Για τον Στέφανο Κασσελάκη μίλησε μεταξύ άλλων ο γνωστός σχεδιαστής μόδας Βασίλειος Κωστέτσος, μιλώντας στις κάμερες.
Ο Βασίλειος Κωστέτσος ρωτήθηκε για το πώς θα επέλεγε να ντύσει μια νύφη, με τον ίδιο να απαντά πως αυτό είναι πολύ αόριστο, καθώς εξαρτάται από το άτομο που έχει μπροστά του.
«Είναι πολύ γενικό. Κάθε νύφη, κοπέλα, είναι διαφορετική από μια άλλη νύφη. Εσείς θα ήσασταν μια διαφορετική νύφη», απάντησε στον δημοσιογράφο, με εκείνον να του αποκρίνεται πως «αυτό είναι λίγο δύσκολο».
«Δεν υπάρχουν τώρα δύσκολα με τον κύριο Κασσελάκη, έχουν αλλάξει τα πάντα», απάντησε χαμογελαστός ο γνωστός σχεδιαστής μόδας.
Όπως πρόσθεσε θεωρεί τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ «καταπληκτικό», αποκαλώντας τον «νέο αίμα, με νέες απόψεις» που «δέχεται μπούλινγκ από τους πάντες».
Ο Βασίλειος Κωστέτσος ανέφερε ότι θα επιθυμούσε να ντύσει τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Θα ήθελα να τον ντύσω, δεν το συζητάμε. Καταπληκτικό σώμα, είναι ίδιος ο Μπεν Άφλεκ».
«Με είχαν βρει μόνο μου, αλλά, ευτυχώς, κάποια μεγαλύτερα παιδιά πρόλαβαν και με έσωσαν».
Ο Βασίλειος Κωστέτσος έδωσε συνέντευξη στην Espresso και την Τεριάννα Παππά, όπου αποκαλύπτει τον εφιάλτη που έζησε στα δέκα του χρόνια, όταν αποπειράθηκαν να τον βιάσουν.
Είχες δεχτεί bullying στο σχολείο;
Ναι, στην τετάρτη, πέμπτη και έκτη δημοτικού. Ήμουν στη γειτονιά και έπαιζα με τους συμμαθητές μου, όταν ένα παιδάκι, που δεν ήταν στην παρέα, με χτύπησε με αεροβόλο όπλο. Έμεινα για τρεις μήνες στο νοσοκομείο, ακίνητος, για να μην αποκολληθεί το μάτι μου. Στη συνέχεια έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτικός. Όταν γύρισα στο σχολείο, οι δάσκαλοι το είπαν στα παιδιά κι εκείνα γελούσαν. Για μένα πλέον το μόνο ασφαλές μέρος ήταν η μπουτίκ της μητέρας μου και όχι η γειτονιά.
Μόνο εκεί ένιωθες ασφάλεια;
Ήταν πολύ οικείος ο χώρος. Τα παιδάκια, όμως, δεν μπορούσαν να το καταλάβουν και εξέφραζαν μια ομοφοβία. Δεν θα ξεχάσω μια φορά, όταν ήμουν δέκα χρονών, που είχαν αποπειραθεί να με βιάσουν. Με είχαν βρει μόνο μου, αλλά, ευτυχώς, κάποια μεγαλύτερα παιδιά πρόλαβαν και με έσωσαν. Διαφορετικά… Ήταν η στιγμή που μου είχαν κατεβάσει το παντελόνι κι εγώ από το σοκ που είχα πάθει δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Τους ενοχλούσε, γιατί ήμουν και το πιο καλοντυμένο παιδί στο σχολείο, ήμουν ένα ωραίο αγόρι, ποτέ extreme, αλλά τους δημιουργούσε πρόβλημα, γιατί εντυπωσίαζα τα κορίτσια, επειδή ασχολιόμουν με τη μόδα.
Στο Down Town Κύπρου και τον Αλέξανδρο Πρίφτη έδωσε συνέντευξη ο Βασίλειος Κωστέτσος, ο οποίος μίλησε μεταξύ άλλων και για την προσωπική του ζωή.
Στην προσωπική σου ζωή, είσαι το ίδιο επιτυχημένος όπως και στη δουλειά σου;
Έχω κάνει τις επιλογές μου. Πλήρης δεν νιώθεις ποτέ. Αν εννοούμε το «πλήρης» με το να κάνεις οικογένεια, ok, αλλά για μένα δεν είναι αυτό. Από το να είχα έναν αποτυχημένο γάμο -που σίγουρα θα είχα, το 90% των ζευγαριών χωρίζει- προτιμώ να είμαι χωρίς παιδιά που θα μοιράζονται σε γιαγιάδες και παππούδες. Αυτό δεν το θέλω και δεν θα το επέλεγα. Ό,τι ήθελα στην προσωπική μου ζωή, το έζησα. Δεν υπάρχει, όμως, το «τέλειο».
Σχέσεις έχεις κάνει;
Ναι, έχω ζήσει συντροφικά. Ok, καλά ήταν, αλλά δεν τρελάθηκα κιόλας. Μου είναι κουραστικό το να τρώω στη μούρη κάθε μέρα έναν άνθρωπο. Η πολλή συντροφικότητα, κόβει από τον έρωτα και το πάθος. Από ένα σημείο και μετά το σεξ είναι σαν αιμομιξία πια, αφού με τον άλλον δεν είστε πλέον σύντροφοι, αλλά αδέλφια. Οπότε, καλό είναι να ανανεωνόμαστε…
Μήπως είσαι από τη φύση σου άπιστος;
Σίγουρα τα μάτια μου «παίζουν». Και σε σχέση να είμαι, το βλέμμα μου πετάει από εδώ κι από εκεί, αλλά για να κάνω κάτι άλλο, πρέπει να μου δώσουν το δικαίωμα. Από την άλλη, δεν θα απιστήσω για να εκδικηθώ, επειδή μπορεί να έκανες εσύ το ίδιο πρώτος, για παράδειγμα. Αφήνω τη σχέση να κυλήσει. Μακάρι να υπάρχει κάτι το οποίο είναι και διαρκεί για πάντα, αλλά δεν νομίζω… Δεν είμαι πια ρομαντικός.
Το σεξ τι ρόλο έχει παίξει στη ζωή σου;
Ποτέ δεν είχε πρωταρχικό ρόλο. Το απολαμβάνω, όταν εγώ το θέλω, ή όταν το φέρει η στιγμή. Απείχα πολλές φορές και μεγάλες περιόδους από το σεξ. Δεν είναι τα πάντα το σεξ στη ζωή, δεν είναι μία «ανάγκη» για μένα. Το κάνω όταν μου βγάλει κάτι ο άλλος. Δεν είναι σαν το φαγητό, που αν δεν φας θα πεθάνεις. Μπορώ να ζήσω και χωρίς σεξ, αλλά όχι χωρίς παγωτό. Με το παγωτό, γίνομαι ευτυχισμένος!
«Η εποχή του Μεσαίωνα και των μαγισσών έχει περάσει» γράφει ο σχεδιαστής σε ανάρτησή του για τη στέψη του τρανς μοντέλου στα καλλιστεία
Αντιδράσεις έφερε η στέψη της τρανς Rikkie Valerie Kolle ως Μις Ολλανδία. Το μοντέλο, έγραψε ιστορία, αφού είναι το πρώτο τρανσέξουαλ άτομο που διακρίνεται με αυτόν τον τίτλο, στον χώρο της μόδας.
Ο Βασίλειος Κωστέτσος ανέβασε μέσα από το προφίλ του στο Instagram, μερικές φωτογραφίες της Rikkie Valerie Kolle και τις συνόδεψε με ένα μήνυμα-ξέσπασμα για όσους επέκριναν την στέψη της.
«Rikkie Valerie Kolle: Η πρώτη τρανσέξουαλ γυναίκα που στέφθηκε Μις Ολλανδία 2023 – Επόμενος της στόχος ο τίτλος της Μις Υφήλιος Κάποιες και κάποιοι δεν βλέπουν την σαπίλα που ζούμε & βιώνουμε σε όλους τους τομείς!Πολιτική Μουσική Μόδα Κινηματογράφος Τηλεόραση!….Ανθρώπινες Σχέσεις!!!!!
Τους πείραξε το ότι το πρώην αγόρι συναγωνίστηκε και κέρδισε επάξια τον τίτλο μιας ωραίας γυναίκας! Η εποχή του μεσαίωνα και των μαγισσών έχει περάσει δια παντός! Αφήστε τους ανθρώπους να αποφασίσουν αυτοί για την ζωή τους!και όχι εσείς για αυτούς!»έγραψε ο Βασίλειος Κωστέτσος.
Την αγανάκτησή του σχετικά με το φρικτό έγκλημα στην Κω εξέφρασε ο Βασίλειος Κωστέτσος με ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στο instagram.
Ο γνωστός σχεδιαστής, έγραψε χαρακτηριστικά για τη στυγερή δολοφονία της 27χρονης Αναστάζια:
«Δυστυχώς είναι αλήθεια! Πως ο μεγαλύτερος φόβος! Η αλήθεια που γνωρίζουμε αλλά δεν θέλουμε να είναι αλήθεια! Πως η ομορφιά η ανθρώπινη ζωή στραγγαλίζεται δολοφονείται από απολίτιστους… ανθρώπους! Πεινασμένους και στερημένους στο σεξ!.
Που η φιλοξενία και η στέγη που τους χαρίζεται είναι επικίνδυνη για τους ίδιους που την προσφέρουν απλόχερα στον βωμό της ανθρώπινης αλληλεγγύης! Λυπάμαι και ντρέπομαι για αυτό το όμορφο κορίτσι που δολοφονήθηκε στο άνθος της από αλλόθρησκους απάνθρωπους….. «ανθρώπους»! Στην πατρίδα μας!», καταλήγει ο γνωστός σχεδιαστής για την ειδεχθή υπόθεση.
Για το bullying που είχε υποστεί στην παιδική του ηλικία μίλησε ο Βασίλειος Κωστέτσος στο Πρωινό. Ο ίδιος είπε χαρακτηριστικά: «Ήταν ένα παιδί με αεροβόλο όπλο και υποτίθεται ότι σημάδευε γάτες και με το όπλο χτύπησε το μάτι μου. Μπήκα τρεις μήνες σε ακινησία στο νοσοκομείο και βγήκα μετά από τρεις μήνες ένα τελείως διαφορετικό παιδάκι, χοντρό. Το σοκαριστικό ήταν ότι ήμουνα για ένα χρόνο σχεδόν με μαύρα γυαλιά αδιαφανή. Εκεί ξεκίνησε το πρώτο bullying… Μετά ήρθε το δεύτερο bullying άρχισαν να με φωνάζουν στο σχολείο γυναικωτό».
O Κώστας Χατζηχρήστος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1921. Οι γονείς του κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη και μετά τους τουρκικούς διωγμούς εγκαταστάθηκαν πρώτα στην Καβάλα κι ύστερα στη Θεσσαλονίκη.
Γράφει η Έπη Τρίμη
Λίγο μετά τη γέννηση του ηθοποιού η πολύτεκνη οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Παγκρατίου.
Αρχικά, ο Κώστας Χατζηχρήστος ακολούθησε στρατιωτική καριέρα. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ανθυπασπιστών της Σύρας, αλλά πολύ γρήγορα τον κέρδισε το θέατρο. Τελειώνοντας τη Σχολή ξέσπασε ο πόλεμος και ακολούθησε η κατοχή, όπου πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή με το θίασο του Λουκή Μυλωνά, διάσημου μπουλουκτζή εκείνης της εποχής. Στα μέσα της δεκαετίας, μετά από ένα εφήμερο γάμο με κάποια Νίτσα, εγκαθίσταται στην Αθήνα και συμμετέχει σε θιάσους ποικιλιών (βαριετέ).
Από πολύ μικρός ήθελε να ασχοληθεί με επαγγέλματα που είχαν στολή
Ο Κώστας Χατζηχρήστος μόλις ολοκλήρωσε το σχολείο κατατάχθηκε σε στρατιωτική σχολή. Όταν όμως αποφοίτησε κλήθηκε να αντιμετωπίσει έναν από τους μεγαλύτερος φόβους κάθε ανθρώπου, τον πόλεμο και ειδικότερα τον β’ παγκόσμιο πόλεμο στον οποίο και πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο.
Ένα βράδυ του 1943 έγινε στόχος Γερμανών, για να τους ξεφύγει κατέφυγε σε ένα θέατρο, δεν κρύφτηκε όμως ανάμεσα στους θεατές, αλλά ανέβηκε στην σκηνή όπου και ξεκίνησε να αυτοσχεδιάζει. Από εκείνη τη νύχτα αντιλήφθηκε ότι δεν τον ενδιαφέρει η στρατιωτική καριέρα αλλά το θέατρο. Όπως είχε πει και ο ίδιος δεν μπορούσε να αποδεχτεί το γεγονός ότι θα δέχεται διαταγές και όταν είχε ήδη υποβάλει όλα τα απαραίτητα έντυπα για να περάσει στη μονιμοποίηση του τότε τα παράτησε.
Η πορεία του Κώστα Χατζηχρήστου στην υποκριτική
Ήδη, κάποιοι ξεχωρίζουν το κωμικό ταλέντο του. Το 1949 συνεργάζεται με το μουσικό θίασο της Κούλας Νικολαΐδου και το 1951 συμμετέχει στις επιθεωρήσεις του θεάτρου «Ακροπόλ», όπου πλάθει για πρώτη φορά τον «Θύμιο», ένα σατιρικό τύπο, που μέλλει να τον ακολουθήσει σ’ όλη την καλλιτεχνική του διαδρομή. Ενδιάμεσα, παντρεύεται τη Μαίρη Νικολαΐδου, αδελφή της Κούλας Νικολαΐδου, με την αποκτά το πρώτο του παιδί, την Τέτα (Φυσσούν).
Το 1952 συγκρότησε το δικό του θίασο, ενώ συνέπραξε ως συνθιασάρχης με εκλεκτούς πρωταγωνιστές της εποχής. Από το 1953 έως το 1955 συνεργάστηκε με τον Κούλη Στολίγκα και την Καίτη Ντιριντάουα, την οποία αργότερα παντρεύτηκε και απέκτησε μία κόρη, τη Μαριαλένα. Το ζευγάρι χώρισε το 1975.
Το 1959 ο Κώστας Χατζηχρήστος είναι πλέον μεγάλη δύναμη στο χώρο του ελαφρού θεάτρου (κωμωδία, επιθεώρηση), τόσο ως ηθοποιός, όσο και ως θεατρικός παραγωγός. Ξοδεύει μεγάλα ποσά για άρτιες θεατρικές παραγωγές και συνεργάζεται με την αφρόκρεμα του ελληνικού θεάτρου. Με ηθοποιούς, όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Βασίλης Αυλωνίτης, η Γεωργία Βασιλειάδου, ο Νίκος Σταυρίδης, ο Γιάννης Γκιωνάκης και θεατρικούς συγγραφείς, όπως ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Χρήστος Γιαννακόπουλος, ο Νίκος Τσιφόρος και ο Σωτήρης Πατατζής. Κάνει πολλές περιοδείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με μεγάλη επιτυχία.
Το 1961 ανακαλύπτει μία αποθήκη ιδιοκτησίας του Πανάγιου Τάφου, τη νοικιάζει και τη μετατρέπει σε θέατρο («Θέατρο Χατζηχρήστου»), το οποίο θα χάσει χρόνια αργότερα, λόγω χρεών. Μία από τις παραγωγές του, που άφησαν εποχή και τον κατέστρεψαν οικονομικά, ήταν το «Καζινό Ντε Παρί» (1963), ένα χολιγουντιανό κυριολεκτικά υπερθέαμα, με αυτοκίνητα πάνω στη σκηνή, αεροπλάνα, μπαλέτα. «Εκατόν δεκαοχτώ άτομα κάθε βράδυ να πληρώνονται. Τα ’χε βάλει η Ντιριντάουα κάτω με μολύβι και χαρτί και μου λέει: Κάθε βράδυ φουλ να είσαι, θα χάνεις και τριάντα οχτώ χιλιάρικα», έλεγε ο Κώστας Χατζηχρήστος.
Ο Μπακαλόγατος
Μεγάλη και σημαντική υπήρξε και η κινηματογραφική του δραστηριότητα, με περισσότερες από 100 ταινίες στο ενεργητικό του. Ο ίδιος υπήρξε παραγωγός τριών ταινιών και σκηνοθέτησε άλλες οκτώ. Έκανε το ντεμπούτο του το 1952 στην κωμωδία των Ασημακόπουλου – Τσιφόρου «Ο Πύργος των Ιπποτών» και πολύ γρήγορα καθιερώθηκε ως ένας απ’ τους δημοφιλέστερους κωμικούς της μεγάλης οθόνης με το χαρακτήρα του «Θύμιου», ενός κουτοπόνηρου επαρχιώτη που φτάνει στην Αθήνα για να μπερδέψει τους πρωτευουσιάνους με τη χωριάτικη νοοτροπία του.
Ακολούθησαν μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες, πολλές από τις οποίες ήταν μεταφορά από το θέατρο: «Τα Κωθώνια του Συντάγματος» (1956), «Οι Τρεις Ντετέκτιβ» (1957), «Τσαρούχι, Πιστόλι, Παπιγιόν» (1957), «Γερακίνα» (1958), «Διακοπές στην Κολοπετινίτσα» (1959), «Να Ζήσουν τα Φτωχόπαιδα» (1959), «Ο Ηλίας του 16ου» (1959), «Λαός και Κολωνάκι» (1959), «Ο Θύμιος τα ’χει Τετρακόσια» (1960), «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960), «Ο Δήμος από τα Τρίκαλα» (1962), «Ο κύριος Πτέραρχος» (1963) και «Της Κακομοίρας» (1963).
Από τη δεκαετία του ‘70, ο Κώστας Χατζηχρήστος αραίωσε τις εμφανίσεις του, λόγω και προσωπικών προβλημάτων. Μετά το θάνατο της τέταρτης γυναίκας του, στα 42 της χρόνια, καταρρέει και βρίσκει παρηγοριά του το ποτό, το οποίο τον περιθωριοποιεί για αρκετά χρόνια. Τελευταία του εμφάνιση εκείνη την περίοδο της απομόνωσής του ήταν στην επιθεώρηση «Ανδρέα προχώρα, σε θέλει άλλη χώρα».
Το περιστατικό με το τηλεφώνημα στο καμαρίνι
Η σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιός Άννα Φόνσου είχε αναφερθεί σε ένα περιστατικό με τον Κώστα Χατζηχρήστο που μόνο με χιούμορ μπορούσε να αντιμετωπιστεί: «Θυμάμαι μια φορά με είχε κρεμάσει στη σκηνή, ήμουν με τον Παπαγιαννόπουλο στη σκηνή, και τον είχαν ζητήσει στο τηλέφωνο που είχε στο καμαρίνι. Μιλούσε ένα τέταρτο στο τηλέφωνο και μου έκανε νόημα να συνεχίσουμε να μιλάμε. Κοντεύαμε να τρελαθούμε εμείς και μπήκε και είπε στον κόσμο «συγγνώμη αλλά μιλούσα στο τηλέφωνο» και όπως ήταν λογικό όσοι παρακολουθούσαν την παράσταση χειροκροτούσαν και γελούσαν με το εξαιρετικό χιούμορ του.
Το χαστούκι στον Βέγγο
Μία από τις ταινίες του Χατζηχρήστου που θα του μείνει αξέχαστη είναι ο «Ηλίας του 16ου», στην οποία ο ίδιος είχε αποκαλύψει όσα έγιναν στη σκηνή με το χαστούκι: «Σκηνοθέτη είχαμε τον Αλέκο Σακελλάριο και οπερατέρ το φίλο μου Ντίνο Κατσουρίδη. Θυμάμαι σε αυτή την ταινία τα βάσανα που πέρασε ο Θανάσης εξαιτίας μιας σκηνής του έργου που έπρεπε να φάει ένα χαστούκι… Νομίζω πως ο Θανάσης είναι ένας πολύ μεγάλος ηθοποιός με τεράστια επιμονή και υπομονή. Ήταν λοιπόν η σκηνή που εγώ έπαιζα έναν ψευτοαστυφύλακα κι ο Βέγγος έναν φουκαριάρη κακοποιό. Ήταν η σκηνή που έβγαλε και το περισσότερο γέλιο, αλλά και αυτή που ταλαιπώρησε τον μεγάλο μας ηθοποιό. Τον αρπάζω από το γιακά τον Βέγγο και αρχίζω τα χαστούκια, όπως έλεγε το σενάριο. Το πρόβλημα άρχισε όταν έπεσε το πρώτο χαστούκι. Τότε ο Βέγγος από τη δύναμη έφυγε από την κινηματογραφική μηχανή. Αρχίσαμε ξανά. Πάλι έφυγε από τη μηχανή. Φαπ. Μανούλα! Και άντε από την αρχή, φαπ. Μανούλα.
Περίμενε κάθε λίγο και λιγάκι μετά από το χαστούκι όλο το συνεργείο και ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας Αλέκος Σακελλάριος πότε θα συνέλθει ο Βέγγος από το χαστούκι,. Με τη συναίνεση του Βέγγου τα χαστούκια έπρεπε να είναι αληθινά. Στο μεταξύ η ώρα περνούσε και η σκηνή δεν τέλειωνε. Άσε που αρχίσαμε να μακιγιάρουμε το Θανάση γιατί το μάγουλό του είχε κατακοκκινίσει από τα χαστούκια. Δεν θα το πιστέψετε αλλά έτσι με το χαστούκι φάγαμε ολόκληρη ημέρα. Και επιτέλους ένα από τα χαστούκια ήταν πετυχημένο…».
Οι πέντε γάμοι του γυναικοκατακτητή
Ο Χατζηχρήστος ήταν από τους ανθρώπους που του άρεσε πολύ το γυναικείο φύλο, άλλωστε αυτό στηρίζεται και στο γεγονός των πέντε γάμων που πραγματοποίησε. Ο ίδιος σε συνέντευξη του μάλιστα είχε δηλώσει ότι το παν για να κατακτήσεις μια γυναίκα είναι το παραμύθι. «Το παν για μια γυναίκα είναι το παραμύθι. Η γυναίκα θέλει να νιώθει ότι συνάντησε το βασιλόπουλο που θα την κάνει βασίλισσα. Το μόνο που μένει στον άνδρα που δεν είναι πρίγκιπας, να την πείσει ότι είναι. Κομμάτι δύσκολο, αλλά που και που σου πετυχαίνει αν προσπαθήσεις».
Ο ηθοποιός έκανε τον πρώτο του γάμο στη Βόρεια Ελλάδα την περίοδο της κατοχής με τη Νίτσα, ένα κορίτσι με καταγωγή από τη Νάουσα. Ο γάμος τους κράτησε αρκετά χρόνια μέχρι που ήρθαν στην Αθήνα και τότε μπήκε στη ζωή του ηθοποιού η Μαίρη Νικολαϊδου, η αδερφή της Κούλας Νικολαϊδου (που όπως είπαμε και παραπάνω ήταν η γυναίκα που το έβαλε στο θέατρο), με την οποία παντρεύτηκε και απέκτησαν μια κόρη την Τέτα.
Το 1952 πορεύθηκε μόνος του με δικό του θίασο και ενώ ήταν παντρεμένος, έβαλε στη ζωή του την ηθοποιό Καίτη Ντιριντάουα, με την οποία και συνεργάστηκαν. Μετά από μια παράσταση ο Χατζηχρήστος της εξομολογήθηκε τον έρωτά του και της ζήτησε να βγουν για φαγητό, εκείνη δέχτηκε και έτσι δημιούργησαν δεσμό. Ο κωμικός πήρε το δεύτερο διαζύγιο του και το 1959 παντρεύτηκε την ηθοποιό. Ο γάμος κράτησε 16 ολόκληρα χρόνια, μαζί της απέκτησε ακόμα μια κόρη, όμως η Ντιριντάουα μη μπορώντας να δεχτεί τις απιστίες του ηθοποιού του ζήτησε διαζύγιο το 1975.
Ο Χατζηχρήστος παντρεύτηκε για τέταρτη φορά την Ελένη Πανταζή, η οποία πέθανε ξαφνικά στα 42 της και έκανε και πέμπτο γάμο, ο οποίος κράτησε μέχρι τη στιγμή που έφυγε και εκείνος από τη ζωή στις 3 Οκτωβρίου του 2001 στα 80 του χρόνια από λοίμωξη του αναπνευστικού.
Η οικονομική καταστροφή του κωμικού
Ο Κώστας Χατζηχρήστος τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του ήρθε αντιμέτωπος με την οικονομική καταστροφή. Ήταν το διάστημα που επένδυε σε μεγάλες θεατρικές παραγωγές με αποτέλεσμα να επέλθει το οικονομικό αδιέξοδο. Ο ηθοποιός είχε δηλώσει τότε: «Πρέπει να μάθει όλος ο κόσμος κάτι που ίσως δεν ξέρει. Ότι εγώ δεν παίρνω ούτε μία δραχμή παρόλο που οι ταινίες μου είναι σε συνεχή προβολή. Και έφτασε στο σημείο μέσα σε μία βδομάδα να παιχτούν τρεις ταινίες μου μαζεμένες. Δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι και κονομάνε, αλλά πάντως είναι άδικο για ‘μένα. Ο κόσμος μπορεί βλέποντας τις ταινίες μου να νομίζει ότι ο Χατζηχρήστος τα κονομάει χοντρά. Λάθος. Άλλοι τα κονομάνε και όχι εγώ. Και γι’ αυτό εκφράζω κάποιο παράπονο γι’ αυτή τη μεταχείριση. Τέλος πάντων. Μιλήσαμε για επιτυχημένες ταινίες και ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για αποτυχημένες ταινίες που με έβαλαν μέσα οικονομικά με τα τσαρούχια. Βλέπεις και οι δουλειές έχουν ρίσκα και εγώ πάντα ρισκάριζα. Και κάτι άλλο: εγώ είχα το ψώνιο να θέλω να ‘μαι παραγωγός, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής.
Λοιπόν κάνω μια ταινία με τον τίτλο «Ο ταχυδρόμος προχωράει» και ελαφρώς καταστρέφομαι οικονομικά. Δηλαδή τι ελαφρώς, που μου άλλαξε τα φώτα. Η ταινία πήγε πάτος. Δεν ήμουν κανένας αληταράς, ούτε χαρτοπαίχτης που τα ‘παιζα και τ’ άφηνα νηστικά, ούτε ιππόδρομο ούτε τίποτα. Τώρα πώς τα έτρωγα; Μη ρωτάτε. Πάντως ένα είναι σίγουρο ότι δεν τα ‘φαγα τα λεφτά μόνος μου. Πάντα με συνεργάτες, φίλους και γνωστούς. Ποτέ μόνος μου. Αλλά τα πιο χοντρά λεφτά χαθήκανε σε δουλειές θεατρικές και κινηματογραφικές. Και όσοι ξέρουν απ’ αυτά, με καταλαβαίνουν πιο πολύ. Πάντως ποτέ δεν δείλιασα και πάντα ρίσκαρα. Κι εκείνη την εποχή το χρήμα ήταν χρήμα. Το μόνο που κατορθώσαμε εγώ και το αδελφάκι μου, ο Δήμος, ήταν να φτιάξουμε ένα θέατρο που την εποχή που το πήραμε ήταν ένα παλιό υπόγειο σε κακά χάλια. Όπως όλοι οι άνθρωποι έτσι και εγώ έκανα τα λάθη μου, αλλά με αδίκησαν. Ειδικά στους καλλιτεχνικούς κύκλους η κακία, η ζήλια και ο παραγκωνισμός είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Πρέπει να έχεις σιδερένια νεύρα και ταλέντο. Θα ήμουν όμως αχάριστος αν πω ότι δεν είδα μεγάλη δόξα και ότι δεν κονόμησα λεφτά. Μέσα από την Τέχνη τακτοποίησα τα παιδιά μου και τη δεύτερη γυναίκα μου την Ντιριντάουα. Το θέατρο και ο κινηματογράφος μου άφησαν μια γεύση σαν πικρό μέλι. Μαζί με τις χαρές γεύτηκα και την πίκρα».
Ο Κώστας Χατζηχρήστος έκλαιγε που έχασε το θέατρό του
Έφυγε πικραμένος, είχε πει σε συνέντευξή της η Βούλα Χατζηχρήστου. Τότε που έχασε το θέατρο του στοίχισε πολύ. Αυτή ήταν η μεγάλη του στεναχώρια. Πέρασε πολλά. Πώς μπορώ να ξεχάσω που δεν είχαμε να πληρώσουμε τα ενοίκια, τους ηθοποιούς, τους φωτιστές. Ο Κώστας έκλαιγε κι εγώ του έδινα κουράγιο. Τα έδωσα όλα για τον άνθρωπό μου, για να είναι καλά εκείνος. Και όταν του πήραν το θέατρο τα “κοράκια”, μαζί αντιμετωπίσαμε τον καρκίνο. Γιατί ο Κώστας δεν θα πέθαινε, αν δεν του έπαιρναν το θέατρο. Μόλις του το πήραν, πήρε την κάτω βόλτα και έσβησε σαν το πουλάκι.
Το πρώτο εγκεφαλικό επί σκηνής
Ο ηθοποιός το 1964 ανέβασε την επιθεώρηση «Παριζιάνα» στο ΠΑΡΚ, μια πανάκριβη παραγωγή με αυτοκίνητα στη σκηνή, μπαλέτα και αρκετούς ηθοποιούς. Ήταν μια παραγωγή που απασχολούσε συνολικά 118 άτομα. Η τότε γυναίκα του, η Ντιριντάουα, είχε προειδοποιήσει τον Χατζηχρήστο πως τα νούμερα δεν βγαίνουν και πως ακόμα και αν το θέατρο είναι γεμάτο καθημερινά, θα έχανε ημερησίως 38.000 δραχμές. Έτσι προχώρησε σε αύξηση του εισιτηρίου αλλά υποχρέωσε τους άντρες να προσέρχονται στο θέατρο με γραβάτα κάτι που δεν ήταν αρεστό. Στη αρχή η παράσταση κινούνταν καλά οικονομικά, όταν όμως ανέβηκε μια επιθεώρηση στο Μετροπόλιταν άρχισε να χάνει τους θεατές της και τελικά οδήγησε στην χρεοκοπία τον Χατζηχρήστο. Τότε ήταν που ο κωμικός έπαθε εγκεφαλικό πάνω στη σκηνή.
Οι γιατροί του έλεγαν πως είχε δύο μήνες ζωής
Εγώ δεν το πίστεψα, είχε πει η Βούλα Χατζηχρήστου. Πήγαμε να κάνει αποτοξίνωση και τελικά έζησε δέκα χρόνια. Όταν τον πρωτογνώρισα εγώ ήταν πρησμένος από το ποτό. Έπινε ουίσκι με ταβόρ και υπνοστεντόν μαζί. Είχε πρηστεί το συκώτι του, ήταν πρησμένος παντού.
Το τέλος του Κώστα Χατζηχρήστου
Ο Κώστας Χατζηχρήστος πέθανε στην Αθήνα από λοίμωξη του αναπνευστικού στις 3 Οκτωβρίου 2001, σε ηλικία 80 ετών.
O Κώστας Χατζής μίλησε μαζί με την κόρη του, Δανιέλα, και αναφέρθηκε στον ρατσισμό που βίωσαν σαν οικογένεια. Καλεσμένος στην εκπομπή «Καλύτερα Αργά» του Action24, ο γνωστός τραγουδιστής αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις δυσκολίες που πέρασε στη ζωή του.
Δείτε το βίντεο:
«Όταν ήρθα εδώ, ήταν πολύ δύσκολη η ζωή μου. Όταν ήρθα εδώ, ακόμα κι η φυλή μου είχε πρόβλημα με εμένα, επειδή δεν γεννήθηκα μέσα στη φυλή. Γεννήθηκα κοντά σε Έλληνες. Εγώ ήμουν και στους φτωχούς, άρα ήμουν υποάνθρωπος.
Όταν ήρθα εδώ, θέλησα να μάθω για τη φυλή μου, γιατί είναι τόσο παθητική. Όταν πήγα σε αυτούς, δεν με δεχόντουσαν.
Δεν ήξερα και τη γλώσσα κι έλεγαν “εσύ έχεις μεγαλώσει με τους άσπρους, άρα δεν μας νιώθεις”», περιέγραψε.
«Το γύφτος, αθίγγανος και τσιγγάνος είναι υποβαθμισμένες λέξεις. Από χιλιάδες χρόνια λεγόμαστε Ρομά. Όπως ας πούμε και με τους Αραπάδες, που μετά τους είπαν Νέγρους και σήμερα τους λένε Αφροαμερικανούς. Είναι πιο εύηχη η λέξη», είπε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά της η κόρη του δήλωσε: «Εγώ το λέω ότι είμαι τσιγγάνα. Δεν είχα ποτέ κόμπλεξ, ήξερα ότι αυτό είμαι και είμαι πολύ περήφανη για αυτό. Έτυχε μέσα από τη δουλειά μου να μου πουν να μην το λέω για να πάω μπροστά, αλλά αποφάσισα να μην το κάνω».
Δείτε το βίντεο:
«Δεν έχουμε τον κατάλληλο σεβασμό! Ο Γιώργος Νταλάρας τι έχει δώσει στον χώρο του πολιτισμού; Υποκλιθήκαμε; Ναι. Και τώρα τον συζητάνε και λένε κάποια πράγματα για αυτόν που είναι ντροπή. Ντροπή!», σημειώσε κλείνοντας.
Ο Κώστας Χατζής βρέθηκε καλεσμένος το βράδυ της Τρίτης στο The 2night Show με τον Γρηγόρη Αρναούτογλου.
Ο καταξιωμένος καλλιτέχνης μίλησε για τα χρήματα που έπαιρνε στα κέντρα που τραγουδούσε και ορισμένα περιστατικά που τον πλήγωσαν και είναι δύσκολο να ειπωθούν στον τηλεοπτικό αέρα.
«Είναι μερικά πράγματα που δεν μπορώ να τα πω. Ας φέρουμε ένα παράδειγμα, όλοι έπαιρναν 100 και εγώ έπαιρνα 20 και είχα μάνα, πατέρα και η οικογένεια. Δεν είναι αυτό ένα μήνυμα γιατί αυτό βγαίνει ότι είμαι ο καλός άνθρωπος, καλλιτέχνης. Δεν είναι σωστό. Είναι κάποια πράγματα που δεν μπορούν να ειπωθούν» ανέφερε ο Κώστας Χατζής.
«Για παράδειγμα εμένα τα παιδιά μου ήταν φυλακή για 4 χρόνια γιατί είναι αντιρρησίες συνειδήσεως, που είμαστε Μάρτυρες του Ιεχωβά. Ήρθαν και μου είπαν ότι θα έπαιρνα για 3-4 συναυλίες 40 εκατομμύρια και λέω ούτε ο Frank Sinatra να ήμουν. Πέρασαν 4 μήνες και έγραψαν οι εφημερίδες ότι η απατεωνιά του τάδε υπουργείου έκανε αυτό και οι τραγουδιστές ήταν αυτό. Αν το διάβαζαν αυτό τα παιδιά μου; Το φαντάζεσαι; Γιατί έπεσα και σε δυσμένεια και σου λέει ότι ο πατέρας μου μας έλεγε τόσα…» σχολίασε ο Κώστας Χατζής.
Πάντα προσηνής και ακμαιότατος στα 86 του, ο αγαπητός καλλιτέχνης μάς αφηγήθηκε τις στιγμές που σημάδεψαν την πολυκύμαντη ζωή του και την περιπετειώδη πορεία του στην ελληνική μουσική σκηνή.
Γεννήθηκα όχι μέσα στη φυλή μου, γεννήθηκα –χωρίς να το παρεξηγήσετε– με Έλληνες στη Λιβαδειά το 1936, σε μια γειτονιά που είχε όλες τις τάξεις. Υπήρχαν οι πλούσιοι, η ελίτ που λέμε σήμερα, τότε δεν υπήρχε αυτή η λέξη, η μεσαία τάξη, οι φτωχοί και οι πιο φτωχοί. Ανήκα στους πιο φτωχούς, στην κατώτερη φυλή, στους πληβείους.
• Εγώ θυμάμαι από τεσσάρων χρονών τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θυμάμαι ακριβώς όταν έγινε η κήρυξη του πολέμου, τους συγγενείς μου που βγάζαν φωτογραφίες με τα κορίτσια της γειτονιάς γιατί νόμιζαν ότι πήγαιναν σε πανηγύρι. Δεν ήταν μόνο οι συγγενείς μου, όλοι έτσι έκαναν, θυμάμαι περιστατικά πολλά.
• Ήταν δύσκολα χρόνια. Με πενήντα λεπτά ρύζι που έβαζε ο μπακάλης σε ένα χωνάκι από εφημερίδα η μάνα μου έκανε και δυο και τρία φαγητά να μας θρέψει. Τότε δεν ψώνιζαν οι άντρες, αλλά οι γυναίκες. Με φωνάζαν Κωστάκη και με έστελναν να πάρω άνιθο ή μαϊντανό, ό,τι είχαν ξεχάσει. Μου περισσεύανε δεκάρες, αλλά η μάνα μου μού έλεγε «πρόσεχε, να είσαι περήφανος, να μη δέχεσαι να παίρνεις τα ρέστα».
• Όταν πήγα σχολείο ήμουν εννιά χρονών, με βρίζανε και με έλεγαν «ο γύφτος». Πήγα στη μάνα μου, τη Ζωή, και λέω «μαμά, είμαστε γύφτοι;». «Όχι, παιδί μου», μου λέει, «εμείς είμαστε άρχοντες». «Γιατί είσαι σκούρος;», με ρώταγαν τα παιδιά, «γιατί γυρίζεις, βρε, όλο στον ήλιο», μου έλεγε η μάνα μου, αλλά εγώ όταν γύριζα σπίτι έβλεπα ότι ήμουν σκούρος παντού. Τα παιδιά που με βρίζανε τα χτύπαγα και, αφού τα χτύπαγα, με διώχνανε από το σχολείο. Η Λιβαδειά είχε τέσσερα δημοτικά, με διώξανε από όλα. Τελικά κατάφερα και τέλειωσα το δημοτικό, αλλά είχα καταλάβει ότι ήμουνα στο περιθώριο.
Εγώ είχα άλλες αρχές, δεν ξέρω καμία γυναίκα να γεννήθηκε πόρνη, η γυναίκα γίνεται πόρνη και η αιτία είμαστε οι άντρες, χειρότερο πράγμα από εμάς τους άντρες δεν υπάρχει όταν δεν έχεις παιδεία. Βλέπεις ανθρώπους μορφωμένους και μόλις δουν μια γυναίκα αρχίζουν και λένε βλακείες για να κάνουν εντύπωση, δεν έχουν αγωγή αυτοί οι άνθρωποι.
• Όταν ήμουν μικρός δεν τραγουδούσα, ούτε όργανο έπαιζα, αλλά είχα μεγάλη αγάπη για το σινεμά, το σπίτι μου ήταν κοντά στο σινεμά, έβλεπα τα πάντα. Αλλά διάβαζα εξωσχολικά. O Kαραγκιόζης απαγορευόταν τότε να παίζεται γιατί οι καραγκιοζοπαίχτες ήταν αριστεροί, ήταν η εποχή με το δεύτερο αντάρτικο, σκότωνε ο πατέρας το παιδί και έγιναν όλα αυτά τα φριχτά πράγματα.
• Ο παππούς μου ήταν ο Κώστας Καραγιάννης, φοβερή φυσιογνωμία, σπουδαίος μουσικός, από τους διασημότερους δημοτικούς κλαρινίστες της εποχής του, με ένα σπίτι μεγάλο, δίπλα στο δικό μας το μικρό, που έρχονταν από παντού οι μουσικοί να τον συναντήσουν. Και αυτός και ο Γιαούζος, άλλος συγγενής, έκαναν σχολή, αν έχουμε τη δημοτική μουσική είναι γιατί οι γύφτοι τη διαιωνίζουν σε πανηγύρια, αν οι μουσικοί είναι εκατό, οι γύφτοι είναι ενενήντα. Εσείς κοιτάτε το χρώμα, αλλά στη φυλή υπάρχουν ομορφιές. Και είναι πολλοί που έχουν αυτή την καταγωγή μα δεν τη λένε, έχουν περάσει δύσκολα, δεν αντέχεις να το αποκαλύψεις μέσα σε ένα περιβάλλον.
Το προσπέκτους της δικής μου ζωής είναι η Αγία Γραφή, εκεί που δεν υπάρχει πίεση και καταδυνάστευση, και διαβάζοντάς τη μπορώ να ζω και να αντέχω τις δοκιμασίες. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
• Και ο πατέρας μου, ο Ευάγγελος Χατζής, υπηρετούσε τη δημοτική μουσική, έπαιζε σαντούρι, αλλά του άρεσε και η κλασική μουσική. Και τι έπαιζε στο σαντούρι; Ραψωδίες του Λιστ, τα «Παραμύθια του Όφενμπαχ», «Τραβιάτα», «Τόσκα», αυτά τα άκουγα από παιδί μαζί με τα δημοτικά. Του άρεσε η ευρωπαϊκή μουσική, διάβαζε μουσική, παρτιτούρες, πήρα από αυτόν μια προίκα μεγάλη. Ήταν πολύ τίμιος άνδρας ο πατέρας μου, ήταν αγράμματος και έμαθε γράμματα με εμάς, και στη μάνα μου έλεγε «το παιδί εσύ θα το δέρνεις, γιατί εγώ πηγαίνω για γάμους και πανηγύρια και έρχομαι μετά από δυο-τρεις μέρες. Θα το δέρνεις γιατί το βράδυ θα το αγκαλιάζεις, εγώ που θα έρχομαι θα το συμβουλεύω». Κράτησα όλες αυτές τις συμβουλές μέχρι σήμερα.
• Αγαπούσα πολύ την οικογένεια, όταν κέρδισα λεφτά πήρα στη μάνα μου σπίτι, αυτό με ένοιαζε, να έχουν και οι αδελφές μου ένα σπίτι, ένα σταυρουδάκι, ένα ρολογάκι, γι’ αυτούς ζούσα, και αν με ενδιέφεραν τα χρήματα ήταν όχι για να πλουτίσω, αλλά για να τακτοποιήσω την οικογένεια. Παντρεύτηκα μια Γερμανίδα και μια Γαλλίδα και έχω έξι παιδιά. Με τις ξένες, που με ρωτάτε πώς τις διάλεξα, δεν υπήρχε προκατάληψη ότι είμαι γύφτος. Εσείς σοκάρεστε που το λέω έτσι, αλλά έτσι είναι. Τις γυναίκες της φυλής μου τις έβλεπα σαν αδελφές μου, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα μαζί τους, το θεωρούσα ανήθικο.
• Τότε, όταν τελείωνες το δημοτικό, έδινες εξετάσεις για το γυμνάσιο, ήταν οκτώ τάξεις. Εγώ έδωσα και πέρασα, αλλά ήταν αδύνατον να πραγματοποιήσω το όνειρό μου γιατί ήμασταν πολύ φτωχοί. Ούτε σήμερα θέλω να το αποκαλύψω, δεν θα πω. Και αφού το όνειρό μου είχε βουλιάξει, έδωσα εξετάσεις να πάω σε μια τεχνική σχολή να γίνω μηχανικός, στον Ήφαιστο στην Αθήνα.
• Όταν ήρθα στην Αθήνα, είχαμε νοικιάσει ένα δωματιάκι με την αδελφή μου, εκείνη πήγαινε στην τρίτη γυμνασίου. Δούλευα σε ένα μηχανουργείο και μετά βρήκα ότι ήταν καλή δουλειά στα σκουπίδια, στον Άγιο Ιερόθεο, εκεί ήταν γεμάτο ντενεκέδες που τους πρεσάραμε και γινόντουσαν μπάλες για το χυτήριο.
• Εκεί που νοικιάζαμε, σπιτονοικοκυρά ήταν μια γυναίκα που δούλευε σε σπίτια και είπε ότι ήθελαν σε ένα σπίτι υπηρέτη άντρα, όχι γυναίκα. Έτσι πήγα στα δεκατέσσερα να δουλέψω στο σπίτι ενός αρεοπαγίτη, του Δούνια, στην πλατεία Κάνιγγος, και έμαθα να κάνω παρκέ, να φτιάχνω καφέ, να σιδερώνω, μάζευα το νερό σε κιούπια. Σε αυτό το σπίτι πρώτη φορά έφαγα σουτζουκάκια με πουρέ, τον κάνανε σε ένα μεγάλο ξύλινο γουδί, με γάλα. Δοκίμασα και μου άρεσε τόσο πολύ, αλλά δεν ήθελα να το φάω, ήθελα να μπορούσα να το πάω στη μάνα μου και στον πατέρα μου, είναι ζωντανή αυτή η ανάμνηση και συγκινούμαι που το συζητάμε.
• Μου είχαν δώσει ένα δωμάτιο σε μια σοφίτα μια σταλιά, ίσα που χώραγε το κρεβάτι. Όμως γύρω-γύρω ήταν βιβλία. Και τι δεν διάβασα εκεί, γιατί τα βιβλία είχανε πολλά λεφτά τότε. Εκεί μέσα διάβασα μέχρι την «Πολιτεία» του Πλάτωνα, και άλλα που ήταν απαγορευμένα, και Μαρξ και Ένγκελς. Όταν διαβάζεις αυτά, βλέπεις ότι δεν υπάρχει σύστημα που να μην είναι προδομένο από γεννησιμιού του. Αγάπησα πολύ το διάβασμα και μου έσωσε με έναν τρόπο τη ζωή, αλλά έπαψε και να με ενδιαφέρει οποιοδήποτε πολιτικό σύστημα, οποιοδήποτε θρησκευτικό σύστημα. Το προσπέκτους της δικής μου ζωής είναι η Αγία Γραφή, εκεί που δεν υπάρχει πίεση και καταδυνάστευση, και διαβάζοντάς τη μπορώ να ζω και να αντέχω τις δοκιμασίες.
Ο Κώστας Χατζής με τη Μαρινέλα το 1976.
• Με ενοχλεί όταν ακούω «είμαι χριστιανός» και δεν έχουν διαβάσει την Αγία Γραφή, «είμαι δημοκράτης» χωρίς να έχουν διαβάσει τι είναι η δημοκρατία. Αν στην υδρόγειο υπάρχουν δυο-τρεις λαοί που ξεχωρίζουν, ο ένας είναι ο Έλληνας. Αλλά δεν έχουμε παιδεία. Υπάρχουν Έλληνες που μεγαλούργησαν, που δεν τους ξέρουμε σήμερα, κανένας δεν ασχολείται. Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής, ο Μητρόπουλος, η μεγάλη Κάλλας, πού είναι αυτοί; Ποιος τους ξέρει σήμερα, με εξαίρεση ίσως την Κάλλας; Κανένας δεν ασχολείται να μάθουν και οι επόμενοι.
• Διάβασα πολύ, όχι για να λέω ότι έχω γνώσεις, αλλά για να δικαιολογήσω αυτό που ήθελα να γράψω. Εμένα με μάγεψαν ο Παλαμάς και ο Σικελιανός, ο Παπαδιαμάντης, ο Σουρής, ο Σούτσος, ο Γρυπάρης, οι ποιητές όλοι και αυτά τα «έκλεψα» στη στιχουργική μου. Κακοφαίνεται στη γυναίκα μου και στον μαέστρο να το λέω έτσι, αλλά δεν είμαι αυτόφωτος, είμαι ετερόφωτος, έχω μια ανθολογία του Αποστολίδη και από εκεί σημειώνω και μελετώ. Μα θα σας πω ότι από όσα διάβασα, κανένας δεν έφτασε τον Μακρυγιάννη, που ήξερε δυο γράμματα, το συντακτικό του όμως κανένας δεν το έφτασε.
• Ο Καβάφης δεν μου άρεσε γιατί έγραφε ποιήματα για το πάθος του. Αισθανόμουν άσχημα, όμως μια φορά, στη Θεμιστοκλέους νομίζω, πούλαγαν βιβλία και καινούργια και μεταχειρισμένα στα σεντόνια, στον δρόμο. Ήταν φτηνά και μπορούσα να τα πάρω και τότε αγόρασα τους ψαλμούς του Δαβίδ στη δημοτική κάποιου Λάβδα –τότε, εγώ, αφού ήμουνα αριστερός, μιλούσα τη δημοτική– και ένα δοκίμιο για τον Καβάφη. Το διάβασα, διάβασα και τους «Βαρβάρους» και τον αγάπησα και κατάλαβα ότι είναι μεγάλος ποιητής και όχι εξαιτίας του πάθους του. Όπως μεγάλος ποιητής νομίζω είναι ο Μιχάλης Κατσαρός, που υπήρξα τυχερός και τον γνώρισα.
• Πριν αρχίσω να ασχολούμαι με τη μουσική, ήθελα δουλειά. Πήγα μέσω ενός γνωστού μας στο Εθνικό Ίδρυμα που ήταν κάτω από την εποπτεία της Φρειδερίκης, στη Φιλελλήνων, και με έστειλαν σε ένα καράβι, τον «Μαχητή», που ήταν για τα φτωχά παιδιά που σπούδαζαν ασυρματιστές, αρμενιστές, ηλεκτρολόγοι, μηχανικοί. Εγώ πήγα για αρμενιστής, έβγαλα και δίπλωμα και φυλλάδιο. Πριν μπαρκάρω πήγα στη Λιβαδειά, αλλά εκεί με περίμενε μια μεγάλη περιπέτεια. Ένα βράδυ σε ένα σπίτι τραγούδησα στην κιθάρα αντάρτικα και την άλλη μέρα το πρωί με έπιασαν. Πάει και το φυλλάδιο και όλα. Κλείσαν όλες οι πόρτες για πάντα, μιλάμε για το 1955. Αφού είχα μάθει λίγη κιθάρα, δεν είχα πού να πάω, και λέει η μάνα μου «πήγαινε με τον πατέρα σου και τον παππού σου». Δούλεψα με μεγάλους καλλιτέχνες σε γάμους, πανηγύρια, αυτό με σκότωνε, έκλαιγα, γιατί είχα διαβάσει δυο πραγματάκια, δεν μπορούσα τον μηχανισμό, το πατριωτικό τραγούδι, τον αμανέ, το τσάμικο.
• Ωστόσο, δούλεψα με πολλούς και σπουδαίους μουσικούς και λαϊκούς, τον Οδυσσέα Μοσχονά, τον Γαβαλά, τον Τσαουσάκη, τον Χρυσίνη, αλλά ήθελα να μαθαίνω και τραγούδια ξένα. Δεν τραγουδούσα τότε, μόνο έπαιζα, μου έκαναν εντύπωση που τα άκουγα στο ραδιόφωνο, λατινοαμερικάνικα και τζαζίστικα, από φιλμ όπως η «Καζαμπλάνκα». Και άρχισα να σκέφτομαι να γράψω δικά μου πράγματα, έγραφα όχι τραγούδια, πεζά, αλλά ήταν θυμωμένα και πικρόχολα.
• Όταν πήγα να δουλέψω στη Ρόδο με τον Μοσχονά, θυμάμαι δυο πράγματα πολύ καλά, το πρώτο είναι ότι έφαγα πρώτη φορά σε εστιατόριο, κανελόνια, πρώτη φορά έπιασα στα χέρια μου μενού, και πως ένα βράδυ, εκεί που τρώγαμε μετά το πρόγραμμα, είπα «να σας κάνω να γελάσετε;» και ανέβηκα στο πάλκο και άρχισα να τραγουδάω. Και δεν γελάσανε. Κατέβηκα κι εγώ κάτω και είπα «αφού δεν γελάσατε, σταματάω» και μου λέει ο μαγαζάτορας που ήταν μάγκας, ωραίος άνθρωπος, «ξέρεις τι έχεις εδώ;», και έδειξε το λαρύγγι του, «έχεις πετρέλαιο. Θα τραγουδάς». Έφταναν εκεί στο μαγαζί και μου βάζανε χαρτούρα και λέγανε «θέλω να τραγουδήσει ο σκούρος». Αλλά δεν το ήθελα αυτό, δεν μου άρεσε, μάλωσα και έφυγα.
• Για τη φωνή μου που λέτε ότι είναι τόσο χαρακτηριστική η βραχνάδα της, μια φορά πήγα στον Βόλο, Ιούλιο μήνα, μου είπαν «είσαι κρυωμένος», δεν με ήθελαν. Δεν ήταν και τόσο εύκολα και αποδεκτά τότε. Έγιναν έτσι τα πράγματα και μέχρι σήμερα πιστεύω πως ό,τι έχω πετύχει είναι από συμπτώσεις που συνέβησαν στη ζωή μου. Έτσι βρέθηκα και στην Αθήνα. Είχε έρθει μια κοπέλα στη Λιβαδειά, την έλεγαν Νίτσα Σαγιώρ, αδελφή του Τάκη, ήταν και όμορφη και έλεγε τραγούδια του Βέλλα, την έφεραν μέσα στα κλαρίνα, τι δουλειά είχε εκεί; Της είπαν «είναι εδώ ένας γύφτος που ξέρει κι άλλα». Δοκιμάσαμε ένα τραγούδι του Βέλλα και τρελάθηκε και μου είπε «τραγουδάς εσύ, αν πάω στην Αθήνα θα σου πω να έρθεις». Πήγα μετά από λίγο καιρό στου Ρούκουνα την ταβέρνα στην Πλάκα, όπου τραγουδούσε η Νίτσα, αλλά νόμιζαν ότι είμασταν μαζί, ζευγάρι, και με έδιωξαν.
• Στην Αθήνα πέρασα δύσκολα, έβρισκα δουλειά, με παρουσίαζαν σαν ξένο, με κρατούσαν λίγο και μετά με διώχνανε, δεν γινόταν να με κρατήσουν, για την εφορία, εγώ δεν το ήξερα τότε αυτό. Κοιμόμουνα σε παγκάκια, είχα «νοικιάσει» απέναντι από το παλάτι στον Βασιλικό Κήπο ένα παγκάκι. Ήμουνα είκοσι χρονών, αλλά πίσω δεν ήθελα να γυρίσω και μετά βρήκα ένα μέρος κάτω από μια σκάλα, Μενάνδρου 27, και κοιμόμουνα. Μια φορά έκανα να φάω δεκαοχτώ μέρες, αλλά ξέρετε τι μου είχε κάνει το διάβασμα; Πήγαινα στην πλατεία Θεάτρου, στα μανάβικα, κύλαγε ένα πορτοκάλι και αυτό με κράτησε ζωντανό, είχε όλες τις βιταμίνες. Με κράτησαν στη ζωή και αυτά που είχα διαβάσει για τον Γκάντι.
• Έψαχνα παντού δουλειά, μια φορά έφτασα μέχρι τη Βούλα, στο ΠΙΚΠΑ δίπλα, με τα πόδια, για να με ακούσει ο Λεβ Κανακάκης, μια μεγάλη φυσιογνωμία. Δεν με πήρε γιατί ήθελε τραγουδιστή ορχήστρας, αλλά μου έδωσε ένα εικοσάρικο, που ήταν μεγάλη υπόθεση, γιατί μπορούσα να πάω στο χαμάμ να πλυθώ, να φάω σε μια ταβέρνα. Με ένα τάλιρο πέρναγες τη μέρα, με δυο και είκοσι έτρωγες μακαρόνια με δυο ψωμιά και άλλα δυο είκοσι για το βράδυ και με 60 λεπτά έπαιρνες τσιγάρα, τα στούκας, ήσουνα πασάς. Ξέρετε τι με ενοχλούσε πιο πολύ; Να μην πλένομαι, να μην είμαι καθαρός.
«Όταν κοιτάς από ψηλά» μαζί με τον Γιώργο Κατσαρό
• Όταν έβρισκα δουλειά με ντύνανε Τσιγγάνο, με σκουλαρίκι. Τα αγόρια Τσιγγάνοι που είναι μοναχογιοί φοράνε το σκουλαρίκι για να είναι γεροί, σαν τον χρυσό, τρομερές δεισιδαιμονίες. Υπήρχαν και φορές που ο μαγαζάτορας δεν ήθελε να με πάρει και με πλήρωναν οι μουσικοί. Πήγα στο Γκριν Παρκ, ήταν εκεί ο Όμηρος Αθηναίος. Με παρουσιάζανε με διάφορα ονόματα, πότε ήμουνα Βραζιλιάνος, πότε Σπανιόλος, εγώ έκανα δικές μου μουσικές και λέγανε «ο Σπανιόλος από την Αγία Βαρβάρα». Την ίδια περίοδο γνώρισα και τον Γιώργο Κατσαρό, που δεν έχω λόγια να πω για αυτόν τον εξαιρετικό άνθρωπο, και τον Οικονομίδη με τον οποίο έχω μεγάλη ιστορία. Πήγα μέσα στην πείνα μου και του είπα «είμαι Τσιγγάνος και έχω να φάω τρεις μέρες». Τραγούδησα, στον Οικονομίδη άρεσα, στο αφεντικό όχι, και ο Οικονομίδης είπε «θα τον κρατήσω και θα τον πληρώνω εγώ» και μου έδινε ένα πενηντάρικο μεροκάματο.
• Όταν πήγα στρατό, έφευγα, την κοπάναγα τις νύχτες και πήγαινα και δούλευα σε καμπαρέ, παραλίγο από τις φυλακές που έτρωγα να μείνω για πάντα στον στρατό.
• Στα καμπαρέ, που δεν μου άρεσαν, ήξερα ότι οι γυναίκες που ήταν εκεί, που τις αγάπησα, έβγαζαν το ψωμί τους, είχαν παιδιά να θρέψουν και έπιναν ξύδια στα ποτήρια σωληνάκια. Ποτέ δεν τις ακούμπησα, ποτέ δεν πείραξα τα κορίτσια, θα ήταν τρομακτικό, θα ήταν ντροπή στον ανδρισμό μου. Εγώ είχα άλλες αρχές, δεν ξέρω καμία γυναίκα να γεννήθηκε πόρνη, η γυναίκα γίνεται πόρνη και η αιτία είμαστε οι άντρες, χειρότερο πράγμα από εμάς τους άντρες δεν υπάρχει όταν δεν έχεις παιδεία. Βλέπεις ανθρώπους μορφωμένους και μόλις δουν μια γυναίκα αρχίζουν και λένε βλακείες για να κάνουν εντύπωση, δεν έχουν αγωγή αυτοί οι άνθρωποι.
• Τότε, όπως μπαίναμε στη Σταδίου από την Ομόνοια, δεξιά, ήταν ένα καμπαρέ, το Ριτζ, και δίπλα ένα καφέ που λεγόταν Γαλλικό. Κατά τις δώδεκα πήγαιναν καλλιτέχνες που τελειώναν από τα διάφορα και εγώ καθόμουνα απέξω και τους έβλεπα. Πέρναγε ο Γιώργος Μουζάκης και τον έβλεπα με τα ξενόκουμπα και καμάρωνα, αλλά μέσα δεν θα μπορούσα να μπω, ήταν το όνειρό μου όμως. Ένα βράδυ που περίμενα τον Τζο Λο, έναν καταπληκτικό καλλιτέχνη στην Κοπακαμπάνα, και δεν ήρθε, μου είπε μια κοπέλα να πάμε για έναν καφέ, να με κεράσει, εγώ άφραγκος. Πήγαμε στο Γαλλικό και μου είπε «τι καφέ;» και εγώ είπα «δεν κάνουμε τον καφέ μια πάστα;». Και έτσι πήγα στο Γαλλικό. Ξέρετε, χαμογελάμε σήμερα με αυτές τις ιστορίες και σε κάποιους φαίνονται απίθανες, αλλά έκρυβαν μεγάλο πόνο.
Εδώ στην Ελλάδα η πολιτεία δεν έσκυψε πάνω στους Ρομ, να τιμωρούνται αν τα παιδιά τους δεν τα στέλνουν σχολείο, να μην περνάνε τόσο δύσκολα ακόμα και σήμερα τα παιδιά τους στα σχολεία. Τι έκανε η πολιτεία για αυτά τα παιδιά; Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
• Όταν δούλευα στο Μοκάμπο, ο μαέστρος λεγόταν Μίμης Καψίλης και αυτός μου είπε «γιατί δεν δίνεις εξετάσεις στη ραδιοφωνία;». Και το έκανα, πήγα στο Ζάππειο, περίμεναν απέξω κάτι καλλιτέχνες που δεν φαντάζεσαι, τσακάλια, εγώ μπροστά τους ήμουν αστεία υπόθεση. Τότε έπρεπε να τραγουδήσουμε ακαπέλα. Μπαίνω, λέω ένα τραγούδι, και περάσαμε δυο, εγώ και μια κοπέλα. Άρχισα να γνωρίζομαι με κάποιους συνθέτες. Λόγω της ραδιοφωνίας, τραγουδούσαμε στο Κεντρικόν, είχε έρθει ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, και ήρθε ο Κατσαρός και με ενθάρρυνε, μου είπε ότι ήθελε να με γνωρίσει ο Πλέσσας. Εκεί με είδε κόσμος πρώτη φορά και έκανα εντύπωση. Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος είναι για μένα μουσουργοί, όχι απλά συνθέτες. Όταν ξεκινούσα τα προγράμματα που έκανα τα επόμενα χρόνια, έλεγα τραγούδια τους, και του Ξαρχάκου, γιατί έπρεπε να τους τιμώ, και μετά έλεγα τα δικά μου.
• Για μένα ο ανδρισμός δεν είναι στα όργανα που ξεχωρίζουν τη γυναίκα από τον άνδρα, είναι η ιδιότητα. Αυτή την ιδιότητα την είχε μόνο ο Χατζιδάκις. Μόνο καλά έχω να πω για τον Χατζιδάκι. Μου φέρθηκε πάρα πολύ αντρίκια, είχα πάει να με ακούσει, πήγα οκτώ το βράδυ και με άκουσε τέσσερις το πρωί. Όταν με άκουσε δεν είπε τίποτα, μπήκαμε στο ταξί και με άφησε στο σπίτι μου –είχα πάει στο σπίτι του, γνώρισα τη μάνα του–, λεβέντης, όχι αστεία, και είπε «όταν θα τραγουδήσει με τη δική του φωνή, θα τον ακούσω». Φαίνεται εγώ έκανα κάτι άλλο με τη φωνή μου και το κατάλαβε, ήταν πανέξυπνος. Τραγούδησα κάποια δικά του τραγούδια αργότερα και δεν μπορώ να ξεχάσω τη συμπεριφορά του, ήταν φοβερή.
• Η ιστορία μου με τις μπουάτ ξεκίνησε το 1961. Δούλευα στον Πειραιά, έλεγα τα δικά μου τραγούδια που τα έλεγαν «τρελά» και έπαιρνα μικρότερο μεροκάματο για να τα λέω, και πηγαίνοντας στο Σύνταγμα για να πάρω το πράσινο, όπως λέγαμε τότε το λεωφορείο για Πειραιά, πέρναγα από τη Ναυάρχου Νικοδήμου. Ακούω από ένα υπόγειο ήχο κιθάρας και χτυπάω, μου ανοίγει ο Γιώργος Μούτσιος και βλέπω τον Λάκη Παππά να παίζει. Τον θαύμασα και έμεινα κατάπληκτος γιατί είχα ζήσει μια ζωή στα καμπαρέ και όλα αυτά μου φάνηκαν απίστευτα, το μέρος, το περιβάλλον, η μουσική, και ήθελα να είμαι στη θέση του.
• Τον Τιπούκειτο, έτσι λεγόταν το μέρος, που ήταν προάγγελος των μπουάτ, τον είχε ο Γιώργος Μπουκουβάλας, που είχε το ταλέντο να διαμορφώνει τους χώρους και τον αγαπούσε και η υψηλή κοινωνία. Ο Λάκης όταν έπαιζε κένταγε, γιατί ήταν μαθητής του Μηλιαρέση που ήταν μαθητής του Σεγκόβια. Εγώ που δεν παίζω κλασική κιθάρα, δεν πήγα σε δάσκαλο, τον μιμήθηκα τον Λάκη, τον «έκλεψα», και όταν έφυγε, πήρα τη θέση του. Είδε το αφεντικό ότι είχα λόγο και ήμουνα ντόμπρος και μου είχε εμπιστοσύνη.
Για μένα ο ανδρισμός δεν είναι στα όργανα που ξεχωρίζουν τη γυναίκα από τον άνδρα, είναι η ιδιότητα. Αυτή την ιδιότητα την είχε μόνο ο Χατζιδάκις. Μόνο καλά έχω να πω για τον Χατζιδάκι. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
• Η δεύτερη μπουάτ που έγινε στην Ελλάδα ήταν αυτή που έφτιαξα εγώ, η Ρουλότα, στη Βουλής 21, απέναντι από τη LiFO. Ερχόταν ο καλός κόσμος και άνθρωποι της τέχνης, είχα και τρία γκαρσόνια που τα έντυνα Τσιγγάνους και σερβίραμε τραχανά. Το μπαρ ήταν με δυο τροχούς από άμαξα που είχε κάνει ο Μικές Καραπιπέρης, μια τρομερή φυσιογνωμία. Μετά πήγα και στην Καρυάτιδα, στην Μπουάτ του Τσιγγάνου, στα Κεριά στην Τσακάλωφ, ένα μαγαζί του Μπουκουβάλα όπου σύχναζε η καλή κοινωνία και καλλιτέχνες. Έβγαινα και τραγουδούσα με μια κιθάρα, δεν ήθελα ούτε λουλούδια, ούτε τέτοια πράγματα. Το ίδιο συνέβη και στον Σκορπιό, με αυτήν τη λογική κάναμε τα προγράμματα, εκεί κάναμε τα πρώτα λάιβ που έγιναν ποτέ, έμεινα πολλά χρόνια και από τότε που έφυγα δεν έχω ξαναπεράσει γιατί συγκινούμαι.
• Όταν άρχισα να γράφω τα δικά μου τραγούδια, αναφερόμουν σε γεγονότα ιστορικά και αντιπολεμικά, από τους δικούς μας πολέμους μέχρι το Βιετνάμ, και στη φυλή μου με έναν τρόπο όχι άμεσο αλλά ποιητικό. Ήταν τραγούδια καταγγελτικά που δεν άρεσαν και κυνηγήθηκα, αλλά με αυτό τον τρόπο μίλησα με τους ποιητές και τους καλλιτέχνες και με ανθρώπους που θαύμαζα και με τον κόσμο που με άκουγε.
• Εγώ ντύνομαι όπως η φυλή, συνηθίζουμε να φοράμε μαντίλι, οι Ρομ, όπως τους αποκαλούμε. Διάλεξα να μιλάω για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ωστόσο ήταν κάποια πράγματα που μου φαινόντουσαν πάρα πολύ περίεργα με τη φυλή, δεν συμφωνούσα με τον τρόπο που ζούσαν. Οι Τσιγγάνοι δεν είχαν ηγέτες να τους βοηθήσουν, για μένα ήταν ατυχία αυτό. Ήρθαν σαν νομάδες, σαλτιμπάγκοι, έμποροι, χορευτές, αλλά δεν έγιναν δεκτοί, τους έσπρωξαν στην παραβατικότητα και δεν υπήρχε αντίσταση.
• Εδώ στην Ελλάδα η πολιτεία δεν έσκυψε πάνω στους Ρομ, να τιμωρούνται αν τα παιδιά τους δεν τα στέλνουν σχολείο, να μην περνάνε τόσο δύσκολα ακόμα και σήμερα τα παιδιά τους στα σχολεία. Τι έκανε η πολιτεία για αυτά τα παιδιά; Εγώ την πολιτεία τη σέβομαι και την καταγγέλλω με σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τους βόλευε η γυφτιά και για άλλα θέματα, έμεναν σε περιοχές που δεν άξιζαν μια δραχμή, τις αγόραζαν και όταν τους έδιωχναν άρχιζαν να τις αξιοποιούν, συνέβη αυτό και στα Πετράλωνα και στο Δουργούτι. Το λέω σε ένα τραγούδι, «βάζεις το γυφτάκι να χορεύει για να γελάς αφέντη, αν μου δώσεις και τσιγάρο θα κάτσω σαν μαϊμού να το φουμάρω». Να μη διασκεδάζεις με το παιδί, να το στείλεις σχολείο, να μάθει, να διαβάσει.
• Εγώ δεν ήθελα ποτέ να δείχνω ότι είμαι διαβασμένος, δεν κερδίζεις τίποτα με αυτό, κέρδισα όμως έναν πλούτο εσωτερικό, βγήκα ένας γύφτος χρηστός μέσα σε ένα σύστημα που μπορεί να το πει κανείς διεφθαρμένο. Με κοιτάζετε κάθε φορά που λέω «γύφτος», ωστόσο μας έμαθε ο Αριστοφάνης ότι όταν αυτοσαρκάζεσαι περνάς τα ωραιότερα μηνύματα. Κι αυτό το κάνω 68 χρόνια.