Αφιέρωμα στην Νίτσα Τσαγανέα και την Λιάνα Βιτσώρη: Η κόρη που έφυγε πρώτη και η μητέρα που αναπαύθηκε δίπλα της
Η σπουδαία ηθοποιός Νίτσα Τσαγανέα έζησε σχεδόν έναν αιώνα, γνώρισε μεγάλες στιγμές του ελληνικού θεάτρου και έγινε ένα από τα οικεία πρόσωπα του παλιού κινηματογράφου.
H Λιάνα Βιτσώρη, πέθανε πρώτη και η μητέρα της Νίτσα Τσαγανέα, πέθανε 5 χρόνια αργότερα και τάφηκε δίπλα της
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, όμως, είχε ήδη χάσει την κόρη της. Η Λιάνα Βιτσώρη, ηθοποιός, ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας, πέθανε το 1997. Όταν η μητέρα της έφυγε από τη ζωή, στις 30 Απριλίου 2002, τάφηκε δίπλα της στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
Μητέρα και κόρη ανήκαν στον ίδιο καλλιτεχνικό κόσμο, χωρίς να ακολουθήσουν την ίδια διαδρομή. Η Νίτσα παρέμεινε για δεκαετίες στη σκηνή και πέρασε στη συλλογική μνήμη μέσα από τις ταινίες της. Η Λιάνα γνώρισε το θέατρο από παιδί, σπούδασε στο Παρίσι και αναζήτησε τρόπους έκφρασης και μέσα από τη γραφή. Η οικογενειακή τους ιστορία συνδέθηκε με ηθοποιούς, μουσικούς και ανθρώπους που σημάδεψαν την ψυχαγωγία μιας ολόκληρης εποχής.
Η Νίτσα Τσαγανέα γεννήθηκε στην Αθήνα ως Ελένη Λάσκαρη. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου και εμφανίστηκε στο θέατρο το 1924, με τον Θίασο Νέων, ερμηνεύοντας τη Φανή στους «Φοιτητές» του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Έναν χρόνο αργότερα έγινε μέλος του Σωματείου Ηθοποιών. Ήταν η αρχή μιας μακράς επαγγελματικής πορείας, με συνεργασίες δίπλα στην Κοτοπούλη, την Κυβέλη, τον Βεάκη και τον Λογοθετίδη.
Ο κινηματογράφος έδωσε στις ερμηνείες της διάρκεια πέρα από τη θεατρική παράσταση. Στις ταινίες «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Ένας ήρωας με παντούφλες» και «Ο Θόδωρος και το δίκαννο», το κοινό αναγνωρίζει ακόμη τη φυσιογνωμία της. Υπήρξε μία από τις ηθοποιούς που, ακόμη και χωρίς να βρίσκονται πάντοτε στο κέντρο της αφίσας, συνέβαλαν αποφασιστικά στον χαρακτήρα των αγαπημένων ελληνικών ταινιών.
Η προσωπική της ζωή ήταν δεμένη με τη σκηνή. Παντρεύτηκε αρχικά τον ηθοποιό Γιώργο Βιτσώρη, με τον οποίο απέκτησε τη Λιάνα. Αργότερα παντρεύτηκε τον Χρήστο Τσαγανέα, κρατώντας το επώνυμο με το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστή. Στα χρόνια της Κατοχής συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από το ΕΑΜ, προσθέτοντας στην καλλιτεχνική της διαδρομή και την εμπειρία της ενεργού πολιτικής στράτευσης.
Για τη Λιάνα, το θέατρο υπήρξε μέρος της καθημερινότητάς της από τα πρώτα χρόνια. Σύμφωνα με τα βιογραφικά της, εμφανίστηκε μόλις δύο ετών δίπλα στην Κυβέλη, στη «Σκιά» του Νικοντέμι. Το 1933 έπαιξε τον Ιουλιανό στην «Ασία» του Λένορμαν, με τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, στον οποίο συμμετείχε και η μητέρα της. Πριν ακόμη ενηλικιωθεί, είχε ήδη γνωρίσει τη σκηνή και τη δουλειά σημαντικών πρωταγωνιστών.
Η Νίτσα Τσαγανέα σε νεαρή ηλικία
Η επαγγελματική της δραστηριότητα αναπτύχθηκε κυρίως κατά την Κατοχή. Μετά την Απελευθέρωση ταξίδεψε στη Γαλλία, όπου είχε εγκατασταθεί ο πατέρας της. Στο Παρίσι παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στη σχολή του Σαρλ Ντυλλέν και συμμετείχε στον γαλλικό κινηματογράφο. Αυτή η περίοδος φανερώνει μια πλευρά της πορείας της που παραμένει λιγότερο γνωστή από τις οικογενειακές της σχέσεις: την προσπάθεια μιας νέας ηθοποιού να διευρύνει την εκπαίδευση και την εμπειρία της.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, συνέχισε τις εμφανίσεις της. Το 1951 έπαιξε στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Εκείνες που δεν πρέπει να αγαπούν». Το επίσημο αρχείο της Finos Film καταγράφει το όνομά της δίπλα στην Άννα Καλουτά, τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τη Σμαρούλα Γιούλη και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Η συμμετοχή αυτή διασώζει στην οθόνη ένα κομμάτι της καλλιτεχνικής παρουσίας της, η οποία δεν απέκτησε την κινηματογραφική έκταση της μητέρας της.
Η Νίτσα Τσαγανέα
Σημαντικός σταθμός στη ζωή της ήταν ο γάμος της με τον Γιώργο Οικονομίδη, τον γνωστό κονφερανσιέ και επιθεωρησιογράφο. Οι δυο τους εμφανίστηκαν μαζί σε βαριετέ, ενώ το όνομά της συνδέθηκε με το τραγούδι «Μα εγώ αγαπώ τη Λιάνα». Μέσα από αυτή τη σχέση, η ιστορία της συναντήθηκε με τον κόσμο του ελαφρού τραγουδιού και της ζωντανής ψυχαγωγίας.
Η Λιάνα απομακρύνθηκε σχετικά νωρίς από τη θεατρική δραστηριότητα. Η δημιουργική της αναζήτηση, ωστόσο, περιλάμβανε επίσης την ποίηση και τη συγγραφή θεατρικών έργων. Η διαδρομή της είχε περισσότερες πλευρές από εκείνες που αποκαλύπτει η σύντομη αναφορά «κόρη της Νίτσας Τσαγανέα» ή «σύζυγος του Γιώργου Οικονομίδη», με την οποία συχνά συστήνεται στα μεταγενέστερα αφιερώματα.
Το 1997 η Λιάνα έφυγε από τη ζωή. Ως ημερομηνία θανάτου καταγράφεται η 23η Ιανουαρίου σε μεταγενέστερες βιογραφικές καταχωρίσεις. Οι διαθέσιμες πηγές δεν προσφέρουν, όμως, αξιόπιστη τεκμηρίωση για την αιτία του θανάτου της ή αναλυτική περιγραφή των τελευταίων ημερών της. Η αναφορά σε κάποια συγκεκριμένη ασθένεια θα ξεπερνούσε όσα μπορούν σήμερα να επιβεβαιωθούν.
Η Νίτσα συνέχισε τη ζωή της για περίπου πέντε ακόμη χρόνια. Δεν έχουν εντοπιστεί τεκμηριωμένες δημόσιες δηλώσεις της για την απώλεια της κόρης της, που να επιτρέπουν μια λεπτομερή αφήγηση του πένθους της. Το βέβαιο είναι η σειρά των γεγονότων: η κόρη πέθανε πρώτη και η μητέρα ενταφιάστηκε αργότερα δίπλα της. Μια οικογενειακή απώλεια που δεν χρειάζεται επινοημένες τελευταίες κουβέντες για να διατηρεί το ανθρώπινο βάρος της.
Στις 30 Απριλίου 2002 ανακοινώθηκε ο θάνατος της Νίτσας Τσαγανέα. Τα δημοσιεύματα της εποχής παρουσιάζουν μια μικρή διαφορά στην ηλικία της: το in.gr ανέφερε ότι ήταν 99 ετών, ενώ ο «Ριζοσπάστης» την αποχαιρετούσε ως εκατοντάχρονη. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνεται μια ζωή που είχε διατρέξει σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα. Δεν αναφέρεται συγκεκριμένη ιατρική αιτία θανάτου.
Η ηθοποιός Νίτσα Τσαγανέα μαζί με την κόρη της, ηθοποιό, ποιήτρια και θεατρική συγγραφέα Λιάνα Βιτσώρη
Η κηδεία της έγινε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών στις 4 Μαΐου, Μεγάλο Σάββατο. Μεταγενέστερα βιογραφικά αναφέρουν οικονομικές δυσκολίες και βοήθεια από τον Δημήτρη Χορν για την πληρωμή του ενοικίου της. Χωρίς σαφή χρονολόγηση και πρόσθετες μαρτυρίες, αυτές οι αναφορές δεν αρκούν για να αποδώσουν με βεβαιότητα τις συνθήκες των τελευταίων της χρόνων.
Η οικογενειακή σχέση με την τέχνη συνεχίστηκε μέσα από τη Μαριαλένα Οικονομίδου, κόρη της Λιάνας και του Γιώργου Οικονομίδη, που έγινε μουσικός και τραγουδίστρια. Ο θάνατός της, τον Ιούνιο του 2024, έφερε ξανά στο προσκήνιο τα ονόματα της μητέρας και της γιαγιάς της. Τρεις γενιές γυναικών, με διαφορετική παρουσία στη σκηνή και στο τραγούδι, συνέδεσαν το όνομά τους με την ελληνική καλλιτεχνική ζωή.
