Στις 17 Μαΐου η εκκλησία γιορτάζει την Ανάληψη του Κυρίου που σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της αποστολής του Χριστού στη Γη.
Για σαράντα ημέρες μετά την Ανάστασή του ο Ιησούς παρουσιαζόταν στους μαθητές του και μιλούσε μαζί τους για τη Βασιλεία του Θεού. Συναναστρεφόταν και έτρωγε μαζί τους, για να βεβαιωθούν ότι δεν ήταν πνεύμα, αλλά είχε σάρκα. Είχε αναστηθεί ως άνθρωπος. Τους παράγγειλε μάλιστα να μην απομακρυνθούν από την Ιερουσαλήμ, αλλά να περιμένουν εκεί, συγκεντρωμένοι όλοι για να δεχτούν το Άγιο Πνεύμα, τον Παράκλητο, που θα τους έστελνε όταν αυτός θα άφηνε αυτόν τον κόσμο.
Τους έλεγε τα εξής: «Ο Ιωάννης βάφτιζε τους ανθρώπους με νερό. Εσείς όμως θα βαφτιστείτε με Άγιο Πνεύμα μετά από λίγες ημέρες. Θα πάρετε δύναμη από το Άγιο Πνεύμα και θα γίνετε κήρυκες και μάρτυρες της ζωής και της διδασκαλίας μου στην Ιερουσαλήμ και σ’ όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια και σ’ όλα τα πέρατα της γης». Άλλη φορά πάλι τους είπε: «Ο Θεός μού έδωσε όλη την εξουσία στον ουρανό και τη γη. Πηγαίνετε λοιπόν και κάντε μαθητές μου όλα τα έθνη, βαφτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάξτε τους να τηρούν όλες τις εντολές που σας έδωσα. Εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα ως τη συντέλεια αυτού του κόσμου».
Κι αφού τους είπε αυτά τα λόγια, τους οδήγησε έξω από την Ιερουσαλήμ, στη Βηθανία, σήκωσε τα χέρια του και τους ευλόγησε. Καθώς τους ευλογούσε, άρχισε να απομακρύνεται από αυτούς και να σηκώνεται προς τον ουρανό. Οι μαθητές τον προσκύνησαν και επέστρεψαν χαρούμενοι στην Ιερουσαλήμ κι έμεναν συνεχώς στον ναό υμνολογώντας και δοξολογώντας τον Θεό.
Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.
Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.
Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.
Κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο»
Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.
Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.
Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 – 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.
Οι εκδοχές για τη δημιουργία του Ακάθιστου Ύμνου
Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (βλέπε 9 Σεπτεμβρίου), που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό.
Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.
Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό (βλέπε 1 Οκτωβρίου). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.
Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.
Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 – 730 μ.Χ.) (βλέπε 12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.
Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό (βλέπε 14 Οκτωβρίου), ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.
Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.
Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 – 749 μ.Χ.) (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (βλέπε 3 Απριλίου).
Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.
Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.
Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.
Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).
Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.
Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας.
Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.
Ο Σάκης Ρουβάς αποτελεί το ζωντανό παράδειγμα πως η ηλικία είναι ένας απλός αριθμός και σήμερα μπαίνει στα 52 του!
Σήμερα 5 Ιανουαρίου. γεννημένος το 1972, είχε γενέθλια ο γνωστός τραγουδιστής και συνθέτης της ελληνικής σκηνής και όχι μόνο.
Ο Σάκης Ρουβάς σε ηλικία 4 ετών
Ο λαμπερός Κερκυραίος τραγουδιστής που με την εμφάνιση, τη φωνή και το χαμόγελο του φυσικά έχει κατακτήσει μια θέση στην καρδιά των γυναικών.
Δεν είναι άλλος από τον Σάκη Ρουβά ο οποίος έγινε 52 και μας αποδεικνύει πως η ηλικία είναι μόνο ένας αριθμός. Ο Σάκης Ρουβάς που είναι «στα καλύτερα του» όπως αναφέρει και στην τελευταία του επιτυχία, από το 1991 μέχρι και σήμερα μας συντροφεύει σε κάθε φάση της ζωής μας μέσω της μουσικής του με τις συνεχόμενες επιτυχίες στις οποίες δεν μπορούμε να του αντισταθούμε. Αρκετές στιγμές κατά τη διάρκεια της καριέρας του έχουν ξεχωρίσει.
Ο Σάκης Ρουβάς έχει αποσπάσει έναν αριθμό βραβείων από το μουσικό περιοδικό «Ποπ Κορν», όπως καλύτερου νέου καλλιτέχνη, καλύτερου τραγουδιού και καλύτερης σκηνικής παρουσίας. Έχει χαρίσει τη φωνή του σε παιδικές μεταγλωττίσεις και ξεκίνησε τη συνεργασία του με τη δισκογραφική εταιρία «Minos EMI”. To άλμπουμ του «Κάτι από μένα», που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1998, έγινε σύντομα χρυσός δίσκος.
Εκτός όμως από έναν καταξιωμένο καλλιτέχνη ο Σάκης έχει δημιουργήσει μια μεγάλη οικογένεια μαζί με την σύντροφο του Κάτια Ζυγούλη και τα τέσσερα παιδιά τους, γεγονός που δεν έχει καταφέρει να τον αποτραβήξει από τον καλλιτεχνικό χώρο. Αντιθέτως τον στηρίζει σε κάθε του βήμα με αποτέλεσμα να συνεχίζει δυναμικά. Μάλιστα είναι φανερό πως ο τραγουδιστής δεν έχει χάσει σε καμία περίπτωση την γοητεία και την λάμψη του όσο χρόνια και αν περάσουν.
Τα γενέθλια του γιορτάζει σήμερα, 4 Μαρτίου, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης που συμπληρώνει φέτος τα 50 του έτη.
Μάλιστα, ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης που γεννήθηκε το 1968, ανέβασε μια φωτογραφία πριν από λίγο στον προφίλ του στο facebook, αγκαλιασμένος με τη σύζυγό του Μαρέβα και την κόρη τους.
Ο κ. Μητσοτάκης έγραψε στη ανάρτηση του:
«50! τα χρόνια περνούν γρήγορα όταν είσαι με αυτούς που αγαπάς!»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, γιος του Κωνσταντίνου και της Μαρίκας Μητσοτάκη, γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα. Αφού αποφοίτησε αριστούχος από το Κολλέγιο Αθηνών συνέχισε τις σπουδές του στην Αμερική.
Σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στο Harvard από όπου αποφοίτησε με την ανώτατη τιμητική διάκριση «summa cum laude» ενώ τιμήθηκε με τα έπαθλα «Hoopes» και «Tocqueville» για την εκπόνηση της διατριβής του με θέμα την αμερικανική εξωτερική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα.
Συνέχισε τις σπουδές του στο Stanford, στον τομέα των διεθνών οικονομικών σχέσεων και τις ολοκλήρωσε στο Harvard Business School στον τομέα της διοίκησης επιχειρήσεων.
Πριν ασχοληθεί με την πολιτική, εργάστηκε επί μία δεκαετία στον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διετέλεσε οικονομικός αναλυτής στην Chase Investment Bank και σύμβουλος στην κορυφαία εταιρία συμβούλων McKinsey and Company στο Λονδίνο.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, εργάστηκε ως ανώτατο στέλεχος επενδύσεων στην Alpha Ventures της Alpha Bank και στη συνέχεια μετακινήθηκε στον Όμιλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας.
Διατέλεσε για τρία χρόνια Διευθύνων Σύμβουλος της Εθνικής Επιχειρηματικών Συμμετοχών, την οποία και ανέδειξε σε κορυφαία εταιρεία στην Ελληνική και Βαλκανική αγορά του private equity και του venture capital.
Η Εθνική Επιχειρηματικών Συμμετοχών χρηματοδότησε πολλές γρήγορα αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις με ίδια κεφάλαια, δημιουργώντας εκατοντάδες θέσεις απασχόλησης. Για την επαγγελματική του δραστηριότητα έχει λάβει τιμητικές διακρίσεις, με σημαντικότερη την βράβευσή του το 2003 από το World Economic Forum ως “Global Leader for Tomorrow”.
Στις εκλογές του 2004 και του 2007 εξελέγη πρώτος σε σταυρούς προτίμησης βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία στη μεγαλύτερη εκλογική περιφέρεια της χώρας, τη Β΄ Αθηνών, ενώ στις εκλογές του 2009 εξελέγη για τρίτη φορά.
Στις εκλογές του Μαΐου 2012 εξελέγη για μία ακόμη φορά πρώτος στη Β’ Αθηνών, ενώ ήταν επικεφαλής του ψηφοδελτίου στις εκλογές του Ιουνίου 2012.
Στη Βουλή των Ελλήνων έχει συμμετάσχει στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος και στις Επιτροπές Οικονομικών, Παραγωγής και Εμπορίου, Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και Εξωτερικών και Άμυνας ενώ διετέλεσε για δύο χρόνια Πρόεδρος της Επιτροπής Περιβάλλοντος.
Έως τις εκλογές του 2012 ήταν Τομεάρχης Περιβαλλοντικής Πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας. Έχει επισκεφθεί πολλές περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές της χώρας, έχει συμμετάσχει σε δεκάδες συνέδρια για το περιβάλλον στην Ελλάδα και το εξωτερικό μεταξύ αυτών στις διεθνείς διασκέψεις του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή στο Μπαλί, το Πόζναν, το Κανκούν και την Κοπεγχάγη.
Διετέλεσε Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης από τις 25 Ιουνίου 2013 μέχρι τις 27 Ιανουαρίου 2015.
Στις εθνικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 εξελέγη για πέμπτη φορά βουλευτής της ΝΔ στη Β’ Αθηνών τετραπλασιάζοντας τους σταυρούς που έλαβε σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του Μαΐου 2012.
Το Φεβρουάριο του 2015 ανέλαβε πρώτος τη τάξει Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας.
Μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά και έχει εκδώσει το βιβλίο «Οι Συμπληγάδες της Εξωτερικής Πολιτικής».
Είναι παντρεμένος με την Μαρέβα Μητσοτάκη. Έχει τρία παιδιά, τη Σοφία, τον Κωνσταντίνο και τη Δάφνη καθώς και τρεις αδελφές: Την Ντόρα Μπακογιάννη, την Κατερίνα Μητσοτάκη και την Αλεξάνδρα Μητσοτάκη.
Ο Mακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. κ. Ιερώνυμος Β΄ (κατά κόσμον Ιωάννης Λιάπης) γεννήθηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας στις 10 Μαρτίου 1938. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Αρχαιολογίας) και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διετέλεσε υπότροφος του Ι.Κ.Υ. (1ος σε πανελλαδική κλίμακα) στις βυζαντινές σπουδές.
Μετέβη για μεταπτυχιακές σπουδές στο Gratz της Αυστρίας και στο Regensburg και το Μόναχο της Γερμανίας. Εργάσθηκε ως πανεπιστημιακός βοηθός στην Αρχαιολογική Εταιρεία στην Αθήνα δίπλα στον Ορλάνδο και ως φιλόλογος στη Λεόντειο Σχολή της Νέας Σμύρνης, στο 9ο Νυκτερινό Γυμνάσιο Αθηνών, καθώς και στο Γυμνάσιο της Αυλώνος. Εγκατέλειψε την πανεπιστημιακή του καριέρα μετά την ένταξή του στον ιερό κλήρο.
Υπηρέτησε ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών & Λεβαδείας (1967-1978), ως Ηγούμενος των Ιερών Μονών Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σαγματά (1971-1977) και του Οσίου Λουκά (1977-1981), ως Γραμματεύς και κατόπιν Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (1978-1981). Το 1981 εξελέγη παμψηφεί Μητροπολίτης Θηβών & Λεβαδείας και στις 7 φεβρουαρίου 2008 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Συμμετείχε στις Επιτροπές Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως, Εκκλησιαστικής Περιουσίας, Σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας, Υποτροφιών και εργάστηκε ως Αντιπρόεδρος του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος. Υπήρξε μέλος μεικτών επιτροπών Πολιτείας και Εκκλησίας για την μελέτη θεμάτων για την μοναστηριακή περιουσία (1986-1998) και την εκκλησιαστική εκπαίδευση (1986-1998) και Πρόεδρος της επιτροπής Διαλόγου Κοινωνίας-Εκκλησίας (2005-2007).
Με την ανύστακτη φροντίδα του και το ενδιαφέρον του αναπαλαιώθηκαν, επανδρώθηκαν και λειτουργούν έξι ανδρικές Ιερές Μονές (σύνολο Μοναχών 45) και δεκαεπτά γυναικείες (σύνολο Μοναχών 110). Ανάμεσα στις Μονές αυτές συγκαταλέγονται οι ιστορικές Μονές του Οσίου Λουκά, Σαγματά, Οσίου Σεραφείμ, Μακαριωτίσσης, Ευαγγελιστρίας, και Ιερουσαλήμ.
Γιορτή σήμερα: Τη μνήμη του Αγίου Ιγνατίου του Ιερομάρτυρος και Θεοφόρου τιμά σήμερα, 20 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας.
Σήμερα γιορτάζουν οι: Ιγνάτιος, Ιγνάτης, Ιγνατία
Το έτος γέννησης και η εθνικότητα του Άγιου Ιγνατίου, δυστυχώς δεν τα γνωρίζουμε διότι είναι ασαφή. Στο θρόνο της Αντιόχειας ο Ιγνάτιος ανέβηκε μεταξύ 68-70 μ.Χ. Ποίμανε σαν αποστολικός διδάσκαλος και στάθηκε φρουρός των ψυχών του ποιμνίου του.
Όταν ο Τραϊανός διέταξε των διωγμό κατά των Χριστιανών, θαρραλέα ο Ιγνάτιος, ενώ ο βασιλιάς περνούσε από την Αντιόχεια, παρουσιάστηκε μπροστά του και υπεράσπισε τα δίκαια της Εκκλησίας και την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Τότε ο Τραϊανός, διέταξε τη σύλληψη και τη μεταφορά του στη Ρώμη.
Οι χριστιανοί της Ρώμης σκόπευαν να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο, αλλά ο Ιγνάτιος, με θέληση για το μαρτύριό του, έγραψε σ’αυτούς να αφήσουν να γίνει το θέλημα του Θεού.
Έτσι, στις 20 Δεκεμβρίου το 107 μ.Χ., τον έριξαν στο αμφιθέατρο, όπου πεινασμένα θηρία τον κατασπάραξαν. Διασώθηκαν μόνο τα μεγαλύτερα από τα οστά του, που μεταφέρθηκαν και τάφηκαν με τιμές στην Αντιόχεια.
Αργότερα μετακομίσθηκαν στη Ρώμη (β’ ανακομιδή το 540 μ.Χ. και εναποτέθησαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Κλήμεντος). Έτσι, ο Ιγνάτιος έμεινε μέχρι τέλους πιστός στα διδάγματα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και «ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει» (Β’ επιστολή Ιωάννου, 9).
Εκείνος δηλαδή, που μένει στη διδαχή του Χριστού, αυτός και τον Πατέρα και τον Υιό έχει, διότι αυτός έγινε ναός του Θεού και επομένως φέρει μέσα του το Θεό. Για τον λόγο αυτό ο Ιγνάτιος επονομάσθηκε Θεοφόρος.
Ανάλυση ονόματος: ΙΓΝΑΤΙΟΣ: (Από το γηγενής) = ο γηγενής, ο ιθαγενής.
Ο Όσιος Πατάπιος ο Αιγύπτιος, προστάτης των καρκινοπαθών και των υδρωπικών (συγκέντρωση ορώδους υγρού σε κοιλότητες του σώματος ή μέσα στους ιστούς ή κάτω από το δέρμα)
Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Πατάπιος γεννήθηκε στην Θήβα της Άνω Αιγύπτου από πλούσιους και ευσεβείς γονείς από τους οποίους πήρε χριστιανική αγωγή και αξιόλογη παιδεία.
H αγάπη του Χριστού έφλεγε το είναι του και έτσι αναχώρησε σε νεαρή ηλικία για να ασκηθεί στην έρημο ποθώντας την ένωσή του με τον Θεό. H αδιάλειπτη προσευχή και ή μελέτη των Θείων Γραφών πλαισίωναν την ασκητική του πρακτική την οποία χαρακτήριζαν ή σκληραγωγία, η αυστηρή νηστεία, η νέκρωση των σαρκικών επιθυμιών. Έτσι έγινε ο αληθινός άνθρωπος του Θεού και απέκτησε ουράνια χαρίσματα και ιαματική δύναμη που τον έκανε αγαπητό και περιζήτητο στον λαό του Θεού.
Επειδή όμως η πνευματική του πορεία συναντούσε εμπόδια από τον έπαινο των ανθρώπων, εγκατέλειψε κρυφά το αγαπημένο του ασκητήριο και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρήκε νέο τόπο ψυχικής αναπαύσεως, για να συνεχίσει απρόσκοπτα την πνευματική του εργασία. Ωστόσο συνδέθηκε πνευματικά με δύο θεόφρονες ασκητές, τον Βάρα και τον Ραβουλά, και όλοι μαζί αποφάσισαν να εγκατασταθούν έξω από τα τείχη της πρωτεύουσας με κοινό πρόγραμμα προσευχής και ασκήσεως άλλα διαφορετικό τόπο διαμονής.
Ο όσιος Πατάπιος διάλεξε την βόρεια περιοχή κοντά στις Βλαχέρνες. Ο όσιος Ραβουλάς στάθηκε κοντά στην πύλη του Ρωμανού, ενώ ο όσιος Βάρας έκτισε την Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας στο μέσο της διαδρομής των ασκητηρίων των δύο φίλων του.
Με τον καιρό ο Όσιος Πατάπιος έγινε γνωστός στην βυζαντινή κοινωνία με αποτέλεσμα να συναχθεί γύρω του πλήθος μοναχών. Γι’ αυτό τον λόγο ανήγειρε την Μονή του Τιμίου Προδρόμου των Αιγυπτίων, της οποίας ήταν όχι μόνο ο κτίτορας αλλά και ο απλανής οδηγός. Οι αρετές και τα χαρίσματά του έκαναν πλήθος κόσμου να καταφεύγει στην Μονή για ευχή, συμβουλή και ψυχοσωματική θεραπεία. Στην Μονή αυτή ο Όσιος -πλήρης έργων αγαθών- κοιμήθηκε εν Κυρίω με ειρήνη κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Η ανακομιδή του αποκάλυψε στην Εκκλησία του Χριστού ένα ουράνιο δώρο: Το άφθαρτο και θαυματουργό λείψανό του, που ευωδιάζει.
Όταν μετά από λίγα χρόνια η Μονή των Αιγυπτίων καταστράφηκε από πυρκαγιά (το 536 μ.Χ.) ο Όσιος Βάρας μετέφερε το ιερό σκήνωμα στην δική του Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας. Η Μονή αυτή και για τον ιδιαίτερο λόγο ότι φύλαγε το λείψανο του μεγάλου ασκητού απολάμβανε τον σεβασμό και την προστασία πολλών αυτοκρατόρων και αρχόντων.
Ο αρχικός βίος και τα πρώτα θαύματα του Οσίου Παταπίου γράφηκαν από δύο αγίους της Εκκλησίας μας: Τον Όσιο Συμεών τον Μεταφραστή ( 9 Νοεμβρίου) και τον Άγιο Ανδρέα τον Ιεροσολυμίτη (4 Ιουλίου), Αρχιεπίσκοπο Κρήτης και ποιητή του Μεγάλου Κανόνος.
Ύστερα από πολλούς αιώνες η Μονή της Πέτρας έτυχε της ιδιαίτερης προστασίας της αυτοκράτειρας Ελένης Παλαιολογίνας, διότι εκεί ίδρυσε γηροκομείο με την επωνυμία «η Ελπίς των απηλπισμένων». Η αυτοκράτειρα αυτή ήταν θεοσεβής και φιλάνθρωπος και κατά τον φιλόσοφο Γεώργιο Πλήθωνα ή Γεμιστό διακρινόταν για την σωφροσύνη και δικαιοσύνη της.
Στην νόμιμη ηλικία παντρεύτηκε τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ Β’ τον Παλαιολόγο. Απέκτησαν έξι τέκνα, δύο εκ των οποίων ανέβηκαν στον θρόνο τον Ιωάννη τον Η’ Παλαιολόγο και τον Κωνσταντίνο τον ΙΔ’ Παλαιολόγο, τον τελευταίο και μαρτυρικό αυτοκράτορα της Ρωμηοσύνης. Ο σύζυγός της κοιμήθηκε εν Κυρίω το 1425 ως μοναχός Ματθαίος.
Η κουρά του έγινε 2 χρόνια πριν την κοίμησή του. Τότε εκείνη κατέφυγε στην Μονή της Κυρά-Μάρθας στην Βασιλεύουσα, όπου έγινε μοναχή με το όνομα «Υπομονή». Στο μοναστήρι αυτό έζησε 25 χρόνια και κοιμήθηκε εν Κυρίω με ειρήνη στις 13 Μαρτίου 1450. Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στις 29 Μαΐου 1453 ο Αγγελής Νοταράς -αδελφός του Λουκά Νοταρά του τελευταίου πρωθυπουργού της αυτοκρατορίας και εθνομάρτυρος, συγγενούς της μοναχής Υπομονής- άνθρωπος ευλαβής και πιστός, κατέφυγε με την οικογένεια του στην Ελλάδα.
Ήρθε στην Πελοπόννησο κοντά στον εξάδελφό του Θωμά Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά, ο οποίος του χάρισε κτήματα πολλά στην Κορινθία και ρίζωσε στα Τρίκαλα. Ήταν ανεψιός της Οσίας Υπομονής και παππούς του Γεωργίου Νοταρά, του μετέπειτα Αγίου Γερασίμου του νέου ασκητού στην Κεφαλλονιά. Ο τελευταίος μάλιστα είχε προστάτη και πρότυπο ασκητικό τον Όσιο Πατάπιο, τον οποίο προσκύνησε στο σπήλαιο των Γερανείων.
Ο Αγγελής Νοταράς λοιπόν μαζί με την οικογένεια και την κινητή του περιουσία έφερε στην Ελλάδα από την Μονή της Πέτρας (η οποία διαλύθηκε μετά το 1640 μ.Χ.) ως πολύτιμο θησαύρισμα το Ιερό σκήνωμα του Οσίου Παταπίου, που προστατευόταν με αυτοκρατορική εντολή, καθώς και την τιμία κάρα της θείας του Αγίας Υπομονής. Το ιερό του φορτίο το εναπέθεσε με τιμές στο σπήλαιο ασκητών στα Γεράνεια Όρη, το οποίο χρονολογείται πριν από τον ΙΔ’ αιώνα και είναι διαρρυθμισμένο σε ναό εδώ και εκατοντάδες χρόνια.
Στο πέτρινο τέμπλο του ναού εικονίζονται στα δεξιά η Δέηση και στα αριστερά τρία άγια πρόσωπα από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως: η Αγία Υπομονή, ο Άγιος Πατάπιος και ο Άγιος Νίκων ο Νέος (ο Ρώσος κατά την καταγωγή). Οι δύο ανδρικές αυτές μορφές συνοδεύονται από την επιγραφή «ο εν τω Ξηρώ όρει ασκήσας», που μας δείχνει με ακρίβεια τον κατάξερο και δυσπρόσιτο τόπο πού ασκήθηκαν: ο Πατάπιος στην περιφέρεια των Βλαχερνών και ο Νίκων ο Νέος στην Μονή της Πέτρας. Η αριστερή παράσταση συμπληρώνεται από την μορφή του Αγίου Υπατίου Γαγγρών που μαρτύρησε στον Ξηρόλοφο Κωνσταντινουπόλεως. Οι αγιογραφίες τελείωσαν και το άγιο λείψανο τάφηκε με εντολή του Αγγελή Νοταρά. Στην κοινή θέα παρέμεινε μόνο η τοιχογράφηση του σπηλαιώδους μικρού ναού σαν ένας δυσεπίλυτος γρίφος.
Αναφέρουμε εδώ ότι ο σπηλαιώδης αυτός ναός σκέπασε την πνευματική αναζήτηση κάποιων ασκητών αιώνες νωρίτερα και αποτέλεσε μέρος των «παραλαυρίων» του ονομαστού ασκητού και ποδηγέτη του Κιθαιρώνα, του οσίου Μελετίου του Νέου (1 Σεμπτεμβρίου), που ήδη καθοδηγούσε τρεις χιλιάδες μοναχούς, οι όποιοι ασκήτευαν από τον Κιθαιρώνα και την περιφέρεια της Μεγαρικής ως τα Γεράνεια όρη.
Ο γρίφος των τοιχογραφιών λύθηκε μόλις στα 1904, όταν ανακαλύφθηκε το ιερό λείψανο. Αφορμή δόθηκε από τον υψηλόσωμο ιερέα Κωνσταντίνο Σουσάνη, ο όποιος αγαπούσε το σπήλαιο και πήγαινε εκεί με την συνοδεία του για να λειτουργήσει. Ως ψηλός όμως που ήταν, δυσκολευόταν πολύ στο ιερό και έπρεπε πάντοτε να σκύβει. Με την εντολή του ο Λουτρακιώτης μαρμαράς Βασίλης Πρωτοπαπάς ανέλαβε την διάνοιξη του Ιερού Βήματος καθώς και της δυτικής πλευράς των τοιχωμάτων του κυρίως ναού. Καθώς όμως έριχνε τον δυτικό τοίχο απομακρύνοντας τα χώματα πού τον συγκρατούσαν, η αξίνα του σφηνώθηκε. Προσπαθώντας να τον βγάλει από εκεί αποκαλύφθηκε το ευωδιάζον και ακέραιο σκήνωμα του Οσίου Παταπίου.
Κέδρινη βάση το στήριζε στο κεφάλι και μαρμάρινη στα πόδια και καλυπτόταν με σειρά από κεραμίδια, ενώ έφερε πετραχήλι. Μέσα στον τάφο βρέθηκαν ακόμη ένας μικρός ξύλινος σταυρός ρωσικής τεχνοτροπίας, βυζαντινά νομίσματα διαφόρων εποχών και δερμάτινη μεμβράνη με το όνομα του Οσίου. Αργότερα βρέθηκε η κάρα της Αγίας Υπομονής και πολύ αργότερα ευωδιάζοντα οστά ασκητών του σπηλαίου καθώς ανακαινιζόταν ή βορεινή πλευρά του μικρού ναού. Η εύρεση του λειψάνου του Αγίου Παταπίου κατά την τρίτη της Διακαινησίμου του 1904 σήμανε την αρχή για τη δημιουργία της Μονής του η οποία ξεκίνησε το 1945 από τον αρχιμ. Νεκτάριο Μαρμαρινό. και με την εγκατάσταση της πρώτης μοναχής το 1952. Βάσει των παλαιοτέρων και νεοτέρων θαυμάτων του ο Όσιος Πατάπιος είναι προστάτης των καρκινοπαθών και των υδρωπικών.
Η Αγία Φιλοθέη, γεννήθηκε το έτος 1522 μ.Χ. στην τουρκοκρατούμενη τότε Αθήνα. Οι ευσεβείς γονείς της ονομάζονταν Άγγελος και Συρίγα Μπενιζέλου.
Η μητέρα της ήταν στείρα και απέκτησε την Αγία Φιλοθέη μετά από θερμή και συνεχή προσευχή. Ο Κύριος που ικανοποιεί το θέλημα εκείνων που Τον σέβονται και Τον αγαπούν, άκουσε την δέησή της. Και πράγματι, μια ημέρα η Συρίγα μπήκε κατά την συνήθειά της στο ναό της Θεοτόκου για να προσευχηθεί και από τον κόπο της έντονης και επίμονης προσευχής την πήρε για λίγο ο ύπνος. Τότε ακριβώς είδε ένα θαυμαστό όραμα. Ένα φως ισχυρό και λαμπρό βγήκε από την εικόνα της Θεομήτορος και εισήλθε στην κοιλιά της. Έτσι ξύπνησε αμέσως και έκρινε ότι το όραμα αυτό σήμαινε στην ικανοποίηση του αιτήματός της. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από λίγο καιρό η Συρίγα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο τη μονάκριβη θυγατέρα της.
Μαζί με την Χριστιανική ανατροφή, έδωσαν στην μοναχοκόρη τους και κάθε δυνατή, για την εποχή εκείνη, μόρφωση. Έτσι η Ρηγούλα (ή Ρεβούλα, δηλαδή Παρασκευούλα), αυτό ήταν το όνομά της προτού γίνει μοναχή, όσο αύξανε κατά την σωματική ηλικία, τόσο προέκοπτε και κατά την ψυχή, όπως λέει το συναξάρι της.
Σε ηλικία 14 χρονών, οι γονείς της την πάντρεψαν, παρά την θέλησή της, με έναν από τους άρχοντες της Αθήνας. Αργότερα, αφού πέθαναν οι γονείς και ο σύζυγός της, ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πόθο της. Αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Χριστό, γίνεται μοναχή και παίρνει το όνομα Φιλοθέη.
Κατ’ αρχήν, ύστερα από εντολή του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, τον οποίο είδε σε όραμα, οικοδόμησε ένα γυναικείο μοναστήρι με αρκετά κελιά, στο οποίο και έδωσε το όνομα του Αγίου για να τον τιμήσει. Στο μοναστήρι πρόσθεσε και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και εκτάσεις και το προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά, που υπερεπαρκούσαν για τη διατροφή και συντήρηση των μοναζουσών.
Το μοναστήρι αυτό του Αγίου Ανδρέα σωζόταν στην Αθήνα, με τη Χάρη του Θεού, επί πολλά έτη μετά την κοίμηση της Αγίας και ήταν πλουτισμένο, όχι μόνο με υποστατικά και διάφορα μετόχια, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά άμφια και σκεύη, απαραίτητα για τις ετήσιες ιερές τελετές και αγρυπνίες. Προπαντός όμως το μοναστήρι σεμνυνόταν και εγκαλλωπιζόταν με το θησαυρό του τιμίου και αγίου λειψάνου της Αγίας, το οποίο ήταν αποθησαυρισμένο και αποτεθειμένο στο δεξιό μέρος του Ιερού Βήματος, όπου και το ασπάζονταν με ευλάβεια όλοι οι Χριστιανοί. Το τίμιο λείψανο της Αγίας σκορπούσε ευωδία, γεγονός που αποτελούσε εμφανή μαρτυρία και απόδειξη της αγιότητας αυτής.
Το παράδειγμά της, λοιπόν, να αφιερωθεί στον Χριστό, το ακολουθούν και άλλες νέες. Σε λίγο διάστημα, η μονή έφθασε να έχει διακόσιες αδελφές. Η μονή της Οσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικό λιμάνι. Εκεί βρίσκουν προστασία όλοι οι ταλαιπωρημένοι από την σκλαβιά. Εκεί οι άρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οι πεινασμένοι τροφή, οι γέροντες στήριγμα και τα ορφανά στοργή.
Η Οσία, παρά τις αντιδράσεις των Τούρκων, οικοδομεί διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσηλευτήρια, ορφανοτροφεία, «σχολεῖα διὰ τοὺς παίδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξη τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεί σε όλα αυτά τα έργα η ηγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει με τα λόγια και με τη ζωή της. Στηρίζει τους πονεμένους σκλάβους με την προσευχή της. Ιδιαίτερες είναι οι φροντίδες της για να σώσει από τον εξισλαμισμό ή την αρπαγή των Τούρκων τις νέες Ελληνίδες. Το έργο της, κατά βάση εθνικό και θρησκευτικό, ξεπέρασε τα όρια της Αθήνας και έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Αδιαφιλονίκητη ιστορική επιβεβαίωση για το έργο αυτό παρέχει η αλληλογραφία της Φιλοθέης με τη Γερουσία της Βενετίας (1583 μ.Χ.), από την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια.
Η όλη όμως δράση της Αγίας Φιλοθέης εξαγρίωσε κάποτε τους Τούρκους. Κάποια στιγμή την συλλαμβάνουν και εκείνη με πνευματική ανδρεία ομολογεί: «Εγώ διψώ να υπομείνω διάφορα είδη βασανιστηρίων για το όνομα του Χριστού, τον οποίο λατρεύω και προσκυνώ με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, ως Θεό αληθινό και άνθρωπο τέλειο και θα σας χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη αν μπορείτε μια ώρα πρωτύτερα να με στείλετε προς Αυτόν με το στεφάνι του μαρτυρίου». Ύστερα από την ηρωική αυτή απάντηση προς τους κατακτητές, όλοι πίστευαν ότι η πανευτυχής και φερώνυμη Φιλοθέη εντός ολίγου θα ετελειούτο διά του μαρτυρικού θανάτου. Όμως, κατά θεία βούληση, την τελευταία σχεδόν στιγμή πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοί και καταπράυναν τον ηγεμόνα με διάφορους τρόπους. Έτσι πέτυχαν να ελευθερώσουν την Αγία.
Αφεθείσα πλέον ελεύθερη, η Αγία Φιλοθέη, επέστρεψε αναίμακτη στο μοναστήρι της, όπως επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ο μυροβλύτης Νικόλαος και πολλούς αιώνες αργότερα ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Φρόντιζε δε, όχι μόνο για τη σωτηρία της δικής της ψυχής αλλά και των άλλων, αφού τους μεν ενάρετους τους στερέωνε στην αρετή, τους δε αμαρτωλούς τους βελτίωνε ηθικά και τους οδηγούσε στη μετάνοια. Και αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πέρασε στη νήσο Τζια (Κέα), όπου προ πολλού είχε οικοδομήσει μετόχι, για να αποστέλλει εκεί τις μοναχές εκείνες που φοβούνταν για διαφόρους λόγους να διαμένουν στην Αθήνα. Στην Τζια έμεινε αρκετό χρόνο και κατήχησε θεαρέστως τις ασκούμενες αδελφές στην ακριβή τήρηση των κανόνων της μοναστικής ζωής. Μόλις τελείωσε το έργο της εκεί, επέστρεψε και πάλι στην Αθήνα.
Έτσι λοιπόν, η Αγία Φιλοθέη, αφού έφθασε στην τελειότητα και στην πράξη και στην θεωρία, αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα, από τα οποία, προς απόδειξη του θαυματουργικού της χαρίσματος, θα μνημονεύσουμε ένα μόνο, το ακόλουθο: Ζούσε στην εποχή της ένας νέος, ποιμένας προβάτων, ο οποίος από πολύ μικρός είχε συνηθίσει στις κλεψιές και στις ραδιουργίες. Ο νέος αυτός, κατά παραχώρηση του Θεού, κυριεύθηκε από τον Σατανά. Εξ αιτίας τούτου περιφερόταν στα βουνά και στις σπηλιές γυμνός και τετραχηλισμένος, θέαμα όντως ελεεινό. Πολλές φορές, όταν συνερχόταν από την τρέλα, στην οποία τον είχε οδηγήσει ο Σατανάς, σύχναζε στα γύρω μοναστήρια για να βρει θεραπεία στην ασθένειά του. Δεν μπορούσε όμως να πετύχει τίποτε. Κάποιοι, που τον ευσπλαγχνίστηκαν, τον οδήγησαν στην Αγία Φιλοθέη η οποία, ύστερα από πολύ και εκτενή προσευχή τον λύτρωσε από εκείνη τη διαβολική μάστιγα. Έπειτα, αφού το νουθέτησε αρκετά, τον εισήγαγε και στην τάξη των μοναχών. Και έτσι ο νέος εκείνος, αφού εκάρη μοναχός, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με μετάνοια και άσκηση, θαυμαζόμενος απ’ όλους.
Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να ανακόψουν την δράση της. Ώσπου μια νύχτα, στις 2 Οκτωβρίου του έτους 1588 μ.Χ., πήγαν στο μονύδριο που είχαν οικοδομήσει στα Πατήσια (έτυχε τότε να εορτάζεται η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και η Αγία μαζί με τις άλλες αδελφές βρίσκονταν στον ιερό ναό επιτελώντας ολονύκτια αγρυπνία) και πέντε από αυτούς ανέβηκαν στον εξωτερικό τοίχο και πήδησαν μέσα στην αυλή. Στην συνέχεια εισέβαλαν στο ναό, όπου άρπαξαν την Αγία και την μαστίγωσαν με μανία και βαναυσότητα και την εγκαταλείπουν ημιθανή έξω από τη μονή της.
Έξω από το ναό, στα δεξιά της εισόδου του, σώζεται η κολώνα, όπου η Φιλοθέη δέθηκε και μαστιγώθηκε. Οι μοναχές της την μετέφεραν στην κρύπτη της στην Καλογρέζα. Εκεί η Φιλοθέη υποκύπτει στα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου 1589 μ.Χ.
Είκοσι ημέρες μετά από την κοίμηση της Αγίας, ο τάφος της ευωδίαζε. Ακόμη, όταν μετά από ένα έτος έγινε η ανακομιδή, το τίμιο λείψανό της βρέθηκε σώο και ακέραιο. Επιπλέον ήταν γεμάτο με ευωδιαστό μύρο, τρανή και λαμπρή απόδειξη της θεάρεστης και ενάρετης πολιτείας της, προς δόξα και αίνο του Θεού και καύχημα της πίστεώς μας. Το ιερό λείψανό της βρίσκεται σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια: «Φιλοθέης υπό σήμα τόδ’ αγνής κεύθει σώμα, ψυχήν δ’ εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων».
H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595 – 1600 μ.Χ.). Ο Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων. Σ’ αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: «Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι… τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ’ έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι». Tην Aκολουθία της την έγραψε κάποιος σοφός και ευλαβής άνθρωπος που ονομαζόταν Iέραξ. Aνάμεσα στα ωραία εγκώμια είναι και τούτο: «Δαυΐδ γαρ το πράον έσχες και Σολομώντος, σεμνή, την σοφίαν, Σαμψών την ανδρείαν, και Aβραάμ το φιλόξενον, υπομονήν τε Iώβ, του Προδρόμου δε θείαν άσκησιν…».
Το Λείψανο της Αγίας Φιλοθέης, εκτός από την Κάρα της, η οποία έχει χαθεί, βρίσκεται αδιάφθορο στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, ενώ ένας δάκτυλος της Αγίας βρίσκεται στην ομώνυμη Μονή Εκάλης Αττικής.
Η Γιορτή σήμερα Πέμπτη 11 Ιουλίου 2024. Γιορτή της Ορθοδοξίας: Η Αγία Ευφημία η Μεγαλομάρτυς.
Η Αγία Όλγα η Βασίλισσα και Ισαπόστολος. Ο Άγιος Νεκτάριος από τα Βρύουλλα ο Νέος Οσιομάρτυρας. Ο Όσιος Κύριλλος ο Νέος ο εν Πάρω.
Θείας πίστεως, αρχή αγία, αναδέδειξαι, εν τη Ρωσία, προσελθούσα του Σωτήρος τη χάριτι, και εν αυτή τον λαόν σου προσήγαγες, ως αληθής βασιλίς και θεόληπτος. Όλγα ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Η Αγία Όλγα ήταν βασίλισσα της Ρωσίας και δια του αγίου Βαπτίσματος μετονομάσθηκε Ελένη, το έτος 957 μ.Χ. Δύσκολα μπορεί να περιγράψει κανείς τις άοκνες προσπάθειές της για τη χριστιανική διαφώτιση του Ρώσικου λαού. Έκανε τα πάντα για να γνωρίσουν οι Ρώσοι την αλήθεια του Ευαγγελίου του Χριστού.
Η Αγία αυτή, όταν ήλθε με την ακολουθία της κάποτε στο Βυζάντιο, έτυχε θερμής υποδοχής για τους αγώνες της υπέρ του Χριστιανισμού. Πάνω στον αγώνα αυτό, παρέδωσε την τελευταία της πνοή την 11η Ιουλίου 969 μ.Χ.
Γνωρίζετε ποιος είναι ο Άγιος Ακίνδυνος και οι συν αυτώ Μάρτυρες;
Εορτολόγιο
Εύφημος, Ευφημία, Εύφημη, Εύφη, Ευφημούλα, Ευφούλα, Φούλα.
Όλγα, Ολγίτσα, Γίτσα, Όλια.
11 Ιουλίου η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη της Αγίας Ισαποστόλου Όλγας της Βασίλισσας.
Δείτε στο βίντεο παρακάτω για τον συγκλονιστικό βίο και το Απολυτίκιο της Αγίας Όλγας της Ισαποστόλου.
Πολλοί λατρεύουν την ευκολία που προσφέρει το πλυντήριο ρούχων, όμως συχνά απογοητεύονται όταν τα ρούχα βγαίνουν θαμπά ή με περίεργη μυρωδιά.
Η αλήθεια είναι πως, τις περισσότερες φορές, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ίδιο το πλυντήριο — αλλά στον τρόπο που το χρησιμοποιούμε.
Αν δεν καθαρίζεις συχνά το συρτάρι, μαζεύονται υπολείμματα απορρυπαντικού, μαλακτικού και μούχλα, που φράζουν τα κανάλια και το νερό δεν περνά σωστά.
Σήμερα θα σας δείξουμε τον σωστό τρόπο χρήσης του πλυντηρίου ρούχων, και ιδιαίτερα πώς να καθαρίζετε και να συντηρείτε το συρτάρι απορρυπαντικού, ώστε τα ρούχα σας να βγαίνουν κάθε φορά πραγματικά καθαρά και φρέσκα.
Ξεκινήστε με τον καθαρισμό του συρταριού απορρυπαντικού
Ένα από τα πιο παραμελημένα σημεία του πλυντηρίου είναι το συρτάρι απορρυπαντικού. Αυτό το μικρό εξάρτημα έχει σημαντικό ρόλο — αποθηκεύει και απελευθερώνει το απορρυπαντικό κατά τη διάρκεια της πλύσης. Με τον καιρό όμως, υπολείμματααπορρυπαντικού, βρωμιά και ακόμη και μούχλα μπορούν να συσσωρευτούν μέσα του. Όταν συμβεί αυτό, το πλυντήριο δεν λειτουργεί σωστά και τα ρούχα βγαίνουν με δυσάρεστη μυρωδιά ή όχι καλά πλυμένα.
Για να το αποφύγετε, καθαρίστε το συρτάρι τακτικά — περίπου κάθε δύο με τέσσερις εβδομάδες, ανάλογα με το πόσο συχνά πλένετε.
Πώς να καθαρίσετε το συρτάρι απορρυπαντικού
Ο καθαρισμός είναι πιο απλός απ’ ό,τι νομίζετε. Αρχικά, βρείτε το μικρό κουμπί ή μικρή λαβή απελευθέρωσης στο κέντρο του συρταριού. Πατήστε το απαλά και τραβήξτε το συρτάρι προς τα έξω.
Αφού το αφαιρέσετε, καθαρίστε προσεκτικά κάθε μέρος του με ένα μαλακό πανί ή σφουγγάρι. Για πιο δύσκολους λεκέδες ή υπολείμματα, χρησιμοποιήστε μια παλιά οδοντόβουρτσα με λίγο ήπιο απορρυπαντικό ή διάλυμα ξιδιού με νερό. Αν έχει να καθαριστεί καιρό, αφήστε το να μουλιάσει σε ζεστό νερό για 15–20 λεπτά.
Ξεπλύνετέ το καλά και αφήστε το να στεγνώσει εντελώς πριν το τοποθετήσετε ξανά. Σιγουρευτείτε ότι εφαρμόζει σωστά και κλειδώνει στη θέση του.
Μικρή συμβουλή: Μην ξεχνάτε να καθαρίζετε και το σημείο όπου μπαίνει το συρτάρι μέσα στο πλυντήριο — κι εκεί συσσωρεύεται συχνά βρωμιά.
Χρησιμοποιείτε το σωστό κουτάκι;
Ένα συχνό λάθος είναι να ρίχνουμε το απορρυπαντικό απευθείας στον κάδο. Αν και αυτό ισχύει για τις κάψουλες, τα υγρά ή σκόνες απορρυπαντικά λειτουργούν καλύτερα όταν τοποθετούνται στο σωστό διαμέρισμα του συρταριού. Έτσι, το πλυντήριο τα απελευθερώνει τη σωστή στιγμή κατά τη διάρκεια του κύκλου πλύσης.
Τα περισσότερα συρτάρια έχουν τρεις θήκες:
Χώρος κύριας πλύσης (A): Για την κύρια πλύση. Προσθέστε απορρυπαντικό της κύριας πλύσης, αποσκληρυντικό νερού, ενισχυτικό, λευκαντικό ή καθαριστικό λεκέδων.
Χώρος μαλακτικού (B): Για το μαλακτικό υφασμάτων. Χρησιμοποιήστε προσθετικά ως μαλακτικό υφασμάτων.
Χώρος πρόπλυσης (Γ): Για την πρόπλυση. Προσθέστε απορρυπαντικό πρόπλυσης.
Κάθε μία έχει διαφορετική χρήση:
Η προπλύση χρησιμοποιείται για πολύ λερωμένα ρούχα ή μεγαλύτερους κύκλους.
Η κύρια πλύση είναι για το απορρυπαντικό της βασικής πλύσης.
Η θήκη μαλακτικού προορίζεται για το μαλακτικό ή πρόσθετα προστασίας χρώματος, τα οποία απελευθερώνονται στο τελικό ξέβγαλμα.
Προσοχή: Μην υπερβαίνετε τις γραμμές “max” που υπάρχουν μέσα σε κάθε θήκη — το υπερβολικό προϊόν μπορεί να προκαλέσει διαρροές ή μειωμένη απόδοση πλύσης.
Τελικές σκέψεις
Το πλυντήριό σας δουλεύει σκληρά κάθε εβδομάδα, αλλά λίγη φροντίδα κάνει τεράστια διαφορά. Καθαρίζοντας τακτικά το συρτάρι απορρυπαντικού και χρησιμοποιώντας σωστά κάθε θήκη, θα απολαμβάνετε καθαρότερα και πιο μυρωδάτα ρούχα, ενώ θα παρατείνετε τη διάρκεια ζωής του πλυντηρίου σας.
Χρειάζονται μόνο λίγα λεπτά κάθε μήνα, αλλά το αποτέλεσμα είναι εμφανές — τα ρούχα θα μυρίζουν καλύτερα, θα είναι πιο απαλά και το πλυντήριο θα λειτουργεί πιο ομαλά.
Αν λοιπόν τα ρούχα σας δεν βγαίνουν τόσο καθαρά όσο θα θέλατε, ελέγξτε σήμερα το συρτάρι απορρυπαντικού. Ίσως ένα γρήγορο καθάρισμα να είναι το μόνο που χρειάζεται για να γίνει η πλύση σας πιο αποτελεσματική και ευχάριστη!
Περισσότερες αιτίες που τα ρούχα δεν βγαίνουν καθαρά από το πλυντήριο:
Βρώμικο συρτάρι απορρυπαντικού – καθάρισέ το τακτικά.
Πολύς όγκος ρούχων – μην γεμίζεις υπερβολικά τον κάδο.
Λάθος ποσότητα απορρυπαντικού – ούτε πολύ, ούτε λίγο.
Χαμηλή θερμοκρασία πλύσης – πλύνε στους 40–60°C για καλύτερα αποτελέσματα.