Blog Σελίδα 10253

Δίκη πατέρα Αντώνιου: «Είναι αθώος, όσο αθώα είναι και τα παιδιά στα Τέμπη…»

0

Άστοχη δήλωση του πατέρα Ευάγγελου

Στο προσκήνιο βρίσκεται ξανά η υπόθεση της Κιβωτού του Κόσμου με τη δίκη του πατέρα Αντώνιου. O πατέρας Ευάγγελος βρέθηκε στο δικαστήριο για συμπαράσταση και προσπάθησε με μια δήλωση του να παραλληλίσει τον πατέρα Αντώνιο με τα θύματα των Τεμπών.

«Εννοείται είναι αθώος ο πατέρας Αντώνιος, όσο αθώα είναι και τα παιδιά στα Τέμπη», δήλωσε μπροστά στις κάμερες ο πατέρας Ευάγγελος.

Η δίκη του πατρός Αντωνίου που κατηγορείται για ασέλγεια σε βάρος δύο ανήλικων τροφίμων της δομής, αναβλήθηκε για 1/10/2025.

antonios kivotos 1024x576 1

Ο ιδρυτής της «Κιβωτού του Κόσμου» κάθισε στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου προκειμένου να δικαστεί κατηγορούμενος για κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση με αφορμή τις καταγγελίες ενός 19χρονου και ενός 15χρονου.

Στο πλευρό του άλλοτε ισχυρό άνδρα της «Κιβωτού» η πρεσβυτέρα Σταματία Γεωργαντή. Η δίκη ωστόσο αναβλήθηκε λόγω κωλύματος στο πρόσωπο συνηγόρων υπεράσπισης.

Δείτε το βίντεο:



Δίκη μικρής Μελίνας: Αθώα η αναισθησιολόγος

0

Αυλαία, όσον αφορά τη δικαστική οδό, έπεσε στην υπόθεση θανάτου της 4χρονης Μελίνας Παρασκάκη, που έχασε τη ζωή της στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο μετά από χειρουργική επέμβαση ρουτίνας στις 29 Δεκεμβρίου του 2015. Αθώα η αναισθησιολόγος.

Σύμφωνα με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελιοδικείου Ηρακλείου, η αναισθησιολόγος κρίθηκε αθώα.

Νωρίτερα, σύμφωνα με το cretalive.gr, ο Πρόεδρος ανέλυσε ένα – ένα τα θέματα που προέκυψαν, τις καταθέσεις αλλά και τις δυσκολίες για να τεκμηριώσει το σκεπτικό της απόφασης. Εξήγησε γιατί διέταξαν την πραγματογνωμοσύνη στις 16 Δεκεμβρίου, λέγοντας πως τότε προέκυψαν κάποια νέα ζητήματα και γι αυτό το δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να διερευνηθούν.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως ήταν από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου στη διάρκεια της ανακοίνωσης της απόφασης να γίνεται από τον πρόεδρο τόσο εκτενή ανάλυση του σκεπτικού, εξετάζοντας ένα-ένα τα ζητήματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο αλλά και αυτά που ανέκυψαν διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας.

Υπενθυμίζεται ότι το μεσημέρι της Παρασκευής, στο Τριμελές Πλημμελιοδικείο Ηρακλείου, ολοκληρώθηκε η εξέταση των τριών πραγματογνωμόνων οι οποίοι είχαν απαντήσει εγγράφως στα ερωτήματα του δικαστηρίου, ωστόσο κλήθηκαν να εξεταστούν προκειμένου να απαντήσουν σε νέες ερωτήσεις και να δώσουν διευκρινήσεις.

Οι τοποθετήσεις τους πάντως προσέγγιζαν τις θέσεις της πλευράς της κατηγορουμένης αναισθησιολόγου.

Η στάση αυτή καταδεικνύει τη σοβαρότητα της υπόθεσης, για την οποία έχουν ειπωθεί – και γραφτεί – παρά πολλά και έτσι το δικαστήριο δια του προέδρου θέλησε να εξηγήσει με λεπτομέρειες το σκεπτικό. Χαρακτηριστικό ήταν επίσης, το γεγονός ότι ο Πρόεδρος αναφέρθηκε ακόμα και σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς και εκδοχές.

Το λόγο στη συνέχεια πήρε ο Εισαγγελέας της έδρας ο οποίος επιμένει στη ενοχή της κατηγορουμένης και αμέσως μετά τοποθετήθηκαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών.

Το χρονικό της τραγωδίας

Το πρωί της Κυριακής 27 Δεκεμβρίου του 2015 η 4χρονη Μελίνα από τη Νεάπολη εισήχθη στο Βενιζέλειο νοσοκομείο προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργείο για «κρεατάκια».

Αρχικά η 4χρονη Μελίνα πέρασε από προεγχειρητικό έλεγχο όπου, σύμφωνα με τους γιατρούς, δεν παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα.

Την Δευτέρα το κοριτσάκι εισάγεται για το προγραμματισμένο χειρουργείο με τους γιατρούς να προχωρούν στην αφαίρεσή τους και στην τοποθέτηση σωλήνων στα αυτιά.

Κατά την διάρκεια της ανάνηψης η 4χρονη Μελίνα παρουσίασε επιπλοκές με τους γιατρούς να την διασωληνώνουν ξανά και να την μεταφέρουν σε κρίσιμη κατάσταση στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων στο ΠΑΓΝΗ.

Στις 6 τα ξημερώματα της Τρίτης 29 Δεκεμβρίου το 4χρονο κορίτσι άφησε την τελευταία της πνοή.

Δίκη Μάτι: «Μαμά βοήθεια, μαμά ΚΑΙΓΟΜΑΙ φώναζε το παιδί μου» κατέθεσε εγκαυματίας που επέζησε

0

Η Κάλλι Αναγνώστου, μια βαριά εγκαυματίας που έζησε την κόλαση της φωτιάς και τον γολγοθά των νοσοκομείων περιέγραψε με οδύνη όσα έζησε στο Μάτι και πώς κατόρθωσε να επιζήσει η ίδια και το παιδάκι της 4,5 χρόνων.

Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ

«Είμαστε αγκαλιά με το γιο μου και συζητούσαμε για την εξαφάνιση των ειδών. Του είχα υποσχεθεί ότι θα πάμε στο Πλανητάριο κατά τις πέντε και ξύπνησα από τους καπνούς. Όπως ήμουν με το παιδί στην αγκαλιά και κοιτούσα το κινητό για συμβάν κοντά στη περιοχή μας.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έγιναν γεγονότα στην περιοχή. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ήρθε κανένας. Κάποια στιγμή κατά τις έξι παρά κατέβηκα κάτω. Έριξα μια ματιά από τα παράθυρα και έβλεπα μια μαυρίλα. Δεν υπήρχε σειρήνα, πυροσβεστικό αστυνομία τίποτα. Εμεις δεν ξέραμε τίποτα, ήταν ο πεθερός μου και εκείνος ανήσυχος. Καναμε βόλτα γύρω από το σπίτι.

Μονο μαυρίλα. Καποια στιγμή στη βεράντα έβλεπα πράγματα να πετάνε. Κάηκε το χέρι μου που έπεσε ένα μεγάλο κομμάτι στάχτης. Το μόνο που άκουσα ήταν ο δήμαρχος Ραφήνας ότι η φωτιά πάει στο Διόνυσο και οι κάτοικοι να μη βγουν» περιέγραψε.

Ακολούθησαν λεπτά έντονης ανησυχίας, με τη γυναίκα να παίρνει τηλέφωνα παντού προκειμένου αν δει τι να κάνει για να σωθεί εκείνη και η οικογένεια της.

«Τα τηλέφωνα είτε δεν απαντούν είτε βουιζουν. Κατά τις έξι και πέντε ξύπνησε το παιδί και τότε κόπηκε το ρεύμα. Από ένστικτο ανέβηκα επάνω και πήρα ρούχα για το παιδί. Έριξα μια ματιά έξω και είδα το μαύρο σύννεφο είχε φτάσει σε εμάς. Είδα τεράστιες φλόγες δεξιά μου και φώναξα το παιδί μου.

Καιγόμαστε! Κλάματα! Δεν μπορεί να γίνεται αυτό! Είναι ταινία! Είναι όνειρο! Είναι εφιάλτης. Ήταν ο δικός μου εφιάλτης. Φώναξα στο παιδί μου «Κωνσταντίνε φεύγουμε τώρα!».

Κανένας δεν μας είπε να φύγουμε. Να μη ζήσει το παιδί μου αυτό που έζησε. Αρχιζει να ουρλιάζει «μαμά μου θα κάνουμε; Μαμά μου θα πεθάνουμε; Και εγώ να του λέω ντύσου θα φύγουμε. Δεν έχουμε επιλογή. Τις φλόγες τις βλέπαμε στα δέντρα γύρω μας.

Έξι και τέταρτο. Το ρολόι που φορούσα είχε μέταλλο και μου έκαψε το δέρμα. Με πάγωσε περισσότερο η θέα από τις φλόγες που έρχονταν πάνω μου».

Ξεσπώντας σε λυγμούς, είπε “μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει τη φρίκη; Κανένας. Γιατι δεν ήταν εκεί. Εμεις είμαστε εκεί και το ζήσαμε. Ξαφνικά το παιδί φωνάζει μαμά! Και πέφτουμε και οι δύο κάτω και αρχίζει να ουρλιάζει!Μαμά καίγομαι!!!”

Συνειδητοποίησα δεν είχε βάλει τη μπλούζα του. Καίγεται το δέρμα του και έχω βάλει τα νύχια μου μέσα στο σώμα του. Φωνάζω συνέχεια. Μην κοιτάς τίποτα μόνο τρέξε. Βρισκόμαστε ανάμεσα στο δρόμο…Όπως τρέχουμε λιώνουν τα πόδια του και εγώ δεν μπορώ να του πω τίποτα.

Φωνάζει «μαμά βοηθά με, μαμά σώσε με». Εγώ δεν τον πήρα αγκαλιά γιατί αν το έκανα αυτό, θα είμαστε οι πρώτοι που θα έβρισκαν αγκαλιά.

Ήμασταν μόνοι μας και καιγόμαστε. Η μόνη φωνή και τα ουρλιαχτά ήταν του παιδιού μου. Μια φωνή που την έχω μέσα μου ακομα και τώρα φοβάμαι να τον πάρω αγκαλιά».

Συνεχίζοντας την περιγραφή της, η Κάλλι Αναγνώστου περιέγραψε λεπτό προς λεπτό την προσπάθεια της να φτάσει σε ασφαλές σημείο με το γιο της.

«Κάποια στιγμή όπως τρέχαμε είδαμε προβολείς. Ήταν ο γιος ενός γείτονα και θεώρησε ότι ήταν πυροσβέστες, αλλά είδε και μια μικρή σκιά. Εγώ πέθαινα ήδη… Είχα πάρει μεγάλο φορτίο. Ενιωθα τις φλέβες μου να χτυπάνε ακανόνιστα λες και ήθελαν όλα να βγουν από το σώμα.

Μας κατεβάζει κάτω και βλέπαμε μόνο καπνούς και πύρινες μπάλες. Μας αφήνει και μας είπε ότι πρέπει να φύγει. Με το που κλείνω την πόρτα του αυτοκινήτου λιποθύμησα για πρώτη φορά.

Με παίρνει ο πεθερός μου να με ανεβάσει σε ένα τραπέζι και να πάει να βρει νερό. Δεν ήταν εύκολο.Ειχαν φύγει όλοι σαν τρελοί. Καιγόμαστε σαν τα ποντίκια και φύγαμε σαν τα ποντίκια. Βρηκε ένα μπουκάλι και μου έδωσε λίγες σταγόνες.

Εκεινη την ώρα λιποθύμησα και άλλες φορές μετά. Με έσυρε. Με έβαλε πάνω στην πλάτη του. Η πεθερά μου πήρε τον μικρό και πήγαν σε έναν κολπίσκο. Ευτυχώς ήταν μια τουρίστρια και τύλιξε τα ποδαράκια του και αυτό τον βοήθησε.

Αν δεν ήταν εκείνη το παιδί μου θα το είχα χάσει. Στην καλύτερη περίπτωση θα είχε χάσει τα πόδια και τα χέρια του. Μου ζητά βοήθεια. Δεν μπορούσα να του μιλήσω, αλλά δεν ήθελα να καταλάβει ότι πέθαινα.

Ο κόσμος ούρλιαζε για βοήθεια και να μην έρχεται η βοήθεια. Δεν υπήρχαμε έως τότε. Όμως δεν υπήρχαμε ούτε και μετά στη ουσία..Αμελητέες οι δικές μας οι απώλειες. Τα παιδιά να ουρλιάζουνΕίδα τη θάλασσα και είπα να μπω να δροσιστώ αλλά δεν ήθελα να με δει το παιδί μου να πεθαίνω μπροστά του. Είχαμε ένα μπουκάλι νερό και μοιράζαμε τις σταγόνες. Ο σύζυγος μου που ήταν έξω προσπαθούσε να μας βρει. Μίλησε με τον πεθερό μου και του είπε καιγόμαστε.

Με ρώτησε αν ήθελα να του μιλήσω.Τι να του πω; Ότι το παιδί ήταν καμένο και δεν τον προστάτευσα; Κάποια στιγμή ήρθαν πυροσβέστες. Έδωσα τον Κωνσταντίνο και εκείνος φώναζε «θέλω τη μαμά μου».

Προσπαθησαν να πάρουν και εμένα αλλά είχα τόσο καεί, είχα ανοίξει και δεν μπορούσαν να με πιάσουν από πουθενά. Πάλευα να ανέβω. Τα πόδια μου ήταν γεμάτα υγρό. Το μόνο που έκανα κάθε φορά που ανάσαινα ήταν να νιώθω τις στάχτες μέσα μου.

Ανέβηκα επάνω και δεν τους είδα πουθενά. Είχαν φύγει. Ρώτησα έναν κύριο που είναι το παιδί μου. Κανένας δεν κατέβηκε κάτω γιατί φοβόταν. Εμείς δεν φοβόμαστε δεν καιγόμαστε και δεν πνιγόμαστε».

Περιγράφοντας στο δικαστήριο τη προσπάθειά της να σωθεί, έδωσε μια σοκαριστική εικόνα στο δικαστήριο.

«Απέναντί μου είδα κάτι που νόμιζα ότι ήταν κορμός δέντρου. Δεν ήταν. Ήταν άνθρωπος που κάηκε. Αυτός ο άνθρωπος δεν φοβήθηκε. Κάθισα σε κάτι σκαλάκια και είπα να κάτσω εκεί να περάσω το τέλος. Δεν μπορούσα να φύγω. Σωριάστηκα και έχασα τις αισθήσεις μου.

4513671 1

Κάποια στιγμή ξύπνησα. Ειδα μια κυρία καμένη.Με βλέπει και την ακούω να λέει για εμένα, «έχει πεθάνει ή ζει;». Με όλα αυτά πλέον δεν ζούσα. Μου μιλάνε και λένε δεν θα την βγάλει…Περίμενα …Το τίποτα. Προσευχομουν να φτάσει το λάδι μου να αντέξει και να είμαι καλά».

Όπως εξήγησε δεν ερχόταν βοήθεια από κανένα, μέχρι που εμφανίστηκε ένα βαν ιδιώτη.

«Μας βάζει μέσα για να μπορέσουμε να φύγουμε. Μπαίνουμε μέσα τρεις και ξεκινάμε να φύγουμε. Μας λέει συνεχώς κάντε υπομονή θα φτάσουμε. Θα μας πάνε τα παιδιά.

Ηταν δύο αστυνομικοί της Δίας που ήρθαν μόνοι τους γιατί άκουσαν ότι κατω καίγονται και ήρθαν. Το άκουσαν! Από που; Από τους ασύρματους που κάποιοι δεν άκουγαν. Μας πήγαν στο Σισμανόγλειο

. Άλλος Γολγοθάς. Και αν δεν φτάναμε μόνοι μας θα είμαστε νεκροί. Με έβαλαν σε φορείο και με ένα ψαλίδι έκοβαν τα ρούχα μου. Μου έβαλαν έναν ορό. Είμαι σε ένα φορείο στο διάδρομο και απέναντι μου έχω μια πόρτα ανοιχτή και εκεί έβαζαν σάκους που τους στιβαζονταν ο ένας πάνω στον άλλον. Εγω το ήξερα. Δεν ξέρω πως άλλοι δεν το γνώριζαν».

«Μένω εκεί μέχρι αργά με μια κουβέρτα, γυμνή και περιμένω να δω τι θα με κάνουν. Έχω τηλέφωνο στα χέρια μου και περιμένω να δω τι έχει γίνει με το παιδί μου. Δεν ξέρω αν έχει φτάσει, πως είναι, αν έχει ζήσει, αν ξέρει για μένα και τι ξέρει.

Τον έχουν πάει στο Αγία Σοφια στα επείγοντα να τον καθαρίσουν, να του περιποιηθούν τις πληγές. Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Φοβάται και είναι μόνος του. Ένα μωρό 5,5 ετών. Μέχρι τότε ήξερε μόνο εμάς. Δεν ήξερε κανέναν.

Έπρεπε να αφήσει άλλους ξένους να τον περιποιηθούν να τον ψαχουλέψουν, να του βάλουν σωληνάκια, να τον γδάρουν, όπως έγδαραν κι εμένα μετά. Ζητάει τη μαμά του και το μπαμπά του και δεν είμαστε εκεί. Κανένας δεν περίμενε ότι εγώ θα ζήσω. Για το παιδί μου το έκανα. Με είχαν σε ένα δωμάτιο με ανθρώπους που είχαν λοιμώξεις, εγώ να είμαι ανοιχτή. Με μια κουβέρτα. Σα να μην έφτανε ότι εισέπνευσα από τα τοξικά» είπε η μάρτυρας.

Η Κάλλι Αναγνωστου περιέγραψε λεπτομερώς όσα ακολούθησαν στα νοσοκομεία και τον Γολγοθά που πέρασε για να καταφέρει να ζήσει.

«Η περιποίηση τους ήταν να μου σκάσουν τις φουσκάλες με βελόνα. Ότι υπήρχε κόλλησε πάνω μου. Με πήραν στο Γεννήματα. Μπαίνουν γιατροί, νοσοκόμοι μου λένε σφιξε με, βρίσε με αλλά άσε να κάνουν τη δουλειά τους.

Τότε κατάλαβα. Αρχίζουν να με τραβάνε. Μου τραβούσαν το δέρμα. Να ουρλιάζω, να μη μπορώ να το αντέξω. Να ξέρω ότι αυτό το έχει περάσει το παιδί μου.

Ο αδελφός μου απ έξω δεν άντεξε. Έφτασε στο προαύλιο. Μέχρι εκεί ακούστηκαν τα ουρλιαχτά. Δεν μου είχαν δώσει ένα παυσίπονο στο Σισμανόγλειο. Δεν πίστευαν ότι θα ζήσω. Νόμιζαν ότι θα μείνω εκεί από καρδιά, από τις απλές αυτές σωματικές βλάβες.

Με έβαλαν σε ένα δωμάτιο μόνη μου με ένα σάκο σαν αυτούς που βάζουν στα νεκροτομεία. Είχα άγχος για το παιδί. Δεν ήξερα τι γίνεται. Ντρεπόμουν που δεν έκανα ότι καλύτερο μπορούσα».

Συνεχίζοντας την περιγραφή της, η μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στη διαδικασία που ακολούθησαν οι γιατροί, την οποία οι ίδιοι χαρακτήρισαν «βιασμό».

«Στις 25 Ιουλίου έρχονται να μου κάνουν αλλαγή. Μου έγδαραν ότι μπορούσαν, τα καθάρισαν. Είχαν πάρει δυο μεγάλες σακκούλες σκουπιδιών και πετούσαν γάζες, επιδέσμους, τις σάρκες μου. Τα έβλεπα και σκεφτόμουν τι έχει περάσει το παιδί μου.
Ακούω στην τηλεόραση «όλα τα κάναμε καλά και θα τα ξανακαναμε με τον ίδιο τρόπο».

Οι νεκροί κι εμείς είμαστε η απόδειξη ότι όλα έγιναν καλά! Με τον ίδιο τρόπο θα τα ξαναέκαναν! Τους λέω στείλτε με μέσα στη Βουλή να δουν ποσο καλά τα κάνανε!

Ήμουν καμμένη σε όλο το σώμα. Το πρόσωπο παραμορφωμένο. Το ματι έχει κλείσει δεν ξέρω αν θα έχω όραση. Να νιώθω τα πάντα να τεντώνουν, να μαζεύουν, να πετάνε οι φλέβες. Να τσούζω, να πονάω.

Με είχαν γεμίσει με σωληνάκια. Δεν υπήρχε φλέβα να μην έχει χρησιμοποιηθεί. Και να καίνε όλα. Όλα αυτό που είχα εισπνεύσει είχε συγκεντρωθεί στα πνευμονία μαζί με τη λοίμωξη. Άρχισα να κάνω αιμοπτυση, να βγάζω πήγματα μαύρα».

Τη στιγμή που πίστευε ότι δεν θα καταφέρει να ζήσει, η Κάλλι Αναγνωστου σκεφτόταν μόνο το παιδί της.

«Ήθελα να χαιρετίσω το παιδί μου. Με διασωλήνωσαν, εγώ ήθελα να ακούσω το παιδί μου. Δεν μπορεί τα τελευταία μου λόγια να είναι «τρέξε, φυγε». Οσο είμαι εκεί το παιδί μου σου Αγία Σοφια. Είναι καμμένη όλη η πλάτη του, τα χεράκια του, τα ποδαράκια του.

Έχει γίνει αγρίμι. Το μωρό. Ένα παιδί κοινωνικό και γλυκό. Ρωτούσε γιατί δεν έρχεται η μαμά μου; Γιατί δε μου μιλάει; Του είπαν ότι η μαμά κοιμάται. Πέρασαν έτσι 3 εβδομάδες».

Φανερά οργισμένη ανέφερε πως όταν ξύπνησε άκουσε στην τηλεόραση πως για όσα έγιναν στο Ματι, έφταιγαν οι κάτοικοι.

«Το πρώτο πράγμα που άκουσα όταν συνήλθα ήταν να ακούω ποιοι «έφυγαν» και για εμάς που μείναμε. Η μόνη σειρήνα που άκουσα εγώ ήταν από το Θριάσειο στο Γεννήματα.

Αν είχα ακούσει κάτι ίσως να μην ειχε γίνει τίποτα απ όλα αυτά» είπε και συμπλήρωσα: «Όσο ήμουν στο νοσοκομείο έπρεπε να κάνω αλλαγές. Με έβαλαν να κάνω χειρουργείο με χειροκίνητο θερμοτομο, αυτομοσχευματα όλα. Για να με κλείσουν μετά μου τα χτυπούσαν με συραπτικά.

Μετά για να μου τα βγάλουν χρησιμοποιούσαν τανάλιες. Πέρασα ένα μήνα σε ακινησία και να μαθαίνω ότι από θύματα είχαμε γίνει θύτες».

Η μάρτυρας περιέγραψε ότι όταν το παιδί της βγήκε από το νοσοκομείο, ήθελε να τη δει.

«Εγώ δεν ήθελα. Ήμουν γεμάτη πληγές και σωληνάκια. Έκανα δεύτερο χειρουργείο. Ηλπιζα να φύγω και να παω να τον δω από κοντά. Οι σωματικές βλάβες που αναφέρουν θα μας κυνηγούν μια ζωή. Θα πρέπει να προσέχουμε, να κάνουμε χειρουργεία, δε θα έχουμε φυσιολογική ζωή».

Αναφερόμενη στο παιδί της είπε:

«Ένα παιδί 5,5 ετών που έχει μια ζωή που μόνο παιδική δεν είναι. Δεν μπορεί να αθληθεί, να παίξει. Να ξυπναει τα βραδιά, να ουρλιάζει. Να το ζει ξανά και ξανά. Όπως κι εμείς. Ο,τι ζήσαμε εκεί και στα νοσοκομεία.

Το παιδί μου δε θα έχει ζωή όπως τα αλλά παιδιά. Ξυπναει και λέει «χεράκια μου, ποδαράκια μου δεν θα είστε ξανά τα ίδια».

Θέλει να μάθει λεπτομέρειες. Που είναι τα αλλά παιδάκια που χάθηκαν».

Εκφράζοντας το παράπονο της ότι δεν ακούστηκε μια συγγνώμη από τις Αρχές, ανέφερε:

«Συγγνώμη μου είπε η φυσιοθεραπεύτρια, ο γιατρός. Να σε γδέρνουν και να βγάζουν φωτογραφίες. 10%, 15%, 35% που θα φτάσει! Τους λέω αφήστε με. Δεν αντέχω άλλο. Βιασμός σώματος και ψυχής ξανά και ξανά. Δεν έφτασε η κόλαση της φωτιάς, έπρεπε να ζήσουμε κι αυτή την κόλαση. Ζούμε ζωές φυλακισμένες, ζούμε σε σώματα φυλακισμένα.

Μας είχαν κλείσει τους δρόμους και δε μπορούσαμε να φύγουμε. Περίμεναν απ’ έξω. Κανένας από εμάς δεν κοιμάται καλά το βράδυ. Τέσσερα χρόνια ουρλιάζουν όλα μέσα σου. Σωματική βλάβη.

Και να ουρλιάζει το παιδί μου κάθε βράδυ και να το ζει ξανά και ξανά. Να κοιμάται με το μπαμπά του για να μη ξύνεται.Επι 2,5 χρόνια ξυπνούσε ματωμένος. Κάθε πρωί να αλλάζουμε σεντόνια και να είναι ματωμένο μέχρι το κρεβάτι.

Ακόμα. Και τώρα γίνεται αυτό. Μπορεί να έχει φύγει το έντονο πρήξιμο αλλά είναι εκεί. Όσο μεγαλώνει, όσο ψηλώνει το δεσμά τεντώνει και σκίζεται.

Αρνούμαι να κάνω χειρουργεία γιατί δε θέλω να με δει. Είναι με αυτονοσχεύματα. Δε θέλω να με δει. Δε θα τα κάνω. Παίρνουμε αποφάσεις μόνοι μας. Μόνοι μες φροντίζουμε για όλα αυτά. Μόνοι μας κάναμε λίστες ο ένας για τον άλλο».

«Δε μπορώ εγώ να φτιάξω αυτά ότι έχουν χαλάσει στο παιδί μου. Δε μπορώ να κάνω τίποτα άλλο γι αυτό. Το μόνο που μπορώ είναι σας ζητήσω όλος αυτός ο πόνος του γιου μου να μη περάσει έτσι.

Ανήκω στην κατηγορία εκείνων που τα έζησε όλα. Θέλω να δικαιωθεί αυτό. Να βγει αυτή η αλήθεια. Να μη ξανασυμβεί. Θέλω να μου επιτρέψετε να φέρω τη φωνή του εδώ μέσα. Δεν μπορεί να έρθει ο ίδιος» είπε.

Σε εκείνο το σημείο η μάρτυρας έβαλε ένα βίντεο να παίξει με τη φωνούλα του γιου της να ζητάει δικαιοσύνη.

Δίκη Μάτι: «Βρήκα τον πατέρα μου νεκρό να σκάβει το χώμα να κάνει λαγούμι να κρυφτεί» – Νέες σπαρακτικές καταθέσεις

0

Συγκλόνισε σήμερα (23/01) με την κατάθεση που έδωσε στη δίκη για το Μάτι, ο μάρτυρας Μιχαήλ Σκαραμαγκάς, ο οποίος έχασε και τους δυο γονείς του στη φονική πυρκαγιά και από τότε, όπως είπε, ούτε και εκείνος είναι καλά καθώς δεν μπορεί να ξεπεράσει όλα όσα βίωσε εκείνη την ημέρα.

Με δάκρυα στα μάτια ο μάρτυρας μίλησε για την απώλεια των ηλικιωμένων γονιών και εξέφρασε το παράπονό του για τη στάση που επιφύλαξε στα θύματα και τους συγγενείς τους η Πολιτεία.

«Έχασα τους γονείς μου, το σκυλί μου, το σπίτι και καταστράφηκε όλη η περιοχή. Και έχω μια αίσθηση μήπως φταίω κιόλας. Το δικό μας σπίτι δεν ήταν σε κανένα ρέμα, ηταν σε στενάκι. Οι γονείς μου ήταν δημότες εκεί. Εκεί μεγάλωσα. Δε φταίγανε. Μέχρι και για το τελευταίο κεραμιδάκι είχε φωνάξει μηχανικό και το είχε δηλώσει για να είναι σωστός πολίτης» είπε ο κ Σκαραμαγκάς για να προσθέσει: « Βρήκα τον πατέρα μου νεκρό να σκάβει το χώμα να κάνει λαγούμι να κρυφτεί. 200 μέτρα από τη Μαραθώνος ήταν το σπίτι μας. Δυο ημέρες μετά τους βρήκανε με τη μητέρα μου. …Όταν πήγα στο σπίτι να τους βρω είδα μια άλλη γυναίκα να καίγεται. Έπαθα σοκ. Πάνω στη Μαραθώνος δεν υπήρχε κλαδάκι καμένο, γιατί την κλείσανε; Είδα μετά τη γυναίκα να την έχουν σκεπάσει με τα σεντόνια. Ένα ύφασμα δεν είχε καεί και είχε μείνει στην άκρη. Κάτι τέτοια φόραγε και η μάνα μου σκέφτηκα. Κρύψανε πολλά έμαθα ότι τους σβήνανε με πυροσβεστήρα και όταν τους ανασύρανε μετά μένανε κόκκαλα. Ο πατέρας μου ήταν δυο μέτρα και η σακούλα που τον βάλανε πολύ μικρή, η άλλη ήταν άδεια…. Ακόμη εγώ δεν είμαι καλά, η ζωή μου καταστράφηκε».

Νωρίτερα, η μάρτυρας Ελένη Παπαποστόλου, περιέγραψε στο δικαστήριο πως έδεσε τη σορό του ιερέα πατέρα της με το ράσο του και άρχισε να κολυμπά μαζί με τη μητέρα της ώστε να καταφέρουν να βγουν στο λιμάνι της Ραφήνας. Η μάρτυρας αφού εξήγησε ότι επιχείρησε να φύγει με το γονείς της οδικώς από τη περιοχή αλλά δεν τα κατάφερε καθώς οι δρόμοι ήταν μποτιλιαρισμένοι, περιέγραψε πως κατάφεραν τελικά η ίδια και οι γονείς της να φτάσουν στη θάλασσα όπου έμειναν τέσσερις ώρες. Ανέφερε χαρακτηριστικά:

«Καθίσαμε σε ένα ύφαλο. Ο πατέρας μου ήταν ψύχραιμος, ήταν πάντα ένας βράχος. Λέγαμε δίπλα είναι το λιμάνι της Ραφήνας, δεν πανικοβληθήκαμε. Λέγαμε κάποιος θα έρθει. Οι καπνοί γίνονταν πιο έντονοι. Φωνάζαμε για βοήθεια αλλά τίποτα. Κάποια στιγμή άρχισαν να ακούγονται εκρήξεις, λες και ήσουν σε πεδίο μάχης. Μετά τα πάντα σκοτείνιασαν, δεν έβλεπε τη μύτη σου. Δε ξέραμε που βρισκόμασταν. Η θάλασσα αγρίεψε, μεγάλη θαλασσοταραχή. Πάρα πολύς αέρας, πάρα πολλά κύματα, πάρα πολύς καπνός. Φωνάζαμε βοήθεια, η μάνα μου ήταν με τον πατέρα μου γαντζωμένη. Ήμασταν στο έλεος. Δε χωριστήκαμε καταφέραμε και μείναμε εκεί και οι τρεις μας. Οι γονείς μου προσεύχονταν. Καθίσαμε περίπου μια ώρα από τότε που μπήκαμε στο νερό να παλεύουμε. Είδα τον πατέρα μου να κάνει εμετούς. Σήκωσε τα χέρια και ζήτησε συγχώρεση από το θεό, κατάλαβε. Ένας ρόγχος και μετά εξέπνευσε. Έκανα τη κίνηση να του κλείσω τα μάτια. Τον γυρίζω ανάποδα. Φορούσε το ράσο. Δένω το ράσο με τη μάνα μου και της λέω να κρατηθεί από εμένα, θα πηγαίναμε κόντρα στα κύματα. Πως βρήκε τη δύναμη; Μου είπε «συνέχισε». Δεν θα τον αφήναμε…».

ADVERTISEMENT

Η κυρία Παπαποστόλου είπε στο δικαστήριο πως δεν είχαν καμία βοήθεια από πουθενά και πως κολυμπούσε με μητέρα της από τη μια μεριά και τον νεκρό πατέρα της στη μέση. «Μαμά ένας νεκρός» είπε ένα παιδάκι δίπλα μας για τον πατέρα μου. Η μάνα μου έλεγε «παιδί μου άφησε μας, άφησε με να πάω με τον πατέρα σου». Κρύωνε. Της είπα «αν σε αφήσω θα πνιγώ»» τόνισε η μάρτυρας για να συνεχίσει: «Κάποια στιγμή είδαμε τα φώτα της Ραφήνας. (…). Φτάσαμε κοντά σε μια βάρκα. Να είναι καλά οι άνθρωποι αυτοί και έτσι μπόρεσαν κάποιοι να σωθούν. Η «Αγία Άννα» το καΐκι μας έσωσε. Εποχιακοί ψαράδες. Αυτά τα παιδιά μάζεψαν κόσμο από τη θάλασσα. Σηκώσανε το πατέρα μου του έκαναν τις πρώτες βοήθειες. Η μητέρα μου σπαρτάραγε, είχε σπασμούς. Μας έφεραν κουβέρτες και νερά. Φτάσαμε στο λιμάνι της Ραφήνας, μας πήραν το ονόματα μας, ο πατέρας μου ήταν τυλιγμένος σε μια κουβέρτα.

Ένας Αιγύπτιος έκανε την προσευχή του, σεβάστηκε το νεκρό. Δεν υπήρχε όμως κανείς να τον παραλάβει. Δεν μπορούσε να γίνει η παραλαβή, ο καπετάνιος ήθελε να φύγει κινδύνευαν και άλλοι. Κάποια στιγμή ήρθε ένα αγροτικό… Το κράτος που ήταν δεν ξέρω…. Δε μπόρεσα να αποχαιρετίσω τον πατέρα μου, να του πω αυτά που ήθελα, να τον χαϊδέψω. Τον κράτησαν πέντε – έξι ώρες, κάνανε πλειστηριασμό τα γραφεία τελετών. Ούτε σε ψυγείο, ούτε σε σάκο. Όλη την εβδομάδα περιμέναμε να μας πουν. Μια το πήγαιναν στο Σχιστό μια στο Γουδί. Πηγαινοφέρνανε και τις σορούς εκτός ψυγείου; «Δώστε τον μας να τον θάψουμε» τους λέγαμε. Μας απαντούσαν ότι χρειάζεται ταυτοποίηση. Μα εμείς τον παραδώσαμε. Ο αδελφός μου έδωσε dna. …. Εκείνη την ημέρα δεν δούλεψε τίποτα. Όλοι όσοι είχαν το συντονισμό δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Έχω εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες στη κρίση σας».

Από την πλευρά η μάρτυρας Κασσιανή Πολίτου, είπε στην κατάθεσή της για την απώλεια της μητέρας της. «Έχουμε σπίτι στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα, οι γονείς μου ήταν εκείνη την ημέρα εκείνη. Εγώ ήμουν στη δουλειά μου. Πάντα υπήρχαν πυροσβεστικά και σειρήνες. Υπήρχε το αίσθημα της εμπιστοσύνης ότι κάποιος είναι εκεί. Εκείνη την ημέρα αυτό δεν υπήρξε» τόνισε η κ. Πολίτου για να προσθέσει: «Οι γονείς μου δεν ήξεραν ότι εκείνη την ημέρα ήταν μόνοι τους. Και αυτό δυσχέρανε τη θέση τους. Γύρω στις 4:50 κάλεσαν την αδελφή μου ζητώντας βοήθεια. Τους είπε να φύγουν. Μπήκαν στο αυτοκίνητο αλλά η μητέρα μου δε πρόλαβε. Ο πατέρας μου 87 ετών μπήκε στο αμάξι και αυτό καίγονταν. Περπάτησε ένα χιλιόμετρο μόνος μέσα στις φωτιές. Έμεινε στη θάλασσα αρκετή ώρα. Ώρες μετά βρέθηκε στο «Σισμανόγλειο». Στις 11 το βράδυ το έμαθα. Στις 7 το απόγευμα έμαθα ότι η μητέρα μου ήταν αγνοούμενη. Δεν καταλαβαίνω πως έγινε όλο αυτό». Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της μάρτυρα κατηγορούμενος της είπε: «Εγώ περισυνέλεξα τον πατέρα σας, να σας πω» και εκείνη του απάντησε: «Δεν θέλω να το συζητήσω».

Άλλη μάρτυρας η κ. Ιλόνα Σαρίεβα είπε για την απώλεια της μητέρας στη δίκη, ηλικίας 56 ετών: «Είχε πάει στο Κόκκινο λιμανάκι για μπάνιο. Δεν έμενε εκεί. Μια φίλη της είχε εξοχικό εκεί Πήρε το αμάξι για να φύγει αλλά δεν μπόρεσε. Το άφησε. Πήγε προς τη θάλασσα. Μια γειτόνισσα μου είπε ότι μας άφησαν να καούμε σαν τα ποντίκια».

Ακολούθως η μάρτυρας Μαρία Τσέκου και τα δυο της παιδιά αναφέρθηκαν στην απώλεια του συζύγου και πατέρα όταν ενώ αποφάσισαν να φύγουν από το Μάτι. «Ήμασταν στο σπίτι, είδαμε κάπνα από μακριά. Αποφασίσαμε να φύγουμε με το σύζυγό μου. Να συναντηθούμε στη Ραφήνα. Εγώ με την κόρη μας και πίσω μας έρχονταν ο σύζυγος. (…) Στη διαδρομή τον παίρναμε τηλέφωνο αλλά δεν απαντούσε….. Μάθαμε ότι τον πήγαν στον «Ευαγγελισμό». Είχε 85% εξωτερικά εγκαύματα και 25% εσωτερικά. Πήγαμε. Τι να σας πω τώρα; Ήταν καμένος. Μάθαμε από μια γειτόνισσα ότι είχε βοηθήσει έναν ανάπηρο γείτονα μας και τη γυναίκα του. 20 ημέρες νοσηλεύτηκε. Δεν μπορώ αυτή την ημέρα να τη ξεχάσω όσο ζω», είπε η σύζυγος του θύματος.

Τέλος, ο μάρτυρας Εμμανουήλ Πατελάρος, ο οποίος έχασε μητέρα του στο Μάτι, είπε: «Κατά τις 5 πήρα τη μητέρα μου και μου λέει γεμάτη αγωνία ότι «έχει πολύ καπνό και δε ξέρω τι να κάνω». Της είπα να κατέβει στο υπόγειο να κλείσει τα παράθυρα. Στις 6 ξαναπήρα δεν απαντούσε. …Θυμάμαι την είχα ρωτήσει αν ακούει κάτι, σειρήνες, ή περιπολικά. Όχι μου απάντησε. Ψάχναμε να τη βρούμε. Δώσαμε dna και ταυτοποιήθηκε. Η σορός της είχε βρεθεί απανθρακωμένη δυο δρόμους πιο πέρα».

Δίκη Μάτι: «Άφησα το παιδί τον 23χρονο γιο μου νεκρό στη θάλασσα για να σώσω τη κόρη μου – Ήθελα να ουρλιάξω»

0

Δεν έχουν τέλος οι τραγωδίες των οικογενειών που έζησαν τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι και οι οποίες ξετυλίγονται από τα ίδια τα θύματα και από τους συγγενείς στη δίκη που βρίσκεται σε εξέλιξη για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Σήμερα μια μητέρα μαζί με την κόρη της, περιέγραψαν πως αναγκαστήκαν να εγκαταλείψουν γιο και αδελφό στη θάλασσα αλλά και να δουν η φίλη τους να αφήνει και εκείνη την τελευταία της πνοή στο νερό, γνέφοντας τους μάλιστα να μεταφέρουν στα παιδιά της ότι τα αγαπά!

Στην κατάθεσή της η μάρτυρας Βασιλική Μίχα, αδελφή του 23χρονου Βίκτωρα, που άφησε χάθηκε στη θάλασσα ανέφερε πως εκείνη τη μοιραία ημέρα η ίδια, ο αδελφός της, η μητέρα τους και μια φίλη τους, η Αιμιλία, αιφνιδιασμένοι από την πυρκαγιά κινήθηκαν προς την παραλία για να σωθούν. «Δεν είχαμε άλλη επιλογή. Αν είχαμε καθυστερήσει να φύγουμε δύο τρία λεπτά η φωτιά θα μας είχε προλάβει και θα είχαμε καεί μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν υπήρχε κάποιος να μας ειδοποιήσει.

Να χτυπήσει μια καμπάνα. Ένας να είχε ειδοποιήσει κάποιον θα είχαμε φύγει και τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά» ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Μίχα για να συνεχίσει: «Τα κουκουνάρια που καίγονταν έπεφταν πάνω μας. Και για να μην καούμε τρέχοντας μπήκαμε στο νερό. Μόλις αντιλήφθηκε ότι η Αιμιλία δεν ήταν στη ζωή ο αδελφός μου πανικοβλήθηκε. Μετά από δύο κύματα ο Βίκτωρας έφυγε. Ήταν γυρισμένος ανάποδα.

Η μαμά μου δεν ξέρω πως άντεξε και το αντιμετώπισε. Τον γύρισε είδε το πρόσωπο του και ήταν μαύρος. Δεν το πίστευα ότι είχε φύγει. Μου έλεγε ο Βίκτωρας δεν είναι, πλέον, στη ζωή. Περίμενα κάποιον να έρθει. Τον κρατούσα. Μου είπε αν συνεχίσεις να τον κρατάς θα φύγεις και εσύ, θα φύγω και εγώ. Είχαμε μόνο η μία τη άλλη και κοιτούσαμε τον ουρανό περιμένοντας κάποιος να μας πετάξει ένα σωσίβιο. Τρέμαμε από το κρύο και την κούραση. Γυρνάω και λέω στη μαμά μου. «Θα πεθάνουμε και εμείς;» Δεν μου απαντούσε… Το πρόσωπο της ήταν μαύρο…Ήξερα πως αν έφευγε η μάνα μου θα έφευγα και εγώ».

Η μάρτυρας ανέφερε ότι για να χωριστεί με τη μητέρα της έδεσαν τα χέρια τους με τα εσώρουχα τους. Τελικά, όπως κατέθεσε γύρω στις 11 το βράδυ ένα καΐκι τις βοήθησε πετώντας τους δυο σωσίβια. «Εκείνη την ώρα έκλαιγα. Δεν ήξερα τι έπρεπε να αισθανθώ. Είχα αφήσει πίσω μου τον αδερφό μου. Λες και με είχαν κόψει στα δύο» είπε με λυγμούς η γυναίκα για να προσθέσει: «Αυτό που ζήσαμε να περιμένουμε πάνω από ένα τηλέφωνο να μας πουν που βρίσκεται. Δεν ξέρω σε ποιον άνθρωπο αξίζει κάτι τέτοιο. Μαρτύριο. Προσευχόμαστε να βρεθεί το σώμα του αδελφού μου. Την επόμενη Δευτέρα μας είπαν ότι είχε βρεθεί και έγινε και ταυτοποίηση. Δεν μπορέσαμε να τον δούμε να τον αποχαιρετήσουμε για τελευταία φορά. Τον αποχαιρετήσαμε μέσα σε ένα κλειστό φέρετρο. Στα πρώτα γενέθλια του αδερφού μου τη μητέρα μου την έπιασε κρίση πανικού γιατί δεν μπορούσε να το αντέξει. Είμαστε μισή ώρα μακριά από τη Βουλή, είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα εμείς; Που είναι το κράτος; Δεν ντρεπόμαστε λίγο; Ντροπή μας αυτά που γίνονται. Κάθε καλοκαίρι εγώ φοβάμαι πλέον για τη ζωή μου. Φοβάμαι να ζήσω τη ζωή μου σε αυτή τη χώρα γιατί ξέρω ότι δεν θα υπάρξει κανείς να με προστατεύει. Που ήταν οι αρμόδιοι; Που βρίσκονταν; Αν συνέβαινε ένας πόλεμος, σε όλους εσάς μιλάω, τι θα γινόταν; Αυτά που συνέβησαν είναι εγκληματικά. Έχετε ακούσει όλες τις μαρτυρίες των ανθρώπων που πνίγηκαν, κάηκαν ζωντανοί ουρλιάζοντας και όλα αυτά γιατί κανείς δεν έκανε τη δουλειά του. Ένας να είχε κάνει τη δουλειά του θα είχαν σωθεί οι περισσότεροι».

Συγκλονιστική ήταν η κατάθεση της μητέρας του παιδιού, Αθηνάς Μουτάφη, η οποία ζήτησε από την έδρα να μην φανεί κατώτερη των περιστάσεων όπως οι αρμόδιοι την μοιραία ημέρα της φονικής πυρκαγιάς. «Μέχρι να μπούμε στη θάλασσα ήταν λες και ανοίξαμε μια πόρτα και βρεθήκαμε στην κόλαση. Κάποια στιγμή ο Βίκτωρας μου έλεγε δεν αισθάνεται καλά και πως θα πεθάνει. Μου λέγε δεν θα αντέξω. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω. Εκείνη την ώρα δεν βλέπαμε ούτε στεριά ούτε τίποτα. Μας κουκούλωναν τα κύματα. Λες και μας είχες ρίξει στην άβυσσο. Η έγνοια μου ήταν να μην χαθούμε» είπε η κ. Μουτάφη στο δικαστήριο και στη συνέχεια τόνισε πως η φίλη της, Αιμιλία, της έκανε ένα νεύμα λέγοντας της «πες στα παιδιά μου ότι τα αγαπάω πολύ».

Αναφερόμενη στο γιο της η κ. Μουτάφη είπε: «Ο Βίκτωρας τα έβλεπε όλα αυτά και επιβάρυναν την κατάσταση του. Κάποια στιγμή η Αιμιλία εγκατέλειψε. Ήμουν σε κατάσταση πανικού. Ήθελα να τη βάλω έξω να τη δουν τα παιδιά της γιατί ήμουν σίγουρη ότι κάποιος θα έρθει να μας μαζέψει. Για αυτό και δεν την άφηνα. Είδα τον Βίκτωρα μπρούμυτα να επιπλέει. Το γύρισα ανάσκελα και του μιλούσα και δεν απαντούσε. Ήταν μαύρος παντού. Ο χειρότερος εφιάλτης που φαντάζεστε εσείς οι γονείς, εγώ τον έβλεπα μπροστά μου. Ή θα πήγαινα μαζί του ή θα άφηνα τον Βίκτωρα να σώσω τη Βάσια. Δεν ξέρω πώς το έκανα μη με ρωτάτε. Λειτούργησε το μητρικό ένστικτο . Αποφάσισα να πάρω τη Βάσια και να φύγουμε. Δεν έχω λόγια να σας περιγράψω εκείνες τις στιγμές. Δεν υπάρχουν λέξεις στο ελληνικό λεξικό. Τελικά συνεχίσαμε .Τον άφησα και έφυγα. Ήθελα να ουρλιάξω… Ήθελα να βουτήξω στη θάλασσα να πάω να τον φέρω πίσω. Δεν το πίστευα αλλά της έλεγα θα τα καταφέρουμε. Έβγαλα το εσώρουχο μου και δέσαμε τους καρπούς μας για να μη χαθούμε. Μας πήγαιναν τα κύματα όπου ήθελαν. Στις τρεις ώρες μέσα στη θάλασσα έφυγε το παιδί μου …».

Για την ηλικιωμένη μητέρα του που χάθηκε στο Μάτι και κατάφερε να αναγνωρίσει από τη βέρα της, μίλησε στην κατάθεσή του ο μάρτυρας Αναστάσιος Αθανασόπουλος ο οποίος είπε: «Στον «Ευαγγελισμό» βρήκα σχεδόν όλη την πολυκατοικία που ζούσε η μάνα μου. Βρήκα μια φίλη της μάνας μου, η οποία μου είπε ότι προσπαθούσε να φύγει και κάπου τη χάσαμε. Θεώρησα ότι ήταν χρέος μου να γυρίσω σπίτι να ψάξω να τη βρω. Εκείνο το βράδυ αναζητώντας τη έχασα επτά κιλά υγρά, κάηκαν τα παπούτσια μου και ήμουν νε τις κάλτσες. Έφτασα ξανά στο σπίτι .Οι αστυνομικοί μου είπαν ότι είναι πολλοί οι καμένοι. Ψάχνοντας τους σάκους είδα ένα δαχτυλίδι στο χέρι. Εκείνη τη στιγμή πήρα φωτογραφία του νεκρού που κείτονταν μπροστά μου».




Δίκη Μάτι-συγκλονίζει η κατάθεση της Ιρλανδής που ήρθε για μήνα του μέλιτος και έχασε τον άντρα της στις φλόγες

0

Ένα απίστευτο παιχνίδι έπαιξε η μοίρα στην Ιρλανδή Zoe Maria Holohan, η οποία είχε έρθει στην Ελλάδα για το μήνα του μέλιτος μαζί με το σύζυγο της, Μπράιαν, αλλά έζησε την απίστευτη τραγωδία να χάσει στο Μάτι τον σύντροφο της ζωής της.

H γυναίκα κατέθεσε σήμερα στη δίκη για το Μάτι και η περιγραφή της συγκλόνισε. Όπως είπε την ημέρα της φονικής πυρκαγιάς ξύπνησε ξαφνικά και δεν είδε δίπλα της στο κρεβάτι το σύζυγο της.

«Τον άκουσα να φωνάζει το όνομα μου καθόταν στη μπαλκονόπορτα και είχε ήδη πιάσει φωτιά ο κήπος. Ήταν σε σοκ. Ήταν πραγματική φωτιά. Ήταν πολύ μεγάλη. Αμέσως έκλεισε τις πόρτες και μου είπε να κλείσουμε και πίσω πόρτα» είπε η μάρτυρας σήμερα στο δικαστήριο και συνέχισε:

«Έτρεξα και είδα ότι ο πίσω κήπος είχε πιάσει επίσης φωτιά. Καταλάβαμε ότι έπρεπε να τρέξουμε για τη ζωή μας. Φόρεσα μία λευκή ρόμπα, πήρα διαβατήρια, πορτοφόλια και τις βέρες μας. Μέσα στη βίλα υπήρχε ένα αυτοκίνητο που είχαμε νοικιάσει. Πηδήξαμε μέσα στο αυτοκίνητο και προσπαθήσαμε να ανοίξουμε τη γκαραζόπορτα. Δεν άνοιξε. Τότε καταλάβαμε ότι είχε κοπεί ρεύμα. Θυμήθηκε ο Μπράιν ότι μας είχε πει η ιδιοκτήτρια βίλας πως υπήρχε ένα κλειδί, για να ανοίξει η γκαραζόπορτα, αλλά δε δούλευε. Ξοδέψαμε χρήσιμα λεπτά εκεί. Είδαμε ότι η φωτιά μας είχε περικυκλώσει. Καταλάβαμε ότι έπρεπε να τρέξουμε».

Στη συνέχεια η μάρτυρας περιέγραψε τα όσα αντίκρυσε όταν πια με το σύζυγό της κατάφεραν να βγουν στο δρόμο, χωρίς όμως -όπως  είπε -να ξέρουν προς τα που να πάνε.  Συγκεκριμένα κατέθεσε: «Είχαν πιάσει φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα μου. Φτάσαμε στο δρόμο και είδαμε κάτι πολυ μικρά παιδιά. Τέσσερα-πέντε. Δεν υπήρχε ενήλικος. Τα πήραμε στην αγκαλιά μας και αρχίσαμε να τρέχουμε. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο. Το σταματήσαμε, βάλαμε τα παιδιά μέσα. Καταλάβαμε ότι δεν υπήρχε χώρος για εμάς. Ζήτησα από τον οδηγό να μας βάλει στο πορτ μπαγκάζ. Άρχισε το αυτοκίνητο να τρέχει και αισθανόμαστε ότι πήγαινε σε ανηφόρα. Οι φλόγες ερχόταν συνεχώς κατά πάνω μας, μας έφτυναν. Το χέρι μου κόλλησε στο καπό. Όλο το σώμα μου είχε πιάσει φωτιά. Φωτιά έπιασαν και τα ρούχα του Μπράιν. Το αυτοκίνητο ξαφνικά τράκαρε σε ένα δέντρο. Το δέντρο έπεσε πάνω σε εμάς, ο Μπράιν άρχισε να φωνάζει και δεν μπορούσα να τον κρατήσω από το χέρι. Έπεσε από το αυτοκίνητο μέσα στη φωτιά. Η τελευταία του λέξη ήταν “γιατί”».

Η μάρτυρας αναφέρθηκε στη συνέχεια στην απώλεια του συζύγου της αλλά και στα όσα η ίδια υπέστη καθισμένη μέσα στο πορτ μπαγκάζ: «Προσπάθησα να του φωνάξω, ήθελα να ακούσει πόσο τον αγαπούσα και ότι ήταν ο καλύτερος σύζυγος. Ήξερα ότι είχε πεθάνει, εξαφανίστηκε μέσα στη φωτιά και τον άκουσα να φωνάζει. Καθόμουν στο πορτ μπαγκαζ και αισθάνθηκα ότι ήταν το φέρετρο μου. Δεν μπορώ να περιγράψω τον πόνο. Το πρόσωπο μου άρχισε να λιώνει και καθόμουν και περίμεναν τον θάνατο μου. Ήταν σαν φαντάσματα να βγαίνουν από καπνούς. Ένας πυροσβέστης, ήρθε και με έπιασε, με αγκάλιασε και με έβγαλε από το αυτοκίνητο. Νομίζω ότι ήρθε γιατί με άκουσε να φωνάζω το όνομα Μπράιν. Με άρπαξε, με αγκάλιασε, με έβγαλε και με πέρασε μέσα από φωτιά. Με πήγε μέσα σε ένα φορτηγό που φαινόταν της πυροσβεστικής. Του ζήτησα να γυρίσει να πάρει τον Μπράιν αλλά πιστεύω δε με κατάλαβε. Άρχισε να τρέχει ο οδηγός με μεγάλη ταχύτητα και μου μιλούσε για να με ηρεμήσει. Κοίταξε τα χέρια μου, είχε αρχίσει να βγαίνει το δέρμα μου, ήταν σαν ταινία τρόμου, από το ένα μάτι δεν έβλεπα. Τα μαλλιά μου, είχε κολλήσει στο σώμα… Κατάλαβα ότι τα κομμάτια του φορέματος φλέγονταν ακόμα. Τα παπούτσια μου καίγονταν.Νόμιζα ότι έβραζα. Ζήτησα να μου βγάλουν ρούχα. Δυστυχώς δεν καταλάβαινε η γυναίκα που ήταν δίπλα μου και άρχισε να μου ρίχνει νερό. Της είπα να μου κόψει τα ρούχα. Στην αρχή δεν καταλάβαινε, μετά το έκανε. Έβγαινε και δέρμα μαζί με το ύφασμα. Κατάλαβα ότι είχα καεί σε όλο το σώμα. Ήμουν αρχικά τόσο ζεστή και μετά τόσο κρύα. Δεν μπορούσα να ελέγξω σώμα μου. Τους ζητούσα συνέχεια να ψάξουν το Μπράιν. Πίστευα ότι κάποιος τον είχε σώσει και αυτόν…».

Ακολούθως η μάρτυρας αναφέρθηκε στη δική της εμπειρία από το ελληνικό σύστημα υγείας.

Μεταξύ άλλων ανέφερε: «Με πήγαν στο ασθενοφόρο, ο πόνος είναι τόσο ισχυρός, υπήρχαν δύο άτομα και τους παρακαλούσα να μου δώσουν κάτι για τον πόνο. Δεν απάντησαν. Έκλαιγα. Φώναζα και ζητούσα βοήθεια. Πίστευα ότι θα πεθάνω και άρχισαν να γελάνε. Δεν γνωρίζω γιατι γέλαγαν και ένας που μίλαγε καλά αγγλικά μου είπε να σκάσω και έσκασα. Αισθανόμουν έτσι κι αλλιώς ότι θα πεθάνω. Με πήγαν στο νοσοκομείο, τότε, κατάλαβα πως τόσος κόσμος έχει καεί. Παντου όλοι φώναζαν και έκλαιγαν και μύριζε καμμένο δέρμα. Ήμουν εκεί για μεγάλο διάστημα όπως κι άλλοι. Ήταν κόλαση. Κατάλαβα ότι είχα ακόμα τη τσάντα μου. Κάποιος με πλησιάσε με ρώτησε από που ειμαι και του του είπα από Ιρλανδία. Μου είπε μπορώ μα σε βοήθησε, γνωρίζω κάποιο στην πρεσβεια. Ζήτησα παυσίπονα. Νομίζω μίλησε με κάποιον. Κατάλαβαν ότι είχα ασφαλιστήριο υγείας επειδή το είχα δώσει σε αυτόν. Με έβγαλαν από τα επείγοντα, με πήγαν σε άλλο όροφο και νομίζω πως ήταν επειδή είχα ιδιωτική ασφάλιση. Με έβαλαν σε δωμάτιο με παράθυρο. Έβλεπα το πρόσωπο μου. Το μισό πρόσωπο είχε μαυρίσει και λιώσει. Το μάτι μου ήταν κλειστό. Τώρα μπορώ να δω».

Η μάρτυρας κατέθεσε πως με την παρέμβαση της Πρεσβείας της νοσηλεύτηκε σε ιδιωτική κλινική, για περίπου ένα μήνα, όπου υποβλήθηκε και σε πολλά χειρουργεία. Σε αυτό το νοσοκομείο έμαθε πως βρέθηκε η σωρός του συντρόφου της αλλά και για το θάνατο του πατέρα της πίσω στην πατρίδα της που ήταν για εκείνη ένα σημαντικό ακόμα πλήγμα. «Μέχρι τότε πίστευα πως ίσως είχε διασωθεί ο Μπράιν και βρισκόταν σε άλλο νοσοκομείο. Ο αδελφός μου, μου είπε πως πέθανε μέσα στη φωτιά. Ήμουν στο νοσοκομείο για ένα μήνα. Κάθε 2-3 ημέρες έκανα χειρουργεία. Τα πόδια μου είχαν καεί σε μεγάλο βαθμό. Πίστευα πως δε περπατήσω ξανά. Έχω κάνει 30 με 33 χειρουργεία», είπε χαρακτηριστικά.

Δίκη Λιγνάδη: Πειθαρχική έρευνα για τον Αλέξη Κούγια

0

Έρευνα σε βάρος του Αλέξη Κούγια διέταξε ο επικεφαλής των Πειθαρχικών Συμβουλίων του ΔΣΑ μετά την κίνηση του ποινικολόγου να δώσει στη δημοσιότητα φωτογραφίες μηνυτών και μαρτύρων στη δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη

Συμπληρωματική προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα σε βάρος του Αλέξη Κούγια άσκησε ο επικεφαλής των Πειθαρχικών Συμβουλίων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ζήσης Κωνσταντίνου.

Ο συνήγορος υπεράσπισης του Δημήτρη Λιγνάδη μπήκε στο «στόχαστρο» του αρμόδιου πειθαρχικού οργάνου εξαιτίας των 35 προσωπικών φωτογραφιών των μηνυτών και μαρτύρων κατηγορίας, τις οποίες ο υπερασπιστής ανάρτησε στο διαδικτυο, επαναλαμβάνοντας τα περί «στρατευμένων επαγγελματιών ομοφυλόφιλων».

Για το ζήτημα, ο Αλέξης Κούγιας κλητεύθηκε να καταθέσει απολογητικό υπόμνημα την Πέμπτη ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού εισηγητή. Δεν αποκλείεται δε να ζητήσει αναβολή για να προετοιμάσει το υπόμνημά του.

Δίκη Κούβελα: Συγκέντρωση αντιεμβολιαστών υπέρ του καθηγητή έξω από τα δικαστήρια

0

Συγκέντρωση αντιεμβολιαστών υπέρ του καθηγητή έξω από τα δικαστήρια

Στο εδώλιο κάθεται σήμερα ο καθηγητής της Ιατρικής σχολής του ΑΠΘ, Δημήτρης Κούβελας, κατηγορούμενος για διασπορά ψευδών ειδήσεων μέσω Διαδικτύου.

Δείτε το βίντεο:

Στο πλευρό του τάσσονται δεκάδες άτομα που βρίσκονται αυτή την ώρα έξω από το Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης, οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο αντιεμβολιαστές υγειονομικοί, φωνάζοντας συνθήματα όπως «Κούβελα θυμήσου, η αλήθεια είναι μαζί σου».

Η δίκη του καθηγητή αναμένεται να ξεκινήσει στις 9:00, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο.

Αναβλήθηκε η δίκη του καθηγητή Δ. Κούβελα για fake news λόγω απουσίας μαρτύρων

Μετά τη κατάθεση ενός μάρτυρα, η εισαγγελέας πρότεινε όπως και αποφασίστηκε την αναβολή της δίκης, καθώς δυο εκ των τριών μαρτύρων έλειπαν και κρίθηκαν άκρως απαραίτητοι για μια δίκαιη κρίση.

Η υπόθεση αφορά ανάρτηση του σε γνωστή πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης τον Αύγουστο του 2021, όταν συνέδεσε το ισχαιμικό επεισόδιο που είχε υποστεί ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Χαρδαλιάς, με πιθανή παρενέργεια του εμβολίου κατά του κορωνοϊού. Είχε αναδείξει μάλιστα και την ανάγκη να υποβληθεί κίτρινη κάρτα στον ΕΟΦ, για δυνητική ανεπιθύμητη δράση του εμβολίου.

Ο κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ, καθηγητής Θεόδωρος Δαρδαβέσης, κατά την διάρκεια της κατάθεσής του, έκανε λόγο για μια «κακή» ανάρτηση, υποστηρίζοντας ταυτοχρόνως ότι τα εμβόλια είναι ευλογία.

Πηγή: thessnews, thesstoday

Δίκη Καργιώτη: Ενοχή των τεσσάρων κατηγορουμένων ζητά η εισαγγελέας

0

Δολοφονία Αντώνη Καργιώτη: Την ενοχή των 4 κατηγορούμενων ζήτησε η εισαγγελέας

«Σας κοιτάζω στα μάτια και σας λέω ότι είστε ένοχοι» είπε η εισαγγελέας απευθυνόμενη στους τέσσερις κατηγορούμενους

Την ενοχή των τεσσάρων που κατηγορούνται για τη δολοφονία του Αντώνη Καργιώτη τον Σεπτέμβριο του 2023 ζήτησε η εισαγγελέας στη δίκη που βρίσκεται σε εξέλιξη στον Πειραιά.




Υπενθυμίζεται ότι ο Αντώνης Καργιώτης είχε χάσει τη ζωή του στο λιμάνι του Πειραιά όταν μέλη του πληρώματος του πλοίου «Blue Horizon» τον έσπρωξαν από τον καταπέλτη του πλοίου στη θάλασσα την ώρα που προσπαθούσε να επιβιβαστεί.

«Σας κοιτάζω στα μάτια και σας λέω ότι είστε ένοχοι» είπε η εισαγγελέας απευθυνόμενη στους τέσσερις κατηγορούμενους για τον θάνατο του Αντώνη Καργιώτη.




Αποδόθηκαν οι κατηγορίες σε ότι αφορά στον πλοίαρχο του Blue Horizon για διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, των θαλασσίων συγκοινωνιών από τις οποίες προήλθε θάνατος, καθώς και για κατάχρηση εξουσίας, όπως ανέφερε η εισαγγελέας.

Όπως είπε, το πλοίο έφυγε με ανοιχτό καταπέλτη, κάτι που έδινε την αίσθηση σε κάποιον επιβάτη ότι μπορεί και προλαβαίνει να επιβιβαστεί, κάτι το οποίο τελικά έγινε και πραγματώθηκε στο πρόσωπο του Αντώνη Καργιώτη.

Δίκη Ζακ Κωστόπουλου: Την ενοχή του κοσμηματοπώλη προτείνει ο εισαγγελέας

0

Την ενοχή του 77χρονου κοσμηματοπώλη Σπ. Δημόπουλου και του μεσίτη Αθ. Χορταριάγια για το κακούργημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης κατά παραυτουργία σε βάρος του Ζακ Κωστόπουλου εισηγήθηκε ο εισαγγελέας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας Σωτήρης Μπουγιούκος.

Στον αντίποδα ο εισαγγελέας πρότεινε να κηρυχθούν αθώοι οι τέσσερις αστυνομικοί οι οποίοι κάθονται στο εδώλιο.

Ο εισαγγελέας είπε στην αγόρευσή του πως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι έδρασαν τιμωρητικά και με βάση τα ιατροδικαστική ευρήματα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δικά τους σφοδρα χτυπήματα συνδέονται αιτιωδώς με τις ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις που οδήγησαν στο θάνατο του.

Τι ανέφερε στην πρότασή του ο εισαγγελικός λειτουργός ζητώντας την ενοχή του κοσμηματοπώλη και μεσίτη – Γιατί ζήτησε αθώωση για τους τέσσερις αστυνομικούς

Με μια αναλυτική αγόρευση στην οποία περιέλαβε όλα τα στοιχεία που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας, το οποίο δικάζει την υπόθεση θανάτου του Ζακ Κωστόπουλου, ο εισαγγελέας της έδρας Σωτ. Μπουγιούκο, ζήτησε σήμερα την ενοχή του ιδιοκτήτη του κοσμηματοπωλείου της οδού Γλάδστωνος αλλά και του συγκατηγορούμενού του μεσίτη.

Σύμφωνα με τον κ. Μπουγιόυκο οι εν λόγω δυο κατηγορούμενοι θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για το αδίκημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία σε βάρος του 33χρονου Ζακ Κωστόπουλου και όχι για αυτό της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, όπως ζητούσε η πολιτική αγωγή. Αντίθετα, ο εισαγγελικός λειτουργός ζήτησε από το δικαστήριο να κηρύξει αθώους τους τέσσερις κατηγορούμενους αστυνομικούς που είχαν σπεύσει έξω από το κοσμηματοπωλείο, αναφέροντας, κατά την αγόρευσή του, πως ενήργησαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, χωρίς να υπερβούν το μέτρο.

Μάλιστα σήμερα, ενώ αγόρευε ο εισαγγελικός λειτουργός στο δικαστήριο βρέθηκε και η Μάγδα Φύσσα, όπως και οι μητέρες της Ερατούς και της Γαρυφαλλιάς, που δολοφονήθηκαν από άνδρες

Η αγόρευση: Απερίσκεπτοι οι κατηγορούμενοι

Η αγόρευση του κ. Μπουγιούκου διήρκησε περίπου δυο ώρες στο δικαστήριο. Ο εισαγγελέας αφού πρώτα ανέλυσε το νομικό σκέλος της υπόθεσης, αναφέρθηκε στις πράξεις των έξι κατηγορουμένων σε συνδυασμό με τις ιατροδικαστικές εκθέσεις, τις μαρτυρικές καταθέσεις αλλά και το οπτικοακουστικό υλικό που περιλαμβάνονται στη δικογραφία.

Αναφερόμενος στους δυο κατηγορούμενους για τους οποίους ζήτησε ενοχή – τον κοσμηματοπώλη και τον μεσίτη – ο εισαγγελέας ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Ήθελαν να προκαλέσουν τις βλάβες. Τα τραύματα συνδέονταν με το θάνατο και ο οργανισμός του (θύματος) αντέδρασε μέσω του μηχανισμού στρες. Ο θάνατος δεν θα επέρχετο αν δεν είχε πληγεί με αυτό τον τρόπο επανειλημμένα και με σφοδρότητα». Όπως μάλιστα ανέφερε ο εισαγγελέας ο κοσμηματοπώλης και μεσίτης αν και είχαν δει ότι ο 33χρονος «είχε τραυματιστεί και αιμορραγούσε, αν και γνώριζαν ότι η επίθεση σε βάρος του με σφοδρότητα στο κεφάλι μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής έδρασαν απερίσκεπτα».

Συνεχίζοντας ο εισαγγελικός λειτουργός έκανε λόγο για μη αποδεκτή και τιμωρητική δράση των συγκεκριμένων δυο κατηγορουμένων, πλην όμως όπως ανέφερε, στόχος τους ήταν μόνο να κρατήσουν το Ζακ Κωστόπουλο στο σημείο μέχρι να έρθουν οι αρχές.

«Αν και η δράση τους είναι μη αποδεκτή κοινωνικά και με τιμωρητική διάθεση, η επιδίωξη τους ήταν η παραμονή του (του 33χρονου) στο κατάστημα και η σύλληψη του από τα όργανα» ανέφερε ο κ. Μπουγιούκος σημειώνοντας ότι αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι μόλις έβγαλαν το Ζακ Κωστόπουλο από το κατάστημα σταμάτησαν να δρουν.

Σε ό,τι αφορά το αίτημα της πολιτικής αγωγής για μετατροπή της κατηγορίας, ο εισαγγελέας ανέφερε ότι και οι δυο κατηγορούμενοι θα πρέπει να κριθούν ένοχοι κατά το κατηγορητήριο (δηλαδή για το κακούργημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία). Σύμφωνα με τον εισαγγελικό λειτουργό, η κατηγορία δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε ανθρωποκτονία εκ’ προθέσεως διότι οι δυο κατηγορούμενοι «δεν αποδέχθηκαν ως ενδεχόμενο το θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου».

Επίσης ο κ. Μπουγιούκος ανέφερε ότι ο Ζακ Κωστόπουλος δεν ήταν ληστής. «Δεν αφαίρεσε αντικείμενα, δεν απείλησε κανένα» είπε ο κ. Μπουγιούκος για να προσθέσει πως αντίθετα, οι κατηγορούμενοι «γνώριζαν ότι (το θύμα) ήταν σε κατάσταση πανικού και δεν είχε αφαιρέσει από το κατάστημα αντικείμενα, ότι ήθελε να απεγκλωβιστεί, ότι δεν ήταν επικίνδυνος και επιθυμούσε να διαφύγει».

Σύμφωνα ακόμη με τον εισαγγελέα ο κοσμηματοπώλης και ο μεσίτης «ενεργώντας με πρόθεση έριξαν με σφοδρότητα» χτυπήματα στο κεφάλι του Ζαχαρία Κωστόπουλου. «Ο πρώτος (ο κοσμηματοπώλης) από τις 5 φορές που κλώτσησε, οι τρεις βρήκαν το κάτω μέρος της τζαμαρίας του καταστήματος και το κεφάλι του Ζαχαρία Κωστόπουλου» είπε ο εισαγγελέας και συνέχισε: «Ο δεύτερος κατηγορούμενος (ο μεσίτης) κλώτσησε εννέα φορές προς το κάτω μέρος του καταστήματος και πέντε χτυπήματα πέτυχαν το θύμα, προκαλώντας πόνο στοτελευταίο».

Επιπλέον, ο εισαγγελέας ζήτησε να απορριφθούν οι ισχυρισμοί των δυο κατηγορουμένων ότι βρίσκονταν σε άμυνα. «Ο Ζαχαρίας Κωστόπουλος ουδέποτε επιτέθηκε κατά των κατηγορουμένων και οι κατηγορούμενοι ήταν αυτοί που του επιτέθηκαν, κατέστρεψαν την τζαμαρία κι τον έσυραν έξω από το κατάστημα» είπε ο κ. Μπουγιούκος επισημαίνοντας μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος μεσίτης δεν εξήγησε καν γιατί ενεπλάκη στην επίθεση.

Αθώωση για τους αστυνομικούς

Σε ό,τι αφορά στους τέσσερις κατηγορούμενους αστυνομικούς, οι οποίοι συνέλαβαν τον Ζακ Κωστόπουλο, ο εισαγγελέας ζητώντας την αθώωσή τους είπε μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια της αγόρευσης του: «Είχαν πρόθεση την ακινητοποίηση του θανόντος και να επιτευχθεί η δέσμευση και σύλληψη του. Δεν προχώρησαν στη σωματική του κάκωση αλλά ενήργησαν στο πλαίσιο τον καθηκόντων τους. Η δράση τους δεν ενέχει στοιχεία υπερβολής και δεν υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο. Δεν προκύπτει ότι η δράση τους συνδέεται αιτιωδώς με το θανατηφόρο αποτέλεσμα».

Οι δηλώσεις των γονιών του Ζακ Κωστόπουλου

Μετά την εισαγγελική αγόρευση σε δήλωσή της η Ελένη Κωστοπούλου, μητέρα του Ζακ Κωστόπουλου, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Περιμέναμε την αλλαγή κατηγορίας. Από τις απολογίες τους προέκυψε ότι δεν έχουν μετανοήσει και το μυαλό μου πάει στη λέξη δόλος. Υπήρχε κάτι που τους οδήγησε να συμπεριφερθούν έτσι. Οι αστυνομικοί υπερέβησαν το καθήκον τους και σαν αστυνομία δεν έκαναν τίποτα. Ακόμα υπάρχουν πολλά σημεία που δεν διερευνήθηκαν, δεν συλλέχτηκαν στοιχεία, μάρτυρες δεν βρέθηκαν. Αυτό τους καθιστά, όπως είχε πει και ο άντρας μου, δίπλα υπεύθυνους για τη βία που άσκησαν και δεν βοήθησαν. Να εξιχνιαστεί αυτή η υπόθεση. Πολλά στοιχεία και μαρτυρίες χάθηκαν και τους θεωρώ υπεύθυνους».

Από την πλευρά του ο πατέρας του Ζακ Κωστόπουλου, δήλωσε: «Περίμενα από τον εισαγγελέα να είναι πιο αυστηρός για τους αστυνομικούς. Δεν έλεγξαν τα κινητά τηλέφωνα των κατηγορουμένων. Υπήρχε καθαρά δόλος. Υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό που τον κλωτσοπατάνε. Δεν θα πιστεύουμε ούτε αυτό που βλέπουμε;».

Η δίκη θα συνεχιστεί τη Μεγάλη Δευτέρα.