Αφιέρωμα στη Θεανώ Ιωαννίδου: Μια ηθοποιός σταθερής αξίας
Η Θεανώ Ιωαννίδου υπήρξε μία σπουδαία ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου. Καθιερώθηκε κυρίως στον χώρο της αρχαίας τραγωδίας, ενώ στη συνέχεια εξελίχθηκε και σε αξιόλογη δασκάλα της υποκριτικής τέχνης.
Η πρώτη της θεατρική εμφάνιση έγινε το 1953, δίπλα στον Βασίλη Διαμαντόπουλο, στο έργο «Το Φιόρο του Λεβάντε». Το 1954 συνεργάστηκε με τον θίασο της Κατερίνας στο έργο του Σόμερσετ Μωμ «Τι ώρα θα γυρίσεις».
Το 1955 τη βλέπουμε στο Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, στο έργο του Μανώλη Σκουλούδη «Η Τραγωδία του Λόρδου Βύρωνα», ενώ το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς συνεργάστηκε με τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου στο έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου «Ερωτόκριτος».
Το 1956 εμφανίστηκε στον θίασο του Δημήτρη Μυράτ, στο έργο του Ούγκο Μπέτι «Η Βασίλισσα και οι Επαναστάτες». Το 1957 επέστρεψε στον θίασο της Κατερίνας, στο έργο «Η Θεατρίνα» του Μωμ. Το 1958 τη βλέπουμε στον θίασο της Μαίρης Αρώνη, στο έργο «Έξω οι κλέφτες» του Στέφανου Φωτιάδη, ρόλο που επανέλαβε και στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου.
Το 1959 συνεργάστηκε με τον θίασο της Βίλμας Κύρου, στο έργο του Άρθουρ Μίλερ «Ήταν όλοι τους παιδιά μου». Την επόμενη χρονιά εμφανίστηκε στον θίασο του Διονύση Παπαγιαννόπουλου, στο έργο «Ο κούνελος» του Φρανκ.
Το 1963 συνεργάστηκε ξανά με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, αυτή τη φορά στο έργο του Ανδρέα Φραγκιά «Πέντε στρέμματα Παράδεισος». Το 1964 εμφανίστηκε στον θίασο Παπαμιχαήλ, στο έργο της Αγκάθα Κρίστι «Η Ποντικοπαγίδα».
Το 1966 συνεργάστηκε με τον θίασο του Γιάννη Αργύρη, στο έργο του Δημήτρη Ψαθά «Θανασάκης ο πολιτευόμενος», ενώ το καλοκαίρι του 1967 εμφανίστηκε στην Εταιρεία Αρχαίου Δράματος του Κώστα Μιχαηλίδη, στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη, ερμηνεύοντας τον ρόλο της Κλυταιμνήστρας.
Το 1968 συνεργάστηκε με το Πειραματικό Θέατρο της Μαριέττας Ριάλδη, στο έργο του Νίκου Ζακοπούλου «Ο Ξένος». Το 1969 τη συναντάμε στον θίασο Σταύρου Παράβα – Χρόνη Εξαρχάκου, στην κωμωδία του Λάκη Μιχαηλίδη «Ο Ευκλείδης και το κλειδί του».
Το 1971 προσλήφθηκε στο Εθνικό Θέατρο, όπου παρέμεινε έως το 1986. Κατά τη δεκαπενταετή πορεία της εκεί, εμφανίστηκε σε δεκάδες έργα του παγκόσμιου και ελληνικού ρεπερτορίου. Μεταξύ άλλων συμμετείχε στα έργα: «Ο Χορός της Ηλέκτρας» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου, «Ο Κατά φαντασίαν ασθενής» του Μολιέρου, «Οι γίγαντες του βουνού» του Λουίτζι Πιραντέλο, «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, «Βάτραχοι», «Εκκλησιάζουσες» και «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη, «Μήδεια», «Ιών» και «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη, «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, «Η πείνα και η δίψα» του Ιονέσκο, «Μουσαφιραίοι στο Στεπαντίκοβο» του Παντελή Πρεβελάκη, «Ο Γενικός Γραμματεύς» του Ηλία Καπετανάκη, «Οι Ακροβάτες» της Κωστούλας Μητροπούλου, «Τα Οράματα της Σιμόν Μασάρ» του Μπρεχτ, «Το Προξενείο της Αντιγόνης» του Βασίλη Ζιώγα, «Ο Ματωμένος γάμος» του Λόρκα, «Η Αυλή των Θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Άνοιξε την πόρτα» του Νότη Περγιάλη και πολλά ακόμη.
Μετά την αποχώρησή της από το Εθνικό Θέατρο, συνεργάστηκε το 1988 με το ΔΗΠΕΘΕ Ρόδου, στο έργο του Σω «Ο Άνθρωπος και τα Όπλα». Η τελευταία της θεατρική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε έναν χρόνο αργότερα, το 1989, με το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας, στο έργο του Λόρκα «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», όπου ερμήνευσε τη Μπερνάρντα, σε σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου. Έτσι ολοκλήρωσε τη μεγάλη της πορεία στο θέατρο, με δική της απόφαση, «χορτασμένη», όπως είχε δηλώσει.
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε σε 12 ταινίες, με πρώτη εμφάνιση το 1958 στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Ο Μιμίκος και η Μαίρη». Ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, οι ταινίες: «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ» (1959), «Η Λίμνη των Στεναγμών» (1959), «Κασσιανή» (1960), «Έξω οι Κλέφτες» (1961), «Ηλέκτρα» (1962), «Πρόσωπο με Πρόσωπο» (1966), «Ο Μικρός Δραπέτης» (1966), «Ορκίζομαι, είμαι αθώα» (1968), ενώ η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν το 1971 στην ταινία «Κάτω οι Άντρες».
Στην τηλεόραση συμμετείχε σε τέσσερις τηλεοπτικές σειρές, με πρώτη τον «Δρόμο χωρίς γυρισμό» το 1973. Ακολούθησαν οι σειρές «Το Ταξίδι» (1976), «Κοχλίας, οι δύο αγάπες» (1978) και «Αστέρια από χώμα» το 1983.
Με τη χαρακτηριστική φωνή της ντούμπλαρε πολλές ηθοποιούς της εποχής και συμμετείχε στη μεταγλώττιση ξένων σειρών. Επίσης εργάστηκε ως αφηγήτρια σε διάφορα ντοκιμαντέρ. Το πιο γνωστό της ντουμπλάρισμα ήταν εκείνο της Υβόν Σανσόν στην ταινία «Μια ζωή την έχουμε».
Είχε ακόμη συμμετοχή σε τρία θεατρικά έργα για την εκπομπή «Το Θέατρο της Δευτέρας». Ιδιαίτερη υπήρξε η ερμηνεία της ως Δράκαινα, στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Δημήτρη Μπόγρη, που παρουσιάστηκε στην εκπομπή σε σκηνοθεσία του συζύγου της, Γρηγόρη Μασσαλά.
Υπήρξε μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών από το 1953. Δίδαξε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Λυκούργου Σταυράκου.
Στη προσωπική της ζωή, σύζυγός της ήταν ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γρηγόρης Μασσαλάς, με τον οποίο απέκτησαν μία κόρη, τη θεατρολόγο Λαμπρή Μασσαλά.
Η Θεανώ Ιωαννίδου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών, αφήνοντας πίσω της μια σημαντική παρακαταθήκη στο ελληνικό θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
