Τι συμβαίνει με την εγκληματικότητα στην Ελλάδα;

23 Οκτωβρίου, 2021 2:24 ΜΜ
More videos

Η καθηγήτρια Εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Χριστίνα Ζαραφωνίτου σχολιάζει την εγκληματικότητα στην Ελλάδα.

— Κατά τη διάρκεια της πανδημίας η εγκληματικότητα μειώθηκε. Πιστεύετε ότι μετά το τέλος των περιοριστικών μέτρων θα αυξηθεί; Πώς βλέπετε να διαμορφώνεται το μεταπανδημικό τοπίο στο θέμα αυτό;

Είναι γεγονός ότι οι περισσότερες μορφές εγκλημάτων κατέγραψαν σημαντική μείωση κατά τις περιόδους εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων εξ αφορμής της πανδημίας. Αυτό καταγράφεται σε διεθνές επίπεδο και επαληθεύεται και στη χώρα μας, με εξαίρεση συγκεκριμένες μορφές, όπως οι απάτες, κυρίως αυτές μέσω διαδικτύου, και εν γένει το ηλεκτρονικό έγκλημα, τα οποία αυξήθηκαν το ίδιο χρονικό διάστημα. Οι έρευνές μας συναρτούν τον βαθμό αυτής της συνολικής πτωτικής πορείας με την αυστηρότητα των περιοριστικών μέτρων.

Ως εκ τούτου, βάσιμα εικάζουμε ότι μετά τη λήξη τους θα αυξηθούν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο και έγινε ήδη φανερό μετά τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων, δεδομένου ότι το έγκλημα αλληλεπιδρά με τις λοιπές κοινωνικές δραστηριότητες, εφόσον κατατάσσεται στα «κανονικά» κοινωνικά φαινόμενα, για να θυμηθούμε τη σημαντική παρακαταθήκη του Γάλλου κοινωνιολόγου Emile Durkheim που άλλαξε την επιστημονική οπτική της Εγκληματολογίας.

Ωστόσο, οι προβλέψεις δεν είναι εύκολες, δεδομένου ότι σε περιόδους κρίσεων κάθε μορφής το φαινόμενο της διάπραξης εγκλημάτων επηρεάζεται. Η ιστορική μελέτη της εξέλιξής του έχει καταγράψει αισθητή μείωση σε περιόδους πολέμων αλλά και διαφοροποιημένη πορεία σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, κατά τρόπο ώστε ορισμένες μορφές εγκλημάτων να αυξάνονται, όταν άλλες μειώνονται. Αντίστοιχα, ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες, οι εγκληματικές συμπεριφορές μεταβάλλονται στη βάση των ατομικών χαρακτηριστικών δραστών και θυμάτων, ενώ δεν μένει ανεπηρέαστο ούτε το ίδιο το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στο σύνολό του.

Στο πλαίσιο αυτό, και απαντώντας στο ερώτημά σας για το πώς μπορούμε να φανταστούμε το μεταπανδημικό τοπίο, καμία απάντηση δεν θα είναι ασφαλής πέραν της γενικής πρόβλεψης ότι η πανδημία, όπως κάθε κρίση, ενέτεινε τα υπάρχοντα ατομικά και κοινωνικά προβλήματα, τα οποία, αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα και κατάλληλα, πιθανότατα θα συνδεθούν με το γενικότερο συγκρουσιακό κλίμα που εν μέρει εκδηλώνεται και με τη μορφή εγκλήματος.

Το έγκλημα στα Γλυκά Νερά ανήκει σε αυτά που μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία αλλαγών σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος, διότι συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά ενεργοποίησης της έντονης απαξίας και θέτει το ανώτατο όριο στο «κατώφλι ανοχής» της κοινωνίας, η οποία έχει βρεθεί ήδη αντιμέτωπη με πολλά περιστατικά βάναυσων και συχνά ομαδικών επιθέσεων εναντίον αδύναμων πολιτών, όπως οι ηλικιωμένοι.

— Έχουν αυξηθεί οι κλοπές, οι διαρρήξεις, όπως και η δράση απατεώνων πάσης φύσεως. Πώς εξηγείτε ότι υπάρχει μια μετατόπιση των ληστειών σε στόχους πιο καθημερινούς;

Βάσει των ήδη δημοσιευμένων αστυνομικών δεδομένων, ορισμένα εγκλήματα ακολουθούν καθαρά αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούμε ότι το διάστημα 2008-2019 οι ληστείες αυξήθηκαν κατά 30,8%, οι κλοπές-διαρρήξεις κατά 22,1% και οι απάτες υπερδιπλασιάστηκαν, εφόσον αυξήθηκαν κατά 152,5%. Έτσι, αν και τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, όπως οι κλοπές, οι διαρρήξεις και οι ληστείες, απασχολούν συχνότερα τους πολίτες στην καθημερινότητά τους, τα τελευταία χρόνια αυξήθηκαν ιδιαίτερα και κάθε μορφής απάτες που αποτελούν πλευρές της οικονομικής εγκληματικότητας, η οποία συνδέεται κατεξοχήν με τις περιόδους οικονομικής κρίσης, οπότε η επίτευξη του παράνομου προσπορισμού οικονομικού οφέλους απαιτεί δόλιους τρόπους.

Στο πλαίσιο αυτό, οι δράστες χρειάστηκε να γίνουν πιο εφευρετικοί καθ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία και το έγκλημά τους να εκσυγχρονιστεί μέσα και από τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, όπως συνέβη κατά το διάστημα της πανδημίας, όταν οι απάτες κάθε μορφής με τη χρήση του διαδικτύου πολλαπλασιάστηκαν.

Ωστόσο, μια ιδιαίτερα σημαντική διαφοροποίηση που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας αφορά τη χρήση δυσανάλογης και υπερβολικής βίας που συνοδεύει τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, όπως αποτυπώνεται μέσα από τον συνεχώς αυξανόμενο δείκτη ληστειών, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων καταγράφεται στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Ανάλογα με τα είδη των ληστειών, προκύπτει σαφώς σταδιακή μετατόπισή τους σε πιο καθημερινούς στόχους και μια συνεχής αύξηση αντίστοιχων περιστατικών σε ευάλωτους και αφύλακτους στόχους (οικίες, πρατήρια καυσίμων, περίπτερα, ταξί ή ακόμα και στον δρόμο, για μικροποσά).

Η ποιοτική αυτή διαφοροποίηση εντάσσει, ουσιαστικά, ένα κακούργημα στην καθημερινή εγκληματικότητα και αυξάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την ανασφάλεια των πολιτών. Αντίθετα, μειώνονται οι ληστείες τραπεζών και χρηματαποστολών, προφανώς λόγω των μέτρων αυτοπροστασίας που έχουν ληφθεί.

Οι «επιλογές» αυτές από την πλευρά των δραστών παρόμοιων εγκλημάτων επιβεβαιώνουν τις εξηγητικές προσεγγίσεις των σύγχρονων θεωριών της «ορθολογικής επιλογής» και των «καθημερινών δραστηριοτήτων», αναδεικνύοντας τη σημαντική επιστημονική συμβολή της «περιβαλλοντικής εγκληματολογίας» στην κατανόηση του εγκληματικού φαινομένου καθώς και στην πρόληψή του μέσα από το τρίπτυχο της συνειδητής δράσης ενός δράστη, της επιλογής ενός πρόσφορου θύματος/στόχου και της ανυπαρξίας «φύλακα» με την έννοια των κάθε μορφής δραστηριοτήτων, μέτρων και πολιτικών που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά.