Όταν ένας άνθρωπος πλησιάζει στο τέλος της ζωής του, ο οργανισμός του αρχίζει σταδιακά να περιορίζει ορισμένες βασικές λειτουργίες
Ποιες αλλαγές παρατηρούνται πρώτα και ποια αίσθηση μπορεί να διατηρείται μέχρι τις τελευταίες στιγμές;
Η διαδικασία του θανάτου αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα φαινόμενα της ανθρώπινης βιολογίας. Καθώς το σώμα εξασθενεί, η ανάγκη για τροφή και νερό μειώνεται, η επικοινωνία γίνεται δυσκολότερη και η ανταπόκριση στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος περιορίζεται.
Ωστόσο, ένα ερώτημα εξακολουθεί να απασχολεί τόσο τους επιστήμονες όσο και τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα σε αγαπημένα τους πρόσωπα κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής τους: Ποια είναι η τελευταία αίσθηση που χάνεται πριν από τον θάνατο;
Ο ειδικός στην ανακουφιστική φροντίδα, δρ. James Hallenbeck, ο οποίος έχει συνδεθεί με το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ των ΗΠΑ, έχει περιγράψει τις αλλαγές που παρατηρούνται κατά τη διαδικασία του λεγόμενου «ενεργού θανάτου» (active dying).
Ο όρος αναφέρεται στην τελική φάση της ζωής, όταν οι λειτουργίες του οργανισμού εξασθενούν σημαντικά και εμφανίζονται αλλαγές στην εγρήγορση, στην επικοινωνία και στις σωματικές ανάγκες.
Παρότι υπάρχουν ορισμένα συνηθισμένα μοτίβα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη, επιστημονικά αποδεδειγμένη σειρά με την οποία όλοι οι άνθρωποι χάνουν τις αισθήσεις τους.

1. Η όρεξη και η δίψα μειώνονται
Μία από τις συχνότερες αλλαγές που παρατηρούνται όταν ένας άνθρωπος πλησιάζει στο τέλος της ζωής του είναι η σταδιακή μείωση της όρεξης.
Καθώς ο μεταβολισμός επιβραδύνεται και οι ανάγκες του οργανισμού μεταβάλλονται, το άτομο μπορεί να μην επιθυμεί πλέον να καταναλώνει τις ποσότητες τροφής και υγρών που συνήθιζε.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η επιθυμία για φαγητό περιορίζεται σημαντικά, ενώ ορισμένοι άνθρωποι σταματούν σχεδόν εντελώς να τρώνε.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι χάνεται η αίσθηση της γεύσης. Πρόκειται κυρίως για μεταβολή της όρεξης και των αναγκών του οργανισμού.
Οι επαγγελματίες της ανακουφιστικής φροντίδας εξηγούν ότι η πίεση για κατανάλωση τροφής μπορεί να προκαλέσει δυσφορία. Γι’ αυτό, η φροντίδα προσαρμόζεται στις ανάγκες και στις επιθυμίες του ασθενούς, με ιδιαίτερη έμφαση στην άνεσή του.
2. Η ομιλία και η επικοινωνία γίνονται δυσκολότερες
Μια ακόμη συνηθισμένη αλλαγή είναι ο περιορισμός της επικοινωνίας.
Ο άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται έντονη κόπωση, να κοιμάται περισσότερες ώρες και να δυσκολεύεται να συμμετάσχει σε συζητήσεις.
Σταδιακά, ενδέχεται να απαντά με λίγες λέξεις, με κινήσεις ή με εκφράσεις του προσώπου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η λεκτική επικοινωνία σταματά, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι ο ασθενής δεν αντιλαμβάνεται τίποτα από όσα συμβαίνουν γύρω του.
Η απουσία αντίδρασης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι έχουν χαθεί όλες οι αισθήσεις.
Γι’ αυτό, οι ειδικοί συχνά συμβουλεύουν τους συγγενείς να συνεχίζουν να μιλούν με ήρεμο και καθησυχαστικό τρόπο στον άνθρωπό τους, ακόμη κι όταν εκείνος δεν μπορεί να απαντήσει.
3. Η όραση και η αντίληψη του περιβάλλοντος μπορεί να μεταβληθούν
Καθώς μειώνεται η εγρήγορση, μπορεί να περιορίζεται και η ικανότητα του ανθρώπου να παρακολουθεί όσα συμβαίνουν γύρω του.
Ορισμένοι ασθενείς δυσκολεύονται να εστιάσουν το βλέμμα τους ή να ανταποκριθούν σε οπτικά ερεθίσματα.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η όραση χάνεται υποχρεωτικά μετά την ομιλία ή πριν από τις υπόλοιπες αισθήσεις.
Η νοσηλεύτρια ανακουφιστικής φροντίδας Julie McFadden έχει μιλήσει δημόσια για εμπειρίες ασθενών που, κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής τους, αναφέρουν ότι βλέπουν αγαπημένα πρόσωπα που έχουν πεθάνει.
Τέτοιες εμπειρίες έχουν περιγραφεί στην ανακουφιστική φροντίδα, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μία ενιαία επιστημονική εξήγηση για όλες τις περιπτώσεις.
Δεν αποτελούν απόδειξη ότι ο άνθρωπος έχει χάσει την όρασή του ούτε ότι πρόκειται απαραίτητα για παραισθήσεις.
4. Η αφή και η ανταπόκριση στα εξωτερικά ερεθίσματα
Η αφή αποτελεί μία ακόμη αίσθηση που μπορεί να επηρεαστεί κατά το τελικό στάδιο της ζωής.
Ένας άνθρωπος ενδέχεται να μην αντιδρά πλέον με τον συνηθισμένο τρόπο όταν κάποιος του αγγίζει το χέρι ή τον ώμο.
Ωστόσο, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η απουσία εξωτερικής αντίδρασης δεν αποδεικνύει απαραίτητα πως έχει χαθεί η αίσθηση της αφής.
Η συνειδητή αντίληψη των ερεθισμάτων είναι δύσκολο να αξιολογηθεί σε ασθενείς που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν.
Επιπλέον, δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η αφή χάνεται πάντοτε πριν από την ακοή.
Το απαλό άγγιγμα μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο έκφρασης φροντίδας και παρουσίας, εφόσον είναι ευχάριστο για τον ασθενή.
5. Η ακοή: Είναι πράγματι η τελευταία αίσθηση που χάνεται;
Η ακοή βρίσκεται στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος, καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι ο εγκέφαλος μπορεί να συνεχίζει να επεξεργάζεται ηχητικά ερεθίσματα ακόμη και όταν ένας άνθρωπος δεν ανταποκρίνεται πλέον στο περιβάλλον του.
Μια επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2020 στο περιοδικό Scientific Reports εξέτασε την εγκεφαλική δραστηριότητα ασθενών που βρίσκονταν στο τελικό στάδιο της ζωής τους.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ηλεκτροεγκεφαλογράφημα για να καταγράψουν τις αντιδράσεις του εγκεφάλου σε διαφορετικούς ήχους.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ορισμένοι ασθενείς εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν εγκεφαλικές αντιδράσεις σε ηχητικά ερεθίσματα, ακόμη και όταν δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν ή να ανταποκριθούν εξωτερικά.
Το εύρημα αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς υποδηλώνει ότι ορισμένες λειτουργίες της ακουστικής επεξεργασίας μπορεί να διατηρούνται μέχρι πολύ αργά.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιαστική επιστημονική διευκρίνιση.
Η καταγραφή εγκεφαλικής αντίδρασης σε έναν ήχο δεν αποδεικνύει ότι ο ασθενής τον ακούει συνειδητά ή κατανοεί όσα λέγονται γύρω του.
Επιπλέον, η συγκεκριμένη μελέτη δεν εξέτασε τη σειρά με την οποία χάνονται όλες οι ανθρώπινες αισθήσεις.
Επομένως, παρότι η ακοή ενδέχεται να διατηρείται μέχρι πολύ αργά, δεν έχει αποδειχθεί οριστικά ότι είναι η τελευταία αίσθηση που χάνεται πριν από τον θάνατο.
Το φαινόμενο της ξαφνικής διαύγειας πριν από τον θάνατο
Ένα ακόμη φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς είναι η πρόσκαιρη επιστροφή της διαύγειας και της επικοινωνίας, έπειτα από μια περίοδο σημαντικής εξασθένησης.
Το φαινόμενο αναφέρεται συχνά ως «τελική διαύγεια» (terminal lucidity).
Σε ορισμένες περιπτώσεις, άνθρωποι που προηγουμένως δυσκολεύονταν να επικοινωνήσουν μπορεί ξαφνικά να μιλήσουν πιο καθαρά, να αναγνωρίσουν συγγενείς ή να δείξουν μεγαλύτερη εγρήγορση.
Η Julie McFadden έχει περιγράψει τέτοιες εμπειρίες μέσα από την εργασία της στην ανακουφιστική φροντίδα.
Ωστόσο, η συχνότητα του φαινομένου δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια, ενώ οι επιστήμονες εξακολουθούν να μελετούν τους μηχανισμούς που μπορεί να το προκαλούν.
Η προσωρινή βελτίωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η κατάσταση της υγείας του ασθενούς έχει αντιστραφεί.
Τι συμβουλεύουν οι ειδικοί τους συγγενείς
Η επιστημονική γνώση γύρω από τις τελευταίες ημέρες της ζωής έχει ιδιαίτερη σημασία για τις οικογένειες που βρίσκονται δίπλα σε έναν άνθρωπο που πεθαίνει.
Οι επαγγελματίες της ανακουφιστικής φροντίδας συνιστούν να διατηρείται ένα ήρεμο περιβάλλον, με σεβασμό στις ανάγκες και στην αξιοπρέπεια του ασθενούς.
Η ομιλία με ήρεμη φωνή, η παρουσία αγαπημένων προσώπων και η αποφυγή περιττών ερεθισμάτων μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός πιο υποστηρικτικού περιβάλλοντος.
Ακόμη κι όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να απαντήσει, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται.
Ποια είναι τελικά η τελευταία αίσθηση που χάνεται;
Παρά τις επιστημονικές έρευνες, η ακριβής σειρά με την οποία εξασθενούν οι ανθρώπινες αισθήσεις κατά το τέλος της ζωής παραμένει άγνωστη.
Η μείωση της όρεξης, ο περιορισμός της ομιλίας και οι μεταβολές στην ανταπόκριση σε οπτικά και απτικά ερεθίσματα αποτελούν συχνές παρατηρήσεις, αλλά δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους.
Η ακοή είναι μία από τις αισθήσεις για τις οποίες υπάρχουν επιστημονικές ενδείξεις ότι η εγκεφαλική ανταπόκριση μπορεί να διατηρείται μέχρι πολύ αργά.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που οι ειδικοί ενθαρρύνουν τους συγγενείς να συνεχίζουν να μιλούν στους αγαπημένους τους με ηρεμία και σεβασμό, ακόμη και όταν εκείνοι δεν μπορούν πλέον να ανταποκριθούν.
Η επιστήμη δεν έχει απαντήσει οριστικά στο ερώτημα ποια αίσθηση χάνεται τελευταία. Έχει όμως δείξει ότι η απουσία εξωτερικής αντίδρασης δεν σημαίνει απαραίτητα και πλήρη απουσία εγκεφαλικής επεξεργασίας των ερεθισμάτων.
