Το λεξιλόγιο των Πατρινών: Μινάρας, κουρκουσάλι, ήσαντε, Ταγιαντρεός και άλλες 175 λέξεις

21 Αυγούστου, 2018 5:56 ΜΜ
More videos

Όλες οι περιοχές της Ελλάδας έχουν τις δικές τους λέξεις για να περιγράφουν διάφορες καταστάσεις ή άτομα. Σήμερα θα δούμε το λεξιλόγιο της Πάτρας. Φυσικά η πιο γνωστή λέξη που γνωρίζουμε σχεδόν όλοι είναι ο Μινάρας αλλά σας δούμε και τις υπόλοιπες που έχουν αρκετό ενδιαφέρον.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΠΑΤΡΙΝΩΝ:

• Μινάρας = μαλάκας
• Δώμου = Δώσε μου
• Μπίζα = Αρακάς
• Μάπα = Λάχανο
• Χοντρομπίγουλη = φιδές
• Τουτουμάκια = Μακαρονάκι κοφτό (χυλοπίτες)
• μαντορίνια = μανταρίνια
• Αραποσίτι = Καλαμπόκι
• Γορδόνια = κορδόνια
• Κουρκουσάλι = χαλάζι
• Στάει = Στάζει (χύνεται)
• Πορτόνι = Αυλόπορτα
• Στουμπήχτηκα – Στούμπηγμα = Χτύπησα, μελάνιασα
• Ξεήγκλωτο = ξεχειλωμένο
• Μερελό = τρελό
• Μπανταβό = χαζό
• Τσερλιό = διάρροια
• κάλιασε = έτυχε
• σπίνωσέ το = βάλτο πιο σιγά, χαμήλωσέ το (ραδιόφωνο
• κοκότα = καρούμπαλο
• ψιλικά = μυρωδικά
• Λιανά = ψιλά (χρήματα)
• πέσε = πες
• χάμω = κάτω
• ντωτό = χαλαρό
• μπαμπουλωμένος = κουκουλωμένος
• καμιανού = κανενός
• πιλαλάω = τρέχω
• καλικούτσα= παίρνω κάποιον στην πλάτη
• έγκωσα = χόρτασα
• σκούρα = παντζούρια
• έφαγα μια γιαούρτη = ένα γιαούρτι
• κουντράω = τρακάρω χτυπάω
• πούμωμα, πούμωσα = κρύωμα, κρύωσα
• έκιωσα = τελείωσα
• έντωσα = τέντωσα έδεσα
• τσούπα = κοπέλα
• ταγιαντριός = Του Αγίου Ανδρέα!!!!

• Τάντινο = λεπτό, ευαίσθητο

• ξεσβουρτσίστηκα = έπεσα, τσακίστηκα

•Ξεμπουντουλωμός = Χαλασμός (αέρας, βροχή)
• Τσουρούλια = τρέχει γρήγορα, μαλλιά κουβάρια

• Τσιμπίπo = σταφύλι

• Ερεψε = αδυνάτισε (βλπ.το ρεμένο)

• Καλικατζούρες = άσχημα γράμματα

• Ήσαντε= ήταν

• Κατσιφάρα = ομίλχη, πούσι

• Λιακωτό = ταράτσα

• Γούβα = Λακκούβα

• Αφερεμένο = χαζό

• Πίστρωσέ με = σκέπασε με

• Κούτσαβλος = κουτσός

• Λέρα = βρωμιά (λέρα πέτσα)

• Σακαφλιόρα = άσχημη, ξερακιανή γυναίκα

• Σκαμπίλια = σφαλιάρες

• κοκκινογούλια = ραπανάκια

• ξεμπουρίζω = παρασέρνω (τον ξεμπούρισε)

• σομάρα = κομάρα (έχω μιά…σομάρα απόψε)

• Τίρα =κοιτα

• σκουτί=πανι παλιο

• μπούζι = κρύος, παγωμένος

• μπαίγνιο = γελοίος, περίγελος

• Λούμπα=Λακούβα με νερό

• Αλιάδα =  η  σκορδαλιά

• Αχινέος =   ο αχινός

• Χάβαρο =  η  αχιβάδα

• Πλανιδού =  η  γυναίκα  πού μαζεύει  τα  πλανίδια

• Μιναροκεφτές =  παράγωγο από το  μινάρας

• Μαλακαντρέας = συνοδευτικό  τού Ανδρέα

• Μπαγιόκο =  τα  αρκετά χρήματα

• Φοντάνα =  ο  δημόσιος  κρουνός

• Αρούκατος=αδέξιος…

• Ποδέσου= φόρεσε παπούτσια,

• Καίνοσε ή Κένοσε=στρώσε τραπέζι

• Ρέλλο = στρίφωμα

• Τουτουμάκια: χυλοπίτες

• Πόμολο= χερούλι πόρτας ή παραθύρου

• Νίβομαι= πλένω το πρόσωπό μου

• Κάμαρα= δωμάτιο

• Κλειδωνιά= κλειδαριά

• Μπούλα=μασκαράς

• Αντε= φύγε

• Μπουρμπουλίθρες = φυσαλίδες

• Κόπανος = βλάκας, ηλίθιος

• Σιφονιέρα = έπιπλο τραπεζαρίας ή σαλονιού

• Τσίτσιρι = φρέσκα ρεβύθια

• Τσιμπίμπο – λευκή σταφίδα

Σύρε = πήγαινε

• Μπίγουλι = φιδές

• Πασατέμπο = ψημένοι σπόροι κολοκύθας

• Φουσκές = χαστούκια

• Ήμουνα = ήμουν

•  Φούσκα = μπαλόνι

•  Χαζοβιόλα = αφηρημένη

•  Χαμούρα = ξεπεσμένη

•  Ψηλαλώνια = Υψηλά Αλώνια

•  Χούφταλο = ηλικιωμένος

•  Τενεκές = άχρηστος

• σέσκλα= σέσκουλα

• σαβουρώνω= τρώω ακατάσχετα

• Τη βρήκα = πέρασα καλά

 

Κι ακόμα:

“γεια σου κι αλήθεια λέω” =στο φτέρνισμα

κατσούλα=κουκούλα

κατουρίστηκα = κατούρησα

η κάδη = ο κάδος

μεσάλα = τραπεζομάντηλο

νευριάστηκα = νευρίασα

Σκοτισαρχίδης= πολύ ενοχλητικός

Σκιάχτηκα= φοβήθηκα

Σκλεπού =  η ασχημη  γυναίκα

Κοτέτσενα =  αυτή  πού  ασχολείται  με  κότες

Μπαρπουτσέλι =  το  μικρό  μπαρμπούνι

Σαρδελί =  το  σαρδελάκι

Βοϊδογλιψά= φύτρες μαλλιών

μακεδονιση=μαιντανοσ
κοκοροβι=χοντρο χαλαζι

πραματα-ζα=τα προβατα

Μέσκουλα-Μεσκουλιά=Μούσμουλο(

φρούτο)-Μουσμουλιά(δέντρο)

Κρεμανταλάς =   ο  ψηλός   ανδρας

Αντούβιανος =  ο  βλάκας

Μακρασκέλα =  η  γυναίκα  με  μεγάλα   πόδια

Κουσκουρού =  η  κουτσομπόλα

Λίγδα =  η  μαύρη αλανιάρα  τσιπούρα

Λιγδοπούλα =  η  μικρή  λίγδα

Μιξινάρι =   το   κεφαλόπουλο

Μανιαούρι =  το  προσφυγόπουλο

Βοϊδογλιψά= φύτρες μαλλιών

λαχανοπιτα=χορτοπιτα

μακαροτσινια=κοφτο μακαρονακι (που φτιαχνουμε με τ χταποδι)

μαλακιασμενο=μαλακισμενο

μπατζουρια-εξωφυλλα ή τ αντιστροφο

νιτερέσσα=δωσοληψία

στιλιάρι,τζέρο=ξεροκεφαλος

κοτσονούρης=διάολος

σ εχει καβαληκει ο μπαρμπας σου=σε εχει βαλει ο διαολος

κατσιμπουχέρι=μπάστακας

μολιντίρι=μικρή σαύρα

κεσάτια = αναδουλιές

κολοσούρτης = τραίνο

μπακαλιάρος, μπακαλάος = βακαλιάρος, βακαλάος

παρασόλι = ομπρέλα για τον ήλιο

παρωνύμι = παρατσούκλι, παρώνυμο

σαλιόρα = η μεγάλη πετσέτα φαγητού

σκουτέλι = κεσές γιαούρτι

συρφετάσι = δοχείο μεταλλικό που έκλεινε σφιχτά, βάζανε το κολατσιό, το φαγητό για την εκδρομή.

χαμουτζής = αυτός που δουλεύει στα γόνατα, μεταφορικά ο βρώμικος

χαμάδες = ελιές, σταφύλια, φρούτα που έχουν πέσει κάτω (χάμω)

Μαούνα – φορτηγίδα

Λέγγα = παιχνίδι στις αλάνες

Μακεδονήσι = μαϊντανός

Καρναμπίκι = μπρόκολο

Χεράμι= μάλλινο σκέπασμα

Αλυσίβα=ζεστό νερό με στάχτη γι πλύσιμο ρούχων

Παδέλα=πήλινη χύτρα

Μετζάστρα= μισόκλειστα (παραθυρόφυλλα)

μποναγράτσια= κουρτινόξυλο

κεψές= τρυπητή κουτάλα

ντένομαι= ντύνομαι

έδωκα= έδωσα

φιόρα= λουλούδια

σίγλος= κουβάς

απίστομήθηκα= έπεσα κάτω

απίστομα= ανάσκελα

μπλουγούρι= πλιγούρι

ανάκαρα= αντοχή

λουμίνια=φυτιλάκια

μιναριστός=φραπέ

ποκάμισο=πουκάμισο

θα κάνει καιρός=θα κάνει κακό καιρό

καψερός=καημένος

“κάποιος πάει για χ__μο”=όταν σε πιάνει λόξυγγας (και καλά σε μελετάει αφοδεύοντας)

και ακόμη:

  • απίδι = αχλάδι
  • (ν)ταμιζάνα = μπουκάλα για κρασί κυρίως αλλά και για λάδι
  • σούφρα = πισινός
  • σουφρώνω = κλέβω
  • κατσαμαλίδα, κατσαμάλιασα = όταν από το κρύο η επιδερμίδα γίνεται με σπυράκια, σαν την πέτσα από το κοτόπουλο
  • φοντανιέρα = το σκεύος με καπάκι που βάζουμε για φύλαξη ή σερβίρισμα τα φοντάν (γλυκά)
  • υποβρύχιο = βανίλια στο ποτήρι με νερό
  • μια δαχτυλήθρα = μικρή ποσότητα υγρού (όσο χώραγε η δακτυλήθρα που χρησιμοποιείται στην ραπτική)
  • μαμαλίγκα, παπαλίνα = τα μικρά ψαράκια – γόνος (γαβράκια – μαριδούλα…)
  • μαχαλάς = γειτονιά (στον Επιτάφιο έγινε μάχη από τα παιδιά του πάνω μαχαλά με τον κάτω μαχαλά)
Ακολουθήστε μας στο facebook: