Την ενοχή του 77χρονου κοσμηματοπώλη Σπ. Δημόπουλου και του μεσίτη Αθ. Χορταριάγια για το κακούργημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης κατά παραυτουργία σε βάρος του Ζακ Κωστόπουλου εισηγήθηκε ο εισαγγελέας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας Σωτήρης Μπουγιούκος.
Στον αντίποδα ο εισαγγελέας πρότεινε να κηρυχθούν αθώοι οι τέσσερις αστυνομικοί οι οποίοι κάθονται στο εδώλιο.
Ο εισαγγελέας είπε στην αγόρευσή του πως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι έδρασαν τιμωρητικά και με βάση τα ιατροδικαστική ευρήματα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δικά τους σφοδρα χτυπήματα συνδέονται αιτιωδώς με τις ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις που οδήγησαν στο θάνατο του.
Τι ανέφερε στην πρότασή του ο εισαγγελικός λειτουργός ζητώντας την ενοχή του κοσμηματοπώλη και μεσίτη – Γιατί ζήτησε αθώωση για τους τέσσερις αστυνομικούς
Με μια αναλυτική αγόρευση στην οποία περιέλαβε όλα τα στοιχεία που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας, το οποίο δικάζει την υπόθεση θανάτου του Ζακ Κωστόπουλου, ο εισαγγελέας της έδρας Σωτ. Μπουγιούκο, ζήτησε σήμερα την ενοχή του ιδιοκτήτη του κοσμηματοπωλείου της οδού Γλάδστωνος αλλά και του συγκατηγορούμενού του μεσίτη.
Σύμφωνα με τον κ. Μπουγιόυκο οι εν λόγω δυο κατηγορούμενοι θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για το αδίκημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία σε βάρος του 33χρονου Ζακ Κωστόπουλου και όχι για αυτό της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, όπως ζητούσε η πολιτική αγωγή. Αντίθετα, ο εισαγγελικός λειτουργός ζήτησε από το δικαστήριο να κηρύξει αθώους τους τέσσερις κατηγορούμενους αστυνομικούς που είχαν σπεύσει έξω από το κοσμηματοπωλείο, αναφέροντας, κατά την αγόρευσή του, πως ενήργησαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, χωρίς να υπερβούν το μέτρο.
Μάλιστα σήμερα, ενώ αγόρευε ο εισαγγελικός λειτουργός στο δικαστήριο βρέθηκε και η Μάγδα Φύσσα, όπως και οι μητέρες της Ερατούς και της Γαρυφαλλιάς, που δολοφονήθηκαν από άνδρες
Η αγόρευση: Απερίσκεπτοι οι κατηγορούμενοι
Η αγόρευση του κ. Μπουγιούκου διήρκησε περίπου δυο ώρες στο δικαστήριο. Ο εισαγγελέας αφού πρώτα ανέλυσε το νομικό σκέλος της υπόθεσης, αναφέρθηκε στις πράξεις των έξι κατηγορουμένων σε συνδυασμό με τις ιατροδικαστικές εκθέσεις, τις μαρτυρικές καταθέσεις αλλά και το οπτικοακουστικό υλικό που περιλαμβάνονται στη δικογραφία.
Αναφερόμενος στους δυο κατηγορούμενους για τους οποίους ζήτησε ενοχή – τον κοσμηματοπώλη και τον μεσίτη – ο εισαγγελέας ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Ήθελαν να προκαλέσουν τις βλάβες. Τα τραύματα συνδέονταν με το θάνατο και ο οργανισμός του (θύματος) αντέδρασε μέσω του μηχανισμού στρες. Ο θάνατος δεν θα επέρχετο αν δεν είχε πληγεί με αυτό τον τρόπο επανειλημμένα και με σφοδρότητα». Όπως μάλιστα ανέφερε ο εισαγγελέας ο κοσμηματοπώλης και μεσίτης αν και είχαν δει ότι ο 33χρονος «είχε τραυματιστεί και αιμορραγούσε, αν και γνώριζαν ότι η επίθεση σε βάρος του με σφοδρότητα στο κεφάλι μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής έδρασαν απερίσκεπτα».
Συνεχίζοντας ο εισαγγελικός λειτουργός έκανε λόγο για μη αποδεκτή και τιμωρητική δράση των συγκεκριμένων δυο κατηγορουμένων, πλην όμως όπως ανέφερε, στόχος τους ήταν μόνο να κρατήσουν το Ζακ Κωστόπουλο στο σημείο μέχρι να έρθουν οι αρχές.
«Αν και η δράση τους είναι μη αποδεκτή κοινωνικά και με τιμωρητική διάθεση, η επιδίωξη τους ήταν η παραμονή του (του 33χρονου) στο κατάστημα και η σύλληψη του από τα όργανα» ανέφερε ο κ. Μπουγιούκος σημειώνοντας ότι αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι μόλις έβγαλαν το Ζακ Κωστόπουλο από το κατάστημα σταμάτησαν να δρουν.
Σε ό,τι αφορά το αίτημα της πολιτικής αγωγής για μετατροπή της κατηγορίας, ο εισαγγελέας ανέφερε ότι και οι δυο κατηγορούμενοι θα πρέπει να κριθούν ένοχοι κατά το κατηγορητήριο (δηλαδή για το κακούργημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία). Σύμφωνα με τον εισαγγελικό λειτουργό, η κατηγορία δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε ανθρωποκτονία εκ’ προθέσεως διότι οι δυο κατηγορούμενοι «δεν αποδέχθηκαν ως ενδεχόμενο το θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου».
Επίσης ο κ. Μπουγιούκος ανέφερε ότι ο Ζακ Κωστόπουλος δεν ήταν ληστής. «Δεν αφαίρεσε αντικείμενα, δεν απείλησε κανένα» είπε ο κ. Μπουγιούκος για να προσθέσει πως αντίθετα, οι κατηγορούμενοι «γνώριζαν ότι (το θύμα) ήταν σε κατάσταση πανικού και δεν είχε αφαιρέσει από το κατάστημα αντικείμενα, ότι ήθελε να απεγκλωβιστεί, ότι δεν ήταν επικίνδυνος και επιθυμούσε να διαφύγει».
Σύμφωνα ακόμη με τον εισαγγελέα ο κοσμηματοπώλης και ο μεσίτης «ενεργώντας με πρόθεση έριξαν με σφοδρότητα» χτυπήματα στο κεφάλι του Ζαχαρία Κωστόπουλου. «Ο πρώτος (ο κοσμηματοπώλης) από τις 5 φορές που κλώτσησε, οι τρεις βρήκαν το κάτω μέρος της τζαμαρίας του καταστήματος και το κεφάλι του Ζαχαρία Κωστόπουλου» είπε ο εισαγγελέας και συνέχισε: «Ο δεύτερος κατηγορούμενος (ο μεσίτης) κλώτσησε εννέα φορές προς το κάτω μέρος του καταστήματος και πέντε χτυπήματα πέτυχαν το θύμα, προκαλώντας πόνο στοτελευταίο».
Επιπλέον, ο εισαγγελέας ζήτησε να απορριφθούν οι ισχυρισμοί των δυο κατηγορουμένων ότι βρίσκονταν σε άμυνα. «Ο Ζαχαρίας Κωστόπουλος ουδέποτε επιτέθηκε κατά των κατηγορουμένων και οι κατηγορούμενοι ήταν αυτοί που του επιτέθηκαν, κατέστρεψαν την τζαμαρία κι τον έσυραν έξω από το κατάστημα» είπε ο κ. Μπουγιούκος επισημαίνοντας μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος μεσίτης δεν εξήγησε καν γιατί ενεπλάκη στην επίθεση.
Αθώωση για τους αστυνομικούς
Σε ό,τι αφορά στους τέσσερις κατηγορούμενους αστυνομικούς, οι οποίοι συνέλαβαν τον Ζακ Κωστόπουλο, ο εισαγγελέας ζητώντας την αθώωσή τους είπε μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια της αγόρευσης του: «Είχαν πρόθεση την ακινητοποίηση του θανόντος και να επιτευχθεί η δέσμευση και σύλληψη του. Δεν προχώρησαν στη σωματική του κάκωση αλλά ενήργησαν στο πλαίσιο τον καθηκόντων τους. Η δράση τους δεν ενέχει στοιχεία υπερβολής και δεν υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο. Δεν προκύπτει ότι η δράση τους συνδέεται αιτιωδώς με το θανατηφόρο αποτέλεσμα».
Οι δηλώσεις των γονιών του Ζακ Κωστόπουλου
Μετά την εισαγγελική αγόρευση σε δήλωσή της η Ελένη Κωστοπούλου, μητέρα του Ζακ Κωστόπουλου, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Περιμέναμε την αλλαγή κατηγορίας. Από τις απολογίες τους προέκυψε ότι δεν έχουν μετανοήσει και το μυαλό μου πάει στη λέξη δόλος. Υπήρχε κάτι που τους οδήγησε να συμπεριφερθούν έτσι. Οι αστυνομικοί υπερέβησαν το καθήκον τους και σαν αστυνομία δεν έκαναν τίποτα. Ακόμα υπάρχουν πολλά σημεία που δεν διερευνήθηκαν, δεν συλλέχτηκαν στοιχεία, μάρτυρες δεν βρέθηκαν. Αυτό τους καθιστά, όπως είχε πει και ο άντρας μου, δίπλα υπεύθυνους για τη βία που άσκησαν και δεν βοήθησαν. Να εξιχνιαστεί αυτή η υπόθεση. Πολλά στοιχεία και μαρτυρίες χάθηκαν και τους θεωρώ υπεύθυνους».
Από την πλευρά του ο πατέρας του Ζακ Κωστόπουλου, δήλωσε: «Περίμενα από τον εισαγγελέα να είναι πιο αυστηρός για τους αστυνομικούς. Δεν έλεγξαν τα κινητά τηλέφωνα των κατηγορουμένων. Υπήρχε καθαρά δόλος. Υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό που τον κλωτσοπατάνε. Δεν θα πιστεύουμε ούτε αυτό που βλέπουμε;».
«Τίποτα δεν δικαιολογεί το φόνο ενός ανθρώπου ούτε η περιουσία μας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν σε άμυνα, θα μπορούσαν να τον αφήσουν μέσα στο μαγαζί και να κάνουνε τη σύλληψη του. Και έτσι ίσως το παιδί μου να ήταν εδώ και να σας έλεγε γιατί μπήκε στο μαγαζί και να μην ήταν μέσα σε ένα υγρό τάφο, και να μαθαίνω και γω γιατί μπήκε σε αυτό το μαγαζί. Σας παρακαλώ κάν’τε το για την οικογένειά σας…».
Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε την κατάθεση της η μητέρα του θύματος, Ελένη Κωστοπούλου, και πρόσθεσε:
«Έφτασε η μέρα που κυνηγημένος φτάνει στο καταραμένο μαγαζί και δέχεται μίσος του τέρατος και δεν ξέρουμε γιατί ήρθε αυτό το μίσος; Τι κρύβεται πίσω; Θα του έπαιρνε κοσμήματα του και τα χρυσαφικά του; Αφού δεν έγινε αυτό. Θέλω να τους ρωτήσετε, γιατί; Οι δικαιολογίες δεν στέκουν.
Έχουν πει ψέματα για να στηρίξουν αυτές τις απάνθρωπες και βίαιες πράξεις του και δεν έχω λόγια να περιγράψω τις πράξεις τους. Η αστυνομία δεν τον προστάτευσε. Η εικόνα είναι εκεί. Την έχουν δει εκατομμύρια άνθρωποι. Και τώρα είναι στα δικά σας χέρια και παρακαλώ μην αφήσετε κοινωνία να γίνει έτσι που ένας να σκοτώνει έναν άλλο άνθρωπο και να λέει οποιαδήποτε δικαιολογία».
Η μάρτυρας αναφέρθηκε αναλυτικά στο Ζακ Κωστόπουλο κάνοντας λόγο για «ένα έξυπνο παιδί, ήσυχο και πράο».
Όπως είπε, «αγαπούσε τους συμμαθητές του. Μεγαλώνοντας είχε ασταθή εφηβεία και έψαχνε την ταυτότητα του.
Δεν είχα ακούσει κακό λόγο, άκουγε τους ανθρώπους, ήταν ευαίσθητος. Προσπαθούσε να βελτιώσει τον εαυτό του, σπούδαζε και παράλληλα δούλευε. Ο Ζαχαρίας ήταν πολύ αγαπητός».
Πρόσθεσε δε ότι δεν ήταν ένας άνθρωπος που θα χρησιμοποιούσε βία για να ληστέψει: «Ήταν ένα παιδί τρομοκρατημένο, φοβισμένο. Δεν είπαν ποτέ γιατί».
Ρατσιστικό έγκλημα
«Για μένα είναι ρατσιστικό έγκλημα. Δεν γνωρίζω αν εκείνη την ημέρα είχε βαμμένα νύχια ή φορούσε άι λάινερ. Του άρεσε να είναι πολύχρωμος και όμορφος. Θεώρησαν ότι δεν αξίζει να ζει» εξήγησε στο δικαστήριο ο μικρός αδελφός του Ζακ Κωστόπουλου, Νίκος, καταθέτοντας στο δικαστήριο.
Ακολούθησε η εξής κατάθεση:
Πρόεδρος: Ως αδελφός ξέρετε αν υπήρχε παραβατικό παρελθόν στο πλαίσιο αυτοφώρου;
Μάρτυρας: Ποτέ. Δεν το έκανε και δε νομίζω ότι θα το έκανε ποτέ
Πρόεδρος: Πως εξηγείτε ότι μπήκε στο μαγαζί;
Μάρτυρας: Φοβισμένος ήταν. Του είχαν σπάσει το αυτοκίνητο. Έχει δεχθεί επίθεση στην Πατησίων από φασιστές ένα χρόνο πριν. Πιο κοντινό περιστατικό δεν γνωρίζω. Ήταν ένα παιδί που φοβόταν και πάντα είχε το νου του μην συμβεί κάτι. Κάποιος ή κάτι τον τρόμαξε και προσπάθησε να κρυφτεί κάπου αλλά βρήκε το λάθος σημείο…
Πολ. Αγωγή: Στο περιστατικό όπως το είδατε μέσα από το μόνο βίντεο, πως θα το ερμηνεύατε;
Μάρτυρας: Είδα λίγα αποσπάσματα. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι συμβαίνει. Προσπαθεί να επικοινωνήσει με τα άτομα αυτά.
Το δικαστήριο διέκοψε για τις 9 Νοεμβρίου.
«Μακάρι να ήταν ληστής, θα ήταν ζωντανός»
«Το παιδί μου δεν μπήκε για να κλέψει. Μακάρι να ήταν ληστής και να τον έπιαναν γιατί θα ήταν εδώ κατηγορούμενος. Ζωντανός», δήλωσε μεταξύ άλλων στην κατάθεσή του ως πρώτος μάρτυρας, ο πατέρας του 33χρονου ακτιβιστή.
Ο μάρτυρας, που όπως είπε, είχε τρία παιδιά και τώρα έχει δύο, κατέθεσε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο πως είναι οργισμένος για όσα έγιναν το μεσημέρι της 21ης Σεπτεμβρίου 2018.
«Είδα το βίντεο. Είχαν κάτω το παιδί μέσα στα αίματα και το κλωτσοπατούσαν. Και πριν λίγους μήνες ένας σκότωσε ένα γατάκι και τώρα είναι μέσα. Και αυτοί είναι έξω! Πώς είναι δυνατόν; Συγγνώμη για την οργή μου, αλλά έχω θυμό μέσα μου για αυτό που συνέβη! Δεν είναι πράγματα αυτά σε μια πολιτισμένη χώρα», τόνισε ο κ. Κωστόπουλος.
Με ένταση και θυμό, ο πατέρας του Ζακ, που μετά τον τραγικό θάνατο του γιου του έχει μετακομίσει από την Αμερική όπου κατοικούσε μόνιμα, αναφέρθηκε στη στάση των αστυνομικών μετά τον θάνατο του γιου του: «Για εμένα οι αστυνομικοί είναι διπλά δολοφόνοι. Απέκρυψαν στοιχεία. Έκαναν έλεγχο στο κινητό τού γιου μου και όχι στων κατηγορουμένων».
Τόνισε πως ο γιος του δεν είχε κανένα οικονομικό πρόβλημα και ούτε ήταν αυτό που θα αποκαλούσε κάποιος «περιθωριακός». Όπως κατέθεσε, ο 33χρονος είχε την απόλυτη στήριξη τους οικονομικά και εργαζόταν ο ίδιος.
Όπως είπε ήταν «ένας κοινωνικός, χαρούμενος άνθρωπος. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσω χωρίς χρήματα κι εγώ. Ήμουν δίπλα του και το ήξερε. Μια μέρα πριν φύγω, μου είπε να πάμε στα κλαρίνα και πήγαμε. Ήταν χαρούμενος, είχε διάθεση».
Ο Ευθύμιος Κωστόπουλος είπε επίσης ότι ο γιος του είχε δεχτεί επιθέσεις στον παρελθόν και είχε γράψει άρθρα κατά της βίας.
«Δεν ήταν βίαιος, κάθε άλλο. Όταν μας είπαν ”ο Ζαχαρίας πήγε και λήστεψε” κανείς δεν το πίστεψε. Δήλωνε κατά της βίας και θα ήταν ο ίδιος βίαιος; Δεν στέκει αυτό. Μακάρι να ήταν ληστής και να τον έπιαναν. Θα ήταν εδώ και ζωντανός. Πολλά είναι τα γιατί και θα τα δείτε κι εσείς» τόνισε.
Απαντώντας σε ερωτήσεις διευκρίνισε πως ο 33χρονος Ζακ δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας.
Ένοχοι οι κατηγορούμενοι στη δίκη για την υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη
Όπως και πρωτοδίκως, κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι στη δίκη για την υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη, η οποία διεξάγεται σε δεύτερο βαθμό στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ιωαννίνων.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα epirusonline.gr, πλέον αναμένονται οι αποφάσεις του δικαστηρίου για τις ποινές που θα επιβληθούν. Υπενθυμίζεται ότι χθες η εισαγγελέας είχε ζητήσει την ενοχή των κατηγορουμένων, που αντιμετωπίζουν την κατηγορία της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση.
Τον Ιούνιο του 2019, σε πρώτο βαθμό, η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων για τους σπουδαστές της σχολής ήταν ενοχή για οκτώ εκ των εννέα κατηγορουμένων.
Στους τρεις κατηγορουμένους, που ήταν ανήλικοι κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων, καταλογίστηκε ποινή κοινωνικής εργασίας 150 ωρών στον τόπο διαμονής τους, ενώ για τους άλλους πέντε, που είχαν ενηλικιωθεί, ποινή φυλάκισης 36 μηνών που μετατράπηκε σε 5 ευρώ την ημέρα, με αναστέλλουσα δύναμη στην ασκηθείσα έφεση.
Η δίκη δεν αφορά τις συνθήκες θανάτου του 20χρονου σπουδαστή το 2015, για τις οποίες διεξάγεται ξεχωριστή έρευνα, αλλά μόνο τις υποθέσεις περιστατικών βίας εναντίον του από συμφοιτητές του κατά τη διάρκεια των σπουδών τους και ενώ διέμεναν στις Εστίες της σχολής. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε όλες τις συνεδριάσεις του δικαστηρίου παρίσταται και η οικογένεια του Βαγγέλη Γιακουμάκη.
Με μαύρες σημαίες κρεμασμένες στα κάγκελα, μια μεγάλη φωτογραφία των δύο κοριτσιών, της Σοφίας και της Βασιλικής, που βρέθηκαν απανθρακωμένες αγκαλιά έπειτα από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, και δύο μεγάλες ανθοδέσμες τυλιγμένες στα ροζ ξεκίνησε νωρίτερα η πολύκροτη δίκη, η οποία τελικά διακόπηκε για τις 23 Ιανουαρίου.
Πρώτη κατέθεσε η μητέρα των 9χρονων κοριτσιών, η κ. Ξυραφάκη, η οποία σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ της ΕΡΤ, είπε μεταξύ άλλων, ότι στις 27 Ιουλίου ταυτοποιήθηκαν οι σωροί των παιδιών και των πεθερικών της:
“Βρήκα την πεθερά μου από κάτω, τα παιδιά μου ανάμεσα, και τον πεθερό μου από πάνω με ανοιχτές τις αγκαλιές του. Τους κηδέψαμε 11 μέρες μετά, στις 3 Αυγούστου του 2018”.
Τεσσερισήμισι χρόνια μετά και πριν ανοίξουν οι πόρτες της δικαστικής αίθουσας είχαν βρεθεί από νωρίς κάτοικοι της περιοχής του Ματιού στο δικαστήριο, φανερά συγκινημένοι και με τον φόβο, ότι πρέπει να ανατρέξουν πάλι στις φρικτές μνήμες.
Συγκλονιστική ήταν και η κατάθεση της θείας των κοριτσιών: “Δεν ήξερες τι ήταν αυτά που πάταγες κάτω. Αν ήταν σάρκα… Αυτό το χωράφι θα είναι πάντα ένα νεκροταφείο, ό,τι κι αν γίνει εκεί. Ήταν και οι 4 αγκαλιά. Πήγα και πήρα τα σιδεράκια των παιδιών, δεν είχε μείνει τίποτα. Πήγα στο σπίτι και το φαγητό ήταν ακόμα εκεί. Σάπιο, αλλά ήταν εκεί. Από τη μαμά μου είχε μείνει αυτό…” και έδειξε στο δικαστήριο κάτι σαν βραχιόλι. “Και από τη Βασιλική είχε μείνει μόνη μια μικρή καρδούλα που φορούσε στο λαιμό της.”
Καταθέσεις ψυχής που κάνουν, όσους δεν έζησαν τη μεγάλη φωτιά στο Μάτι να ανατριχιάζουν. Καταθέσεις για την κόλαση εκείνης της ημέρας, του απογεύματος της 23ης Ιουλίου 2018 καθώς η δίκη για την εθνική τραγωδία, συνεχίζεται.
Τέσσερις άνθρωποι που έχασαν στη φωτιά στο Μάτι γονείς, αδέλφια, παιδιά, κατέθεσαν σήμερα (16.12.2022) στη δίκη, ενώ έγινε γνωστό ότι επιδικάστηκε αποζημίωση 300.000 ευρώ σε συγγενείς θύματος από τον Νέο Βουτζά.
«Δε θέλω να τιμωρηθεί κάποιος αθώος. Θα ήθελα να τιμωρηθεί αυτός που δεν έκανε καλά τη δουλειά του, δεν είναι δυνατόν να ζούμε στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, στο νομό Αττικής και να έχουν χαθεί τόσοι άνθρωποι.
Πολλοί από εμάς είμαστε ζωντανοί νεκροί. Αυτός ο πόνος και η απώλεια δε θα περάσει ποτέ. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι έφυγαν μόνοι αβοήθητοι. Κι εγώ με τη μητέρα μου κατά τύχη ζω. Ποτέ δεν είχε περάσει η φωτιά, δυστυχώς αυτή τη φορά μας έκαψε τα πάντα».
Με αξιοπρέπεια και ψυχικό σθένος, η Μαρία Αβραμίδου, η οποία έχασε την οικογένεια της, στο Μάτι, τη μητέρα της, την αδελφή της, τον γαμπρό της και τον ανιψιό της, ενώ η ίδια και η κόρη της σώθηκαν κατά τύχη, κατέθεσε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας, ζητώντας δίκαιη απόδοση ποινικών ευθυνών στους υπευθύνους.
«Ήμασταν στο σπίτι στο Μάτι. Εγώ ήμουν με την κόρη μου. Εγώ θα έφευγα το απόγευμα έτσι και αλλιώς. Είχαμε ακούσει για φωτιά στην Κινέτα και κάποια στιγμή ακούσαμε και για Καλλιτεχνούπολη.
Εγώ θα έφευγα γύρω στις 7. Η μητέρα μου και η αδελφή μου επέμεναν να φύγω νωρίτερα. Τελικά πήρα την κόρη μου και φύγαμε στις 6 παρά 5… Βγήκα στη Μαραθώνος με κατεύθυνση προς Αθήνας.
Στην είσοδο προς Νέο Βουτζά είδα δύο υδροφόρες. Παρατήρησα ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στη Μαραθώνος ήταν σαν να φεύγαμε μόνες μας» περιέγραψε η μάρτυρας.
Ενώ η κυρία Αβραμίδου κατέθεσε πως ενώ η ίδια είχε φτάσει ήδη σπίτι, στις 6:15 μίλησε με την αδελφή της.
«Ήταν σε πανικό, έκλαιγε φοβόταν ότι θα καεί σπίτι μας. Μιλάω μετά με τη μάνα μου, “η Κάτια είναι σε απόλυτο πανικό, μην την πάρεις ξανά” μου είπε. Στο τελευταίο τηλεφώνημα μου, η μητέρα μου μου είπε ότι έχουν δυσκολέψει πολύ τα πράγματα, μου είπε “είναι μπροστά μου φλόγες”. Εγώ το θεώρησα υπερβολή. Παίρνω ξανά το τηλέφωνο ήταν νεκρό.
Δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με κανένα τους» περιέγραψε η μάρτυρας για εκείνες τις δραματικές ώρες.
Στη συνέχεια, άρχισε ο Γολγοθάς της για την αναζήτηση της οικογένειας της.
«Κάποια στιγμή μιλάω με κάποιον Πυροσβεστική. Λέω έχω 4 ανθρώπους στη λεωφόρο Δημοκρατίας που δεν ξέρω που είναι τώρα. Στο μεταξύ, οι κουμπάροι που ερχόταν σε εμάς, πηγαίναν στη Λούτσα και είχαν χαθεί με τους δικούς μου. Μετά ακούμε στην τηλεόραση ότι κάποιους τους πάνε στα νοσοκομεία. Αποφασίσαμε να σκορπιστούμε μήπως πάμε εκεί.
Εγώ πήγα στο ΚΑΤ. Μπαίνοντας ξανά στο αυτοκίνητο ακούω ότι κάποιοι φτάνουν στο λιμάνι της Ραφήνας. Ήμουν σίγουρη ότι θα τους βρω εκεί. Μάλιστα πήρα και μπουρνούζια και πετσέτες, μήπως έχουν βραχεί, ήμουν σίγουρη ότι θα τους βρω εκεί.
Ζήτησα μήπως μπω σε μία βάρκα να τους βρω. Με πήρε ο γιος μου, “μαμά σε βλέπω στην τηλεόραση μην κάνεις κάτι επικίνδυνο για σένα”. Ήταν πολύς κόσμος στο λιμάνι της Ραφήνας» περιέγραψε η μάρτυρας.
Ωστόσο η κυρία Αβραμίδου είχε να διαχειριστεί και το γεγονός ότι ο άλλος της ανιψιός βρισκόταν εκτός Αθηνών.
«Ο άλλος μου ανιψιός ήταν στην Κρήτη, έζησε από τύχη. Ήρθε με την πρώτη πρωινή πτήση. Φύγαμε να πάμε μέσα στο Μάτι, μήπως κάτι βρούμε. Αντίκρυσα ένα βομβαρδισμένο τοπίο. Ήταν ασύλληπτη η εικόνα. Το σπίτι ήταν ολοσχερώς καμένο. Πάω προς Κόκκινο Λιμανάκι. Ήταν μία μάζα με αυτοκίνητα καμένα. Το ένα πάνω στο άλλο δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Ο ανιψιός μου βρήκε τα αυτοκίνητα των δικών μας άθικτα αλλά εκείνους πουθενά.
Έμαθα για DNA. Πάμε στο Γουδί, δίνουμε. Είχα ένα παιδί, τον Δημήτρη, σπίτι, που δεν ήθελε να ακούει ούτε ειδήσεις και ζούσαμε την αναμονή, περιμένοντας να έχουμε κάποιο νέο.
Κάποια στιγμή τον βλέπω και παίρνει ένα αναπτήρα να κάψει το πόδι του. Του λέω “τι κάνεις;”, “Τίποτα, να δω τι έχουν νιώσει”. Την Κυριακή μας είπαν ότι έχουν ταυτοποιηθεί και οι 4 και να πάμε να τους παραλάβουμε από το Σχιστό. Βρήκαμε μόνο δύο τάφους, βάλαμε την αδελφή μου και γαμπρό μου μαζί και μητέρα με ανιψιό. Από τη μία στιγμή στην άλλη βρεθήκαμε και χωρίς την οικογένεια και και με ένα παιδί ορφανό» είπε η μάρτυρας.
Επόμενος μάρτυρας κατέθεσε ο ανιψιός της κυρίας Αβραμίδου, Δημήτρης Κατσουλάκης.
Ο νεαρός που μέσα σε ένα απόγευμα έχασε όλη την οικογένεια του, άρχισε την κατάθεση του, λέγοντας πως «ήταν τύχη που δεν ήμουν εκεί. Εγώ ήμουν στην Κρήτη. Μαθαίνω ότι έχει ξεσπάσει φωτιά στη Κινέτα.
Με πήρε ο αδελφός μου κάποια στιγμή το μεσημέρι και μου λέει έχει φωτιά στην Κρήτη και να προσέχω. Του λέω “εσείς καλά;”. Μου απαντάει, “ναι”. Αργότερα, προσπαθούσα να πάρω τους γονείς μου, δεν απαντούσαν. Κατά τις 6:30 με παίρνει τηλέφωνο η νονά μου και μου λέει έχουν εγκλωβιστεί.
Με πήρε τα ξημερώματα, τελικά, η θεία μου και μου λέει ότι πρέπει να ανέβω στην Αθήνα διότι η οικογένεια μου αγνοείται» περιέγραψε ο μάρτυρας.
Ο τότε 17,5 ετών νέος πήγε στο Μάτι την επόμενη της καταστροφής για να ψάξει την οικογένεια του.
«Ήταν σαν να είχε πέσει βόμβα. Μπήκα στο Μάτι με τον θείο μου και ένα φίλο. Ρωτούσα γνωστούς, δεν ήξερε κανένας. Βρήκα μετά από πολύ περπάτημα τα αυτοκίνητα τους. Τα οποία ήταν άθικτα. Εκεί λέω υπάρχει ελπίδα να τους βρούμε»
περιέγραψε ο μάρτυρας.
Τελικά, την απάντηση την πήρα από το DNA.
«Ήταν ένα εξαήμερο πολύ κακό στη ζωή μου. Με ενημέρωσε η θεία μου ότι ταυτοποιήθηκαν οι γονείς μου. Η αιτία θανάτου, έλεγε, απανθρακώθηκαν. Δεν είχα δει κανέναν. Αυτό ήταν το σκληρό. Απλά ήταν ένα χαρτί, τίποτα. Έπρεπε να αποδεκτώ γεγονός. Συναντούσα ανθρώπους και μου έλεγαν τι είχε συμβεί. Κι εγώ από τύχη είμαι εδώ. Δεν υπήρχε βοήθεια από κανέναν, ούτε πυροσβεστική, ούτε τίποτα. Ήταν μόνοι τους, εγώ έπρεπε να συνεχίσω»
είπε κλείνοντας την κατάθεση του ο νεαρός.
Νωρίτερα, στο δικαστήριο κατέθεσε στο δικαστήριο η Aνδριανή Καλεγιαννάκου, η οποία έχασε το γιο της τους γονείς της και τον αδερφό της.
«Εμείς είμαστε μόνιμοι κάτοικοι στην περιοχή πάνω από σαράντα χρόνια. Είναι τραγικό να βρίσκεσαι πάνω σε ένα με τραγικό άξονα και να μην υπάρχει τρόπος διαφυγής.
Πιστεύω ότι δεν ήταν θέμα ανικανότητας και κακού συντονισμού πιστεύω ότι υπήρχε και δόλος. Το πιστεύω ακράδαντα. Αν έχετε διαβάσει ηχητικό Ματθαιόπουλου- Λιοτσου…»
κατέθεσε η μάρτυρας.
Σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά τόνισε ότι η φωτιά έπιασε την οικογένεια της στον ύπνο. «Ο γείτονας φώναξε στον αδερφό μου τον Γιάννη “φωτιά”. Υπήρχαν άνθρωποι που έφυγαν με τα εσώρουχα… Έκτοτε δεν είχα καμία επικοινωνία. Δεν μπορούσα να βρω τον αδερφό μου. Μετά είχαν κλείσει το δρόμο και δεν μπορούσα να περάσω.
Με τα χίλια ζόρια με άφησαν να περάσω από τη διασταύρωση της Ραφήνας στις 23:30 τη νύχτα. Αρχίσαμε και τρέχαμε… Πηγαίναμε στα ξενοδοχεία, στο λιμάνι της Ραφήνας. Και την επόμενη μέρα ακούω ότι βρέθηκαν 26 άτομα σε ένα οικόπεδο που δεν το είχα ξανακούσει.
Ούτε μου πήγε το μυαλό μου ότι θα ήταν εκεί οι δικοί μου. Είχε έρθει ο Ερυθρός Σταυρός στη Ραφήνα, έδωσα τα ονόματα. Ο πατέρας του παιδιού έδωσε για το παιδί και εγώ για τους γονείς μου δείγμα DNA. Θεωρώ ότι εκτός από ανικανότητα και κακό συντονισμό, υπήρξε και ανυπαρξία των ανθρώπων αυτών που είναι επαγγελματίες επιφορτισμένοι για την προστασία των ανθρωπίνων ζωών και παρόλα αυτά φέρθηκαν με τόσο απάνθρωπο τρόπο και άφησαν συμπολίτες τους στο έλεος του Θεού.
Στο βωμό των προσωπικών τους φιλοδοξιών έκαψαν το παιδί μου, τους γονείς μου και τον αδερφό μου.
Ένα οκτάχρονο παιδί να είχαν βάλει να το διαχειριστεί θα το είχε κάνει πολύ καλύτερα, όχι όλοι αυτοί» κατέθεσε, κλαίγοντας, η μάρτυρας.
Ακόμα και σήμερα, 4,5 χρόνια μετά, η μάρτυρας διερωτάται γιατί.
«Στην Κινέτα εκκενώθηκαν τρία χωριά και δεν έγινε το ίδιο στο Μάτι. Θα είχε γίνει μια μεγάλη οικολογική καταστροφή αλλά δεν θα είχαν χαθεί τόσοι άνθρωποι. Τους κατηύθυνε ο πανικός. Ακούσαμε από τη Δούρου ότι η στραβή έγινε στην βάρδια της. Το ακούσαμε και αυτό! Κυνικοί μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Προκάλεσαν τέτοια καταστροφή τουλάχιστον ας μην μιλάνε»
τόνισε, κλείνοντας την κατάθεση της.
Στη συνέχεια στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε ο πατέρας του παιδιού της κύριας Καλεγιαννάκου, Αναστάσιος Αλεξόπουλος.
Όπως είπε το μυαλό του δεν πήγε κατευθείαν στο κακό όταν άκουσε για φωτιά. «Πολιτισμένη χώρα είμαστε και θα έχουν αναλάβει υπηρεσίες. Δεν μπορούσα να φανταστώ κάτι άλλο… Είχαν δύο ώρες καιρό και δεν έκαναν τίποτα. Που ζούμε, σκέφτηκα» κατέθεσε ο μάρτυρας.
Όπως είπε την επόμενη μέρα που πήγε στο Μάτι αντίκρισε σεληνιακό τοπίο.
«Παντού τέφρες. Και μια μυρωδιά θανάτου παντού. Όλα λιωμένα… Τα μέταλλα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι συνέβαινε αυτό. Πέρασαν τρεις μέρες έψαχνα να βρω το πτώμα. Πήγαμε στο Σχιστό…
Ήταν 150 πτώματα σε κίτρινες σακούλες. “Τραβάτε να δείτε αν είναι κάποιος δικός σας“. Μετά άλλαξαν γνώμη και μας έστειλαν στο Γουδή. Μετά μας είπαν για να δώσουμε dna και τελικά με ειδοποίησαν ότι αναγνωρίστηκε το παιδί και με ρώτησαν αν θέλω ψυχολογική στήριξη»
είπε ο μάρτυρας επισημαίνοντας ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί σαν τα ποντίκια.
«Γιατί τους εγκλώβισαν τους ανθρώπους και τους οδήγησαν μέσα στις φωτιές; Γιατί άφησαν τον κόσμο να καεί; Γιατί; Γιατί; Γιατί;» είπε ο κ. Αλεξόπουλος.
Η τραγική κατάληξη του 12χρονου Δημήτρη που αγνοούταν στο Μάτι
Τραγικός επίλογος γράφτηκε και στην υπόθεση του 13χρονου Δημήτρη Αλεξόπουλου που αναζητούνταν από την Δευτέρα 23 Ιουλίου μετά τη φωτιά που τύλιξε το Μάτι.
Το «Χαμόγελο του Παιδιού» είχε εκδώσει Missing Alert για τον ανήλικο κ
Τραγική φιγούρα ο Αναστάσιος Αλεξόπουλος, πατέρας του έφηβου, που όλο αυτό το διάστημα υποστήριζε πως είχε αναγνωρίσει τον άτυχο γιο του σε φωτογραφίες που είχε ανέβασε στο Facebook ο χρήστης Νίκος Καλογερίκος, και οι οποίες είχαν κάνει τον γύρο του διαδικτύου. Παράλληλα είχε συλλέξει πληροφορίες από αυτόπτες μάρτυρες που υποστήριζαν ότι ο 13χρονος Δημήτρης εθεάθη με την γιαγιά του στην παραλία να περιμένουν ένα αλιευτικό σκάφος για να τους σώσει.
Την τραγική είδηση ανακοίνωσε με ανακοίνωσή του το Χαμόγελο του Παιδιού. «Εξ αρχής τα δεδομένα μαρτυρούσαν ότι πρόκειται για ιδιαίτερα ανησυχητική εξαφάνιση καθώς δεν υπήρχαν σαφή στοιχεία που να συνηγορούν στο αντίθετο. Οι έρευνες του Πυροσβεστικού Σώματος κατέληξαν στην τραγική είδηση και δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι μας», αναφέρει η οργάνωση.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ, Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΟΥ ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΙ:
«Στις 28/7/2018, στις 15:00 ενημερωθήκαμε από την μητέρα του Δημήτρη Αλεξόπουλου ότι ο γιος της ο οποίος αγνοούνταν από το Μάτι Αττικής, ταυτοποιήθηκε ως νεκρός ανάμεσα στα δεκάδες θύματα της φονικής πυρκαγιάς.
Εξ’ αρχής τα δεδομένα μαρτυρούσαν ότι πρόκειται για ιδιαίτερα ανησυχητική εξαφάνιση καθώς δεν υπήρχαν σαφή στοιχεία που να συνηγορούν στο αντίθετο. Οι έρευνες του Πυροσβεστικού Σώματος κατέληξαν στην τραγική είδηση και δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι μας.
Το Amber Alert για τον 13χρονο αγνοούμενο
Ανάμεσα στους νεκρούς της φονικής πυρκαγιάς ο μικρός Δημήτρης Αλεξόπουλος
ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ 12ΧΡΟΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΑΤΙ: ΒΛΕΠΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ
«Βλέπω το παιδί στον ύπνο μου κάθε βράδυ. Μου λέει “μπαμπά δεν χρειάζεται να μου πάρεις το κομπιούτερ που σου ζήταγα. Δεν χρειάζεται τώρα”. Και με πιάνουν τα κλάματα. Ελπίζω να υπάρχει κάτι άλλο. Να μην έχει χαθεί η ψυχή του. Να μας βλέπει από ψηλά…» Τα λόγια του διακεκριμένου παθολόγου Αναστάσιου Αλεξόπουλου, που έχασε τον 13χρονο γιο του Δημήτρη από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, παγώνουν το αίμα. Συγκλονίζουν. Βουρκώνουν τα μάτια ακόμα και του πιο ψύχραιμου.
Ο κ. Αλεξόπουλος μέσα σε λίγα λεπτά είδε «το καμάρι του», όπως αναφέρει ο ίδιος, να «φεύγει» για τη γειτονιά των αγγέλων. Και σε μία συγκλονιστική κατάθεση ψυχής στην εκπομπή «Μαζί σου» όχι μόνο αναφέρεται στο χρονικό της τραγωδίας, αλλά αποκαλύπτει την τραγική ειρωνεία της τύχης.
«Είχαμε κανονίσει να κατέβουμε στην Αθήνα να πάμε να ψάξουμε για υπολογιστές. Και ζήτησα μήπως μπορούσε να έρθει μαζί μου το παιδί το Σάββατο να κάτσει μαζί μου κάποιες ημέρες. Για κάποιο λόγο είπε κάποιος “μην τον πάρεις σήμερα”. Είπα “εντάξει”, θα έρθω αργότερα, μεσοβδόμαδα. Το παιδί μου είπε “εντάξει, έλα την άλλη εβδομάδα, δεν πειράζει”», ανέφερε ο κ. Αλεξόπουλος
Δύο ημέρας αργότερα το παιδί του χάθηκε στο Μάτι. «Τι να πω; Ήταν ένας άγγελος. Ένα πολύ καλό παιδάκι. Ήταν χαμογελαστός. Ποτέ δεν μίλησε άσχημα», σημειώνει ο διακεκριμένος παθολόγος.
«Βλέπω αυτό το μέρος και δεν το αναγνωρίζω. Θυμάμαι εκείνη την ημέρα που ήρθα σε ένα καταπράσινο μέρος με χαρούμενα πρόσωπα και ήρθα να δω τον μικρό. Μιλάγαμε και γελάγαμε με τους παππούδες και τον θείο. Μιλάμε για το σχολείο που θα πήγαινε ο μικρός.
Λέγαμε για αθλητισμό. Λέγαμε για το πως θα πάει καλύτερα στο σχολείο. Κάναμε σχέδια για την επόμενη χρονιά. Δυστυχώς ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Τα άτομα που γελάγαμε το Σάββατο δεν υπάρχουν πια. Και δεν υπάρχει περίπτωση να τα δω ξανά.
Με λυπεί πολύ η σκέψη ότι βρήκαν έναν θάνατο τραγικό. Και ο Δημήτρης που ήταν ένα παιδάκι άγιο δεν θα μπορέσει να δει τους συμμαθητές τους, να δει τους φίλους τους, να έχει ένα όμορφο μέλλον, όπως φανταζόμουν ότι θα έχει», αναφέρει ο κ. Αλεξόπουλος, που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
«Το περίεργο ήταν πως την επόμενη ημέρα (σ.σ της φωτιάς) που ήρθα, είδα το σκυλάκι της οικογένειας να είναι στην είσοδο. Ήρθε να μας χαιρετήσει. Και λέω πως χάθηκαν οι άνθρωποι; Πώς είναι ζωντανό το σκυλάκι; Ποιος τους παρέσυρε σε έναν τέτοιο θάνατο να καούν ζωντανοί; Πώς έγινε αυτό το κακό; Το σπίτι μέσα ουσιαστικά ήταν άθικτο»
προσθέτει ο κ. Αλεξόπουλος.
Καταλήγοντας σημειώνει: «Δεν μπορώ να το πιστέψω. Μου λείπει συνέχεια το παιδί. Είναι σαν έχει φύγει ένα κομμάτι μου. Είναι σαν να πέθανα και εγώ. Ήταν το καμάρι μου. Ήταν η ελπίδα μου για κάτι όμορφο.
Η συντριβή που νιώθω θα κρατήσει για πολύ καιρό. Δεν μπορώ να το εξηγήσω ακόμα. Το σκέφτομαι ακόμα. Έχει παγώσει το μυαλό μου. Βλέπω το παιδί στον ύπνο μου κάθε βράδυ. Μου λέει “μπαμπά δεν χρειάζεται να μου πάρεις το κομπιούτερ που σου ζήταγα.
Δεν χρειάζεται τώρα”. Και με πιάνουν τα κλάματα. Ελπίζω να υπάρχει κάτι άλλο. Να μην έχει χαθεί η ψυχή του. Να μας βλέπει από ψηλά…».
Με συγκλονιστικές μαρτυρίες συγγενών νεκρών και εγκαυματιών από τη φωτιά στο Μάτι συνεχίζεται η δίκη στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας.
Σήμερα κατέθεσαν ακόμα 4 άτομα τα οποία έχασαν τις μητέρες τους στην φωτιά στο Μάτι, με τις περιγραφές να είναι για μια ακόμα φορά γροθιά στο στομάχι.
«ΑΦΗΣΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΝΑ ΚΑΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΩ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ»
Ο Αθανάσιος Μωραϊτης συγκλόνισε τη δικαστική αίθουσα. Ο άνδρας, που παραθέριζε με την οικογένεια του κάθε χρόνο στην περιοχή, έζησε συγκλονιστικές ώρες κατά τη διάρκεια της φονικής πυρκαγιάς και περιέγραψε με λυγμούς πως αναγκάστηκε να αφήσει πίσω τη μητέρα του.
«Δεν είδα πουθενά κάνενα πυροσβεστικό» ανέφερε ο μάρτυρας προσθέτοντας :
«Ακούσαμε ότι υπήρχε φωτιά. Είδαμε ότι ήταν πολύ μικρή, στην Καλλιτεχνουπολη. Μην με ρωτάτε ώρα προσπαθώ να ξεχάσω. Είπαμε θα το δει η πυροσβεστική θα τη σβήσει .
Η κατάσταση φαινόταν στην αρχή ότι ήταν υπό έλεγχο. Δυστυχώς κατά τις 6 παρά 10 είχε αρχίσει να παίρνει διαστάσεις στην Καλλιτεχνούπολη.
Δεν είχε περάσει τη Μαραθώνος. Μετά από λίγο πέρασε αεροσκάφος. Έκανε δύο ρίψεις κι έφυγε. Από κει και πέρα κανένας πυροσβεστικό όχημα, καμία πληροφορία».
«ΑΦΗΣΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΝΑ ΚΑΕΙ»
Ο μάρτυρας τόνισε πως η φωτιά όταν πέρασε τη Μαραθώνος είχε τεράστια ένταση:
«Ετοιμαζόμασταν να φύγουμε με γυναίκα μου γιο μου μητέρα μου. Είχαμε χάσει τα κλειδιά τού αυτοκινήτου. Όταν τρέξαμε να σωθούμε διαπιστώσουμε ότι ο παραλιακός δρόμος ήταν γεμάτος από αυτοκίνητα».
Τότε άρχισε ο εφιάλτης για τον μάρτυρα «Πολύ καυτό κύμα, πάνω από 300 βαθμούς Κελσίου άρχισαν να καίγονται λάστιχα αυτοκινήτων παντζούρια ξύλινα ..Καιγοντουσαν τα πάντα».
Ο μάρτυρας συγκλόνισε λέγοντας πως «Δυστυχώς η μητέρα μου 92 χρονών και είχε κινητικά προβλήματα. Δεν μπορούσα να τη βγάλω. Είχα την πλάτη μου στη φωτιά. Άρχισα να καίγομαι.
Όταν κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μεταφέρω μητέρα μου, σκέφτηκα ότι έχω γυναίκα και παιδί κι έπρεπε να φύγω. Άφησα τη μητέρα μου να καεί για να σώσω την οικογένειά μου».
«Οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι δεν ήξεραν για νεκρούς είναι ψέμα»
«Οι δικοί μου είχαν φτάσει στην άκρη του δρόμου. Τους πρόφτασα. Καταφέραμε και φτάσαμε στην παραλία. Στον δρόμο είδαμε το πρώτο πυροσβεστικό. Δεν μπορούσαν να κάνουν και τίποτα.
Φτάσαμε στην παραλία. Είδαμε και άλλους που προσπαθούσαν να γλυτώσουν. Ήμασταν στη θάλασσα. Έβρεχε φωτιά.
Προσπαθούσαμε να μην εισπνέουμε τόσο καπνό για να μην πάθουμε μεγάλη ζημιά. Όταν ήρθαν οι μάνικες είχε νυχτώσει για τα καλά. Όλοι μας τουρτουριζαμε. Μας έβγαλαν στη Ραφήνα. Δεν υπήρχαν ασθενοφόρα. Πήγα στο λιμεναρχείο να αναφέρω το χαμό της μητέρας μου. Αυτό ήταν στις 10.00. οποιοδήποτε ισχυρισμός ότι δεν ήξεραν για νεκρούς είναι ψέματα» τόνισε ο μάρτυρας.
«Με όλη αυτή την κατάσταση έχω χάσει την εμπιστοσύνη μου στο θεσμό του ελληνικού κράτους.
Δεν νοιάστηκε για εμάς. Τοποθετεί ανθρώπους σε θέσεις που δεν θα έπρεπε. Κανείς δεν πρέπει να ζει και να πεθαίνει με αυτόν τον τρόπο. Κανείς από μας δεν άξιζε να πάθει αυτό το πράγμα.
Δεν πάρθηκε καμία σωστή απόφαση. Δεν υπήρχε σωστή οργάνωση. Ένα ελικόπτερο μια ρίψη. Λάθος αποφάσεις ελήφθησαν» τόνισε ο μάρτυρας.
«ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΚΑΘΑΡΙΣΤΟΥΝ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ»
Στη δίκη κατέθεσε και ο Ορέστης Τζίντζας ο οποίος έχασε και αυτός τη μητέρα του. Επεσήμανε πως το διάστημα πριν την πυρκαγιά δεν είχε παρατηρήσει καμία προσπάθεια του Δήμου να καθαρίσει τους δρόμους.
«Την Δευτέρα το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου μιλήσαμε με τη μητερα μου στο τηλέφωνο.
Βρισκόταν στην τράπεζα στην Νέα Μάκρη. Δεν υπήρχε ειδοποίηση ότι υπήρχαν ισχυροί άνεμοι στην περιοχή. Τελευταία φορά που μίλησα μαζί της ήταν στη μία το μεσημέρι. Η μητέρα μου νοίκιαζε ένα σπίτι.
Την ημέρα της τραγωδίας βρισκόταν στο ίδιο αυτοκίνητο με τον ενοικιαστη, όπου βρέθηκαν απανθρακωμένοι. Το αυτοκίνητο βρέθηκε 400 μέτρα απο το σπίτι, 2 λεπτά οδήγησης.
Η σύζυγος του γείτονα, μου είπε ότι δεν υπήρχε σχέδιο εκκένωσης. Κάντε ο,τι θέλετε τους έλεγαν από την Πυροσβεστική. Καμία οδηγία δεν είχαν» τόνισε ο μάρτυρας.
Στη συνέχεια ο μάρτυρας τόνισε πως «στις 6.05 η μητέρα μου ήταν μαζί με τον γείτονα. Δεν υπήρχε παροχή ηλεκτρισμού δεν μπορούσε να ανοίξει την γκαραζοπορτα. Έφυγαν με το αυτοκίνητο της μητέρας μου.
Ή θα έφευγαν από την πύλη Α ή από την Β. Αποφάσισαν να φύγουν από εκεί. Δεν είχαν ειδοποίηση από πού έπρεπε να φυγουν. Επικρατούσε πανικός. Δεν υπήρχε καμία εντολή εκκένωσης, σχέδιο αντιμετώπισης της πυρκαγιάς.
Ένα ελικόπτερο είδαν μόνο που έριξε νερό κατά τη διάρκεια των 2-3 ωρών της φωτιάς. Την επόμενη μέρα έδωσα dna και ταυτοποιήθηκε η μητέρα μου. Ήταν μία τραγωδία που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Υπήρχε χρόνος να αντιδράσουν».
«ΒΡΗΚΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΛΙΩΜΕΝΗ»
Ο μάρτυρας Δημήτρης Σιαπέρας περιέγραψε πως εντόπισε απανθρακωμένη τη μητέρα του.
«Κατευθύνθηκα προς το σπίτι στις 8.30. Έκανε προσπάθειες να φθάσω στο σπίτι. Αφού έφτασα σχεδόν γύρισα πίσω.
Ξανά πήγα,το σπίτι κατεστραμμένο εντελώς. Στην πόρτα του σπιτιού του θείου μου, ήταν λιωμένη, δεν ήταν απανθρακωμένη.
Πηγαίνοντας εκεί ρωτούσα τι να κάνω ποιος θα την παραλάβει… έπαιρνα ΕΚΑΒ, καμια απάντηση. Την ώρα που λέγανε ότι δεν υπάρχουν νεκροί γίνονταν αυτά» κατέθεσε οργισμένος ο μάρτυρας.
«Δεν πέρασε ούτε περιπολικό, ούτε σειρήνες , ούτε καμπάνες ήχησαν. Δεν υπήρχε καν σχέδιο εκκένωσης. Η πυροσβεστική δεν ενημέρωσε κανέναν. Η μητέρα μου ήταν 50 μέτρα από ασφαλές σημείο και δεν σώθηκε διότι δεν υπήρχε μια κινητοποίηση για να καταλάβει ο κόσμος και να σωθεί» τόνισε ο μάρτυρας.
Από την πλευρά της η αδελφή του, η Κωνσταντίνα Σιαπέρα, τόνισε: «Ήξερα ότι αν η μητέρα μου ήταν στη ζωή θα μας είχε πάρει. Θυμόνταν όλα τα τηλέφωνά μας. Τη βρήκε ο αδελφός μου στο σπίτι του θείου μου… Δε είχε καεί, είχε περάσει το θερμικό κύμα και έτσι είχε πεθάνει.
Αιτία θανάτου ήταν «θερμικά εγκαύματα». Ρώτησα τον πατέρα μου γιατί δεν έφυγαν. Μου είπε ότι δεν τους ειδοποίησαν, ότι δεν υπήρχε κανείς. Ότι ζητούσε βοήθεια και δεν υπήρχε κανείς
. Κανένα σχέδιο. Άδικα έφυγαν τόσοι άνθρωποι. Στη Κινέτα που ήταν η θεία μου είχαν πάρει εντολή για εκκένωση, δεν καταλαβαίνω γιατί τόσο διαφορετική ενημέρωση».
Στην αίθουσα τελετών του Εφετείου της Αθήνας συνεδρίασε για πρώτη φορά σήμερα Πέμπτη (10.11) το Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας το οποίο εκδικάζει την υπόθεση της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι.
ΣΤΙΣ 16 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΙ Η ΔΙΚΗ
Για τις 16 Νοεμβρίου διέκοψε η δίκη για την εθνική τραγωδία στο Μάτι Αττικής, το 2018 που στοίχιζε τη ζωή σε 104 ανθρώπους. Στη σημερινή συνεδρίαση, που διεξήχθη στην αίθουσα τελετών του Εφετείου, δήλωσαν παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας ακόμη 100 συγγενείς νεκρών, τραυματίες και πυρόπληκτοι.
Οι υπόλοιποι 63 θα νομιμοποιηθούν στην επόμενη συνεδρίαση η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 16 Νοεμβρίου στην ίδια αίθουσα.
ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ ΜΠΑΜΠΑ ΤΩΝ 9ΧΡΟΝΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ ΠΟΥ “ΕΦΥΓΑΝ” ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ο Γιάννης Φιλιππόπουλος, ο οποίος κατά τη φονική πυρκαγιά έχασε τους γονείς του και τις δίδυμες κόρες του είπε απευθυνόμενος στο δικαστήριο: «Έχουμε την αξιοπρέπεια να έρθουμε εδώ σε αντίθεση με κάποιους άλλους. Περήφανο τέκνο του Φιλίππου και της Σοφίας, περήφανος γονιός της Βασιλικής και της Σοφίας».
ΟΙ 9ΧΡΟΝΕΣ ΔΙΔΥΜΟΥΛΕΣ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΑΘΗΚΑΝ ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΕΝΕΣ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΣΤΟ ΜΑΤΙ – Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚ. ΦΙΛΙΠΠΟΠΟΥΛΟΥ
Η φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου 2018 στο Μάτι σημάδεψε την οικογένεια Φιλιπποπούλου με τα 9χρονα διδυμάκια της, τη Σοφία και τη Βασιλική, που βρήκαν τραγικό θάνατο μαζί με τον παππού και τη γιαγια.
Η ιστορία τους είναι από τις πιο συγκλονιστικές ιστορίες που έχουν προκύψει από την πολύνεκρη τραγωδία στην ανατολική Αττική. Τα δίδυμα αγγελούδια, που αγνοούνταν μαζί με τους παππούδες τους από το απόγευμα της «μαύρης» Δευτέρας, πέθαναν αγκαλιά μέσα στις φλόγες μαζί με τον παππού και τη γιαγιά τους, στην προσπάθειά τους να σωθούν προς τη θάλασσα. Έτσι το θέλησε η μοίρα… να γεννηθούν και να πεθάνουν μαζί.
ΟΙ ΑΓΩΝΙΩΔΕΙΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑ
Ο Γιάννης Φιλιππόπουλος, o πατέρας των κοριτσιών είχε εμφανιστεί τότε στην τηλεόραση και έλεγε ότι αγνοούνται τα δίδυμα κορίτσια του, 9 ετών, μαζί με τον παππού και τη γιαγιά.
Οι γονείς απευθύνθηκαν σε νοσοκομεία, στην Αστυνομία και στην Πυροσβεστική, χωρίς αποτέλεσμα, ενώ στο τέλος έφτασαν ακόμα και στο νεκροτομείο στου Γουδή, όπου έδωσαν δείγμα γενετικού υλικού, και πάλι χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Ωστόσο, τυχαία, λίγο αργότερα, οι γονείς “αναγνώρισαν” τα παιδιά ζωντανά, σε πλάνα τηλεοπτικού σταθμού από το λιμάνι της Ραφήνας, όπου μεταφέρονταν με ιδιωτικά πλοία και πλωτά του Λιμενικού διασωθέντες που είχαν καταφύγει σε παραλίες στο Μάτι. Σύντομα διευκρινίστηκε, όμως, ότι τα κορίτσια στο σκάφος δεν ήταν τα δίδυμα και έκτοτε άρχισε η προσπάθεια εντοπισμού τους.
Οι γονείς ήλπιζαν ότι διέκριναν τα παιδιά τους όμως η μοίρα ήταν αμείλικτη. Ο δραματικός επίλογος είχε γραφτεί καθώς οι διδυμούλες μαζί με τους παππούδες βρήκαν φρικτό θάνατο στο μοιραίο οικόπεδο που βρέθηκαν 26 άνθρωποι, οι οποίοι είχαν συναντήσει εκεί αδιέξοδο στην προσπάθειά τους να φτάσουν στη θάλασσα για να γλιτώσουν από την πύρινη λαίλαπα. Για την εξεύρεση τους είχε εκδοθεί και Amber Alert από το Χαμόγελο του Παιδιού.
«ΦΙΛΗΣΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΜΟΥ ΚΑΜΕΝΑ»: ΤΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΑΡΓΩΔΙΑ
Αίσθηση είχε προκαλέσει το συγκλονιστικό μήνυμα που είχε δημοσιεύσει μέσω Facebook ο τραγικός μπαμπάς στο οποίο δεν κρύβει τη θλίψη και την οργή του για τους χειρισμούς που έγιναν από τους υπεύθυνους τις κρίσιμες ώρες.
«Η χώρα μου είναι μια υπέροχη χώρα, αλλά άχρηστη σαν κράτος», ξεκινάει ο πατέρας στο βίντεο που είναι τραβηγμένο στο νεκροταφείο όπου είναι θαμμένα τα άτυχα παιδάκια και το οποίο ανήρτησε στη σελίδα του στο facebook και συνεχίζει: «Ήταν ωραία κ. Τσίπρα που φιλάγατε τα Χριστούγεννα στο Μέγαρο Μαξίμου τα παιδάκια, αλλά εγώ αναγκάστηκα να φιλήσω τα κορίτσια μου παραμορφωμένα και καμένα».
Αμέσως μετά απευθύνεται στην τότε περιφερειάρχη Ρένα Δούρου, λέγοντας: «Κυρία Δούρου ήσασταν υπέροχη με τα μαλλάκια σας όταν βγαίνατε στα κανάλια και δικαιολογούσατε τον εαυτό σας, δυστυχώς δεν μου έμεινε μαλλάκι εμένα για να κρατήσω ενθύμιο από τα παιδάκια μου».
Ο ίδιος ευχαρίστησε τους συγγενείς, φίλους και τους ανθρώπους που τον βοήθησαν εκείνες τις δύσκολες στιγμές. «Επειδή προέρχομαι από οικογένεια μεγάλης αξίας, οι υπεύθυνοι θα τιμωρηθείτε με νόμιμο τρόπο», συνεχίζει και καταλήγει:
«Η μόνη γαλήνη που θα βρω στην ψυχή μου είναι ότι τα δικά σας, παιδιά των υπευθύνων, θα μεγαλώσουν κάποια στιγμή και θα σας μισήσουν για αυτό που κάνατε στην οικογένεια μου και σε τόσες άλλες οικογένειες».
Συγκλονίζουν τα όσα είπε ο ψυχίατρος της Ιωάννας Παλιοσπύρου στη δίκη για την επίθεση με βιτριόλι. Ο Κωνσταντίνος Κοντοάγγελος, που παρακολουθεί την Ιωάννα τόνισε χαρακτηριστικά στην κατάθεση του: «Έχω συναντήσει ανθρώπους χωρίς χέρι, χωρίς πόδι, χωρίς σάλπιγγα, αλλά ποτέ άνθρωπο χωρίς πρόσωπο».
«Συγκλονίστηκα από την εικόνα, είδα ένα άνθρωπο που δεν έχει καμία ελπίδα, κανένα όνειρο, παρά μόνο τον προσωπικό της θάνατο.
Την υποχρέωναν επί 3 τέταρτα να γυρίζει τα βλέφαρά, ένιωθε πόνο και διάθεση να αυτοκτονήσει. Καθήκον μου είναι να κρατήσω την Ιωάννα στη ζωή. Γίνεται προσπάθεια να ανακοπεί αυτή η κατάσταση. Έκλαιγε δεν κοιμόταν, είχε χάσει 15 κιλά, καθόταν κουλουριασμένη χωρίς να μιλά, χρειάστηκε να προσπαθήσω να της δώσω ελπίδα. Παίρνει αντικαταθλιπτικά, αγχολυτικά» κατέθεσε ο μάρτυρας.
Επιπλέον τόνισε ότι «η αίσθηση της αυτοκτονίας ήταν επειδή δε θα γίνει ποτέ καλά, κλεισμένη στο σκοτάδι έχει μόνο πάρα τη μάνα και τις φίλες της. Μέσα από αυτή τη βάρβαρη πράξη αντιμετωπίζουμε μια σοβαρή μετά τραυματική διαταραχή. Όσοι παθαίνουν βαριά τραύματα από βιασμό, κακοποίηση τροχαίο κλπ βιώνουν ξανά και ξανά το τραύμα και τη στιγμή του θανάτου. Ο εγκέφαλος της έχει καταγράψει το τραύμα σαν μια βλάβη που δεν φεύγει. Τα ρούχα της μυρίζουν ακόμα μετά από. Τόσο καιρό βιτριόλι. Δεν μπορώ να προσδιορίσω ποτέ τι έφταιξε».
Όπως εξήγησε με την φαρμακευτική αγωγή κατάφερε να αντέξει τα χειρουργεία η Ιωαννα η οποία οπως περιέγραψε ο ψυχίατρος ένιωθε φόβο. «Κυρίως διαχειρίζομαι το φόβο της Ιωάννας για μετά την αποφυλάκιση της κατηγορούμενης. Συνεχώς με ρωτά αν κινδυνεύει και δεν μπορώ να της απαντήσω.
Είναι ένας άνθρωπος με ψυχικά αποθέματα και δυνάμεις, δεν μπορούν όλοι να το διαχειριστούν αυτό».
Αναφερόμενος στην καθημερινότητα της Ιωάννας και το πως αντιμετωπίζει την κατάστασή της, ο μάρτυρας περιέγραψε:
«Στο σπίτι της είναι ένας τεράστιος καθρέφτης που είναι καλυμμένος γιατί δεν θέλει να κοιτάει τον εαυτό της. Πρέπει να της δώσω μια ελπίδα ότι θα μπορέσει να αντεπεξέλθει ότι δεν θα τη χάσω και πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε. Έχει μια βαριά καταθλιπτική διαταραχή με αγχώδεις εκδηλώσεις και έντονο στρες. Οι μνήμες δεν αφήνουν το συναίσθημα της Ιωαννας να αναπτυχθεί. Υπάρχει βελτίωση, έχει βοηθήσει η φαρμακευτική αγωγή, το περιβάλλον και η υποστήριξη του κόσμου».
«Πολλές φορές έχει πει να δώσει τέλος στη ζωή της
Για την επιβαρυμένη ψυχολογία της Ιωάννας μίλησε στο δικαστήριο και η γνωστή ηθοποιός Αννίτα Ναθαναήλ, που είναι προσωπική της φίλη.
«Γνωρίζω μόνο την Ιωάννα. Την γνώρισα κατά τα τέλη του έτους. Συγκλονίστηκα από τη βιαιότητα του εγκλήματος. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί στις κόρες μου. Ήταν ένα διαλυμένο κορίτσι. Μας πήρε καιρό να την πλησιάσω. Ήταν δύσπιστη. Δύσκολο να εμπιστευτεί κάποιον τρίτο. Προσπαθούσα να την τονώσω, να δει ότι υπάρχει» είπε στο δικαστήριο.
Περιγράφοντας τη νέα ζωή της Ιωάννας, είπε πως «ζει στο σπίτι, δεν έχει κοινωνική ζωή, την παρακαλώ να πάμε μια βόλτα έξω το βράδυ, γιατί τη μέρα δεν πρέπει να κινείται λόγω του ήλιου. Η επαφή με τους γιατρούς δίνει κάποια ελπίδα, συνέχεια βγαίνουν νέες μέθοδοι αποκατάστασης, όλοι μας λένε ότι πρέπει να έχει υπομονή».
Και η κα Ναθαναήλ αναφέρθηκε στις σκέψεις περί αυτοκτονίας, ενώ τόνισε πως το τελευταίο διάστημα η ψυχολογία της έχει κάνει «βουτιά».
«Πολλές φορές έχει πει να δώσει τέλος στη ζωή της. Ο ψυχίατρος της κάνει εξαιρετική δουλειά, προσπαθούμε να κοιτάμε με αισιοδοξία το μέλλον. Έχει κάνει βουτιάτις τελευταίες ημέρες η ψυχολογία της, η στάση της κατηγορούμενη έχει ξαναβάλει το φόβο στη ζωή της, αναρωτιέται τι θα γίνει μετά από όλα αυτά. Αυτό που την κρατά στη ζωή είναι τα μηνύματα του κόσμου. Αυτό που είπε για αυτήν η μητέρα της κοπέλας από τη Φολέγανδρο της έδωσε κουράγιο. Να γίνει σύμβολο, να έχει ένα στόχο» είπε, ειδικότερα, και κατέληξε ευχόμενη και «είχε περισσότερες Ιωάννες η κοινωνία».
Στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών συνεχίστηκε σήμερα η δίκη για τη μεγάλη φωτιά το καλοκαίρι του 2018 στο Μάτι, Νέο Βουτσά και Ραφήνα, κατά την οποία χάθηκαν 104 συνάνθρωποί μας.
Η σημερινή ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε με καταθέσεις συγγενών ανθρώπων που χάθηκαν από την πύρινη λαίλαπα, όπως είναι η κατάθεση της Βαρβάρας Βουκάκη, η οποία έχασε το σύζυγο της Γρήγορη Φύτρο και τα δυο της παιδιά, Εβίτα και Ανδρέα, στο γνωστό οικόπεδο Φράγκου. Συγκλονιστική είναι η κατάθεση της Βαρβάρας Βουκάκη, η οποία περιέγραψε λεπτό προς λεπτό τις τραγικές ώρες που έζησε μέχρι να μάθει ότι τα μέλη της οικογένειας της έφυγαν από τη ζωή.
Χαρακτηριστικά, κατά την έναρξη της κατάθεσής της, μεταξύ των άλλων, είπε: «Τις ευθύνες τις ξέρουν αυτοί που τις έχουν, μένει μόνο μέσα από τις διαδικασίες να αναγνωρίσουν και να αποδοθούν. Είναι ένα τραγικό κακούργημα, μια δολοφονία. Έτσι νιώθω και έτσι είναι. Ζητώ να σταματήσει το κακό σε αυτή τη χώρα. Αυτοί που αναλαμβάνουν υπεύθυνες θέσεις να τις τιμούν. Δεν ξέρω ποιος έδωσε εντολές, ο πρωθυπουργός, κάποιος υπουργός, κάποιος άλλος; Θέλω να γίνει κάτι καλύτερο για το μέλλον και μόνο μέσω της παραδειγματικής τιμωρίας, μιας μεγάλης αλλαγής, θα μπορούσε να γίνει αυτό».
Πλημμυρισμένη από συγκίνηση τόνισε ότι είδε με τα μάτια της «την κόλαση του Δάντη» και συνέχισε την περιγραφή με ζωγραφισμένη την αγανάκτηση και τον τρόμο των ωρών εκείνων που έχουν περάσει στο υποσυνείδητό της ως ένας εφιάλτης, λέγοντας: «Φώναζα τα ονόματα της Εβίτας, του Ανδρέα και του Γρηγόρη, αλλά δεν υπήρχε κανείς να μου απαντήσει. Σαν να ήμασταν φαντάσματα, σε ένα νεκρικό τοπίο. Μαύρα όλα και μύριζε καμένη σάρκα. Μέσα στα αυτοκίνητα κάποιοι όγκοι. Είδα ανθρώπους καμένους και ανθρώπους ξαπλωμένους και εγώ ήλπιζα να μην δω και τους δικούς μου έτσι. Σε ένα μικρό στενό ήταν παρατημένο το αυτοκίνητο του συζύγου μου, άρχισα να φωνάζω πιο δυνατά, χωρίς να απαντάει κανείς. Δεν μπόρεσα να τους βρω, άλλωστε ποιος να μου απαντήσει; Δεν ζούσε κανένας» περιέγραψε και πρόσθεσε ότι ο σύζυγος της υποχρεώθηκε από περιπολικό να επιστρέψει στο Μάτι με το αμάξι, ενώ πήγαινε στη Ραφήνα, πράγμα που τους οδήγησε κατευθείαν στη φωτιά και συνέχισε: «Δεν υπήρχε καμία επικοινωνία μεταξύ των φορέων, κάποιος, κάτι δεν ενημέρωσαν τους ανθρώπους μας να φύγουν, κινήθηκαν κατά βούληση. Ο Γρηγόρης μου έριξε τη ζαριά του και θα είχε σωθεί, αν δεν τον είχε γυρίσει πίσω η Αστυνομία».
Από φωτογραφία αναγνώρισε την κόρη της
Σε άλλο σημείο της κατάθεσής η μάρτυρας, αναφέρθηκε με βουρκωμένα τα μάτια, το πώς αναγνώρισε από μια φωτογραφία που της έδειξαν στο Λιμεναρχείο Ραφήνας ότι το καμένο κορίτσι ήταν η κόρη της, η Εβίτα.
Χαρακτηριστικά η Βαρβάρα Βουκάκη, κοιτώντας, άλλοτε στα μάτια τους δικαστές και άλλοτε σκύβοντας το κεφάλι, για να μην φανεί ότι έχει βουρκώσει, είπε: «Η υπάλληλος στο Λιμεναρχείο με ενημέρωσε για μια φωτογραφία από ένα κορίτσι που έμοιαζε με την Εβίτα αλλά δεν ήξερε αν θα άντεχα να τη δω. Είδα το κοριτσάκι και ήταν η Εβίτα μου. Φορούσε τα ίδια ρούχα, όπως είχε στείλει ένα βίντεο το μεσημέρι που τραγουδούσε. Αυτή τη φορά όμως δεν είχε ζωή, δεν ήταν καμένη, ήταν με τα ρούχα και τα βραχιολάκια της. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σας περιγράψω τι ένιωσα, ήθελα να χαθεί και η δίκη μου ζωή. Έμαθα ότι βρισκόταν στο οικόπεδο, ήταν από τους τελευταίους στο οικόπεδο Φράγκο. Ο Γρηγόρης βρέθηκε καμένος και λίγο πιο πίσω ο Ανδρέας.
Η Εβίτα στην τελευταία προσπάθεια της να σωθεί, έφυγε προς τα βράχια. Υπήρχαν άνθρωποι που την είδαν, σε μια τελευταία προσπάθεια πήδηξε και έπεσε στα βράχια, στην παραλία. Και ένας από αυτούς έτρεξε να δει, να δώσει μια βοήθεια και είδε το παιδί μου και κάλεσε την πυροσβεστική αλλά δεν ήρθε κανείς. Και η Εβιτούλα μου ζούσε και της κρατούσε το χέρι, μέχρι που ξεψύχησε εκεί. Θα μπορούσα να είχα έστω ένα παιδί αν υπήρχε ενημέρωση, αν ένας λιμενικός, ένας πυροσβέστης, δεν ξέρω. Θα είχα το παιδί μου όπως κι αν ήταν, ζωντανό».
Ωστόσο προκλήθηκαν αντιδράσεις μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της Βαρβάρα Βουκάκη, λόγω της στιχομυθίας που είχε με την πρόεδρο της έδρας του δικαστηρίου:
Μάρτυρας: Συγγνώμη αν μακρηγορώ αλλά αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου…
Πρόεδρος: Το καταλαβαίνω, πολλοί θέλουν να πουν την ιστορία της ζωής τους, αλλά λίγο πιο σύντομα.
Ευθύνες στον τότε Δημάρχο Ραφήνας Ευάγγελο Μπουρνούς
Κατέθεσαν έξι ακόμη μάρτυρες, οι οποίοι απέδωσαν ευθύνες στην πυροσβεστική υπηρεσία.
Η Βασιλική Κατσαργύρη, η οποία έψαχνε τον -τελικά απανθρακωμένο- σύζυγο της στο Νέο Βουτζά, ανέφερε στην κατάθεσή της: «Ρώτησα έναν πυροσβέστη, “έχουμε θύματα στο Βουτζά;” και απάντησε “θα μάθετε από τα μέσα”. Δεν μας ενημέρωσαν ούτε ότι υπάρχει δυνατός άνεμος, τώρα τουλάχιστον χρησιμοποιούν το 112. Ούτε εναέρια μέσα, ούτε ενημέρωση, ούτε ειδοποίηση. Μόνο αν θέλετε μένετε ή φεύγετε».
Για ευθύνες του τότε Δημάρχου Ραφήνας Ευάγγελου Μπουρνούς, ο οποίος μέσω των ΜΜΕ καθησύχαζε τους κατοίκους, τονίζοντας ότι δεν κινδύνευαν από τις φλόγες, επέρριψε ο Θεοφάνης Χατζησταματίου, ο γιος του οποίου σε ηλικία 5,5 ετών ήταν από τους νεότερους εγκαυματιές, ενώ και η σύζυγος του υπέστη σοβαρότατα εγκαύματα κατά τη διάρκεια της φονικής πυρκαγιάς.
Αναφερόμενος στο τότε δήμαρχο Ραφήνας, ο μάρτυρας είπε: «Ο Μπουρνούς στις 6 παρά βγήκε και καθησύχασε τους ακροατές για να μην βγούμε στους δρόμους και εμποδίσουμε το έργο της πυροσβεστικής».
Ακόμη στην κατάθεσή του ο Θεοφάνης Χατζησταματίου είπε: «Υπήρχε σχέδιο δημοσίων σχέσεων για να πέσει το φταίξιμο στους κατοίκους. Ακούσαμε για παράνομη δόμηση αλλά οι περισσότεροι πέθαναν σε κομμάτι εντός σχεδίου πόλεως. Κανείς δεν ανέλαβε την ευθύνη για αυτή την απομάκρυνση. Προσπάθησαν να ρίξουν ευθύνη ότι έφταιγε ο καιρός, ήταν άστατος αλλά όχι απρόβλεπτος. Ήταν προφανές ότι η φωτιά θα έμπαινε στην περιοχή. Αυτό που έγινε ήταν μια μη οργανωμένη απομάκρυνση 3.000 κατοίκων. Δεν ζητήσαμε μια οργανωμένη απομάκρυνση, αλλά γι’ αυτή τη μη οργανωμένη απομάκρυνση έπρεπε να μας ενημερώσουν νωρίτερα πού βρίσκεται η φωτιά».
Μια ακόμη μάρτυρας κατέθεσε, η Γεωργία Μοσχού, κάτοικος του Νέου Βουτζά, η οποία έχασε τη μητέρα της και την αδελφή της σχεδόν έξω από το σπίτι τους. Στην κατάθεσή της, μεταξύ των άλλων, ανέφερε: «Υπήρξε απουσία των εναέριων μέσων, δεν υπήρξε ούτε για δείγμα βοήθεια. Ακούω τους προηγούμενους μάρτυρες που είναι τόσο ήπιοι και τρελαίνομαι. Είχα σκοπό να φύγω αλλά δεν είχαμε ρεύμα και άρπαξε φωτιά το σπίτι. Μέχρι 11 παρά δεν υπήρξε τίποτα, κανείς, η αδελφή και η ανίψια μου βγήκαν να φύγουν και κάηκαν έξω από το σπίτι. Η αδελφή μου άντεξε 11 ημέρες και η ανίψια μου 51 ημέρες».
Με τρεμάμενη την φωνή η Γεωργία Μοσχού, είπε χαρακτηριστικά: «Ζητούσαμε να σβήσουν τη φωτιά που σιγόκαιγε και οι πυροσβέστες έλεγαν πως δεν είχαν εντολή. Δεν είχαν εντολή για τίποτα! Λες και είχαν έρθει για βόλτα!» και κλείνοντας, είπε: «Αυτά που περάσαμε δεν περιγράφονται με λόγια, αλλά ούτε περιγράφεται η αδιαφορία των αρμόδιων που δεν είχε και αυτή όρια».
Δεκάδες άτομα, συγγενείς των 104 θυμάτων από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι τον Ιούλιο του 2018 έχουν συγκεντρωθεί έξω από το Εφετείο Αθηνών όπου σήμερα αναμένεται η εισαγγελική πρόταση.
Με ένα μεγάλο πανό που από τη μία πλευρά γράφει «Δικαιοσύνη» και από την άλλη «Κακούργημα» οι συγγενείς των θυμάτων, γονείς, παιδιά και άλλα κοντινά πρόσωπα των αδικοχαμένων θυμάτων της πυρκαγιάς, ζητούν την καταδίκη των κατηγορουμένων.
Δείτε το βίντεο:
Σύμφωνα με την πρόεδρο του συλλόγου θανόντων και εγκαυματιών, Κάλλι Αναγνώστου, «είμαστε εδώ για να ακούσουμε τι έχει να πει η εισαγγελέας, την πρότασή της. Ευχόμαστε μέσα από αυτή τη διαδικασία, αν δεν βγει η αλήθεια μέσα από αυτή την αίθουσα, όσοι θα είναι μαζί μας εδώ σήμερα, να γίνουνε κοινωνοί και να το επικοινωνήσουν παντού. Εμείς είχαμε 160 θύματα από το Μάτι.
Δείτε το βίντεο:
Δεν έχουμε μέχρι τώρα ακούσει από κάποιο φορέα όχι απλά μια συγνώμη αλλά ούτε ότι θα κάνουμε το ελάχιστο προκειμένου να μην ξανασυμβεί οτιδήποτε τέτοιο και φυσικά, να αποδοθεί και η δικαιοσύνη».