Παναγία η Προυσιώτισσα: Μια ανακάλυψη αξιοθαύμαστης ομορφιάς προσφέρεται στους επισκέπτες της Λαμίας, καθώς ένας εντυπωσιακός σπηλαιώδης ναός, αφιερωμένος στην Παναγία την Προυσιώτισσα, “κρύβεται” μέσα στο βράχο στους πρόποδες της Οίτης, σε μικρή απόσταση από την πόλη.
Ο μαγευτικός αυτός ναός, που ανακαινίστηκε από σιδηροδρομικούς υπαλλήλους, αποτελεί έναν ξεχωριστό προορισμό πνευματικής αναζήτησης και αισθητικής απόλαυσης. Οι πρόποδες της Οίτης αποκαλύπτουν ένα υπέροχο μικρό εκκλησάκι, ενσωματωμένο βαθιά στον πετρώδη τοπίο.
Παναγία η Προυσιώτισσα: Το απίστευτο θαύμα
Ιδιαίτερη προσοχή προσελκύει η ιστορική σημασία της Παναγίας Προυσιώτισσας, αφού η ευλογημένη αυτή εικόνα ανέκαθεν θεωρείται η προστάτιδα των σιδηροδρομικών υπαλλήλων. Λέγεται πως μια αμαξοστοιχία, παλαιότερα, ανατράπηκε πάνω από τον γκρεμό προς το σημείο όπου βρίσκεται το εκκλησάκι όλοι οι επιβάτες και οι εργαζόμενοι στον σιδηρόδρομο βγήκαν εκ θαύματος αλώβητοι.
Αυτό το θαύμα έκανε το εκκλησάκι ένα σημείο αναφοράς του Χριστιανισμού. Εξολοκλήρου αφιερωμένο στην Παναγία την Προυσιώτισσα, προσφέρει πνευματική αναζήτηση και ανακούφιση σε κάθε προσκυνητή που βρίσκεται εκεί.
Παναγία η Παυσολύπη: Η Παναγία η Παυσολύπη είναι μια Παλαιολόγεια αμφιπρόσωπη εικόνα του 14ου αιώνα και βρίσκεται στον ναό της Αγίας Τριάδας, στο καθολικό της ομώνυμης μονής και εκκλησία της Θεολογικής Σχολής στη νήσο Χάλκη
Η Παναγία η Παυσολύπη είναι μια Παλαιολόγεια αμφιπρόσωπη εικόνα του 14ου αιώνα και εντοπίζεται στον ναό της Αγίας Τριάδας, στο καθολικό της ομώνυμης μονής και εκκλησία της Θεολογικής Σχολής στη νήσο Χάλκη.
Η Παναγία αποτελεί δοχείο χαράς για τον άνθρωπο:
Η Παναγία είναι το δοχείο της χαράς που έφερε στον κόσμο την πηγή της χαράς που είναι ο Χριστός. Και ενώ η Εύα με την αλόγιστη παρακοή της εισέπραξε τη ζυμωμένη με κακοπάθεια και λύπη ζωή της, η Θεοτόκος με την υπακοή της στο θέλημα του Θεού απήλλαξε την ανθρωπότητα από τη βαριά κληρονομιά της προμήτορος Εύας, μετατρέποντας το επιτίμιο εκείνης σε ευλογία και την πίκρα του θανάτου σε χαρά της ζωής.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Έτσι τα απελπισμένα δάκρυα της προμήτορος Εύας μετατρέπονται σε δάκρυα ευφροσύνης. Γι’ αυτό και όποιος πλησιάζει την Παναγία γεμίζει από χαρά, παίρνει κουράγιο και δύναμη για να συνεχίσει τον αγώνα του με στόχο και προορισμό τη Βασιλεία των Ουρανών.
Η χαρά την οποία χαρίζει η Παναγία είναι δώρο του Θεού.Είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος. Ο καρπός του πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη,μακροθυμία… (Γαλ. 5, 22).
Και η Εκκλησία μας είναι πάλι πηγή της χαράς. Και ο χριστιανισμός πάλι πηγή της χαράς. Και τα πιο λυπηρά μέσα στην Εκκλησία μας, αντιμετωπίζονται με τη χαρμολύπη, με την ελπίδα και την προσμονή της ατελεύτητης μακαριότητος στη Βασιλεία των Ουρανών. Η χαρά είναι απάντηση της Εκκλησίας στη νόσο του αιώνα μας,που είναι η κατάθλιψη.
Δεν διακρίνει ηλικίες και κοινωνικές τάξεις, συμπαθεί όμως κυρίως τους νέους. Το βλέπουμε καθημερινά στα γεμάτα απορία και κατάθλιψη βλέμματά τους, που βλέπουν μόνο το κενό που υπάρχει γύρω τους.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Οι επιστήμες; Προσπαθούν να βρουν τα αίτια. Γεμίζουν τον άνθρωπο με φάρμακα. Όμως η αιτία βρίσκεται στην απομάκρυνση του ανθρώπου από το Θεό. Στην τραγικότητα που ο ίδιος επιθυμεί.
Και, δυστυχώς, με τις ενέργειές του ο άνθρωπος φωνάζει το βλάσφημο λόγο κατά του Θεού, που μάς αναφέρει το βιβλίο του Ιώβ: «Απόστα απ’ εμού, οδούς σου ειδέναι ου βούλομαι» δηλαδή, «φύγε από μένα, δεν θέλω να σε ξέρω» (Ιώβ 21,14). Σ’ αυτήν την τραγωδία η Παναγία προσφέρει χαρά.
Προσφέρει σκάλα για να ανεβούμε στον ουρανό. «Χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι’ ης κατέβει ο Θεός» Προσφέρει λιμάνι για να αγκυροβολήσουμε χτυπημένοι από τα πάθη και τις αμαρτίες. Μας προσφέρει αυλή για να φυλαχθούμε από τα βέλη του εχθρού. Είναι η αυλή των λογικών προβάτων.
Γι’ αυτό οι Άγιοι της Εκκλησίας μας γνωρίζοντας τα θαυμαστά αποτελέσματα της μεσιτείας της και της πρεσβείας της στο θρόνο του Υιού και Θεού της κατέφυγαν με εμπιστοσύνη στη χάρη της και την ευλογία της.
Ήταν γι’ αυτούς, είναι για μας και θα είναι για κάθε αδελφό μας η γλυκιά μας μάνα, που θα μας ακούει γοργά, που θα μας σκουπίζει τα δάκρυα,που θα μας ενισχύει στους πειρασμούς και στις δυσκολίες, που θα μας αρωματίζει με την αρετή της και με τις πρεσβείες θα μας χαρίζει ανεκλάλητη χαρά και πνευματική ευφροσύνη. Η χαρά μας η Παναγία μας!
Η Εκκλησία Της Παναγίας Κανάλας στην Κύθνο είναι χτισμένη σε μια από τις ωραιότερες, πευκόφυτες ακρογιαλιές του νησιού, εδώ φυλάσσεται η Θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας Κανάλας.
Ο θρύλος αναφέρει πως η εικόνα αναδύθηκε και παρουσιάστηκε στους ντόπιους ψαράδες κατά την διάρκεια ψαρέματος.
Η θαυματουργός εικόνα είναι μεγάλων διαστάσεων (1,00×0,80 μ.) και είναι έργο του περίφημου αγιογράφου, ιερέως Εμμανουήλ Σκορδίλη του Κρητός (1575).
Το μεγαλύτερο επίσημο πανηγύρι γίνεται τον Δεκαπενταύγουστο. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει και το πολεμικό ναυτικό με μια φρεγάτα και άγημα ναυτών, καθώς και η μπάντα του ναυτικού. Κατά την περιφορά της εικόνας γίνεται αναπαράσταση της ευρέσεώς της.
Η Παναγιά η Κανάλα έχει κάνει πάρα πολλά θαύματα σε πιστούς που έχουν ζητήσει την βοήθειά της.
Ξεχάστε για λίγο την παραλία του «Αγίου Ιωάννη», το φημισμένο τυρί «καλαθάκι» ή τα πεντανόστιμα σιροπιαστά «σαμσάδες», την επόμενη φορά που θα επισκεφθείτε τη Λήμνο, ένα είναι αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να αναζητήσετε: την Παναγία την Κακαβιώτισσα.
Από τις ελάχιστες εκκλησίες στον κόσμο χωρίς οροφή, η Κακαβιώτισσα είναι και ένα από τα πιο όμορφα ξωκλήσια που έχετε δει ποτέ, αγκαλιασμένο από τον βράχο, που σαν από επιλογή το προστατεύει από τον καιρό και τα αδιάκριτα βλέμματα.
Τόπος λατρείας από τους βυζαντινούς κιόλας χρόνους, η Παναγία -που παίρνει το όνομα της από το όρος Κάκαβο στο οποίο και βρίσκεται- λέγεται ότι κτίστηκε από ασκητές το 1305 και ανήκει στην Μονή Μεγίστης Λαύρας.
Το ξωκλήσι απέχει λίγα μόνο χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νησιού Μύρινα, βρίσκεται κοντά στο χωριό Ζεματά (Θάνος), ενώ για να φτάσει κάποιος εκεί θα χρειαστεί να περπατήσει ένα χωμάτινο μονοπάτι περίπου δυο χιλιομέτρων, ανάμεσα στις μυρωδιές από θυμάρι και άλλα βότανα και παρέα με τα αγριοκούνελα και τα κατσίκια του νησιού.
Μέτα την ανηφορική αυτή διαδρομή, ο επισκέπτης θα αποζημιωθεί για την όποια ταλαιπωρία αντικρίζοντας ένα μοναδικό θέαμα. Ένα μικρο κάτασπρο ξωκλήσι, με μπλε πόρτες, γεμάτο εικόνες και χωρίς σκεπή.
Η εσοχή του βράχου δημιουργεί μια φυσική κρυψώνα για το τελετουργικό που λαμβάνει χώρα κάθε Τρίτη του Πάσχα, η μόνη μέρα που τελείται επίσημη λειτουργία στην μικρή αυτή εκκλησία.
Εκείνη την ημέρα μεταφέρεται πάνω στο βράχο, μέσω των πετρόκτιστων σκαλιών και η ξακουστή εικόνα «το Ρόδον το Αμάραντο», την οποία φυλάσσει όλον τον υπόλοιπο χρόνο μια οικογένεια της περιοχής
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα βρεθείτε στο πανέμορφο νησί της Λήμνου, με τα τόσα πολλά πράγματα να δει και να κάνει κάποιος, κρατήστε λίγο χρόνο ελεύθερο για να επισκεφθείτε αυτήν την μοναδικής ομορφιάς εκκλησία.
Η Παναγία η Εικοσιφοίνισσα, με την αχειροποίητο θαυματουργό εικόνα της, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της Μακεδονίας και είναι το παλαιότερο εν ενεργεία μοναστήρι στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
Στο κατάφυτο Παγγαίο, σε υψόμετρο 753 μέτρων, βρίσκεται στα όρια των νομών Σερρών – Καβάλας, αλλά εκκλησιαστικά ανήκει στη Μητρόπολη Δράμας.
Η ίδρυση της μαρτυρικής μονής της Μακεδονίας χάνεται στα βάθη των αιώνων. Πάμπολλες παραδόσεις αναφέρουν ότι ο Άγιος Γερμανός, που ασκήτευε στην Ιερά Μονή Προδρόμου, στον Ιορδάνη ποταμό, εγκατέλειψε την Παλαιστίνη και με όραμα που είδε από άγγελο εκ της Παρθένου, ήρθε στη θέση Βίγλα του Παγγαίου το 518 μ.Χ. Λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει εκεί κοντά μοναστικό οικισμό ο επίσκοπος Φιλίππων Σώζων (5ο αιώνα) που εγκαταλείφθηκε.
Αφού ολοκλήρωσε το πρώτο εκκλησάκι ο Άγιος Γερμανός αναζήτησε στο δάσος ένα ξύλο κατάλληλο για να εικονίσει τη Θεοτόκο, ως ένδειξη ευχαριστίας. Όταν το επεξεργάστηκε και το ετοίμασε ξαφνικά το ξύλο ράγισε και ο άγιος λυπήθηκε και σκέφτηκε να το αφήσει. Τότε ένα «φοινικούν», υπέρλαμπρο δηλαδή, κοκκινωπό φως έλουσε το σχισμένο ξύλο και φάνηκε η Παναγία μας μαζί με το Χριστό και μια φωνή ακούστηκε να του λέει: «Παιδί μου ήλπισε, εγώ είμαι εδώ» και τη στιγμή εκείνη εντυπώθηκε η Παναγία πάνω στο ξύλο. Αυτό το φως έδωσε και το όνομα στην αχειροποίητο εικόνα (εικών – φοίνισσα).
Δεύτερος κτίτορας θεωρείται ο Άγιος Διονύσιος ο Α΄ (15ο αιώνα), ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη και έγινε ηγούμενος της μονής δίνοντας της τη μεγαλύτερη λαμπρότητα.
Κατά την Τουρκοκρατία, η συμβολή της Ιεράς Μονής στη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού υπήρξε ανεκτίμητη. Η δράση των μοναχών στην ευρύτερη περιοχή προκάλεσε την οργή των Τούρκων, οι οποίοι θανάτωσαν το 1507 και τους 172 μοναχούς. Το μνημείο τους βρίσκεται προ της μονής.
Το 1798, μετά την πρώτη του Πατριαρχία, έμεινε ως εξόριστος στη μονή ο μετέπειτα Εθνομάρτυρας και άγιος Γρηγόριος Ε΄.
Το 1917 οι Βούλγαροι άρπαξαν τα περισσότερα κειμήλια και τα μετέφεραν στη Βουλγαρία, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Σόφιας.
Κατά την περίοδο εκείνη των επιθέσεων και αρπαγών των Βουλγάρων, ένας αξιωματικός τους επιχείρησε να συλήσει την Εικόνα της Παναγίας, αλλά τινάχθηκε πίσω και εξέπνευσε, ενώ η μπότα και το πιστόλι του αποτυπώθηκαν στις μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου για να ενθυμίζουν πάντοτε το θαύμα. Ακόμα και σήμερα στο μαρμάρινο δάπεδο του Ναού φαίνονται αυτά τα σημεία.
Το 1943 οι Βούλγαροι, στην Κατοχή, εκδίωξαν πάλι τους μοναχούς, έβαλαν φωτιά και κάηκε όλο το μοναστήρι εκτός από το ναό. Η Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας αφέθηκε έρημη μέχρι την επαναλειτουργία της ως γυναικείου μοναστηριού το 1967. Σήμερα στη μονή ζουν περίπου 25 μοναχές.
Το επιβλητικό τετράγωνο (20 Χ 20 μέτρα) Καθολικό των Εισοδίων της Θεοτόκου διαθέτει όμορφο τέμπλο, ενώ το Ιερό Βήμα σώζεται από τον 11ο αιώνα. Στο ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο του Καθολικού βρίσκεται η αχειροποίητος και θαυματουργή Ιερά Εικόνα.
Εκτός από το ναό, το μοναστήρι επίσης περιλαμβάνει ξενώνες (τρία κτίρια με 200 κρεβάτια), τα κελλιά των μοναζουσών, Τράπεζα, αρχονταρίκι, μουσείο, τα παρεκκλήσια της Αγίας Βαρβάρας (με Αγίασμα) και της Ζωοδόχου Πηγής, εργαστήρια κεντητικής και αγιογραφίας κ.α. Αξιοθαύμαστα είναι και τα δύο μικρά κυπαρίσσια που εδώ και πολλά χρόνια ζουν θαυματουργικά στη στέγη του ναού (στη βάση του μικρού τρούλου).
Η Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας εορτάζει στις 15 Αυγούστου στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 14 Σεπτεμβρίου στη μνήμη του τιμίου Σταυρού και στις 21 Νοεμβρίου στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Η Παναγία η Εικοσιφοίνισσα, με την αχειροποίητο θαυματουργό εικόνα της, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της Μακεδονίας και είναι το παλαιότερο εν ενεργεία μοναστήρι στην Ελλάδα και την Ευρώπη.Στο κατάφυτο Παγγαίο, σε υψόμετρο 753 μέτρων, βρίσκεται στα όρια των νομών Σερρών – Καβάλας, αλλά εκκλησιαστικά ανήκει στη Μητρόπολη Δράμας.
Η ίδρυση της μαρτυρικής μονής της Μακεδονίας χάνεται στα βάθη των αιώνων. Πάμπολλες παραδόσεις αναφέρουν ότι ο Άγιος Γερμανός, που ασκήτευε στην Ιερά Μονή Προδρόμου, στον Ιορδάνη ποταμό, εγκατέλειψε την Παλαιστίνη και με όραμα που είδε από άγγελο εκ της Παρθένου, ήρθε στη θέση Βίγλα του Παγγαίου το 518 μ.Χ. Λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει εκεί κοντά μοναστικό οικισμό ο επίσκοπος Φιλίππων Σώζων (5ο αιώνα) που εγκαταλείφθηκε. Αφού ολοκλήρωσε το πρώτο εκκλησάκι ο Άγιος Γερμανός αναζήτησε στο δάσος ένα ξύλο κατάλληλο για να εικονίσει τη Θεοτόκο, ως ένδειξη ευχαριστίας. Όταν το επεξεργάστηκε και το ετοίμασε ξαφνικά το ξύλο ράγισε και ο άγιος λυπήθηκε και σκέφτηκε να το αφήσει. Τότε ένα «φοινικούν», υπέρλαμπρο δηλαδή, κοκκινωπό φως έλουσε το σχισμένο ξύλο και φάνηκε η Παναγία μας μαζί με το Χριστό και μια φωνή ακούστηκε να του λέει: «Παιδί μου ήλπισε, εγώ είμαι εδώ» και τη στιγμή εκείνη εντυπώθηκε η Παναγία πάνω στο ξύλο. Αυτό το φως έδωσε και το όνομα στην αχειροποίητο εικόνα (εικών – φοίνισσα). Δεύτερος κτίτορας θεωρείται ο Άγιος Διονύσιος ο Α΄ (15ο αιώνα), ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη και έγινε ηγούμενος της μονής δίνοντας της τη μεγαλύτερη λαμπρότητα. Κατά την Τουρκοκρατία, η συμβολή της Ιεράς Μονής στη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού υπήρξε ανεκτίμητη. Η δράση των μοναχών στην ευρύτερη περιοχή προκάλεσε την οργή των Τούρκων, οι οποίοι θανάτωσαν το 1507 και τους 172 μοναχούς. Το μνημείο τους βρίσκεται προ της μονής. Το 1798, μετά την πρώτη του Πατριαρχία, έμεινε ως εξόριστος στη μονή ο μετέπειτα Εθνομάρτυρας και άγιος Γρηγόριος Ε΄. Το 1917 οι Βούλγαροι άρπαξαν τα περισσότερα κειμήλια και τα μετέφεραν στη Βουλγαρία, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Σόφιας. Κατά την περίοδο εκείνη των επιθέσεων και αρπαγών των Βουλγάρων, ένας αξιωματικός τους επιχείρησε να συλήσει την Εικόνα της Παναγίας, αλλά τινάχθηκε πίσω και εξέπνευσε, ενώ η μπότα και το πιστόλι του αποτυπώθηκαν στις μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου για να ενθυμίζουν πάντοτε το θαύμα. Ακόμα και σήμερα στο μαρμάρινο δάπεδο του Ναού φαίνονται αυτά τα σημεία. Το 1943 οι Βούλγαροι, στην Κατοχή, εκδίωξαν πάλι τους μοναχούς, έβαλαν φωτιά και κάηκε όλο το μοναστήρι εκτός από το ναό. Η Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας αφέθηκε έρημη μέχρι την επαναλειτουργία της ως γυναικείου μοναστηριού το 1967. Σήμερα στη μονή ζουν περίπου 25 μοναχές. Το επιβλητικό τετράγωνο (20 Χ 20 μέτρα) Καθολικό των Εισοδίων της Θεοτόκου διαθέτει όμορφο τέμπλο, ενώ το Ιερό Βήμα σώζεται από τον 11ο αιώνα. Στο ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο του Καθολικού βρίσκεται η αχειροποίητος και θαυματουργή Ιερά Εικόνα. Εκτός από το ναό, το μοναστήρι επίσης περιλαμβάνει ξενώνες (τρία κτίρια με 200 κρεβάτια), τα κελλιά των μοναζουσών, Τράπεζα, αρχονταρίκι, μουσείο, τα παρεκκλήσια της Αγίας Βαρβάρας (με Αγίασμα) και της Ζωοδόχου Πηγής, εργαστήρια κεντητικής και αγιογραφίας κ.α. Αξιοθαύμαστα είναι και τα δύο μικρά κυπαρίσσια που εδώ και πολλά χρόνια ζουν θαυματουργικά στη στέγη του ναού (στη βάση του μικρού τρούλου). Η Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας εορτάζει στις 15 Αυγούστου στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 14 Σεπτεμβρίου στη μνήμη του τιμίου Σταυρού και στις 21 Νοεμβρίου στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Η Παναγία η Εικοσιφοίνισσα, με την αχειροποίητο θαυματουργό εικόνα της, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της Μακεδονίας και είναι το παλαιότερο εν ενεργεία μοναστήρι στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Στο κατάφυτο Παγγαίο, σε υψόμετρο 753 μέτρων, βρίσκεται στα όρια των νομών Σερρών – Καβάλας, αλλά εκκλησιαστικά ανήκει στη Μητρόπολη Δράμας.
Η ίδρυση της μαρτυρικής μονής της Μακεδονίας χάνεται στα βάθη των αιώνων. Πάμπολλες παραδόσεις αναφέρουν ότι ο Άγιος Γερμανός, που ασκήτευε στην Ιερά Μονή Προδρόμου, στον Ιορδάνη ποταμό, εγκατέλειψε την Παλαιστίνη και με όραμα που είδε από άγγελο εκ της Παρθένου, ήρθε στη θέση Βίγλα του Παγγαίου το 518 μ.Χ. Λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει εκεί κοντά μοναστικό οικισμό ο επίσκοπος Φιλίππων Σώζων (5ο αιώνα) που εγκαταλείφθηκε. Αφού ολοκλήρωσε το πρώτο εκκλησάκι ο Άγιος Γερμανός αναζήτησε στο δάσος ένα ξύλο κατάλληλο για να εικονίσει τη Θεοτόκο, ως ένδειξη ευχαριστίας. Όταν το επεξεργάστηκε και το ετοίμασε ξαφνικά το ξύλο ράγισε και ο άγιος λυπήθηκε και σκέφτηκε να το αφήσει. Τότε ένα «φοινικούν», υπέρλαμπρο δηλαδή, κοκκινωπό φως έλουσε το σχισμένο ξύλο και φάνηκε η Παναγία μας μαζί με το Χριστό και μια φωνή ακούστηκε να του λέει: «Παιδί μου ήλπισε, εγώ είμαι εδώ» και τη στιγμή εκείνη εντυπώθηκε η Παναγία πάνω στο ξύλο. Αυτό το φως έδωσε και το όνομα στην αχειροποίητο εικόνα (εικών – φοίνισσα). Δεύτερος κτίτορας θεωρείται ο Άγιος Διονύσιος ο Α΄ (15ο αιώνα), ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη και έγινε ηγούμενος της μονής δίνοντας της τη μεγαλύτερη λαμπρότητα. Κατά την Τουρκοκρατία, η συμβολή της Ιεράς Μονής στη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού υπήρξε ανεκτίμητη. Η δράση των μοναχών στην ευρύτερη περιοχή προκάλεσε την οργή των Τούρκων, οι οποίοι θανάτωσαν το 1507 και τους 172 μοναχούς. Το μνημείο τους βρίσκεται προ της μονής.
Το 1798, μετά την πρώτη του Πατριαρχία, έμεινε ως εξόριστος στη μονή ο μετέπειτα Εθνομάρτυρας και άγιος Γρηγόριος Ε΄. Το 1917 οι Βούλγαροι άρπαξαν τα περισσότερα κειμήλια και τα μετέφεραν στη Βουλγαρία, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Σόφιας. Κατά την περίοδο εκείνη των επιθέσεων και αρπαγών των Βουλγάρων, ένας αξιωματικός τους επιχείρησε να συλήσει την Εικόνα της Παναγίας, αλλά τινάχθηκε πίσω και εξέπνευσε, ενώ η μπότα και το πιστόλι του αποτυπώθηκαν στις μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου για να ενθυμίζουν πάντοτε το θαύμα. Ακόμα και σήμερα στο μαρμάρινο δάπεδο του Ναού φαίνονται αυτά τα σημεία. Το 1943 οι Βούλγαροι, στην Κατοχή, εκδίωξαν πάλι τους μοναχούς, έβαλαν φωτιά και κάηκε όλο το μοναστήρι εκτός από το ναό. Η Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας αφέθηκε έρημη μέχρι την επαναλειτουργία της ως γυναικείου μοναστηριού το 1967. Σήμερα στη μονή ζουν περίπου 25 μοναχές. Το επιβλητικό τετράγωνο (20 Χ 20 μέτρα) Καθολικό των Εισοδίων της Θεοτόκου διαθέτει όμορφο τέμπλο, ενώ το Ιερό Βήμα σώζεται από τον 11ο αιώνα. Στο ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο του Καθολικού βρίσκεται η αχειροποίητος και θαυματουργή Ιερά Εικόνα. Εκτός από το ναό, το μοναστήρι επίσης περιλαμβάνει ξενώνες (τρία κτίρια με 200 κρεβάτια), τα κελλιά των μοναζουσών, Τράπεζα, αρχονταρίκι, μουσείο, τα παρεκκλήσια της Αγίας Βαρβάρας (με Αγίασμα) και της Ζωοδόχου Πηγής, εργαστήρια κεντητικής και αγιογραφίας κ.α. Αξιοθαύμαστα είναι και τα δύο μικρά κυπαρίσσια που εδώ και πολλά χρόνια ζουν θαυματουργικά στη στέγη του ναού (στη βάση του μικρού τρούλου). Η Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας εορτάζει στις 15 Αυγούστου στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 14 Σεπτεμβρίου στη μνήμη του τιμίου Σταυρού και στις 21 Νοεμβρίου στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Ήταν αδιανόητο όταν είμασταν παιδιά να μην ανέβουμε στη Γιάτρισσα. Το προσκύνημα σήμαινε και το τέλος των διακοπών. Κείνα τα χρόνια δεν υπήρχε και δρόμος απο τη δυτική πλευρά της μονής κι έτσι ο ποδαρόδρομος ήταν η μοναδική επιλογή.
Δυο μονοπάτια οδηγούσαν στο μοναστήρι. Ένα από τη Φινάσια στο Καρυοβούνι κι ένα από τη Μηλιά. Της Μηλιάς συνήθως ήταν πιο καθαρό και πιο σύντομο γι αυτό πήγαιναν απο κει οι περισσότεροι προσκυνητές.
Σήμερα μπορεί κάποιος να πάει μέσω Αιγών Γυθείου με άσφαλτο, μέσω Δάσους Βασιλικής, 30 χμ σε χωματόδρομο, διαδρομή άπειρης ομορφιάς μέσα στα έλατα από 800 ως 1600 μέτρα υψόμετρο.
Η θέα στο Μεσσηνιακό κόλπο στην αρχή, στο Λακωνικό μετά, με τα Κύθηρα νωχελικά ξαπλωμένα, σε κάποιο σημείο και στους δυο κόλπους, κόβει την ανάσα. Οι ομίχλες συχνές. Πολλές φορές βροχές. Το βουνό έχει τις δικές του συνήθεις. Υπάρχει και τρίτος δρόμος επίσης χωματόδρομος από Μηλιά τον οποίο τελευταία προτιμούν πολλοί. Ο δρόμος αυτός διανοίχτηκε πάνω στο παλιό μονοπάτι περίπου, κι έτσι πολλά μυθικά σημεία του παιδικού μας ποδαρόδρομου δεν τα συναντούμε πια. Που ναι το απολιθωμένο φίδι; τι γίνανε τα δίδυμα αδέρφια; Πέτρες ήταν όλα αυτά που ο θρύλος τις είχε ντύσει με φρικτές διηγήσεις αμαρτιών και τιμωρίας.
Οι γριές προσκυνήτριες αδιαλείπτως μυούσαν τους νεωτέρους στη σημειολογία του μονοπατιού σα να θέλανε να μας μεταδώσουν το φόβο στο θεό, όχι με τη χριστιανική σημασία του σεβασμού και της τιμής, αλλά με την αρχαία, αυτή του δέους και του τρόμου απέναντι σε ένα ζηλιάρη θεό που πρέπει να κατευνάσουμε.
Στα δίδυμα αδέρφια η αρχέγονη θρησκευτικότητα συναντά την ορθοδοξία.Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις η ορθοδοξία είναι ο χαμένος της υπόθεσης. Είναι τόσο σίγουρη η δεισιδαιμονία και τόσο άμεσα αποτελεσματική στο να πειθαρχεί η κοινωνία, που η ορθοδοξία μπορεί να περιμένει λίγο. Στο κάτω κάτω κι η Παναγία της βουνοκορφής μανούλα είναι και κατανοεί το άγχος των μαμάδων και την υπερβολή των γιαγιάδων που είναι δυο φορές μαμάδες, να προστατεύσουν το παιδόγγονο τους.
Και για λίγη ώρα οι φρικτές ιστορίες είχαν απήχηση. Και τα παιδιά πειθαρχούσαν για δέκα λεπτά. Μετά όμως η ορμή της νεότητας κάλυπτε τους θρύλους και τα παιδιά έτρεχαν στο βουνό αφήνοντας μανάδες και γιαγιάδες στον αργό ρυθμό τους και. Θα συναντιόνταν αρκετά αργότερα στην πηγή,στα 2/3 της διαδρομής, σε μια πηγούλα με κρύσταλλο νερό κάτω απο αιώνιες καρυδιές και έλατα.
Εκεί αναγκαστικά περίμεναν τα παιδιά για να φάνε τα παξιμάδια με λάδι ντομάτα και τυρί που οι γιαγιαδομαμάδες κουβαλούσαν, μαζί με τους πόνους και τους καημούς τους, τις προσευχές και τα τάματα τους. Η μια ξυπόλητη, έτσι είχε τάξει, η άλλη φορτωμένη με μια καρέκλα, μια κουβέρτα, μια εικόνα, ένα νυφικό, ένα αρνί, δώρο για το μοναστήρι για να εξυπηρετήσει τους άλλους προσκυνητές.
Γιατί αν και θεωρητικά νικούσε η δεισιδαιμονία, η πράξη ήταν μια βαθιά αγαπητική ορθοδοξία με νοιάσιμο για τον άλλο, τον όποιο άλλο, τον ξένο. Κι έβλεπες απο ψηλά μια ατελείωτη σειρά φορτωμένων γυναικών σα ναμαστε στην Πίνδο του 40 όπου κουβαλούσαν πολεμοφόδια. Κι αυτές τώρα πολεμοφόδια της πίστης και της αγάπης κουβαλούσαν, να αντέξει ο κόσμος τις δύσκολες ημέρες που θα έρχονταν…..
Επικεφαλής των γυναικών ήταν η Αγγέλω. Νταρντάνα εβδομηντάρα με αντοχές εφήβου. Αυτή ανέβαινε πρώτη, πολύ μακριά από τις άλλες, τις οποίες κορόιδευε και λοιδορούσε για την άργητα τους, κι όταν δεν κοροϊδευε ,τραγουδούσε πολύ ωραία και δυνατά. Μέχρι και τα παιδιά τη θαύμαζαν.
Μετά περίπου μια ώρα οδοιπορία των παιδιών που με τις μυθίες , τα παξιμάδια και την πηγή γινόταν ένα δίωρο, ενώ αντίστοιχα για τις γιαγιαδομαμάδες γινόταν ένα τετράωρο έφταναν στο μοναστήρι.
Και σήμερα που μοιάζει με κάστρο και τότε που σιγά σιγά κτιζόταν ,το μοναστήρι αποζημίωνε τον κόπο των προσκυνητών. Η τοποθεσία, η θέα στο Λακωνικό και τα νωχελικά Κύθηρα, ο μοναστηριακός αέρας, η αισθητική του ναού που θυμίζει καράβι, ή μάλλον κιβωτό , κιβωτό σωτηρίας, οι προσκυνητές με τα σύνεργα της πίστης, λαμπάδες,λιβάνι, τάματα, άρτους, προσφορές και πάνω απ όλα η Θαυματουργή παλαιά εικόνα με τη γέννηση της Θεοτόκου, όλα αυτά έδιναν άπειρη χαρά στον προσκυνητή, ξεκούραζαν τα πόδια κι ανάπαυαν τη ψυχή.Και φυσικά τα βιολιά έξω από το μοναστήρι στην αυτοσχέδια ψησταριά, έδιναν τον αναγκαίο τόνο χαράς, γιατί γεννήθηκε η χαρά μας , η Παναγία μας που ζήτησε απο τον υιό της να κάνει το νερό κρασί για να συνεχιστεί το γλέντι.
Ήταν , είναι και θα είναι η Γιάτρισσα μας, ένα σπουδαίο προσκύνημα όπου πάντα θα συρρέουν πλήθη προσκυνητών μη φοβούμενων την κακουχία και τον κόπο για να συναντήσουν την Παναγία τώρα, ή την Αφροδίτη στα προχριστιανικά χρόνια της άγνοιας, ή την ίδια τους την ψυχή, πάντα. Στο μοναστήρι της Γιάτρισσας όπως και σε όλα τα extreme μοναστήρια, η ψυχή θέλει να βγάλει φτερά να πετάξει, να αποτινάξει κάθε βάρος αμαρτίας να γιατρευτεί ο άνθρωπος σε όλη την ψυχοσωματική του ενότητα.
Η ικεσία σμίγει με την ευχαριστία, η πίστη με την περιέργεια, η αγάπη με τη συνήθεια, το θαύμα με την αμφισβήτηση, το κεράκι με τα βιολιά, η προσευχή με την αργολογία.
Ο εκάστοτε μητροπολίτης Μάνης κληρονομεί από τον προκάτοχό του, την αγάπη για το μοναστήρι. Κι ο νυν μητροπολίτης Χρυσόστομος έχει κάνει παρα πολλά έργα στη μονή κι ο προκάτοχός του Σωτήριος επίσης. Κάποια στιγμή ο Σωτήριος αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο ναό για τη μονή. Είχε τα χρήματα από δωρεές κι άρχισε να ρίχνει τα μπετά σε μικρή απόσταση απο τον παλιό ναό. Όμως ήταν σαθρό το έδαφος κι ο ναός έμεινε στα θεμέλια. ” Είδατε”, έλεγε, ο μακαριστός μητροπολίτης,” δεν ήθελε η Παναγία τη ματαιοδοξία μας.” Ο Σωτήριος χώριζε την ακολουθία σε τρία “ημίχρονα” 1ο ημίχρονο ο εσπερινός, 2ο ημίχρονο η αγρυπνία κατά τη μοναστική τάξη 3ο ημίχρονο η πρωινή θεία λειτουργία .
Ο δεσπότης συνήθιζε να τελεί αγιασμό κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας και να γυρίζει στα κελιά να αγιάζει με ένα τεράστιο μάτσο βασιλικό τους μαχμουρλήδες ή ήδη κοιμισμένους προσκυνητές. Κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους αφού περπάτησαν ως τη μονή, άναψαν ένα τυπικό κεράκι, βγήκαν έξω που λαλούσαν τα βιολιά, είχαν πιει τις μπύρες τους, είχαν κάνει τις στροφές τους, είχαν κάνει χαβαλέ στα κελιά που ως καπάτσοι είχαν εξασφαλίσει, και τώρα κατάκοποι κοιμούνταν.
Αυτή η συμπεριφορά ενοχλούσε το μητροπολίτη, γι αυτό αποφάσισε να συμπληρώσει τον αγιασμό που στερήθηκαν αυτοβούλως οι προσκυνητές με μεγάλη ποσότητα πραγματικού αγιασμού, με τον οποίο κυριολεκτικά έλουζε τους ενοίκους των κελιών. Έμπαινε στα κελιά και με το τεράστιο σα γλάστρα μάτσο βασιλικού κατάβρεχε ξύπνιους και κοιμισμένους. Έκπληξη, πανικός, βρισίδι για το ξύπνημα, αμηχανία μετά το βρισίδι βλέποντας πως ο υβριζόμενος είναι ο ίδιος ο δεσπότης, και όταν έφευγε ο μητροπολίτης τρανταχτά γέλια από όλους.
Ο μητροπολίτης Γυθείου και Οιτύλου (τότε έτσι λεγόταν η μητρόπολη Μάνης) Σωτήριος ήταν ένας λαϊκός άνθρωπος. Του άρεσε να γυρίζει στα χωριά όπου έμενε στα σπίτια των ιερέων, πήγαινε στο καφενείο, έλεγε αστεία και ωραίες ποιμαντικές συμβουλές. Η Γιάτρισσα ήταν το αγαπημένο μέρος του Σωτηρίου. Έμενε όσο περισσότερο μπορούσε πριν και μετά την πανήγυρη , κι έκανε συχνά παρέα με τους τσοπαναραίους της περιοχής . Το διπλανό βουνό, το Καρτήλιο είχε κι έχει ακόμα πολλές στάνες.
Μια φορά ο Σωτήριος αποφάσισε να απαγορεύσει τα βιολιά, επειδή θεωρούσε πως δε ταίριαζαν με τη μονή. Ένας τσοπάνος που έκανε παρέα με το Δεσπότη, ο Στράτης , πολύ ευγενικά τον παρακάλεσε να αλλάξει την απόφαση του.”Δέσποτα” του είπε, “μας στενοχώρησες. Όλοι εμείς οι τσοπάνηδες μια χαρά είχαμε όλο το χρόνο, τα βιολιά της Γιάτρισσας κι εσύ μας τη στέρησες. Σε παρακαλώ, άσε τα όργανα , ας παίζουν λγότερο αν ενοχλάνε τη λειτουργία, αλλά να χαρούμε κι εμείς λίγο “Μη στενοχωριέσαι, Στράτη, “απάντησε ο Δεσπότης. ” ποιμένας εγώ, ποιμένας κι εσύ, θα τα βρούμε!” Κι ο Στράτης ετοιμόλογος απάντησε: ” αφού είμαστε ποιμένες κι οι δύο, δεν αλλάζουμε γκλίτσες;” Το αστείο άρεσε στο Σωτήριο, και συγκατανέβη στο αίτημα κι επέτρεψε με κάποια όρια τα όργανα.
Οι εκκλησιαστικές ακολουθίες είχαν αίγλη και ομορφιά. Οι Γυθειάτες ψάλτες αναλάμβαναν εσπερινό και λειτουργία κι οι δυτικοί Μανιάτες την αγρυπνία.
Τα παλιότερα χρόνια γίνονταν δεκάδες βαπτίσεις ταμένων παιδιών στην Παναγία, παιδιά που ως ενήλικες έρχονται ανελλιπώς στη χάρη της διατηρώντας την ιερά μνήμη των επιλογών των γονέων τους.
Φιλοξενούνενοι κατά καιρούς μητροπολίτες εντυπωσιάζονταν απο τη μονή και την εκθείαζαν. Κάποτε χοροστάτησε ένας καταγόμενος απο το Γύθειο πανύψηλος μητροπολίτης, αγαθός αλλά συκοφαντημένος…
Ήταν τόσο ψηλός που όταν βγήκε να θυμιάσει, η επισκοπική του μίτρα μπλέχτηκε με τον πολυέλεο της ωραίας πύλης κι έμεινε εκεί κρεμασμένη όταν ο μητροπολίτης μπήκε στο ιερό! Και το χειρότερο; δε ξέμπλεχε με τίποτε! Με μεγάλη προσπάθεια την ελευθέρωσε ένας ιερέας. Ο κόσμος μετά μεγάλης δυσκολίας συγκρατούσε τα γέλια του. Αγνά χρόνια, αγνοί άνθρωποι.
Η παγκόσμια χαρά, η Παναγία μας η Γιάτρισσα σήμερα γεννάται.
Λάμπει ο κόσμος, λάμπει η Μάνη, πανηγυρίζει ο Ταΰγετος.
Μνήμες και παρούσες ανάγκες και θλίψεις αναμιγνύονται. Νόστος ισχυρός . Νάμαστε καλά Παναγία μου του χρόνου ναμαστε στην κορφή σου. Κι εσύ λύτρωσε μας από πάσης ανάγκης και θλίψεως, γλυκειά μας Παναγία Γιάτρισσα.
Τι λέει η παράδοση για τις 99 φανερές πύλες και τη μια που παραμένει αόρατη
Στην Παροικία, πρωτεύουσα της Πάρου, σε μικρή απόσταση από το λιμάνι, βρίσκεται ο επιβλητικός ναός της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής. Πρόκειται για έναν από τους σπουδαιότερους και καλύτερα διατηρημένους χριστιανικούς ναούς, του Ελλαδικού χώρου.
Σύμφωνα με την παράδοση της Πάρου, ο ναός χτίστηκε στα μέσα του 4ου αι. από την Αγία Ελένη ή από το Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος εκπλήρωσε το τάμα της μητέρας του. Στην ίδια τοποθεσία υπήρχε ένας ναός, πριν από τον 4ο αιώνα.
Σ’ αυτό τον ναό είχε προσκυνήσει η Αγία Ελένη, όταν πέρασε από την Πάρο, πηγαίνοντας στους Αγίους Τόπους για να βρεί τον Τίμιο Σταυρό.
Ο θρύλος λέει, ότι η Αγία Ελένη έκανε τάμα στην εικόνα της Παναγίας, πως αν κατάφερνε να βρει τον Τίμιο Σταυρό, θα έχτιζε στη Χάρη της, έναν μεγαλύτερο και λαμπρότερο ναό στην Πάρο. Η Αγία Ελένη πραγματοποίησε το τάμα της, ο ναός όμως, στο μεγαλύτερο μέρος του καταστράφηκε, πιθανότατα από πυρκαγιά και ανακατασκευάστηκε επί Ιουστινιανού, στα μέσα του 6ου αι.
Η ονομασία του Ναού της Εκατονταπυλιανής ή Καταπολιανής, προέρχεται από τον όρο “καταπόλα” και σημαίνει “κατά την πόλη”, καθώς πιθανότατα “δείχνει” το σημείο όπου βρισκόταν η αρχαία πόλη της Πάρου.
Η σημερινή, επίσημη ονομασία του Ναού είναι Εκατονταπυλιανή, που συνδέεται και αυτή με έναν θρύλο:
“Ενενήντα εννέα φανερές πόρτες έχει η Καταπολιανή. Η 100η είναι κλειστή και δεν φαίνεται. Θα φανεί και θα ανοίξει, όταν οι Έλληνες πάρουν την Πόλη”…
Υπάρχει και ένας άλλος θρύλος, που εμπεριέχει τραγικότητα και συνδέεται με τη μεγάλη Μνημειακή Πύλη, που τοποθέτησε στη βόρεια πτέρυγα του Ιερού Προσκυνήματος, λίγα μέτρα πιο πέρα από το παρεκκλήσι της Αγίας Θεοδοσίας, ο καθηγητής Ορλάνδος, κατά τη διάρκεια της αναπαλαίωσης της Εκατονταπυλιανής.
Οι δύο ανθρώπινες μορφές που βρίσκονται στις κυβοειδής βάσεις που στηρίζουν ένα μαρμάρινο διάκοσμο, εξάπτουν τη λαϊκή φαντασία. Σύμφωνα λοιπόν, με το λαϊκό θρύλο, την Εκατονταπυλιανή επί Ιουστινιανού, έχτισε ο πρώην βοηθός του πρωτομάστορα της Αγιάς Σοφιάς, Ιγνάτιος.
Όταν ο μαθητής ολοκλήρωσε το ναό κάλεσε το δάσκαλο του για να θαυμάσει το έργο του. Ο πρωτομάστορας, ένοιωσε ζήλια και από φόβο μήπως τον ξεπεράσει ο μαθητής του, τον παρέσυρε στην οροφή δήθεν να του δείξει ένα σοβαρό αρχιτεκτονικό του λάθος.
Από εκεί τον έσπρωξε, αλλά πέφτοντας ο μαθητής, στην προσπάθειά του να σωθεί, πιάστηκε από τα ρούχα του Πρωτομάστορα. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθούν και οι δύο στο κενό, να πέσουν και να σκοτωθούν μπροστά στο ναό. Λέγεται λοιπόν, πως οι δύο μορφές αναπαριστούν τον πρωτομάστορα και το μαθητή του.
Στην πραγματικότητα οι δυο μορφές δεν έχουν την παραμικρή σχέση ούτε με την Αγιά Σοφιά ούτε με την Εκατονταπυλιανή, καθώς είναι πολύ παλιότερες. Πρόκειται για δύο σατύρους, που αποσπάστηκαν από κάποιο αρχαίο ιερό του Διονύσου, όπως και τόσα άλλα αρχαιολογικής αξίας αρχαία μέλη.
Ο περίλαμπρος ναός με τις 99 ανοιχτές και τη μία κλειστή πύλη είναι ένα ολόκληρο κτιριακό συγκρότημα, με τον κυρίως ναό και με έξι παρεκκλήσια αφιερωμένα σε αγίους όπως ο Άγιος Φίλιππος, οι Άγιοι Ανάργυροι.
Στον εξωτερικό χώρο οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν, εκτός από την τεράστια σιδερένια πύλη της εισόδου, και τους υπόλοιπους ναούς όπως την περίφημη βασιλική του Αγίου Νικολάου, το ναό της Αγίας Θεοδοσίας αλλά κυρίως το καλοδιατηρημένο βαπτιστήριο του 4ου αι., το αρχαιότερο σε όλη την ορθόδοξη Ανατολή.
Το εσωτερικό της εκκλησίας δεν στερείται τίποτα από την αίγλη του εξωτερικού, αντίθετα αποπνέει το μεγαλείο μιας μακραίωνης παράδοσης, δημιουργώντας αισθήματα χαράς και πνευματικής ανάτασης, ενισχύοντας την πίστη των προσκυνητών.
Κατά την αναπαλαίωση του ναού μεταξύ 1959-1966 ο αρχαιολόγος Αναστάσιος Ορλάνδος αποκάλυψε ένα Γυμνάσιο –γυμναστήριο- της ρωμαϊκής εποχής, με ένα θαυμάσιο δάπεδο με μωσαϊκό, το οποίο κοσμούν οι Άθλοι του Ηρακλή και το οποίο σήμερα έχει μεταφερθεί στην αυλή του Αρχαιολογικού Μουσείου της Πάρου, όπου φιλοξενούνται πάρα πολλά ακόμα κομμάτια, της κλασικής αλλά και της αρχαϊκής εποχής, όταν η Πάρος ευημερούσε, και τα οποία επί αιώνες φυλάσσονταν στα υπόγεια της Εκατονταπυλιανής.
Παρακολουθήστε την ιστορία του ναού στα βίντεο που ακολουθούν:
Παναγία Εκατονταπυλιανή: Ο Καθεδρικός Ναός της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής αποτελεί το κόσμημα της Πάρου και γενικότερα των Κυκλάδων.
Η Παναγία η Εκατονταπυλιανή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και αρχαιότερα μνημεία σε πανορθόδοξη κλίμακα, ενώ παραμένει το σπουδαιότερο παλαιοχριστιανικό μνημείο ως προς το μέγεθος του μετά τον Άγιο Δημήτριο και την Αχειροποίητο Θεσσαλονίκης.
Για την ονομασία του Ναού έχουν γραφεί αρκετά και έχουν διατυπωθεί πλήθη απόψεων από μελετητές του μνημείου, ιστορικούς και αρχαιολόγους. Ο Ναός αποκαλείται από άλλους Καταπολιανή και από άλλους Εκατονταπυλιανή. Η επωνυμία Καταπολιανή σχετίζεται προφανώς με την τοποθεσία της εκκλησίας, όπου είναι κτισμένη.
Ο Ναός ανηγέρθη κατά την πόλη, προς το μέρος της αρχαίας πόλεως, πράγμα που πιστοποίησαν τα ανακαλυφθέντα ψηφιδωτά δάπεδα, κάτω από το σημερινό δάπεδο του κυρίως ναού, με τις παραστάσεις των άθλων του Ηρακλή.
Τα ψηφιδωτά αυτά εκτίθενται στο αίθριο του Αρχαιολογικού Μουσείου της Πάρου και ανήκαν σε μεγάλο κοσμικό κτήριο του 300 μ.Χ., το οποίο λειτουργούσε ως γυμνάσιο, όπου γυμνάζονταν οι έφηβοι της Πάρου.
Ο πάνσεπτος Ναός της Παναγίας θεμελιώθηκε πάνω στα ερείπια αυτού του αρχαίου γυμνασίου. Κατά συνέπεια η ανακάλυψη του γυμνασίου «της λαμπροτάτης πόλεως των Παρίων», όπως αποκαλείται η πόλη σε σχετική επιγραφή των ρωμαϊκών χρόνων, δικαιολογεί απόλυτα την ονομασία Καταπολιανή.
Εξάλλου η επωνυμία αυτή απαντάται και σε άλλους Ναούς της Παναγίας στις Κυκλάδες, όπως στη Νάξο και στην Τήνο.
Η άλλη επωνυμία Εκατονταπυλιανή έχει σχηματιστεί από γλωσσολογικής πλευράς από την αρχαία λέξη εκατοντάπυλος. Δεν αποτελεί κατασκεύασμα των εντοπίων λογίων του 17ου ή του 18ου αιώνος, αλλά υπήρχε και πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Μνημονεύεται δε για πρώτη φορά σε έγγραφο του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θεολήπτου Β΄ το έτος 1586.
Η ιστορία και οι παραδόσεις του Ναού αναφέρουν ότι ιδρύθηκε από το μαθητή του πρωτομάστορα της Αγίας Σοφίας, ονόματι Ιγνάτιος, και λόγω των μεγάλων διαστάσεων του Ναού ονομάστηκε Εκατονταπυλιανή.
Εξάλλου γνωστή ήταν η παράδοση για τις ενενήντα εννέα πόρτες, που λεγόταν όχι μόνο για την Αγία Σοφία αλλά και για την Εκατονταπυλιανή της Πάρου «Ενενήντα εννέα φανερές πόρτες έχει η Καταπολιανή. Η εκατοστή είναι κλειστή και δεν φαίνεται. Θα φανεί η πόρτα αυτή και θα ανοίξει, όταν οι Έλληνες πάρουν την Πόλη».
Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η επωνυμία Καταπολιανή υπενθυμίζει ότι ο Ναός είχε ιδρυθεί προς το μέρος της προχριστιανικής πόλεως της Πάρου, η δε επωνυμία Εκατονταπυλιανή συνδέεται στενά με την ιστορία του μνημείου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ήτοι την Αγία Σοφία.
Για το χρόνο ανέγερσης του Ναού δεν υπάρχει ιστορική μαρτυρία, ούτε σώζεται κτητορική επιγραφή, που να αναφέρει το έτος ανοικοδόμησης του Ναού. Ιδρύθηκε αρχικά επί της εποχής του πρώτου Χριστιανού Αυτοκράτορος Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337), ενώ το μνημειακό αυτό συγκρότημα έλαβε τη σημερινή του μορφή στα χρόνια του Ιουστινιανού (527-565).
Η σεπτή Εκκλησία της Πάρου ανηγέρθη όταν άρχισε να εδραιώνεται η Ορθόδοξος Εκκλησία. Τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της συμπίπτουν με την έναρξη του ιερού θεσμού της συγκλήσεως των Οικουμενικών Συνόδων, αφού στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, που συγκλήθηκε επί Μ. Κωνσταντίνου στη Νίκαια της Βιθυνίας της Μ. Ασίας το 325, παρέστη και ο Επίσκοπος της Πάρου Ακαδήμιος.
Τα μονογράμματα ΥΑΣΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ή κατ’ άλλους ΒΛΑΣΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ, που έχουν χαραχτεί στα ακραία τύμπανα των τόξων του μεσαίου κλίτους, καταδεικνύουν ότι ο Επίσκοπος Βλάσιος θα ήταν ο κτήτορας ή πιθανόν και ο πρωτεργάτης της ανεγέρσεως του Ναού, εκείνος δηλαδή που θα χορήγησε γενναία την ανοικοδόμηση της Εκατονταπυλιανής.
Οι παραδόσεις μαρτυρούν ότι η Αγία Ελένη, η μητέρα του Μεγ. Κωνσταντίνου, πηγαίνοντας προς τους Αγίους Τόπους το 326 για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, προσόρμισε στην Πάρο λόγω θαλασσοταραχής. Προσευχήθηκε στον σημερινό Ναό του Αγίου Νικολάου, που ήταν τότε Ναός προς τιμήν της Παναγίας και έταξε μετά την ευόδωση του σκοπού της να κτίσει μεγαλοπρεπή Εκκλησία.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος εκπληρώνει το τάμα της μητέρας του, που η ίδια δεν πρόλαβε λόγω του θανάτου της. Στη συνέχεια ο Ιουστινιανός ανακατασκευάζει κατά μεγάλο μέρος το συγκρότημα των τριών ξυλοστέγων ναών της Κωνσταντινείου εποχής μετά από σημαντικές ζημιές που είχαν υποστεί και μετατρέπει αυτούς σε τρουλαίες βασιλικές.
Έκτοτε ο Ναός θα διατηρήσει την ιουστινιάνειο μορφή, έστω και παραμορφωμένη με ποικίλες προσθήκες και επισκευές και θα συνδεθεί με την πάροδο του χρόνου και με άλλες μορφές των βυζαντινών, μεταβυζαντινών και νεωτέρων χρόνων, όπως π.χ. την Αγία Θεοκτίστη, η οποία μόνασε στο χώρο του Ναού για 35 χρόνια, και τη γνωστή παριανή οικογένεια του Νικόλαου Μαυρογένη, ηγεμόνος της Μολδοβλαχίας.
Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ανεγείρεται η μεγάλη σταυρική τρίκλιτη βασιλική, συγχρόνως δε και το σπουδαίο πρόσκτισμά της, το μέγα βαπτιστήριο, των οποίων η στέγη ήταν ξύλινη, όπως επίσης και η στέγη της αρχαιότερης εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.
Η πρώτη αυτή μεγάλη τρίκλιτη βασιλική πιθανόν να καταστράφηκε από πυρκαγιά, όπως συνέβη σε πολλές εκκλησίες της εποχής εκείνης που είχαν ξύλινες στέγες και επανακτίσθηκε επί τη βάσει του παλιού σχεδίου με τη διαφορά ότι η κάλυψη της στέγης έγινε με θόλους και τρούλο. Οι θόλοι και ο τρούλος είναι κατασκευασμένοι από πέτρες, που ονομάζονται πωρόλιθοι.
Στην πρώτη βασιλική της Κωνσταντινείου εποχής ανήκουν χωρίς αμφιβολία ο νάρθηκας του σημερινού Ναού, που διασώθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του μέχρι σήμερα, τα λείψανα του αιθρίου, που φαίνονται μπροστά στην είσοδο του Ναού, το μεγαλύτερο μέρος του βαπτιστηρίου με τη σταυρική κολυμβήθρα όπως και άλλα σημαντικά ευρήματα: όπως α) τεμάχια της Αγ. Τραπέζης, β) διάτρητα μαρμάρινα θωράκια του τέμπλου, γ) γλυπτά τραπεζιόσχημα τμήματα άμβωνος με παραστάσεις παγωνιού, σταυρού, αμφορέα με βλαστούς αμπέλου, κ.ά.
Τον 6ο αιώνα το βαπτιστήριο μεταβλήθηκε σε Ναό που στεγάστηκε, όπως και η εκκλησία του Αγίου Νικολόαυ, με θόλους και τρούλο, ενώ καταργήθηκε το αίθριο, του οποίου τα ελίψανα μονο βρέθηκαν.
Ο νάρθηκας του Βαπτιστηρίου επικοινωνεί με το δεξί κλίτος του μεγάλου Ναού και με την αυλή του περιβόλου του Ναού. Μια Τρίτη θύρα οδηγεί επίσης στο δεξί κλίτος του κυρίως Ναού. Από τα πλάγια κλίτη το βόρειο ονομάζεται παρεκκλήσιο του Αγίου Πνεύματος, το δε νότιο του Αγ. Μύρου. Και οι δύο ονομασίες σχετίζονται με το σκοπό και την τελετή του βαπτίσματος.
Το δε παρεκκλήσιο του Αγίου Πνεύματος αποκαλείται και παρεκκλήσιο των Αγ. Τεσσαράκοντα, γιατί το μύρο που ευλογείται από τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης σε ειδική τελετή κατά τη Μ. Πέμπτη και διανέμεται εν συνεχεία μέσω των Επισκόπων στους ιερείς της Εκκλησίας μας, δημιουργείται από 40 περίπου ευώδεις ουσίες. Βορειοανατολικά του Ναού βρίσκεται προσκολλημένο το μέγα παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου.
Ο μεγάλος Ναός και η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου έχουν σύνθρονο. Το σύνθρονο έχει τη μορφή μικρού αρχαίου θεάτρου και στη μέση της πάνω σειράς των εδωλίων εξαίρεται ο θρόνος του Επισκόπου. Η Αγία Τράπεζα του Ναού περιβάλλει και σκεπάζει ένα ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό κατασκεύασμα, που ονομάζεται κιβώριο, που μοιάζει με Κουβούκλιο.
Όσον αφορά το γλυπτό διάκοσμο, τα γλυπτά που συναντά κανείς σήμερα μέσα στο μεγάλο Ναό, τα προσκτίσματα και την αυλή του διακρίνονται σε χριστιανικά και αρχαία. Τα χριστιανικά φέρουν χριστιανικές παραστάσεις και διακοσμήσεις ή επιγραφές.
Όλα τα επιστύλια πάνω από τις πεσσοστοιχίες του Ναού και του Βαπτιστηρίου είναι αρχαία γλυπτά. Ως προς τις τοιχογραφίες σώζονται ελάχιστα λείψανα. Μεταξύ αυτών η Θεοτόκος στον τύπο της Βλαχερνιτίσσης με το Χριστό σε μετάλλιο μπροστά στο στήθος της, που χρονολογείται το 17ο -18ο αιώνα.
Μεγαλύτερης έκτασης ζωγραφικός διάκοσμος απλώνεται στα τοιχώματα, που υψώνονται δεξιά και αριστερά της κόγχης του ιερού.
Οι τοιχογραφίες αυτές απεικόνιζαν και τους 24 οίκους του Ακαθίστου Ύμνου, από τους οποίους οι δώδεκα πρώτοι, που αποκαλούνται και ιστορικοί, βρίσκονται στη νότια πλευρά και οι άλλοι δώδεκα, που ονομάζονται θεολογικοί- δογματικοί, στη βόρεια πλευρά.
Αυτός ο πλούσιος ζωγραφικός διάκοσμος ανάγεται στις αρχές του 17ου αιώνα, περίοδο αναζωογόνησης της Μητρόπολης Παροναξίας, χάρη στα ειδικά προνόμια που είχαν παραχωρηθεί από το Σουλτάνο Μουράτ Γ΄.
Κάτω από τις παραστάσεις του Ακαθίστου Ύμνου είχαν ζωγραφισθεί σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, από τις οποίες σχεδόν όλες έχουν καταστραφεί, εκτός από αυτή που αναπαριστά την κλίμακα του Ιακώβ και αυτή που αποδίδει το εικονογραφικό θέμα: «Η Σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον…».
Αρκετές φορητές εικόνες έχουν διασωθεί, μεταξύ αυτών η θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας Εκατονταπυλιανής. Η Θεομήτωρ απεικονίζεται εν προτομή βρεφοκρατούσα στον τύπο της Οδηγήτριας.
Σχεδόν όλη η εικόνα καλύπτεται με εξαιρετικής τέχνης επαργύρωση, που κοσμείται με μερικές πολύτιμες πέτρες και μαργαριτάρια, ενώ στο κάτω μέρος των ενδυμάτων της Παναγίας παρεμβάλλεται μικρή εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής. Η εικόνα είναι έργο του 17ου αιώνα.
Ο Ιερός Ναός τιμά την Κοίμηση της Θεοτόκου και είναι ο αρχαιότερος σωζόμενος ορθόδοξος Ναός της Θεομήτορος. Στην Πάρο συρρέουν χιλιάδες προσκυνητές καθημερινά για να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής και να ασπαστούν τις θείες εικόνες.
Πηγή υλικού
Θεολόγου Χρ. Αλιπράντη, Η Εκατονταπυλιανή της Πάρου, Ζ΄ Έκδοση, Ιερό Προσκύνημα Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου, Πάρος 2007
Επιλογή υλικού
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου
Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων