Μια ανάρτηση έκανε πρόσφατα στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook ο 89χρονος σήμερα ηθοποιός Γιάννης Ευαγγελίδης ο οποίος μεσουράνησε τη δεκαετία του 1990 με τους ρόλους του στις σειρές Λάμψη και Καλημέρα Ζωή.
Ο ηθοποιός ανέβασε φωτογραφία του και στη λεζάντα έγραψε: Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2025 ΤΥΨΕΙΣ! Τσιγγάνα πού είσαι να προβάλεις στο κατώφλι στο φτωχικό μου μέσα να περνούσες, στο πάτωμα να ρίξεις τα χαρτιά…Και η κάρδια να σπάσει σαν το τσόφλι, καθώς τα λάθη μου θα απαριθμούσες, τα λάθη τις ζωή μου τα πολλά…Μα όταν θα δεις του έρωτα τα λάθη που έχουν κρυφτεί στα βάθη της ψυχής μη βγάλεις λέξη…Γιατί η καδιά μου κρέμεται πιά σε μια κλωστή και δεν θα αντέξει…
Ποιος είναι ο Γιάννης Ευαγγελίδης;
Γεννήθηκε το 1936. Ξεκίνησε την πορεία του ως ηθοποιός το καλοκαίρι του 1964 στο Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: Ιούλιος Καίσαρ). Οι πρώτες του συμμετοχές στην τηλεόραση ήταν στις σειρές Παράξενος ταξιδιώτης, Στησιχόρου ’73, Μαρίνα Αυγέρη και Οι δίκαιοι. Ακολούθησαν οι συμμετοχές στις σειρές Ένοχοι, Μεθοριακός σταθμός, Ο δρόμος και Λούνα Παρκ. Στον κινηματογράφο έπαιξε στις ταινίες Ερωτική συμφωνία το 1972 και Γυναίκες στα όπλα το 1979.
Από το 1994 μέχρι το 2003 είχε τον ρόλο του αρχηγού της Αστυνομίας αντιστράτηγου Γιάννη Χρυσολωρά στην καθημερινή σειρά του Νίκου Φώσκολου Καλημέρα ζωή στον ANT1.
Στην ιδιωτική τηλεόραση έχει εμφανιστεί στις σειρές Παράξενος ταξιδιώτης ,Στησιχόρου ’73 ,Μαρίνα Αυγέρη, Οι δίκαιοι, Ένοχοι, Μεθοριακός σταθμός, Υποψίες, Ο δρόμος, Λούνα Παρκ , Τρεις και ο… κούκος! , Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα , Οι κουτσομπόλες, Οικογένεια Καζινο , Το κλειδί, Το τίμημα ,Τα στραβά κι ανάποδα ,Η Καλή Πεθερά ,Καλημέρα Ζωή ,Εμείς κι Εμείς, Ελλάς το μεγαλείο σου, Μαρία η άσχημη , Χαρά Αγνοείται , Η Πολυκατοικία.
Προσωπική Ζωή
Υπήρξε παντρεμένος για δέκα χρόνια με την επίσης ηθοποιό Βίλμα Τσακίρη. Κόρη τους είναι η ηθοποιός Καλλιόπη Ευαγγελίδου (1973) και ο μουσικός Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης (1977)
Τη θλίψη σκόρπισε στον αθλητικό και τηλεοπτικό κόσμο η είδηση ότι ο Γιάννης Διακογιάννης έφυγε από τη ζωή στα 91 του χρόνια.
Ο ίδιος αποτέλεσε έναν εκ των κορυφαίων στον χώρο της αθλητικής δημοσιογραφίας, με ευρύ φάσμα γνώσεων στον κλασικό αθλητισμό και στο ποδόσφαιρο, ενώ ξεχώριζε για τις περιγραφές του.
Ο Γιάννης Διακογιάννης γεννήθηκε στη Αθήνα όπου και ασχολήθηκε με τον αθλητισμό από την εφηβική ηλικία, με ιδιαίτερη αδυναμία στον στίβο.
Σπούδασε μουσική στη Γαλλία, όμως τελικά τον κέρδισε η δημοσιογραφία. Κάλυψε με ανταποκρίσεις του πάρα πολλές κορυφαίες διοργανώσεις, μεταξύ των οποίων Παγκόσμια Κύπελλα ποδοσφαίρου (ξεκινώντας από αυτό του 1954 στην Ελβετία και τερματίζοντας με αυτό του 1998 στη Γαλλία), διεθνείς αγώνες και παγκόσμια πρωταθλήματα στίβου, τελικούς αγώνες διασυλλογικών ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών διοργανώσεων (όπως του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1971 μεταξύ Άγιαξ και Παναθηναϊκού). Το 2004 υπήρξε σχολιαστής στους αγώνες της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου ανδρών στο Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου όταν και το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα κατέκτησε το τρόπαιο.
Από το Σεπτέμβριο του 1966 έως το 1983 ήταν ο βασικός παρουσιαστής της εβδομαδιαίας αθλητικής τηλεοπτικής εκπομπής «Αθλητική Κυριακή» (αρχικά «Αθλητικά Νέα»), ενώ το Σεπτέμβριο του 1969 είχε παρουσιάσει το 9ο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού, που διεξήχθη στο Στάδιο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» και αποτέλεσε την πρώτη μετάδοση αγώνων στίβου από ελληνικό τηλεοπτικό συνεργείο.
Εργάστηκε επίσης σε ιδιωτικό κέντρο αθλητικού ρεπορτάζ, ως καθηγητής δημοσιογραφίας. Από τα έργα του ξεχωρίζουν το τετράτομο «100 Χρόνια Ποδόσφαιρο» (Μίλητος, 2006), το «60 Χρόνια Μουντιάλ» (Λιβάνης, 1990), το «Οι Μεγάλες Μορφές του Αθλητισμού» (Κάκτος, 1979) κ.α. Ήταν, ακόμη, παραγωγός μουσικών ραδιοφωνικών εκπομπών.
«Αθλητική Κυριακή»
Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς παρουσίασε και την πρώτη αθλητική εκπομπή στην Ελλάδα, η οποία μετά από λίγο καιρό μεταφέρθηκε από τη Δευτέρα, στο πρόγραμμα της Κυριακής και πήρε το όνομα “Αθλητική Κυριακή”.
Σήμερα αποτελεί την πλέον ιστορική αθλητική εκπομπή της χώρας, αλλά ο Γιάννης Διακογιάννης ήταν αυτός που την έβαλε στα σπίτια όλων των Ελλήνων, παρουσιάζοντάς τη για σχεδόν 20 χρόνια και μέχρι το 1983. Στο πλευρό του όλα αυτά τα χρόνια, βρέθηκαν πολλοί ακόμη γνωστοί αθλητικοί δημοσιογράφοι, όπως οι Βαγγέλης Φουντουκίδης, Φίλιππος Συρίγος, Σταύρος Τσώχος, Μανώλης Μαυρομμάτης, Δημήτρης Κωνσταντάρας, Νίκος Κατσαρός, Γιάννης Μαμουζέλος, Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, Χάρης Αλευρόπουλος, Κώστας Καπάνταης και Χρήστος Σωτηρακόπουλος.
Ο Γιάννης Διακογιάννης μέσα από τα μάτια της κόρης του, Ρίκας Βαγιάνη
Ο Γιάννης Διακογιάννης, όπως είχε γίνει γνωστό, είχε υιοθετήσει τη Ρίκα Βαγιάννη, με την οποία είχαν μία τέλεια σχέση πατέρα και κόρης.
Το 2012 η αείμνηστη Ρίκα Βαγιάννη έγραψε ένα συγκινητικό κείμενο για τον θετό πατέρα της. Τότε δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα protagon.gr.
«Μούχει σπάσει τα νεύρα», μουρμούραγε η μάνα μου στις φιλενάδες της τα ολυμπιακά καλοκαίρια.
Κρυφάκουγα.
«Ότι τι, δηλαδή;”
«Ποτέ, μα ποτέ, δεν είναι εδώ. Δεν έχω άντρα εγώ!».
«Μα λείπει για τους Αγώνες! Είναι αυτός λόγος διαζυγίου;»
Ποτέ δεν ήταν “εδώ” τέτοια εποχή, Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο σπίτι μας είχαν πάντα τον τίτλο της ίδιας ταινίας: «Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές» -και να σκεφτείτε πώς η ταινία δεν είχε καν γυριστεί.
Αν δεν είχαμε Ολυμπιακούς, είχαμε Μουντιάλ. Κι αν δεν είχαμε Μουντιάλ είχαμε Παγκόσμιο Στίβου, κι αν δεν είχαμε Παγκόσμιο Στίβου, είχαμε Τελικούς Κυπέλλου, Πρωταθλητριών, ή Κυπελλούχων ή Ουέφες, ή Πανευρωπαϊκό, και πάει λέγοντας.
“Μεγαλώσαμε μαζί του», μου λένε όλοι, σαν συνενοημένοι. «Μεγαλώσαμε με τη φωνή του».
Έλειπε διαρκώς από το σπίτι
Κι εγώ με τη φωνή του μεγάλωσα. Ποτέ δεν ήταν σπίτι. Κι όταν ήταν, πάλι δεν ήταν. Αν δεν είχε ταξίδια, είχε εφημερίδα, κι αν δεν είχε εφημερίδα, είχε εκπομπή, η «Αθλητική Κυριακή» και ο «Κόσμος της Μπάλας». Κι αν δεν είχε εκπομπή, είχε γήπεδο, ή σύσκεψη και δεν ξέρω κι εγώ ποια άλλη ζουρλαμάρα.
Δεν κατάφερε να με κάνει να αγαπήσω το γήπεδο. Θυμάμαι το δέος του μπροστά στον Πελέ και τον Κρόιφ. Ο μεγάλος αθλητής του έφερνε ρίγη, σε όποιο αγώνισμα κι αν κατέβαινε.
Στο γήπεδο, πάντως, αρχίσαμε άσχημα. Με πήρε κάνα δυό φορές μαζί του, εγώ, αντί για φάσεις και τεχνικές ξεσήκωσα ό,τι μπινελίκι και γαμοσταβρίδι εκσφενδονιζόταν στη Λεωφόρο. Μισή μερίδα παιδί. Ένα κυριακάτικο απόγευμα ρώτησα τη μαμά μου αν χωράει στον πωπό του διαιτητή μια ολόκληρη ποδοσφαιρική μπάλα. Και αλήθεια βοηθάει να βάλεις βαζελίνη για να περάσει από τη σούφρα του και επίσης, τι ακριβώς είναι η σούφρα, μαμά;
Κάπως έτσι κόπηκαν τα σούρτα-φέρτα στα ματς. Μαχαίρι
Την έκανε να αγαπήσει τον στίβο
Κατάφερε όμως να με κάνει να αγαπήσω το στίβο. Ο στίβος ήταν άλλο πράμα-εκκλησία. Η μαμά με άφηνε να πηγαίνω μαζί του όσο ήθελα. Στο στίβο, κανείς δεν ήθελε να βάλει τίποτα στον πωπό κανενός, με βαζελίνη ή χωρίς. Ή, τουλάχιστον, δεν το ξεφώνιζε. Ο στίβος ήταν Αγώνες. Άμιλλα. Κάτι σαν έντονη πνευματική εμπειρία στην οποία συμμετείχαν σε κρεσέντο όλες οι αισθήσεις αν το έβλεπε κανείς, τουλάχιστον, από τη δική του ματιά.
«Και πάμε στο ύψος: Εδώ οι αθλητές προετοιμάζονται για το άλμα» ανακοίνωνε ψιθυριστά στη μετάδοση, σαν να προέτρεπε το κοινό να μην ταράξει την ηρεμία του άλτη. Έδινε σήμα στον ηχολήπτη ότι ετοιμάζεται να «κόψει» μικρόφωνο. Κι άρχιζε τα πριβέ: Στριμωχτή εγώ, μισό παιδί, πολύ αδύνατο, στην καμπίνα δίπλα του. Κάπνιζε αμέτρητρα Gitanes στον κλειστό θαλαμίσκο. Στην Αμερική του σήμερα, θα τον είχαν πάει μέσα για έκθεση ανηλίκου σε θανατηφόρο παθητικό κάπνισμα. Δεν ήθελε να πάει Ατλάντα: Δεν γούσταρε. Εβλεπε μέσα από τον αθλητισμό να έρχονται σκοτεινές εποχές, έβλεπε πράγματα που οι άλλοι δεν διακρίναμε, ήταν φάσεις μπροστά, κουσούρι της δουλειάς, να προβλέπει.
Χρόνια πριν, εγώ μισή μερίδα παιδί: Στα τρία μέτρα μπροστά μας, ο Βζόλα, ετοιμαζεται να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ, μετά την απόσπαση του Πανευρωπαϊκού χρυσού Nέων στο ύψος. Ή κάτι τέτοιο. Αρχίζαν τα πριβέ.
«Κοίτα τον. Όχι, το άλμα, Ρίνγκο: την αυτοσυγκέντρωση να βλέπεις, εδώ είναι η δύναμη, Αυτός, θα δεις, θα γίνει μέγας άλτης. Θα γράψει ιστορία.”
Μάλιστα. Τσεκ.
Όχι το άλμα, λοιπόν, αλλά το αμέσως πριν: Την προς τα μέσα κατάδυση.
«Κάνε άλμα μεγαλύτερο από τη φθορά», έγραφε το “Σηματολόγιο” του Ελύτη. Aυτά τα φρόντιζε η μάνα μου στο σπίτι, αφήνοντας –τάχα μου- τυχαία ανοιχτά βιβλία στο τραπέζι της κουζίνας. Εκανε απελπισμένες προσπάθειες να μην εξελιχθώ σε γρυλλίζοντα σκυλο-χούλιγκαν, αλλά πλαγίως, ήξερε ότι δεν θα διάβαζα ποτέ κάτι που θα μου υποδείκνυε, δήθεν για να “καλλιεργηθώ”. Υποδορείως κούμπωναν εντός μου, κλικ-κλακ, η ποίηση κι ο αθλητισμός, το κορμί το σάρκινο και το Άλλο, το πώς το λέγανε, να δεις, ψυχή το λέγανε. Κλικ-κλακ.
Μεγάλωνα.
Ανάμεσα στον Πελέ και τον Ελύτη, τη Μοσχολιού και το Φον Κάραγιαν. Όλα έβγαζαν νόημα. Ακόμα και τα πιο ανεξήγητα. Από το λυσασμένο Μπερναμπέου ως την Επίδαυρο της ΅Ορέστειας΅ του Κουν, κι από τον Τάφο του Ινδού ως τη Scala, με κόκκινη Πανσέληνο. «Νessouno, mai», κι όμως, όλα είχαν νόημα.
Η ζωή μας, ένα Gitanes με φίλτρο.
Ψαχνόμουν. Μισή γυναίκα πια.
«Κοίτα τις που είναι σαν άντρες, Ρίνγκο»: Δεν μάσαγε τα λόγια του για τα γενειοφόρα θηλυκά εκτρώματα του «μεγαλείου» της τότε Ανατολικής Γερμανίας, «Κοίτα τις. Αυτό δεν είναι αθλητισμός, είναι τερατογένεση- ο άνθρωπος πρέπει να αγωνίζεται στα ανθρώπινα μέτρα, μόνο τότε αξίζει. Που θα μας οδηγήσουν όλες αυτές οι επιδόσεις, όλα αυτά τα ρεκόρ, αναρωτιέμαι…
Δεν είχε απάντηση. Καμιά φορά όμως, αξίζει να κάνεις μόνο την ερώτηση: Η προς τα μέσα κατάδυση, που λέγαμε.
Ελειπε πολύ. Συνέχεια. Αλλά εμένα, δεν μου «έλειπε». Η αγάπη εκπέμπει πιο δυνατά από το τηλεοπτικό σήμα.
Εντάξει, μείνανε και κάτι ψιλο-οιδιπόδεια –τα λένε και σύνδρομα της Ηλέκτρας- αν είστε πολύ ψείρας στα ψυχαναλυτικά. Εντάξει, ακόμα βλέπω Αγώνες από ξένα μόνο κανάλια, ή με τη φωνή στο mute. Από κακία που δεν είναι η φωνή του.
Μου έμαθε πως οι Ολυμπιακοί κύκλοι συμβολίζουν τις ανθρώπινες φυλές- κι ο τελευταίος όλη την ανθρωπότητα: Όλοι μας, από ένας κρίκος στης ζωής την εύθραυστη, αλλά αιώνια αλυσίδα. Η πάσα ουσία είναι η ισότητα και η συνύπαρξη, αλλιώς δεν αγωνιζόμαστε, απλώς πηδάμε παλούκια, σαν τα πιθήκια, με το συμπάθειο κιόλας.
Κανένα αξίωμα δεν δέχτηκε, καμιά τιμή δεν καταδέχτηκε. Όταν τα παράτησε, τα παράτησε ξερά. Όπως τα Gitanes– πέταξε το πακέτο μαζί με τα μικρόφωνα και δεν κανακοίταξε καπνό. Χωρίς εθισμούς και κολλήματα σε «περασμένα μεγαλεία».
Στο φίνις κρίνονται όλα.
«Οι κίτρινοι, Ρίνγκο, είναι καλοί στο πίνγκ πόνγκ, ας πούμε, και στα γυμναστικά. Οι άσπροι στο τένις και τα άλματα, οι μαύροι στις αποστάσεις και τα σπριντ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, Ρίνγκο. Το φυσικό πλεονέκτημα καλό είναι, αλλά ο αθλητισμός είναι μαγεία είναι ζωή, όλο απρόοπτα, κανενός το χρώμα δεν σημαίνει τίποτα. Στο φίνις κρίνονται όλα.»
Τώρα λείπει πάλι.
Αυτές τις μέρες, κάπου στις μικρές Κυκλάδες, ίσως πάρει το μάτι σας έναν όμορφο, ηλιοκαμένο παππού, που μπαινοβγαίνει ακατάπαυστα σ’ ένα επαρχιακό νοσοκομείο: Προσέχει τη γυναίκα του που ανέβασε πυρετό στις διακοπές. Της φέρνει νέα, αναψυκτικά και ψαρόσουπα από τη διπλανή ταβέρνα. Η εξέλιξη του συναρπαστικού αγώνα «Μαμά vs Πνευμονία», αναμεταδίδεται στο τηλέφωνο λεπτομερώς, ανάλαφρα, ελλειπτικά, αλλά ουσιαστικά: Δεν σας κάνω πλάκα, είναι γοητευτικός, ακόμα κι όταν περιγράφει νοσηλείες! Aχ, όντως, Νessouno, mai…
«Μου σπάει τα νεύρα», μουρμουράει η μάνα μου. «Δεν φεύγει λεπτό από εδώ. Του λέω, έλα, πήγαινε μια βόλτα, να δεις κανένα αγώνισμα, να ξεσκάσεις, αυτός τίποτα, εδώ, μπάστακας δίπλα μου, όλη μέρα, ασχολείται μαζί μου. Κι έχουμε και Ολυμπιακούς αγώνες!».
«Ρε μάνα, το ότι σου συμπαραστέκεται ολοψύχως ο άντρας σου όταν ασθενείς, δεν το λες ακριβώς και λόγο διαζυγίου».
«Το ξέρω. Άρρωστη είμαι, παιδί μου, όχι ηλίθια»
Η προς την αγάπη κατάδυση. Πριν το άλμα και μετά. Πάνω από τη φθορά.
Στο σπίτι το δικό μας, πάλι, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, οι Oλυμπιακοί Αγώνες παίζουν επί 24ώρου βάσεως.
Με τη φωνή στο mute, μπαμπά. Νessouno,mai…
Και με το νου στο finish, εκεί που κρίνονται όλα.
Λίγοι, εξάλλου, ξέρουν πώς προέκυψε το όνομα Βαγιάνη. Είναι τα αρχικά από το όνομα της μητέρας της Βαρβάρας σε συνδυασμό με το μικρό όνομα του Γιάννη Διακογιάννη, με τον οποίο είχε κάνει τον δεύτερο γάμο της.
Γιάννης Διακογιάννης – Ρίκα Βαγιάννη: Η τελευταία κοινή τηλεοπτική εμφάνιση
Ήταν Ιούλιος του 2014, όταν ο μεγάλος αθλητικογράφος εμφανίστηκε στην εκπομπή της ΕΡΤ (τότε ΝΕΡΙΤ) μαζί με την θετή του κόρη, Ρίκα Βαγιάννη που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 56 ετών, τον Αύγουστο του 2018, δίνοντας μεγάλη μάχη με τον καρκίνο.
Τρία χρόνια μετά την κοινή τους εμφάνιση, τον Οκτώβριο του 2017, ο Γιάννης Διακογιάννης είχε βρεθεί στην ΕΣΗΕΑ προκειμένου να συμπαρασταθεί στους συναδέλφους του για την απεργία που γινόταν εκείνες τις ημέρες. Ο ίδιος τότε είχε αποκαλύψει ότι η Ρίκα Βαγιάνη, είχε καρκίνο. Τη συγκεκριμένη αποκάλυψη είχε κάνει μέσω του προσωπικού της λογαριασμού στο Facebook η δημοσιογράφος και φίλη της Ρίκας Βαγιάνη, Αφροδίτη Υψηλάντη.
«Να σας πω και κάτι που θα σας στενοχωρήσει: Η Ρίκα έχει καρκίνο…». Αυτό μας εκμυστηρεύτηκε ο πατριός της Ρίκας μας, Γιάννης Διακογιάννης όταν πέρασε από την ΕΣΗΕΑ, για να μας συμπαρασταθεί στην απεργία πείνας.
Σοκαριστήκαμε, αλλά του δώσαμε κουράγιο. Πού να φανταστούμε ότι η Μαρίκα Ζούλα, το Ρικάκι, θα έφευγε τόσο αθόρυβα και παράλληλα με τόσο πάταγο!» είχε γράψει στην προσωπική της σελίδα στο Facebook η δημοσιογράφος.
Οι διακρίσεις
Υπήρξε ο πρώτος που τιμήθηκε για την εν γένει προσφορά του με το βραβείο «Ελένη Βλάχου» το 2003, ως δημοσιογράφος των «Νέων». Αποτελεί πιθανότατα τον μοναδικό Έλληνα αθλητικό δημοσιογράφο του οποίου το επώνυμο περιλήφθηκε σε στίχο τραγουδιού, συγκεκριμένα στο «Αρχίζει το ματς» σύνθεσης και εκτέλεσης του Λουκιανού Κηλαηδόνη το 1979.
Τον Δεκέμβριο του 2015, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, απένειμε στον Γιάννη Διακογιάννη τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος σε ειδική τελετή στο Προεδρικό Μέγαρο, για την προσφορά του στην αθλητική δημοσιογραφία.
Τον Ιανουάριο του 2017 ο Γιάννης Διακογιάννης παραδέχθηκε για πρώτη φορά δημόσια ότι είναι οπαδός του Παναθηναϊκού, σε εκδήλωση του Δήμου Βύρωνα για την παρουσίαση του βιβλίου του παλαιού ποδοσφαιριστή Δημήτρη Θεοφάνη. Ο ίδιος δήλωσε: «Παναθηναϊκός είμαι, Αθηναίος είμαι, Παναθηναϊκός είμαι. Έχω γνωρίσει τον Απόστολο Νικολαΐδη».
ΕΣΗΕΑ: Φωτεινό παράδειγμα ευγλωττίας, ταλέντου, εργατικότητας και αντικειμενικότητας
«Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ με οδύνη ανακοινώνει την απώλεια του καταξιωμένου δημοσιογράφου, συγγραφέα, ραδιοφωνικού παραγωγού, τηλεοπτικού παρουσιαστή και βετεράνου αθλητικογράφου Γιάννη Διακογιάννη, ο οποίος έφυγε σήμερα από τη ζωή, σε ηλικία 91 ετών.
Ο Γιάννης Διακογιάννης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931. Μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών, σπούδασε μουσική και αθλητική δημοσιογραφία στη Γαλλία. Τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία ξεκίνησε το 1952 από την εφημερίδα «ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΗΧΩ» ως συντάκτης και ανταποκριτής της στο Παρίσι και στη συνέχεια ακολούθησε μια αξιοσημείωτη πορεία στον έντυπο Τύπο στο «ΦΩΣ ΤΩΝ ΣΠΟΡ», την «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» και τη «ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ», ενώ διετέλεσε και διευθυντής του αθλητικού τμήματος της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ».
Παράλληλα, δίδαξε σε ιδιωτικό κέντρο αθλητικού ρεπορτάζ, ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο στην παραγωγή αθλητικών αλλά και αμιγώς μουσικών εκπομπών και άφησε πίσω του βιβλία, τα οποία αποτελούν σημεία αναφοράς στην αθλητική βιβλιογραφία («100 Χρόνια Ποδόσφαιρο», «60 Χρόνια Μουντιάλ», «Οι Μεγάλες Μορφές του Αθλητισμού» κ.α.). Το 2003, ήταν ο πρώτος αποδέκτης του βραβείου «Ελένη Βλάχου» για τη συνολική προσφορά του ενώ το 2018, τιμήθηκε από το Μορφωτικό Ιδρυμα της Ενώσεως Συντακτών, σε εκδήλωση για τους βετεράνους του αθλητικού ρεπορτάζ.
Σημαντικές συμμετοχές
Ο Γιάννης Διακογιάννης, για πολλούς ο κορυφαίος στον τομέα του, υπήρξε αναμφισβήτητα μια εμβληματική φυσιογνωμία της δημοσιογραφίας και δικαίως λογίζεται ως ένας από τους θεμελιωτές του σύγχρονου αθλητικού ρεπορτάζ. Άνοιξε το δρόμο για τις επόμενες γενιές αθλητικών συντακτών, παρέδωσε μαθήματα ενδεδειγμένης αθλητικής μετάδοσης και κάλυψε τις περισσότερες εγχώριες και διεθνείς διοργανώσεις του καιρού του: τέσσερις Ολυμπιακούς Αγώνες, μεταξύ αυτών και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972, τους πρώτους που μεταδόθηκαν τηλεοπτικά στην Ελλάδα, οκτώ Παγκόσμια Κύπελλα ποδοσφαίρου, παγκόσμια πρωταθλήματα στίβου και αμέτρητα άλλα αθλητικά γεγονότα, ενώ την καριέρα του στιγμάτισε η παρουσίαση της θρυλικής «Αθλητικής Κυριακής» από το 1966 έως και το 1983 στην ΕΡΤ, μιας εκπομπής που χάραξε την εθνική συλλογική μας μνήμη και ακόμα αποτελεί τη μακροβιότερη αθλητική εκπομπή στην ελληνική τηλεόραση.
«Του Διακογιάννη η φωνή»
«Του Διακογιάννη η φωνή», η φωνή που σημάδεψε τα κυριακάτικά μας βράδια, η φωνή που έγινε τραγούδι στα στόματα φιλάθλων και μη, σίγησε για πάντα. Όλοι όσοι τον γνώρισαν κι όλοι όσοι παρακολούθησαν την πορεία του, θα τον θυμούνται όπως ακριβώς ήταν: αγέρωχος και επιβλητικός, ευρυμαθής και γλαφυρός στις περιγραφές του, ευγενής και κομψός στους τρόπους του, γνώστης αλλά και λάτρης του αντικειμένου του. Υπήρξε δάσκαλος για τους νεότερους συναδέλφους και φωτεινό παράδειγμα ευγλωττίας, ταλέντου, εργατικότητας αλλά και αντικειμενικότητας στο ρεπορτάζ. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι η επαγγελματική του πορεία τον τοποθέτησε στο πάνθεον των κορυφαίων και αξεπέραστων της ελληνικής δημοσιογραφίας.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ συλλυπείται τους οικείους του και αποχαιρετά τον εκλεκτό συνάδελφο, ο οποίος αφήνει πίσω του δυσαναπλήρωτο κενό και φτωχότερο το λειτούργημά μας».
Η Ρίκα Βαγιάνη πήρε το επίθετό της από τα αρχικά του ονόματος της μητέρας της, Βαρβάρας σε συνδυασμό με το μικρό όνομα του θετού της πατέρα, Γιάννη Διακογιάννη. Μια όμορφη και πρωτότυπη πράξη που φανερώνει την υπέροχη σχέση ενός πατριού που – δικαίως – μπορούσε να αποκαλεί την κόρη της γυναίκας του, «παιδί του».
Ο Γιάννης Διακογιάννης πέθανε σε ηλικία 91 ετών και ο θάνατός του σκόρπισε θλίψη στο Πανελλήνιο, κάνοντας φτωχότερο τον χώρο της αθλητικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Υπήρξε νυμφευμένος με τη Βαρβάρα Δράκου, υιοθετώντας την κόρη της (από το γάμο με το δημοσιογράφο Οδυσσέα Ζούλα), Ρίκα Βαγιάνη.
Η Ρίκα Βαγιάνη έφυγε από τη ζωή, πρόωρα, στις 7 Αυγούστου 2018 από καρκίνο και λάτρευε τον πατριό της, Γιάννη Διακογιάννη, ο οποίος την μεγάλωσε σαν κόρη του. Συνήθιζε να μιλά δημόσια για εκείνον με τα καλύτερα λόγια και έδειχνε πόσο πολύ τον αγαπούσε με την πρώτη ευκαιρία.
«Της φέρνει νέα και ψαρόσουπα από τη διπλανή ταβέρνα»
Το 2012 η Ρίκα Βαγιάννη έγραψε ένα συγκινητικό κείμενο για τον θετό της πατέρα, στο οποίο φαίνονται μικρές λεπτομέρειες της σχέσης τους και το οποίο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα protagon.gr:
«Μούχει σπάσει τα νεύρα», μουρμούραγε η μάνα μου στις φιλενάδες της τα ολυμπιακά καλοκαίρια.
Κρυφάκουγα .
«Ότι τι, δηλαδή;”
«Ποτέ, μα ποτέ, δεν είναι εδώ. Δεν έχω άντρα εγώ!».
«Μα λείπει για τους Αγώνες! Είναι αυτός λόγος διαζυγίου;»
Ποτέ δεν ήταν “εδώ” τέτοια εποχή, Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο σπίτι μας είχαν πάντα τον τίτλο της ίδιας ταινίας: «Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές» – και να σκεφτείτε πώς η ταινία δεν είχε καν γυριστεί.
Αν δεν είχαμε Ολυμπιακούς, είχαμε Μουντιάλ. Κι αν δεν είχαμε Μουντιάλ είχαμε Παγκόσμιο Στίβου, κι αν δεν είχαμε Παγκόσμιο Στίβου, είχαμε Τελικούς Κυπέλλου, Πρωταθλητριών, ή Κυπελλούχων ή Ουέφες, ή Πανευρωπαϊκό, και πάει λέγοντας.
«Μεγαλώσαμε μαζί του», μου λένε όλοι, σαν συνενωμένοι. «Μεγαλώσαμε με τη φωνή του».
Κι εγώ με τη φωνή του μεγάλωσα. Ποτέ δεν ήταν σπίτι. Κι όταν ήταν, πάλι δεν ήταν. Αν δεν είχε ταξίδια, είχε εφημερίδα, κι αν δεν είχε εφημερίδα, είχε εκπομπή, η «Αθλητική Κυριακή» και ο «Κόσμος της Μπάλας». Κι αν δεν είχε εκπομπή, είχε γήπεδο, ή σύσκεψη και δεν ξέρω κι εγώ ποια άλλη ζουρλαμάρα.
Δεν κατάφερε να με κάνει να αγαπήσω το γήπεδο. Θυμάμαι το δέος του μπροστά στον Πελέ και τον Κρόιφ. Ο μεγάλος αθλητής του έφερνε ρίγη, σε όποιο αγώνισμα κι αν κατέβαινε.
Στο γήπεδο, πάντως, αρχίσαμε άσχημα. Με πήρε κάνα δυό φορές μαζί του, εγώ, αντί για φάσεις και τεχνικές ξεσήκωσα ο,τι μπινελίκι και γαμοσταβρίδι εκσφενδονιζόταν στη Λεωφόρο. Μισή μερίδα παιδί. Ένα κυριακάτικο απόγευμα ρώτησα τη μαμά μου αν χωράει στον ποπό του διαιτητή μια ολόκληρη ποδοσφαιρική μπάλα. Και αλήθεια βοηθάει να βάλεις βαζελίνη για να περάσει από τη σούφρα του και επίσης, τι ακριβώς είναι η σούφρα, μαμά;
Κάπως έτσι κόπηκαν τα σούρτα – φέρτα στα ματς. Μαχαίρ.
Κατάφερε όμως να με κάνει να αγαπήσω το στίβο. Ο στίβος ήταν άλλο πράμα-εκκλησία. Η μαμά με άφηνε να πηγαίνω μαζί του όσο ήθελα. Στο στίβο, κανείς δεν ήθελε να βάλει τίποτα στον πωπό κανενός, με βαζελίνη ή χωρίς. Ή, τουλάχιστον, δεν το ξεφώνιζε. Ο στίβος ήταν Αγώνες. Άμιλλα. Κάτι σαν έντονη πνευματική εμπειρία στην οποία συμμετείχαν σε κρεσέντο όλες οι αισθήσεις αν το έβλεπε κανείς, τουλάχιστον, από τη δική του ματιά.
«Και πάμε στο ύψος: Εδώ οι αθλητές προετοιμάζονται για το άλμα» ανακοίνωνε ψιθυριστά στη μετάδοση, σαν να προέτρεπε το κοινό να μην ταράξει την ηρεμία του άλτη. Έδινε σήμα στον ηχολήπτη ότι ετοιμάζεται να «κόψει» μικρόφωνο. Κι άρχιζε τα πριβέ: Στριμωχτή εγώ, μισό παιδί, πολύ αδύνατο, στην καμπίνα δίπλα του. Κάπνιζε αμέτρητρα Gitanes στον κλειστό θαλαμίσκο. Στην Αμερική του σήμερα, θα τον είχαν πάει μέσα για έκθεση ανηλίκου σε θανατηφόρο παθητικό κάπνισμα. Δεν ήθελε να πάει Ατλάντα: Δεν γούσταρε. Εβλεπε μέσα από τον αθλητισμό να έρχονται σκοτεινές εποχές, έβλεπε πράγματα που οι άλλοι δεν διακρίναμε, ήταν φάσεις μπροστά, κουσούρι της δουλειάς, να προβλέπει.
Χρόνια πριν, εγώ μισή μερίδα παιδί: Στα τρία μέτρα μπροστά μας, ο Βζόλα, ετοιμάζεται να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ, μετά την απόσπαση του Πανευρωπαϊκού χρυσού Nέων στο ύψος. Ή κάτι τέτοιο. Άρχιζαν τα πριβέ.
«Κοίτα τον. Όχι, το άλμα, Ρίνγκο: Την αυτοσυγκέντρωση να βλέπεις, εδώ είναι η δύναμη, Αυτός, θα δεις, θα γίνει μέγας άλτης. Θα γράψει ιστορία.”
Μάλιστα. Τσεκ.
Όχι το άλμα, λοιπόν, αλλά το αμέσως πριν: Την προς τα μέσα κατάδυση.
«Κάνε άλμα μεγαλύτερο από τη φθορά», έγραφε το “Σηματολόγιο” του Ελύτη. Aυτά τα φρόντιζε η μάνα μου στο σπίτι, αφήνοντας – τάχα μου – τυχαία ανοιχτά βιβλία στο τραπέζι της κουζίνας.
Έκανε απελπισμένες προσπάθειες να μην εξελιχθώ σε γρυλλίζοντα σκυλο-χούλιγκαν, αλλά πλαγίως, ήξερε ότι δεν θα διάβαζα ποτέ κάτι που θα μου υποδείκνυε, δήθεν για να “καλλιεργηθώ”. Υποδορείως κούμπωναν εντός μου, κλικ-κλακ, η ποίηση κι ο αθλητισμός, το κορμί το σάρκινο και το Άλλο, το πώς το λέγανε, να δεις, ψυχή το λέγανε. Κλικ-κλακ.
Μεγάλωνα.
Ανάμεσα στον Πελέ και τον Ελύτη, τη Μοσχολιού και το Φον Κάραγιαν. Όλα έβγαζαν νόημα. Ακόμα και τα πιο ανεξήγητα. Από το λυσασμένο Μπερναμπέου ως την Επίδαυρο της ΅Ορέστειας΅ του Κουν, κι από τον Τάφο του Ινδού ως τη Scala, με κόκκινη Πανσέληνο. «Νessouno, mai», κι όμως, όλα είχαν νόημα.
Η ζωή μας, ένα Gitanes με φίλτρο.
Ψαχνόμουν. Μισή γυναίκα πια.
«Κοίτα τις που είναι σαν άντρες, Ρίνγκο»: Δεν μάσαγε τα λόγια του για τα γενειοφόρα θηλυκά εκτρώματα του «μεγαλείου» της τότε Ανατολικής Γερμανίας, «Κοίτα τις. Αυτό δεν είναι αθλητισμός, είναι τερατογένεση- ο άνθρωπος πρέπει να αγωνίζεται στα ανθρώπινα μέτρα, μόνο τότε αξίζει. Που θα μας οδηγήσουν όλες αυτές οι επιδόσεις, όλα αυτά τα ρεκόρ, αναρωτιέμαι…
Δεν είχε απάντηση. Καμιά φορά όμως, αξίζει να κάνεις μόνο την ερώτηση: Η προς τα μέσα κατάδυση, που λέγαμε.
Έλειπε πολύ. Συνέχεια. Αλλά εμένα, δεν μου «έλειπε». Η αγάπη εκπέμπει πιο δυνατά από το τηλεοπτικό σήμα.
Εντάξει, μείνανε και κάτι ψιλο-οιδιπόδεια – τα λένε και σύνδρομα της Ηλέκτρας- αν είστε πολύ ψείρας στα ψυχαναλυτικά. Εντάξει, ακόμα βλέπω Αγώνες από ξένα μόνο κανάλια, ή με τη φωνή στο mute. Από κακία που δεν είναι η φωνή του.
Μου έμαθε πως οι Ολυμπιακοί κύκλοι συμβολίζουν τις ανθρώπινες φυλές- κι ο τελευταίος όλη την ανθρωπότητα: Όλοι μας, από ένας κρίκος στης ζωής την εύθραυστη, αλλά αιώνια αλυσίδα. Η πάσα ουσία είναι η ισότητα και η συνύπαρξη, αλλιώς δεν αγωνιζόμαστε, απλώς πηδάμε παλούκια, σαν τα πιθήκια, με το συμπάθειο κιόλας.
Κανένα αξίωμα δεν δέχτηκε, καμιά τιμή δεν καταδέχτηκε. Όταν τα παράτησε, τα παράτησε ξερά. Όπως τα Gitanes– πέταξε το πακέτο μαζί με τα μικρόφωνα και δεν ξανακοίταξε καπνό. Χωρίς εθισμούς και κολλήματα σε «περασμένα μεγαλεία».
Στο φίνις κρίνονται όλα.
«Οι κίτρινοι, Ρίνγκο, είναι καλοί στο πίνγκ πόνγκ, ας πούμε, και στα γυμναστικά. Οι άσπροι στο τένις και τα άλματα, οι μαύροι στις αποστάσεις και τα σπριντ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, Ρίνγκο. Το φυσικό πλεονέκτημα καλό είναι, αλλά ο αθλητισμός είναι μαγεία είναι ζωή, όλο απρόοπτα, κανενός το χρώμα δεν σημαίνει τίποτα. Στο φίνις κρίνονται όλα.»
Τώρα λείπει πάλι.
Αυτές τις μέρες, κάπου στις μικρές Κυκλάδες, ίσως πάρει το μάτι σας έναν όμορφο, ηλιοκαμένο παππού, που μπαινοβγαίνει ακατάπαυστα σ’ ένα επαρχιακό νοσοκομείο: Προσέχει τη γυναίκα του που ανέβασε πυρετό στις διακοπές. Της φέρνει νέα, αναψυκτικά και ψαρόσουπα από τη διπλανή ταβέρνα.
Η εξέλιξη του συναρπαστικού αγώνα «Μαμά vs Πνευμονία», αναμεταδίδεται στο τηλέφωνο λεπτομερώς, ανάλαφρα, ελλειπτικά, αλλά ουσιαστικά: Δεν σας κάνω πλάκα, είναι γοητευτικός, ακόμα κι όταν περιγράφει νοσηλείες! Aχ, όντως, Νessouno, mai…
«Μου σπάει τα νεύρα», μουρμουράει η μάνα μου. «Δεν φεύγει λεπτό από εδώ. Του λέω, έλα, πήγαινε μια βόλτα, να δεις κανένα αγώνισμα, να ξεσκάσεις, αυτός τίποτα, εδώ, μπάστακας δίπλα μου, όλη μέρα, ασχολείται μαζί μου. Κι έχουμε και Ολυμπιακούς αγώνες!».
«Ρε μάνα, το ότι σου συμπαραστέκεται ολοψύχως ο άντρας σου όταν ασθενείς, δεν το λες ακριβώς και λόγο διαζυγίου».
«Το ξέρω. Άρρωστη είμαι, παιδί μου, όχι ηλίθια»
Η προς την αγάπη κατάδυση. Πριν το άλμα και μετά. Πάνω από τη φθορά.
Στο σπίτι το δικό μας, πάλι, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, οι Oλυμπιακοί Αγώνες παίζουν επί 24ώρου βάσεως.
Με τη φωνή στο mute, μπαμπά. Νessouno,mai…
Και με το νου στο finish, εκεί που κρίνονται όλα.
«Η Ρίκα έχει καρκίνο»
Ήταν Ιούλιος του 2014, όταν ο μεγάλος αθλητικογράφος εμφανίστηκε στην εκπομπή της ΕΡΤ (τότε ΝΕΡΙΤ) μαζί με την θετή του κόρη, Ρίκα Βαγιάννη που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 56 ετών, τον Αύγουστο του 2018, δίνοντας μεγάλη μάχη με τον καρκίνο.
Τρία χρόνια μετά την κοινή τους εμφάνιση, τον Οκτώβριο του 2017, ο Γιάννης Διακογιάννης είχε βρεθεί στην ΕΣΗΕΑ προκειμένου να συμπαρασταθεί στους συναδέλφους του για την απεργία που γινόταν εκείνες τις ημέρες. Ο ίδιος τότε είχε αποκαλύψει ότι η Ρίκα Βαγιάνη, είχε καρκίνο.
Τη συγκεκριμένη αποκάλυψη είχε κάνει μέσω του προσωπικού της λογαριασμού στο Facebook η δημοσιογράφος και φίλη της Ρίκας Βαγιάνη, Αφροδίτη Υψηλάντη.
«Να σας πω και κάτι που θα σας στενοχωρήσει: Η Ρίκα έχει καρκίνο…». Αυτό μας εκμυστηρεύτηκε ο πατριός της Ρίκας μας, Γιάννης Διακογιάννης όταν πέρασε από την ΕΣΗΕΑ, για να μας συμπαρασταθεί στην απεργία πείνας.
Σοκαριστήκαμε, αλλά του δώσαμε κουράγιο. Πού να φανταστούμε ότι η Μαρίκα Ζούλα, το Ρικάκι, θα έφευγε τόσο αθόρυβα και παράλληλα με τόσο πάταγο!» είχε γράψει στην προσωπική της σελίδα στο Facebook η δημοσιογράφος.
Θλίψη προκάλεσε ο θάνατος του Γιάννη Διακογιάννη σε ηλικία 91 ετών.
Ο Γιάννης Διακογιάννης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους της αθλητικής δημοσιογραφίας, με εμβληματική προσφορά σε εφημερίδες, τηλεόραση και ραδιόφωνο, ενώ διαμόρφωσε το χώρο και δίδαξε τα μυστικά του σε χιλιάδες συναδέλφους του.
Στην προσωπική του ζωή, υπήρξε παντρεμένος με τη Βαρβάρα Δράκου, υιοθετώντας την κόρη της (από το γάμο με το δημοσιογράφο Οδυσσέα Ζούλα), την Ρίκα Βαγιάνη.
Ο Γιάννης Διακογιάννης τη μεγάλωσε σαν βιολογική του κόρη, ενώ η αείμνηστη δημοσιογράφος μιλούσε δημόσια για εκείνον με τα καλύτερα λόγια και έδειχνε πόσο πολύ τον αγαπούσε με την πρώτη ευκαιρία.
Μάλιστα, το επώνυμο της προήλθε από τα ονόματα της μητέρας της (Βαρβάρας) και του Γιάννη Διακογιάννη, που ήταν ο δεύτερος σύζυγός της. Το πραγματικό της ονοματεπώνυμο ήταν Μαρίκα Ζούλα.
Τον Ιούλιος του 2014, ο μεγάλος αθλητικογράφος είχε εμφανιστεί στην εκπομπή της ΕΡΤ (τότε ΝΕΡΙΤ) μαζί με την θετή του και αγαπημένη του κόρη Ρίκα Βαγιάνη, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 56 ετών, τον Αύγουστο του 2018 από καρκίνο.
Αυτή ήταν μια από τις τελευταίες τους, κοινή τηλεοπτική εμφάνιση.
Ο Γιάννης Διακογιάννης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους της αθλητικής δημοσιογραφίας, με εμβληματική προσφορά σε εφημερίδες, τηλεόραση και ραδιόφωνο, ενώ διαμόρφωσε το χώρο και δίδαξε τα μυστικά του σε χιλιάδες συναδέλφους του.
Στην προσωπική του ζωή, υπήρξε παντρεμένος με τη Βαρβάρα Δράκου, υιοθετώντας την κόρη της (από το γάμο με το δημοσιογράφο Οδυσσέα Ζούλα), την Ρίκα Βαγιάνη.
Ο Γιάννης Διακογιάννης τη μεγάλωσε σαν βιολογική του κόρη, ενώ η αείμνηστη δημοσιογράφος μιλούσε δημόσια για εκείνον με τα καλύτερα λόγια και έδειχνε πόσο πολύ τον αγαπούσε με την πρώτη ευκαιρία.
Μάλιστα, το επώνυμο της προήλθε από τα ονόματα της μητέρας της (Βαρβάρας) και του Γιάννη Διακογιάννη, που ήταν ο δεύτερος σύζυγός της. Το πραγματικό της ονοματεπώνυμο ήταν Μαρίκα Ζούλα.
Τον Ιούλιος του 2014, ο μεγάλος αθλητικογράφος είχε εμφανιστεί στην εκπομπή της ΕΡΤ (τότε ΝΕΡΙΤ) μαζί με την θετή του και αγαπημένη του κόρη Ρίκα Βαγιάνη, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 56 ετών, τον Αύγουστο του 2018 από καρκίνο.
Αυτή ήταν μια από τις τελευταίες τους, κοινή τηλεοπτική εμφάνιση.
Η ιστορία πίσω από τον παρολίγο μοιραίο έρωτα του Γιάννη Γκιωνάκη με την Αφροδίτη Κοζανιτά, που αποκαλύφθηκε πως ήταν η μητέρα του γνωστού στιχουργού Φοίβου, παραμένει σοκαριστική.
Το 1984, μια πράξη παθολογικής ζήλιας παραλίγο να στοιχίσει μια ανθρώπινη ζωή και να αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στη δημόσια εικόνα του αγαπημένου ηθοποιού.
Όταν ο έρωτας έγινε εμμονή
Ήταν 14 Οκτωβρίου του 1984 όταν ο Γιάννης Γκιωνάκης τηλεφώνησε στην τότε σύντροφό του, Αφροδίτη Κοζανιτά. Είχε μόλις περάσει μια κρίση ζαχάρου και της ζήτησε να συναντηθούν. Παρότι ήταν παντρεμένος, διατηρούσε έναν θυελλώδη δεσμό με την εντυπωσιακή γυναίκα, με τη σχέση τους να βρίσκεται σε διαρκή ένταση. Η Αφροδίτη ζητούσε διαζύγιο, εκείνος όμως δίσταζε να κάνει το βήμα.
Γιάννης Γκιωνάκης και Αφροδίτη Κοζανιτά
Ο γνωστός ηθοποιός πήγε στο σπίτι της στο Καστρί. Η αρχική ατμόσφαιρα ήταν ρομαντική – άκουσαν μαζί μια κασέτα με τραγούδια που της είχε γράψει ο ίδιος. Εκείνη βρήκε την ευκαιρία να συζητήσουν ξανά το μέλλον τους, αλλά ο Γκιωνάκης δεν ήταν πρόθυμος να της δώσει τις δεσμεύσεις που ήθελε.
Το ξέσπασμα της ζήλιας
Ο ηθοποιός ήταν γνωστός για την αδυναμία του στις γυναίκες και, όπως φαινόταν, δεν μπορούσε να αλλάξει εύκολα. Εκείνη τη βραδιά, η ένταση κορυφώθηκε. Η Κοζανιτά, κουρασμένη από τα αδιέξοδα, του είπε με αποφασιστικότητα: “Χωρίζουμε”.
Ο Γκιωνάκης, φανερά ταραγμένος, απάντησε: “Ξανασκέψου το, δεν μπορώ να ζήσω μακριά σου”. Η Αφροδίτη σηκώθηκε απότομα για να βάλει τέλος στη συζήτηση, αλλά εκείνος την ακολούθησε, θολωμένος. Είχε πάντα στην κατοχή του ένα πιστόλι «Σμιθ & Γουέσον». Πυροβόλησε τρεις φορές και έφυγε από το σπίτι, χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Η Κοζανιτά αρχικά δεν κατάλαβε ότι είχε τραυματιστεί, αλλά όταν είδε τα αίματα, πρόλαβε να καλέσει σε βοήθεια. Είχε τραυματιστεί στον αριστερό ώμο, με ένα διαμπερές τραύμα.
Η σύλληψη και το σκάνδαλο που ξέσπασε
Ο Γιάννης Γκιωνάκης συνελήφθη και την επόμενη μέρα βρέθηκε μπροστά στον ανακριτή, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Ο τύπος της εποχής κυριολεκτικά «έβραζε», παρουσιάζοντας εκτενώς την υπόθεση και κάθε λεπτομέρεια της σχέσης του ηθοποιού με την Αφροδίτη Κοζανιτά.
Ο ίδιος ισχυριζόταν πως δεν ήθελε ποτέ να της κάνει κακό: αγαπούσε τη σύντροφό του και δεν είχε πρόθεση να τη σκοτώσει. Εκείνη, ωστόσο, πέρα από το σοκ και τη νοσηλεία, είχε να διαχειριστεί και τη δημόσια έκθεση – όχι μόνο τη δική της, αλλά και του γιου της, Φοίβου, ο οποίος μελλοντικά θα γινόταν ένας από τους πιο επιτυχημένους συνθέτες της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Οι αποκαλύψεις στη δίκη
Κατά την ακροαματική διαδικασία, αποκαλύφθηκαν λεπτομέρειες που έδωσαν νέα διάσταση στην υπόθεση. Η Αφροδίτη κατέθεσε πως ο ηθοποιός ήταν εξαιρετικά ζηλιάρης: «Με υποψιαζόταν και έκανε απίθανα πράγματα. Με παρακολουθούσε συνεχώς με το ψευδώνυμο Δημητρακόπουλος και πολλές φορές στηνόταν κάτω από το σπίτι μου για να δει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Μου έκανε πολλές σκηνές».
Ωστόσο, εκείνη δεν θέλησε να τον καταδικάσει. Όταν ρωτήθηκε αν θεωρούσε ότι ήθελε να τη σκοτώσει, απάντησε: «Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν ήρθε με πρόθεση να με δολοφονήσει. Αν ήθελε να με σκοτώσει, θα τα είχε καταφέρει. Σίγουρα είχε ελαττώματα, αλλά δεν ήταν εγκληματική φυσιογνωμία».
Η στάση της αυτή επηρέασε σημαντικά την τελική έκβαση της υπόθεσης και οδήγησε τον Γιάννη Γκιωνάκη σε πιο επιεική μεταχείριση από τη δικαιοσύνη.
“Τίποτα, ένας ψιλοτσακωμός για μία τρύπα στο τραπέζι που μου ζήτησε να κάνω το Σοφάκι”, είπε ο Γιάννης Γιοκαρίνης
«Ένα τσακωμουδάκι ήταν» απάντησε ο Γιάννης Γιοκαρίνης με αφορμή όσα συνέβησαν χθες, καθώς ο γνωστός τραγουδιστής συνελήφθη μετά την καταγγελία της συζύγου του για ενδοοικογενειακή βία, η οποία στη συνέχεια ανεκλήθη.
Υπενθυμίζεται ότι ο τραγουδιστής Γιάννης Γιοκαρίνης αφέθηκε ελεύθερος το απόγευμα της Τετάρτης μετά την ανάκληση που έκανε η σύζυγός του σχετικά με την καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία. Κατά την έξοδό του από τα δικαστήρια και με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, αγκαλιά με τη σύζυγό του, ο Γιάννης Γιοκαρίνης τόνισε πως όλα είχαν λήξει πολύ νωρίτερα.
Γιάννης Γιοκαρίνης: “Ένα τσακωμουδάκι ήταν, δεν ισχύει ότι την έπιασα από τον λαιμό”
Σήμερα o Γιάννης Γιοκαρίνης μίλησε στο MEGA για τον λόγο του τσακωμού με τη σύζυγό του.
«Τίποτα, μωρέ, ένας ψιλοτσακωμός για μία τρύπα στο τραπέζι που μου ζήτησε να κάνω το Σοφάκι και κι εγώ μέσα στην τεμπελιά μου, μέσα στο μυαλό μου, μάλλον, δεν είναι τεμπελιά. Μέσα στις σκέψεις που είχα στο μυαλό μου, αγχωμένος να τελειώσω αυτά που σου λέω, τις στουντιακές υποχρεώσεις λέω “Άσ’ το, μωρέ, άσ’ το” και μου λέει “Όλο αναβολές, Γιάννη”. Ε, και ξέρεις τώρα φωνή στη φωνή, αυτό ήταν. Ανέβηκαν οι τόνοι, αλλά γράφτηκαν διάφορα μη χαρακτηρίσω τώρα πώς… ανακρίβειες να το πω ευγενικά, που δεν ισχύουν. Ότι την έπιασα από τον λαιμό, γραφτήκανε, κάτι που δεν ισχύει με τίποτα», είπε αρχικά ο Γιάννης Γιοκαρίνης.
Και πρόσθεσε: «Ένα καβγαδάκι που ανέβασε τους τόνους. Από τον φόβο της πήρε τηλέφωνο, έτσι για να έρθουν ίσα ίσα να γίνει μία σύσταση ας πούμε, αλλά έλα που όταν ήρθαν μου είπαν “Δεν γίνεται, πρέπει να έρθετε μαζί”. Και μπήκαμε στον χορό. Αθώος ήμουν, αθωώθηκα, ορίστε. Ήμουν εκνευρισμένος και λέω άσε να κάνει ό,τι θέλει, δεν ήξερα τι έκανε. Ε, μετά άκουσα που μίλαγε, άκουσα που ασχολήθηκε με κάτι που δεν θυμάμαι… Δεν πήρα χαμπάρι. Όταν χτύπησε το κουδούνι κι άνοιξα και ήρθαν τα παλικάρια, εκεί αυτό ήταν. Τώρα γελάμε, τώρα πεθαίνουμε στα γέλια».
Ο Γιάννης Γαλάτης αποκάλυψε πως πλήρωσε ΕΝΦΙΑ 92.000 ευρώ για τα σπίτια του, ενώ αναγκάστηκε να πουλήσει πριν δέκα μέρες το μεγάλο του σπίτι στην Πλάκα.
«Πλήρωσα 92.000 ευρώ ΕΝΦΙΑ για τα σπίτια τα παραδοσιακά που έχω, είχα την τρέλα να αγαπάω την παράδοση και να τα σώσω, είναι τα αγαπημένα μου παιδιά. Και τώρα πούλησα το μεγάλο, το ονειρεμένο μου σπίτι στην Πλάκα για να μπορώ να ανταπεξέλθω στον ΕΝΦΙΑ και σε όλα αυτά τα προβλήματα. Το πούλησα πριν δέκα μέρες», είπε ο Γιάννης Γαλάτης σε εκπομπή στο κανάλι «Ε».
Ο ταλαντούχος σκηνοθέτης είχε παντρευτεί πριν δύο εβδομάδες και είχε αγοράσει σπίτι για να στεγάσει την οικογένεια του – Ήταν στην εκπομπή «ΌΛΑ» του Θέμου Αναστασιάδη και μέχρι πρότινος στον «Τροχό της Τύχης»
Μερικές φορές η μοίρα παίζει τόσο τραγικά παιχνίδια, που αφήνει τους ανθρώπους να αναρωτιούνται και να απορούν όταν ακούν μια είδηση που δεν μπορούν να την πιστέψουν.
Ο Γιάννης Γαλανούλης κράτησε για πρώτη φορά αγκαλιά τον γιο του πριν από έξι μέρες. Είχε παντρευτεί πριν δύο εβδομάδες και ετοιμαζόταν να χαρεί το νέο του σπιτικό στη Λάρισα, όπου κατοικούσε μόνιμα τα τελευταία χρόνια.
«Έσβησε» έτσι ξαφνικά προδομένος από την μεγάλη καρδιά του, σε ηλικία 48 ετών, χθες το πρωί μόλις έφτασε στην Αθήνα με το λεωφορείο για να σκηνοθετήσει την εκπομπή «Λάβα».
Τίποτε δεν προδίκαζε το μοιραίο τέλος ενός εξαιρετικού ανθρώπου όπως λένε φίλοι και συνεργάτες, αφού κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ήταν μια χαρά και μιλούσε σχεδόν συνέχεια με τον Βαγγέλη Περρή για την εκπομπή.
«Άντε να κάνουμε το γύρισμα και να γυρίσω πίσω φίλε, να δω τον μικρό» έλεγε στο τηλέφωνο, αφού ζούσε όπως λένε όλοι την πιο όμορφη περίοδο της ζωής του. Ήθελε πάρα πολύ να γίνει πατέρας και πριν από έξι μέρες άκουσε για πρώτη φορά το κλάμα του μικρού, μια μέρα που την περίμενε χρόνια αυτό το παιδί.
Όταν κατέβηκε από το λεωφορείο σύμφωνα με πληροφορίες έπαθε ανακοπή καρδιάς και «έφυγε» από την ζωή σκορπίζοντας απέραντη θλίψη και ένα μεγάλο γιατί;
Η είδηση του θανάτου του έσκασε σαν κεραυνός στο χώρο και οι συνάδελφοί του αδυνατούσαν να πιστέψουν το τραγικό παιχνίδι που έπαιξε η μοίρα στον Γιάννη.
Έναν παθιασμένο επαγγελματία, που σκηνοθέτησε μεταξύ άλλων τις εκπομπές «Αυτός και ο άλλος», «Πες τη λέξη» και «Τροχό της Τύχης» ενώ είχε δουλέψει πολλά χρόνια σαν σκηνοθέτης του «Όλα» με τον Θέμο Αναστασιάδη.
Τα μηνύματα φίλων και συνεργατών πλημμύρισαν τον τοίχο της σελίδας του Γιάννη Γαλανούλη στο Facebook, με λέξεις και φράσεις που προσπαθούν να διαχειριστούν το ανείπωτο.
«Μας κάνεις πλάκα ότι έφυγες, έτσι δεν είναι Γιάννη;» έγραψε ο Θοδωρής Βαμβακάρης, «Καλό ταξίδι στο φως» και «Ψάχνω να βρω κουβέντες…Κουβέντες τρυφερές σαν εσένα να εκφράσω τη θλίψη μου…».
Λίγες ώρες αφού έγινε γνωστή η θλιβερή είδηση, ο παρουσιαστής του τηλεπαιχνιδιού του Star, Πέτρος Πολυχρονίδης έκανε μια ανάρτηση στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook για να τον αποχαιρετήσει. Σε αυτή δημοσίευσε δύο κοινά τους στιγμιότυπα, τα οποία συνόδευσε με την εξής λεζάντα: «Δεν φεύγουν έτσι οι άνθρωποι ρε Γιάννη. Όχι έτσι. Όχι τώρα φίλε».
Δείτε την ανάρτησή του:
Ο παραγωγός του Αnt1, Δημήτρης Κοτσίκος, δεν μπορεί να πιστέψει τη δυσάρεστη είδηση. «ΣΟΚ !!! Καλό ταξίδι Γιάννη, πες ότι μας κάνεις ακόμα μια πλάκα» έγραψε στη δική του ανάρτηση και μοιράστηκε με τους διαδικτυακούς του φίλους ορισμένες φωτογραφίες από την πορεία του σκηνοθέτη.
Θλίψη για το πεπρωμένο του Γιάννη που μέσα σε έξι μέρες έζησε την υπέρτατη ευτυχία χωρίς να φαντάζεται ότι το πεπρωμένο του, μέτραγε ήδη αντίστροφα τους τίτλους τέλους στη ζωή αυτού του γελαστού παιδιού.
Ο αναπληρωτής υπουργός αθλητισμού Γιάννης Βρούτσης αναλύει τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση για το ποδόσφαιρο.
Στα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση για το ποδόσφαιρο και στην επανέναρξη της αθλητικής δραστηριότητας με παρουσία θεατών αναφέρθηκε ο Γιάννης Βρούτσης αναπληρωτής υπουργός αθλητισμού.
Δείτε το βίντεο
Αναφερόμενος στο διαδικαστικό κομμάτι και όσον αφορά το κομμάτι της ασφάλειας των γηπέδων και όσον αφορά τα εισιτήρια, μιλώντας στην ΕΡΤ και την εκπομπή «Σαββατοκύριακο από τις έξι», ο κ. Βρούτσης τόνισε:
«Τα γήπεδα ανοίγουν σε ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο πλέον ο νέος νόμος του κράτους, με ευρεία πλειοψηφία στη Βουλή και με απόλυτη συνεννόηση με όλους τους θεσμικούς εκπροσώπους των ΠΑΕ, της Σούπερ Λιγκ και της μπάσκετ λιγκ, σε απόλυτη συνεννόηση και σε μία συμμαχία απέναντι στη βία.
Ξεκινάμε με ένα χρονοδιάγραμμα συγκεκριμένο, το οποίο ολοκληρώνεται σε δύο μήνες από τώρα, ξεκινώντας από 13 Φεβρουαρίου, με ένα πλαίσιο ολοκαίνουριο, το οποίο έχει κυρώσεις δρακόντειες. Αυτό είναι το καινούργιο.
Τα γήπεδα ανοίγουν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, δρακόντειες κυρώσεις, καθώς η ΔΕΑΦ, της οποίας το ΦΕΚ ανακοινώθηκε χθες, επιτρέψτε μου να σας πω και είναι και υπό τη μορφή ανακοίνωσης είδησης, πρόεδρος της είναι ο εφέτης εισαγγελέας, ο πρόεδρος Εφετών, εισαγγελίας ο κ. Καίσαρης.
Άρα λοιπόν, ξεκινάμε με ένα πλαίσιο αυστηρών κυρώσεων και από την Τρίτη όποιοι αγώνες γίνονται, σε οποιοδήποτε άθλημα και σε οποιοδήποτε χώρο, να ξέρετε ότι οι κυρώσεις αυτές ισχύουν και να είναι πολύ προσεκτικοί.
Μετά είναι το δεύτερο ορόσημο, το χρονικό που αφορά την 6/3, τις κάμερες. Ήδη προετοιμάζονται όλα τα γήπεδα. Έχουμε εκδώσει το σχετικό ΦΕΚ, το οποίο περιγράφει πολύ αναλυτικά ποιες κάμερες θα μπουν, τι αναλύσεις θα έχουν.
Ήδη τρέχουν αυτή τη στιγμή και οι ομάδες του μπάσκετ και οι ομάδες του ποδοσφαίρου και 9/4, το τελευταίο χρονικό ορόσημο, βάσει του οποίου πλέον οριστικοποιούνται οι διαδικασίες εγκατάστασης τεχνικών μηχανημάτων σε όλα τα γήπεδα της Super League 1, δηλαδή του ποδοσφαίρου της παλιάς πρώτης εθνικής και εγκαθίστανται μηχανήματα τα οποία ταυτοποιούν κάθε έναν που θα μπαίνει στο γήπεδο».
Για τα νέα μέτρα
Ως προς τα μέτρα που θα εφαρμοστούν ενάντια στη βία τα χαρακτήρισε «γκολ από τα αποδυτήρια». «Αυτό το οποίο έχει συμβεί είναι πως τα γήπεδα κλείσανε δύο μήνες και σε αυτούς τους δύομήνες προετοιμάστηκε ένα καινούργιο νομοσχέδιο με μεταρρυθμίσεις, με καινοτομίες. Έγιναν συνεννοήσεις με όλα τα γήπεδα, το καθένα ξεχωριστά και με την κάθε ΠΑΕ ξεχωριστά. Προετοιμάστηκαν όλες εκείνες οι διαδικασίες που απαιτούνται για να εισαχθεί ένα νομοσχέδιο.
Μπήκε ένα νομοσχέδιο το οποίο συζητήθηκε με ευρεία άνεση και ταυτόχρονα πέρασε σε διαβούλευση, πέρασε σε επιτροπές, πέρασε στην Ολομέλεια, ψηφίστηκε με ευρεία συνεννόηση και συμμετοχή των κομμάτων και από εκεί και πέρα, όπως καταλαβαίνετε πλέον στην τελική ευθεία όχι χρονοκαθυστέρηση δεν υπάρχει, σκεφτείτε ότι αυτό το οποίο επιχειρούμε τώρα, έλειπε για είκοσι χρόνια και αυτό το οποίο πάμε να κάνουμε σε δύο μήνες, δηλαδή η ταυτοποίηση των προσώπων έλλειπε για πολλές δεκαετίες, δηλαδή δεν υπήρχε τίποτα. Και τώρα πάμε να φτιάξουμε ένα ολοκαίνουργιο πλαίσιο μέσα σε ένα χρονικό διάστημα και σε ένα χρονικό ορίζοντα, σπάζοντας κάθε ρεκόρ σε επίπεδο αποφασιστικότητας, ετοιμότητας και υλοποίησης».
Kάρτα φιλάθλων και κάμερες
Για τα εισιτήρια και παλαιότερες νομοθετικές ρυθμίσεις, δήλωσε ότι: «Να επιβεβαιώσω ότι είχαν θεωρητικά νομοθετηθεί. Παραδείγματος χάρη, οι κάμερες το 2005 με Γιώργο Ορφανό, ως τότε υφυπουργό του Αθλητισμού, είχε νομοθετήσει.
Δυστυχώς όμως, το νομοθετικό πλαίσιο ήταν ένα πλαίσιο το οποίο ήταν αόριστο και το οποίο είχε τεράστιες ελλείψεις. Ελλείψεις δηλαδή που δεν προσδιόριζαν αυτά που τώρα κάνουμε. Ποιες κάμερες θα τοποθετηθούν, τι ανάλυση θα έχουν, τι θα βλέπουν οι κάμερες, τι υποχρεώσεις διέπουν και την ΠΑΕ αλλά και την αστυνομία και το υπουργείο Αθλητισμού.
Όλο αυτό το οποίο φέρνουμε σήμερα ως μία καινούργια διαδικασία. Δεν υπήρχε. Ουσιαστικά λοιπόν, οι κάμερες είχαν νομοθετηθεί με τη μορφή ευχής.
Το άλλο για την κάρτα φιλάθλου. Πράγματι ο Σταύρος Κοντονής σωστά διέβλεψε το 2015 την αναγκαιότητα της ταυτοπροσωπίας. Νομοθέτησε την ονομαζόμενη κάρτα φιλάθλου για να μπορούμε να προσδιορίζουμε ποιος μπαίνει στο γήπεδο. Δεν υλοποιήθηκε ποτέ γιατί δεν υπήρχε η δυνατότητα να γίνει πράξη και να υλοποιηθεί.
Σήμερα φέρνουμε τη νέα τεχνολογία, το κινητό τηλέφωνο, αυτό εδώ με το οποίο τώρα μιλάμε μέσα. Εδώ θα διασταυρώνεται η ταυτότητα ηλεκτρονικά και το κινητό. Καινούργιο τελείως δεν υπήρχε. Αυτό το οποίο μας κάνει ακράδαντα να πιστεύουμε ότι θα υλοποιηθούν είναι ότι η νομοθεσία από μόνη της έχει τους μηχανισμούς υλοποίησης χωρίς την παρέμβαση της πολιτείας.
Δηλαδή οι κάμερες από τις 6 Μαρτίου και μετά θα λειτουργούν αυτοματοποιημένα ως διαδικασία χωρίς την παρέμβαση της πολιτείας. Όποιο σε όποιο γήπεδο, όποια ΠΑΕ μπάσκετ ή ποδοσφαίρου δεν έχει τις κάμερες, με τη συγκεκριμένη τεχνολογία δεν θα ξανανοίξει το γήπεδό της από φιλάθλους.
Το ξέρουν όλοι. Προχθές είδα τον Ευθύμη τον Ρετζιά, εκπρόσωπο του μπάσκετ, τον εκπρόσωπο του ποδοσφαίρου Μηνά Λυσσάνδρου. Δώσαμε τα χέρια, ξεκινούν και αυτοί στηρίζοντας την προσπάθεια. Μία προσπάθεια, ενημέρωσης και εγκατάσταση καμερών και εάν υπάρχει ποδοσφαιρική εταιρεία ανώνυμη Super League 1 από 9/4 και δεν έχει εγκαταστήσει τον μηχανισμό ταυτοποίησης εισιτηρίων, δεν θα ξανανοίξει το γήπεδό της».
Για τα εισιτήρια και τη μεταβίβασή τους από πρόσωπο σε πρόσωπο
Ακολούθως και απαντώντας για το αν μεταβιβάζονται εισιτήρια από γονέα σε παιδί, αλλά και για την είσοδο ανηλίκων, καθώς και για όσους δεν έχουν smarth phone, σχολίασε: «Η υπουργική απόφαση που θα βγει η Κοινή Υπουργική Απόφαση μεταξύ Βρούτση – Παπαστεργίου, Αθλητισμού και Ψηφιακής, θα περιλαμβάνει και όλα αυτά που θέτετε και θα απαντάει π. χ. 15 χρονών παιδί και κάτω θα είναι μόνο με το γονέα του για να μπορεί να μπει στο γήπεδο, 15 χρονών και πάνω θα έχει τη δυνατότητα να μπει και μόνο του στο γήπεδο.
Για τα εισιτήρια διαρκείας, περιμένουμε την απάντηση. Είναι θέμα διαδικασίας. Μπορούμε να κάνουμε ό, τι επιλέξουν οι ΠΑΕ. Αλλά προσέξτε το διαρκείας εισιτήριο δεν αποφασίζουμε εμείς οι εταιρείες Θα αποφασίσουν δηλαδή οι ποδοσφαιρικές εταιρείες. Θα αποφασίσει ο Ολυμπιακός, η ΑΕΚ, ο Παναθηναϊκός ο Άρης, ο ΠΑΟΚ τι θέλουν.
Περιμένουμε την απόφασή τους. Εάν θέλουν τα διαρκείας να μεταβιβάζονται ή όχι. Το σύστημά μας τεχνολογικά μπορεί να υποστηρίξει οποιαδήποτε διαδικασία. Δηλαδή το διαρκείας εισιτήριο του κ. Κοτταρίδη να μεταφερθεί και να διαβιβαστεί σε κάποιον άλλο. Μπορούμε να το κάνουμε ή να μη μεταβιβαστεί, αλλά δεν είναι δικαίωμα σας, ούτε δικαίωμα μας. Είναι απόφαση των εταιρειών και θα περιμένουμε την απάντησή τους για να το ενσωματώσουμε στην υπουργική απόφαση, η οποία οσονούπω θα βγει στην εβδομάδα που μπαίνει».
«Δεν υπάρχει νομοσχέδιο που να νικάει την εγκληματικότητα»
Απαντώντας στο ερώτημα αν με μία πιθανή εφαρμογή των μέτρων νωρίτερα, θα υπήρχε διαφορετική εξέλιξη και αποφυγή των θυμάτων της τελευταίας περιόδου, είπε πως: «Η απάντηση έχει ήδη δοθεί και στη Βουλή από μένα και θα την επαναλάβω. Το νομοσχέδιο αυτό δεν προβλέπει τη νίκη απέναντι στο μέτωπο της εγκληματικότητας και δεν υπάρχει νομοσχέδιο όχι στην Ελλάδα, στον κόσμο ολόκληρο, που να νικάει την εγκληματικότητα.
Σκεφτείτε ότι αν μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό, με τους ποινικούς νόμους που έχουμε, δεν θα υπήρχε εγκληματικότητα. Δείτε όμως τι γίνεται γύρω μας. Το νομοσχέδιο επιχειρεί κάτι άλλο. Επιχειρεί να εκσυγχρονίσει το πλαίσιο στα γήπεδα ποδοσφαίρου της χώρας μας και του μπάσκετ, μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο θα είναι πλέον θωρακισμένο απόλυτα με την πιο σύγχρονη τεχνολογία, ότι γίνεται στις πιο σύγχρονες ευρωπαϊκές χώρες στον αθλητισμό. Κάνουμε λοιπόν πράξη κάτι το οποίο λείπει στην πατρίδα μας.
Φωτίζουμε κάθε περιοχή του γηπέδου. Ο νόμος περιγράφει αναλυτικά τι βλέπει η κάμερα ή κάθε κάμερα ξεχωριστά, από τα αποδυτήρια μέχρι τους εξωτερικούς χώρους, το ζουμ το οποίο θα υπάρχει, θα ξέρουν όλοι ότι το ξέφραγο αμπέλι – γήπεδο σταματάει να υπάρχει. Θα ξέρουν όλοι ότι από τις 6/3 και μετά με τις κάμερες και από τις 9/4 όσοι μπαίνουν στο γήπεδο ξέρουμε το όνομα τους, το τηλέφωνό τους, τη διεύθυνσή τους.
Ξέρουμε τα πάντα γι αυτούς. Αυτό είναι καινούργιο. Δεν αντιμετωπίζουμε την εγκληματικότητα. Το λέω αυτό γιατί παρερμηνεύεται πολλές φορές και λένε μα θα νικήσετε την εγκληματικότητα. Όχι, δεν νικάμε την εγκληματικότητα. Αναχαιτίζουμε την παραβατικότητα που γεννιέται και εκκολάπτεται μέσα στο γήπεδο. Να γίνει σαφές. Μέσα στα γήπεδα κατ εξοχήν του ποδοσφαίρου εκκολάπτεται, ομαδοποιεί αυτή η παραβατική συμπεριφορά από αυτούς τους φιλάθλους, οι οποίοι στο τέλος τέλος δεν αγαπάνε και την ομάδα τους, γιατί η συμπεριφορά τους το αντίθετο δείχνει.
Είναι συγκυριακά σε ένα γήπεδο, σε μία ομάδα που τη χρησιμοποιούν ως άλλοθι για να βγάλουν τις παραβατικές συμπεριφορές. Αυτούς λοιπόν θα τους ξέρουμε. Έτσι, αυτή η φωτεινή πλέον διάσταση που θα έχουμε μέσα από το νομοσχέδιο, η φωτεινότητα, το φως που θα ρίξουμε σε κάθε γήπεδο, πιστεύουμε ότι μεσομακροχρόνια θα αλλάξει και. τη συμπεριφορά αυτών των εγκληματικών στοιχείων».
Για τους συνδέσμους φιλάθλων
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην οπαδική βία εκτός των γηπέδων, αλλά και στο θέμα των συνδέσμων: «Η εγκληματικότητα έξω από τα γήπεδα αντιμετωπίζεται από την αστυνομία, όπως σε κάθε χώρα του κόσμου. Η Αστυνομία έχει την ευθύνη και την αρμοδιότητα να αντιμετωπίζει την εγκληματικότητα, να συλλαμβάνει τα εγκληματικά στοιχεία. Να ξέρετε να το ακούσουν και οι τηλεθεατές μας ότι η Ελλάδα διαθέτει το πιο σκληρό νομικό οπλοστάσιο απέναντι στην αθλητική βία. Αν συλληφθεί κάποιος για αθλητική βία και συμπεριφορά, οι ποινικές κυρώσεις είναι οι πιο αυστηρές στην Ευρώπη. Γι αυτό δεν πειράξαμε καθόλου το ποινικό πλαίσιο στο νόμο που φέραμε στη Βουλή.
Αυτό είναι από το 2022 στην πατρίδα μας. Κοιτάξτε, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ερώτημα. Κλείνουμε τους συνδέσμους; Οι παράνομοι σύνδεσμοι, ήδη έχει γίνει μία προσπάθεια και έχουν κλείσει οι περισσότεροι και δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή. Τι κάνουμε όμως; Αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα να υπάρχει ένα φίλαθλο κοινό το οποίο αγαπάει την ομάδα του και θέλει να είναι οργανωμένο. Δεν έχουμε το δικαίωμα σε αυτή τη φάση, είμαι πολύ προσεκτικός να πούμε ότι τους στερούμε το δικαίωμα να είναι δίπλα στην ομάδα που αγαπάει, να είναι οργανωμένος κοντά στην ομάδα του. Είναι δικαίωμά του.
Εδώ λοιπόν κάνουμε μία δομική αλλαγή στο σύστημα. Οι σύνδεσμοι θα είναι πλέον, θα κολλάνε, θα βρίσκονται πάνω στις ΠΑΕ, θα υπάρχει μόνο ένας σύνδεσμος που θα κολλάει πάνω και θα βρίσκεται στην ποδοσφαιρική ομάδα. Θα αντιστοιχεί μόνο σε μία ΠΑΕ και από εκεί και πέρα αλλάζουν πολλά πράγματα, διαμέσου του νόμου, θα γίνονται εκλογές, στους συνδέσμους θα εκλέγονται διοικητικά συμβούλια. Αυτά τα διοικητικά συμβούλια θα αποκτήσουν θεσμική υπόσταση.
Μόλις συσταθούν, θα είναι για πρώτη φορά θεσμικά όργανα τα οποία θα κάτσουν και θα συνομιλήσουν με τον Υπουργό Αθλητισμού, ως Ομοσπονδία Φιλάθλων, θέλουμε να ανεβάσουμε το επίπεδο. Θέλουμε να φέρουμε ανθρώπους στους συνδέσμους που αγαπάνε την ομάδα τους με ποιοτικά χαρακτηριστικά, που θα κάνουν πάρα πολλά πράγματα υπέρ της ομάδας και υπέρ του αθλήματος του ποδοσφαίρου ή του μπάσκετ.
Και μετά αυτή η ομοσπονδία συνδέσμων που θα είναι οι εκπρόσωποι των ποδοσφαιρικών εταιρειών, των φιλάθλων στην Ελλάδα, θα εκπροσωπείται και στην Ευρώπη, στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια και δεν το ξέρει ο κόσμος, οι φίλαθλοι εκπροσωπούνται ως θεσμικό όργανο. Στην Ελλάδα, Δεν το είχαμε κάνει αυτό, θα γίνει τώρα και προβλέπεται μέσα στο νόμο. Να λοιπόν οι δομικές αλλαγές που προβλέπουμε, που φιλοδοξούμε να αλλάξουμε το τοπίο».
Για τη συνεργασία με τις ΠΑΕ
Για τις σχέσεις με τις ΠΑΕ, ανέφερε πως: «Η συνεργασία και θέλω να το πω και να το ξαναπώ και το ξαναλέω δυνατά και ηχηρά με όλους τους θεσμικούς εκπροσώπους του αθλητισμού. Είναι πρωτοφανής, τόσο καλή γιατί ξεκινήσαμε τη συζήτηση με τις ΠΑΕ με τους οποίους είμαστε μαζί στην προσπάθεια απέναντι στη βία. Έχουμε την καλύτερη σχέση που υπήρχε ποτέ με την ΕΠΟ, με τη Super League 1 για το ποδόσφαιρο, με την Basket League για το μπάσκετ, με όλους τους εκπροσώπους των αθλημάτων, με όλους τους ομοσπονδίες.
Η συμμαχία απέναντι στη βία είναι ισχυρή, δυνατή. Είμαστε μαζί στην ίδια πλευρά, έχουμε πολύ καλή συνεργασία. Την έχουμε προετοιμάσει, έχουμε συζητήσει, δεν αιφνιδιάσαμε και το πιο σημαντικό ακόμα, εκτός από τη συμμαχία και τη σχέση ειλικρίνειας που έχουμε διαμορφώσει με όλο τον κόσμο του αθλητισμού και στη Βουλή, η ευρεία συναίνεση που υπήρξε στο νομοσχέδιο και η αποδοχή του υποδηλώνει την αποφασιστικότητα του πολιτικού συστήματος να πάει απέναντι με ολομέτωπη σύγκρουση με τη βία και την παραβατικότητα και θα το κάνουμε πράξη».
«Θα υπάρξει ένα μεταβατικό χρονικό διάστημα»
Για το «μεταβατικό» χρονικό διάστημα μέχρι να εμπεδώσει ο φίλαθλος κόσμος τις νέες διαδικασίες, ειδικά με τα εισιτήρια και την παροχή διευκολυντικών πληροφοριών, τόνισε πως θα προβλεφθούν ανάλογες διαδικασίες και τόνισε πως: «Σκεφτείτε ότι κάποτε στην Ελλάδα οι φορολογικές δηλώσεις υποβάλλονταν χειρόγραφα. Τώρα υποβάλλονται όλες πλέον ηλεκτρονικά.
Είναι ένα νέο ξεκίνημα για την πατρίδα μας, για τον χώρο του αθλητισμού. Το θεσμικό που υπάρχει στο νόμο προβλέπει ένα μόνιμο μηχανισμό που θα αξιολογεί, θα παρατηρεί και θα στέλνει συνεχώς μηνύματα εάν τηρούνται οι διαδικασίες των καμερών, αν λειτουργούν, τι βλέπουν τα πάντα. Αυτό είναι το καινούργιο, το οποίο δεν υπήρχε».