατί πλέον δεν είχε τι να κάνει αυτή τη μέρα!
Η Ίλυα Λυβικού παρέμεινε η βασική συνεργάτης και ο μεγάλος έρωτας της ζωής του ως τον θάνατο του σπουδαίου ηθοποιού. Ο Βασίλης Λογοθετίδης δεν ήθελε γάμους και παιδιά. Έμενε μόνος του στο Παλιό Φάληρο. Τα δύο του αδέλφια ζούσαν μακριά. Απέφευγε τις κοσμικές εμφανίσεις και είχε αφιερώσει σώμα και ψυχή στο θέατρο. Οι γείτονες του τον θυμούνται να τρώει καθημερινά μόνος, σε ένα εστιατόριο της γειτονιάς του.
Σε άλλο κείμενό του, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος είχε γράψει για το Λογοθετίδη: «Η ώρα της πικρής μοναξιάς κάνει πιο ανθρώπινη την άλλη ώρα, εκείνη του γέλιου». Μοναδική παρουσία στο σπίτι του ήταν η γυναίκα που έκανε τις οικιακές δουλειές. Ήταν εκείνη που τον βρήκε νεκρό την 20ή Φεβρουαρίου του 1960.
Ο ξαφνικός θάνατος του ηθοποιού και το λαϊκό προσκύνημα στην κηδεία του
Τον τελευταίο καιρό ο Βασίλης Λογοθετίδης είχε αρχίσει να εκμυστηρεύεται σε στενούς φίλους τον τρόπο που θα ήθελε να φύγει από τη ζωή: «Θα ήθελα να πεθάνω στο θέατρο», τους έλεγε. Πού αλλού; Το 1957 είχε πάθει έμφραγμα. Οι γιατροί του είπαν να μη πίνει και να μη καπνίζει. Τα μείωσε και τα δυο. Του είπαν να μη παίζει θέατρο. Αυτό ήταν αδύνατον! Συνέχιζε κανονικά τις θεατρικές του εμφανίσεις.
Το απόγευμα της 20ης Φεβρουαρίου, ο Λογοθετίδης ετοιμαζόταν να πάει στο θέατρο, όπου πρωταγωνιστούσε στην παράσταση «Ο τελευταίος τίμιος». Την ώρα που ξυριζόταν στο σπίτι του, έπαθε καρδιακή προσβολή. Η οικιακή βοηθός τον βρήκε νεκρό. «Έφυγε» λίγο πριν πάει στο θέατρο.
Η είδηση του θανάτου του βύθισε στο πένθος όχι μόνο τους ανθρώπους του θεάτρου, αλλά και χιλιάδες κόσμου, που όχι μόνο θαύμαζε τον ηθοποιό αλλά τον αγαπούσε. Ύστερα από εντολή του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη. Στο «τελευταίο του ταξίδι» συνόδευσαν τον ηθοποιό 50.000 άτομα! Η κηδεία του μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα.
Εκατοντάδες στεφάνια κατατέθηκαν στη μνήμη του από πολιτικούς, συναδέλφους και φίλους. Το πλήθος, που είχε γνωρίσει τον ηθοποιό μέσα από τους ρόλους του, χειροκροτούσε με δάκρυα στα μάτια και οι εφημερίδες της εποχής μιλούσαν για μία «δυσαναπλήρωτη απώλεια». Και επειδή δεν είχε κανέναν στον κόσμο για να δεχτεί συλλυπητήρια μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία, ο κόσμος πλησίαζε τους άλλους ηθοποιός που δέχονταν τα συλλυπητήριά τους. Όλοι πενθούσαν… είχαν χάσει έναν δικό τους άνθρωπο.
Ο Βασίλης Λογοθετίδης πέθανε μόνος, αλλά η τελευταία του διαδρομή έγινε όπως ακριβώς άξιζε. Με το χειροκρότημα του κοινού…
Για την περιπέτεια της υγείας του και το διάστημα που χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο Μονάδα Εντατικής Θεραπείας μίλησε ο Βασίλης Λεβέντης στην εφημερίδα Secret και τη δημοσιογράφο Σάσα Σταμάτη.
Ο Βασίλης Λεβέντης ανέφερε πως για τρεις μήνες ήταν σαν πεθαμένος αφού δεν είχε τις αισθήσεις του περιγράφοντας όσα πέρναγαν από το μυαλό του ενώ αποκάλυψε πως από την περιπέτεια αυτή είχε απώλεια 60 κιλών.
Πώς είναι η υγεία σας;
Τώρα είµαι καλά. Έχω κάτι κινητικά προβλήµατα ακόµα. Η ισορροπία µου µερικές φορές κλονίζεται. Έχω χάσει βάρος. Είχα χάσει αρχικά 60 κιλά. Τώρα έχω ξαναπάρει 30 και είµαι γύρω στα 86. Αλλά χρειάζοµαι φυσικοθεραπεία, ώστε να ενισχυθούν τα πόδια στο βάδισµα.
Τι ακριβώς συνέβη;
Ήµουν στην εντατική τρεις µήνες. Μπήκα από τον κορονοϊό και µετά για τρεις µήνες δεν αισθανόµουν τίποτα. Είχα χάσει τις αισθήσεις µου. Ήµουν σαν πεθαµένος.
Θυµάστε κάτι από την εντατική;
Θυµάµαι µόνο εφιάλτες, αισθανόµουν ότι µε έδεναν, ότι ήµουν φυλακή. Ακόµα και την κηδεία µου είχα δει. Αυτά όλα συνέβαιναν ενώ δεν είχα αισθήσεις, στον ύπνο µου.
Όταν ξυπνήσατε;
Είδα πάνω µου σωληνάκια και κατάλαβα ότι ήµουν άρρωστος, ενώ διαπίστωσα ότι είχε γίνει και εγχείρηση καρδιάς, όπου µου τοποθέτησαν βηµατοδότη.
Φοβηθήκατε για τη ζωή σας;
Όταν ξύπνησα, συγκέντρωσα δυνάµεις και είπα «από εµένα εξαρτάται να γίνω καλά». Έκανα και την προσευχή µου και είπα «Θεέ µου, ό,τι εσύ θέλεις».
Νοσηλευτήκατε στον «Ευαγγελισµό». Θέλετε να ευχαριστήσετε κάποιον γιατρό;
Όλο το προσωπικό το ευχαριστώ πολύ, αλλά ιδιαίτερα τη γενική διευθύντρια, την κ. Κοτανίδου, τη θεωρώ σπουδαία καθηγήτρια και «ναυαγοσώστρια».
Αληθεύει ότι κολλήσατε ξανά κορονοϊό πριν από δύο µήνες;
Ναι, βεβαίως, µόνο που αυτήν τη φορά πέρασε σχετικά εύκολα, µε έναν πυρετό δύο-τριών ηµερών.