Blog Σελίδα 2162

Συγκλονiζει η Γλύκατζη – Αρβελέρ: «Όταν φτάσω τα 100, τότε θα σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω»

0

Τιμητική εκδήλωση στο Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, πραγματοποιήθηκε για την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ με θέμα «Οι αντηρίδες του βυζαντινού πολιτισμού ως “προπύλαια” της Αναγέννησης».

Κατά την εκδήλωση, η διακεκριμένη ιστορικός απωθεώθηκε, ενώ δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως «στα 90 περπατώ, στα 100 θα φτάσω και μόνο τότε θα σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω». Πρόκειται για την αγαπημένη της κρητική μαντινάδα και σίγουρα αποτελεί την… προσωποποίησή της!




Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, που γεννήθηκε το 1926, υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης το 1967 και η πρώτη γυναίκα πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης στην 700 χρόνων ιστορία του, το 1976.

Για την κ. Γλύκατζη-Αρβελέρ μίλησαν πολιτικοί, συγγραφείς και ποιητές. «Στον ευρύτερο χώρο της ιστορίας και του πολιτισμού διεθνώς, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ θα μείνει ως η πρωτοπόρος ερευνήτρια που ανέδειξε την πεμπτουσία του Βυζαντινού Πολιτισμού. Το Βυζάντιο της χρωστάει ότι αποκάλυψε τη μεγάλη αλήθεια γι’ αυτό. Η ιστορία του θα μετριέται πριν την Ελένη και μετά την Ελένη», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος.

Η κ. Γλύκατζη-Αρβελέρ ευχαρίστησε τους διοργανωτές της εκδήλωσης τονίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι παραμένει «πάντοτε αισιόδοξη» για τη νέα γενιά.

Συγκλονiζει η 44χρονη γıατρός που υπέστn εγκεφαλıκό σε εφημερία – «Ένας-ένας καταρρέοuμε, φεύγω με μπαστούνı»

0

Κραυγή αγωνίας για την υποστελέχωση του νοσοκομείου Παπανικολάου από αναισθησιολόγους – «Μόλις 8 αναισθησιολόγοι σε 26 οργανικές θέσεις», καταγγέλλει η ΕΝΙΘ

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία της 44χρονης αναισθησιολόγου Ιωάννας Δημητροπούλου που υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της 16ωρης εφημερίας που επιτελούσε, στο νοσοκομείο Παπανικολάου, στη Θεσσαλονίκη.

Όπως αναφέρει στο MEGA η 44χρονη, πριν το περιστατικό κοιμήθηκε στο εφημερείο, το οποίο δεν είχε επαρκή θέρμανση.

«Τελειώνοντας την εφημερία μου ένιωσα έντονη αδιαθεσία, μούδιασε το πρόσωπό μου. Αμέσως οι συνάδελφοι διαπίστωσαν ότι πρόκειται περί εγκεφαλικού. Ήμουν στο χειρουργείο από τις οκτώ το πρωί μέχρι τις δέκα το βράδυ, κοιμήθηκα σε ένα εφημερείο, το οποίο δεν είχε επαρκή θέρμανση. Δεν ήταν μια καλή βάρδια, καμία βάρδια δεν είναι καλή», είπε χαρακτηριστικά η επιμελήτρια Β’ Αναισθησιολογίας Ιωάννα Δημητροπούλου.

«Ήρθα να κάνω μια βάρδια και φεύγω με μπαστούνι»

Ακολούθως πρόσθεσε ότι οι συνθήκες εργασίας είναι εξαιρετικά δύσκολες και οι επαγγελματίες της Υγείας καταρρέουν

«Κάνουμε 10-12 εφημερίες ο καθένας, δύσκολες εφημερίες που χρειάζεται να είμαστε ατελείωτες ώρες μέσα στο χειρουργείο, έξω από το χειρουργείο. Τον Οκτώβριο φωνάζαμε ότι δεν μπορούμε άλλο. Μέσα Οκτώβρη μια συνάδελφος κόντεψε να χάσει το μάτι της από λοίμωξη. Τέλος Δεκέμβρη μια άλλη έπεσε μετά από βάρδια. Ένας ένας καταρρέουμε. Ήρθα να κάνω μια βάρδια και φεύγω με μπαστούνι», συμπλήρωσε η Ιωάννα Δημητροπούλου.

Σημειώνεται ότι μόλις εννέα αναισθησιολόγοι έχουν μείνει μόνο στο νοσοκομείο Παπανικολάου, ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας. Ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε τη Θεσσαλονίκη ως την πόλη με τις μεγαλύτερες ελλείψεις σε αναισθησιολόγους.

Οι ελλείψεις εξαντλούν το νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό, θέτουν όμως και σε κίνδυνο της ζωές ασθενών.

2574816 1024x676 1

Το νοσοκομείο Παπανικολάου, στη Θεσσαλονίκη

Κραυγή αγωνίας για την υποστελέχωση του νοσοκομείου

Η Ένωση Νοσοκομειακών Ιατρών Θεσσαλονίκης από την πλευρά της, καταγγέλλει την υπερεργασία και την εντατικοποίηση της εργασίας των υγειονομικών που ξεπερνούν σε πολλές περιπτώσεις τα ανθρώπινα όρια αντοχής.

Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση που εξέδωσε, «δεν έχουν περάσει ούτε 100 ημέρες από την κραυγή αγωνίας των αναισθησιολόγων του νοσοκομείου που είχαν φτάσει στα όρια τους λόγω της υποστελέχωσης».

Η ΕΝΙΘ υπενθυμίζει ότι σε συνέντευξη τύπου στις 27 Οκτωβρίου 2023 είχε αναδειχθεί η οριακή κατάσταση στελέχωσης του συγκεκριμένου τμήματος.

«Μόλις 8 αναισθησιολόγοι σε 26 οργανικές θέσεις (κενά της τάξης του 75%!), ενώ την ίδια ώρα οι αυξημένες ανάγκες του νοσοκομείου απαιτούν να υπάρχουν 40 αναισθησιολόγοι».

«Είχαν προειδοποιήσει πως η κάλυψη των έκτακτων και τακτικών χειρουργείων και των εφημεριών του νοσοκομείου γινόταν μόνο με το φιλότιμο και την υπερεργασία των εναπομεινάντων συναδέλφων, που ακόμα και αυτή επαρκούσε για την λειτουργία των 4 από τις 11 (ούτε 40%!) χειρουργικές αίθουσες του νοσοκομείου, εκτοξεύοντας τις λίστες αναμονής!! Γεγονός που η Διοίκηση του νοσοκομείου το γνωρίζει από τις συνεχείς εκκλήσεις των συναδέλφων που δεν σταμάτησαν μέχρι σήμερα».

Η Ένωση Νοσοκομειακών Γιατρών σημειώνει ότι η διοίκηση δεν έκανε απολύτως τίποτα γι΄ αυτό το θέμα. «Προχώρησε μόλις μια πρόσληψη ενός συντονιστή Διευθυντή, από την προκήρυξη του Απριλίου 2023, η οποία περιελάμβανε μόλις 4 θέσεις για τις 18(!) κενές οργανικές θέσεις».

Καταγγέλλει τη διοίκηση για κροκοδείλια δάκρυα ότι «δήθεν δεν υπάρχει ενδιαφέρον από γιατρούς να καλύψουν τις υπόλοιπες 3 θέσεις της προκήρυξης, όταν οι συνάδελφοι γνώριζαν ότι θα βρεθούν να καλύπτουν τουλάχιστον τα κενά των υπολοίπων 14(!) οργανικών θέσεων που θα παρέμεναν εκ των πραγμάτων κενές».

Η ΕΝΙΘ προειδοποιεί ότι «η κατάσταση θα επιδεινωθεί με τη μακροχρόνια άδεια 2 συναδέλφων, θέτοντας εν αμφιβόλω την συνολική λειτουργία των τακτικών χειρουργείων». Παράλληλα υπογραμμίζει ότι η κατάσταση είναι κρίσιμη και πως κινδυνεύουν καθημερινά ανθρώπινες ζωές.

Οι υγειονομικοί και εργαζόμενοι διεκδικούν, όπως σημειώνουν:

«Μαζικές προσλήψεις μόνιμων γιατρών στις Δημόσιες δομές Υγείας. Ταυτόχρονη προκήρυξη του συνόλου των κενών οργανικών θέσεων και διορισμούς με κατεπείγουσες διαδικασίες και με μοναδική προϋπόθεση το πτυχίο και τον τίτλο ειδικότητας. Μονιμοποίηση όλων των επικουρικών γιατρών, χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

Διπλασιασμός των απολαβών όλων των υγειονομικών.

Πραγματική ενίσχυση του ΕΣΥ σε προσωπικό και υποδομές με γενναία αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για την Υγεία».

Συγκλονiζει η «Σταχτοπούτα των Παξών»: Με βiαζε ο πατριός μου και η μητέρa μου με χτυπούσε στην πλάτη με τον πλάστη του φαγητού

0

Οι στιγμές που βίωσε στα χέρια του πατριού της και της μητέρας αναβίωσαν στο Εφετείο Κέρκυρας – Η ενήλικη πλέον κοπέλα  δεν άντεξε να βιώσει και τρίτη φορά το μαρτύριο – Έχει εξαφανιστεί και κανένας δεν γνωρίζει την τύχη της

Η πονεμένη ιστορία της 15χρονης «Σταχτοπούτας των Παξών» που για ενάμιση χρόνο βίωνε ψυχικό και σωματικό βιασμό μέσα στο ίδιο της το σπίτι από έναν μεσήλικα Αλβανό πατριό που εκτόνωνε πάνω της όσες διαστροφές φώλιαζαν στο αβυσσαλέο του μυαλό και μια μητέρα που την «τσάκιζε στο ξύλο» με τον πλάστη για να μαγειρεύει και να καθαρίζει, κάνοντας τα στραβά μάτια σε όλα όσα συνέβαιναν με θύμα το ίδιο της το παιδί και θύτη τον άνδρα της, αναβιώνει στο Εφετείο.

aselgeia main01

Το κορίτσι ένα κρύο βράδυ του 2017, άδειασε τη σχολική της τσάντα, πέταξε τα βιβλία στο πάτωμα και με όσα ρούχα χωρούσαν μέσα άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε από το χωριό. Πριν δραπετεύσει, άφησε πίσω της ένα γράμμα που έλεγε στους δυνάστες της να μην την αναζητήσουν. Μάλιστα διέγραψε και τον αριθμό της από τα κινητά τους τηλέφωνα για να σβήσει μια για πάντα την παλιά της ζωή, σε μια άτακτη φυγή που σήμανε και το φινάλε του δράματος που ζούσε.

«Πήγα στο δωμάτιο έβγαλα όλα τα βιβλία από την τσάντα και έβαλα μέσα όσα ρούχα χωρούσαν. Όταν ετοιμάστηκα και όσο η μαμά ήταν στο μπάνιο κι αυτός κοιμόταν, πήρα τα κινητά τους και διέγραψα τον αριθμό μου. Στη συνέχεια αφού έγραψα ένα γράμμα στη μαμά μου στο οποίο της ζητούσα να μη με ψάξει, ότι αυτός φταίει που φεύγω και να πει στον κόσμο ότι πήγα στην Αλβανία για να μη γίνουν ρεζίλι.

Το άφησα στο τραπέζι στο καθιστικό και έφυγα. Δεν είχα ιδέα που να πάω. Ήθελα όμως να φύγω από κει. Δεν θέλω να ξαναγυρίσω ποτέ στη μαμά μου, γιατί όλα τα χρόνια που θυμάμαι τη μαμά μου ποτέ δεν με αγάπησε. Με μαλώνει, είναι σκληρή και δεν μου έδωσε ποτέ αγάπη.

Ήμουν υπηρέτρια του σπιτιού τους, με έχει χτυπήσει πάρα πολλές φορές στην πλάτη και το κεφάλι και δυο – τρεις φορές με έχει χτυπήσει με τον πλάστη μαγειρικής σε σημείο που δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι», είχε πει μεταξύ άλλων το κορίτσι. Ο Αλβανός πατριός καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε 17 χρόνια κάθειρξη, ενώ η μητέρα αφέθηκε ελεύθερη και μαζί με την άλλη κόρη της που έχει αποκτήσει με τον δράστη ζει μόνιμα στην Καλαμάτα.

1 6 37 1

Η «Σταχτοπούτα των Παξών», παρέστη στο πρώτο δικαστήριο όπου βίωσε για δεύτερη φορά τον εφιάλτη όμως την Πέμπτη, στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Κέρκυρας, δεν άντεξε να βιώσει και τρίτη φορά το μαρτύριο. Ενήλικη πλέον, έχει εξαφανιστεί και κανένας δεν γνωρίζει την τύχη της ενώ ο πατριός εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο κ. Αλέξανδρο Παπαιωαννίδη.

Δήλωσε την εξαφάνιση της στην Αστυνομία .Στο διαβιβαστικό της Ασφάλειας Παξών περιγράφεται το σκηνικό που οδήγησε στο ξεσκέπασμα της υπόθεσης. «Στις 21:30 της 3ης Φεβρουαρίου 2017, η 15χρονη (μαθήτρια Β΄Γυμνασίου), μετά από διαπληκτισμό με τον 61χρόνο κατηγορούμενο πατριό της, αποχώρησε από την οικία της στους Παξούς Κέρκυρας,

στην οποία συνοικεί με την μητέρα τον πατριό και την ανήλικη κόρη αυτων, κινούμενη προς άγνωστη κατεύθυνση. Κατόπιν αυτού στις 8 το πρωί της 3 Φεβρουαρίου στο Αστυνομικό Τμήμα Παξών ο κατηγορούμενος, εξεταζόμενος ενόρκως, δήλωσε την εξαφάνιση της. Αστυνομικοί του τμήματος, ενεργώντας αναζητήσεις, στην ευρύτερη περιοχή του νησιού των Παξών Κέρκυρας, εντόπισαν την 15χρονη και την οδήγησαν στο τμήμα.

Εξεταζόμενη σχετικώς, ερωτώμενη για τα αίτια της εξαφάνισης της, ανέφερε ότι αποχώρησε από την οικία, διότι κατά το τελευταίο διάστημα ενάμιση χρόνο μέχρι και την ημερομηνία της εξαφάνισης της, ο 61χρόνος, προέβαινε κατ’ εξακολούθηση σε ασελγείς προτάσεις, χειρονομίες και πράξεις σε βάρος της, ενώ η κατηγορούμενη μητέρα της, κατά το παρελθόν της ασκούσε η λεκτική και σωματική βία.

Κατά την πολύωρη και ενδελεχή εξέταση της, η παθούσα ανέφερε με κάθε λεπτομέρεια ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2016 στους Παξούς και σε απροσδιόριστα χρονικά σημεία και εντός της χειμερινής περιόδου, ο κατηγορούμενος υποσχόμενος ανταλλάγματα, προέβαινε συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση σε άσεμνες πράξεις και προτάσεις που αφορούσαν την γενετήσια ζωή της θυγατέρας της κατηγορουμένης συζύγου του οι οποίες προσέβαλαν την αιδώ αυτής στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της.

Επιπλέον, το ίδιο χρονικό διάστημα, εντός κοινού υπνοδωματίου οικίας στην οποία ο κατηγορούμενος συγκατοικούσε με την ανήλικη παθούσα, εκμεταλλευόμενος άλλοτε την παρουσία της συζύγου του σε άλλο δωμάτιο της οικίας και άλλοτε την απουσία αυτής,

1 28

υποσχόμενος ανταλλάγματα, προέβαινε σε ασελγείς προτάσεις που αφορούσαν την γενετήσια ζωή της ανήλικης, σε ασελγείς πράξεις και συγκεκριμένα σε θωπείες στα γεννητικά της όργανα και στην περιοχή του στήθους της, σε ασπασμούς στην στοματική κοιλότητα και στην περιοχή του στήθους της και (σ.σ αναφέρεται με λεπτομέρειες σε ολα οσα ανατριχιαστικά και οδυνηρά για το παιδί, διέπραττε).

Ακολούθως, εντός της ίδιας περιόδου και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, σε συστηματική βάση και κατ’ εξακολούθηση ο κατηγορούμενος προέβαινε σε (σ.σ αναφέρονται οι πράξεις), εκμεταλλευόμενος ότι η σύζυγος του είχε εμπιστευτεί την ανήλικη προκειμένου να της παραδίδει μαθήματα οδήγησης. Επιπροσθέτως, στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα και εντός της καλοκαιρινής περιόδου ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος

άλλοτε την παρουσία της συζύγου τους σε άλλο δωμάτιο και άλλοτε την απουσία αυτής, παρουσία της ανήλικης θυγατέρας του ηλικίας έξι ετών, προέβαινε σε ασελγείς προτάσεις που αφορούσαν την γενετήσια ζωή της ανήλικης, σε ασελγείς πράξεις (σ.σ αναφέρεται στις ακραίες ενέργειες του Αλβανού πατριού στο κοριτσάκι).

Εν συνεχεία, από το Σεπτέμβριο του έτους 2016 έως και την 31 Ιανουαρίου 2017 σε συστηματική βάση και κατ’ εξακολούθηση, εντός του κοινού υπνοδωματίου της οικίας, υποσχόμενος ανταλλάγματα ο κατηγορούμενος συνεχίζει να προβαίνει σε ασελγείς προτάσεις που αφορούσαν την γενετήσια ζωή της ανήλικης, σε ασελγείς πράξεις σε βάρος της

(στις επόμενες γραμμές αναφέρονται λεπτομέρειες).  Παράλληλα, και σύμφωνα με την εξέταση της, η ανήλικη παθούσα ανέφερε ότι η κατηγορούμενη μητέρα της, σε μη προσδιορισμένο χρόνο και ως την 1η Φεβρουαρίου 2017 με συνεχή σκληρή συμπεριφορά εναντίον της, της ασκούσε συστηματικά σωματική βία, ενώ επιπροσθέτως προς συμμόρφωση της, την απειλούσε με βία προκαλώντας της τρόμο και ανησυχία.

Η ανήλικη, υπεβλήθη σε ιατροδικαστική εξέταση ενώ οι δύο κατηγορούμενοι ομολόγησαν την συμμετοχή τους στην διάπραξη των αναφερόμενων αδικημάτων. Εξεταζόμενοι συμπληρωματικώς από την υπηρεσία μας ο πρώτος κατηγορούμενος, αρνήθηκε σε βάρος του τις αποδιδόμενες κατηγορίες ενώ η κατηγορούμενη μητέρα αποδέχτηκε ότι προέβαινε,

σε χειροδικίες κατά το παρελθόν σε βάρος της ανήλικης κόρης της, κατόπιν αρνήσεώς αυτής να προβαίνει στην σχολική μελέτη της και σε παροχή βοήθειας στις οικιακές ανάγκες». «Αν θέλεις λεφτά για τη σχολική εκδρομή, θα κοιμηθείς μαζί μου» Οι περιγραφές της μικρής στην πρώτη της κατάθεση προκαλούν την κοινή λογική και σοκάρουν.

«Κατοικώ με την μητέρα μου και τον πατριό μου. Προχθές 1/2/2017, και βραδινές ώρες, πήρα την απόφαση να φύγω από το σπίτι μου, γιατί δεν άντεχα άλλο την κατάσταση που βίωνα. Συγκεκριμένα ο πατριός μου έχει πάθος με το αλκοόλ και συχνά στο σπίτι δημιουργούνται εντάσεις από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ανέκαθεν, θυμάμαι να τσακώνεται με τη μαμά μου για το ποτό και τα οικονομικά που δύσκολα τα βγάζουμε πέρα.

Αυτός ήταν βίαιος και χτυπούσε τη μαμά μου, ενώ συχνά της έλεγε ότι με δικά του χρήματα μας μεγαλώνει και ότι αυτή πρέπει να σωπαίνει. Από τις αρχές του περασμένου χρόνου και μετά, η κατάσταση άρχισε να γίνεται αφόρητη. Κάθε φορά που ζητούσα χρήματα ήθελα να βγω έξω από το σπίτι, η μητέρα μου, μου το αρνιόταν και αν αντιδρούσα τότε αυτή με χτυπούσε, ενώ ο πατριός μου είχε διαφορετική στάση απέναντι μου.

Στις αρχές του Ιανουαρίου 2016 θυμάμαι πως ζήτησα την άδεια των γονιών μου καθώς και χρήματα για να πάω εκδρομή με το σχολείο. Η μάνα μου το αρνήθηκε, ενώ ο πατριός μου είπε θα δούμε. Μετά από λίγη ώρα όμως, όταν βρεθήκαμε μόνοι μας με τον πατριό μου στο σαλόνι και η μαμά ήταν στην κουζίνα, αυτός μου είπε πως θα με άφηνε να πάω εκδρομή μόνο αν κοιμόμουν μαζί του εκείνο το βράδυ.

Αυτό ήταν εύκολο, γιατί η μαμά μου κοιμάται σε διαφορετικό δωμάτιο από αυτόν. Επίσης μου είπε πως όταν γυρίσω από την εκδρομή που θα πάω στην Αθήνα και όταν η μάνα μου λείπει από το σπίτι, ότι ήθελε “να το κάνουμε”. Εγώ φοβήθηκα πολύ γιατί ποτέ δεν έχω ξανακάνει κάτι τέτοιο, ενώ νιώθω και πολύ άσχημα αλλά προκειμένου να πάω εκδρομή, που είπα ψέματα πως έχω περίοδο και δεν ένιωθα άνετα να κοιμηθώ μαζί του ωστόσο όταν γυρίσω θα το κάνουμε.

Αυτός το πίστεψε και με άφησε να πάω εκδρομή. Μου είπε ακόμη να μην τολμήσω να πω κάτι στη μαμά μου αφού δεν πρόκειται να με πιστέψει, γιατί θα της τα πει διαφορετικά κι αυτή πιστεύει μόνο αυτόν. Όταν λοιπόν γυρίσαμε από την εκδρομή, με ρώτησε αν είμαι έτοιμη γι’ αυτό που του υποσχέθηκα και εγώ του απάντησα αρνητικώς. Κατόπιν τούτου και αφού αρνήθηκα αυτός άρχισε να μου μιλάει άσχημα και να βάζει λόγια στη μαμά μου για να τσακωνόμαστε κι αυτή να με δέρνει. Με τον καιρό, σταμάτησε να μου φωνάζει και κάθε φορά που ζητούσα κάτι, άρχιζε πάλι τα ίδια, προσκαλώντας με στο κρεβάτι του».

Η μητέρα μου έλεγε «Ξέρω τι κάνετε…» Σύμφωνα με την κατάθεση της μικρής, ο πατριός όσο περνούσε ο καιρός γινόταν ολοένα και πιο απειλητικός ενώ η σκληρή και άκαμπτη μητέρα φέρεται να εθελοτυφλούσε… «Το καλοκαίρι που μας πέρασε, με απείλησε πως αν δεν του καθίσω αυτός θα με βιάσει. Όταν κατάλαβε πως δεν πρόκειται να ενδώσω, ερχόταν συστηματικά στο κρεβάτι μου το βράδυ ή όταν έλειπε η μαμά μου και μου έκανε διάφορες χειρονομίες.

Εγώ προσπαθούσα να τον απωθήσω και μερικές φορές το κατάφερνα. Άλλες δεν τα κατάφερνα, ενώ κάποιες φορές, φώναζα από τον πόνο που μου προκαλούσε (σ.σ αναφέρεται σε συγκεκριμένες πράξεις). Αυτό το τελευταίο, το έχει κάνει αρκετές φορες αλλά εγώ δεν τόλμησα να ζητήσω ποτέ βοήθεια, γιατί η μητέρα μου είμαι σίγουρη πως δεν θα με πίστευε και θα έπαιρνε το μέρος του. Πάντως πιστεύω πως τόσο καιρό που γινόταν αυτό η μητέρα μου είχε καταλάβει και μάλιστα μια φορά την άκουσα να του λέει «ξέρω τι κάνετε». Αυτός ρώτησε «τι κάνουμε;» αλλά η μαμά μου δεν απάντησε.

Τελευταία φορά που προέβη ο πατριός μου στις παραπάνω ενέργειες ήταν την περασμένη εβδομάδα που θα πηγαίναμε εκδρομή με το σχολείο. Εγώ του ζήτησα να με αφήσει κι αυτός για μια ακόμη φορά μου είπε πως θα με άφηνε μόνο αν κοιμόμουν μαζί του. Του είπα για μια ακόμα φορά ψέματα αλλά δεν κοιμήθηκα και τότε μου απαγόρευσε να πάω εκδρομή. Για τους λόγους αυτούς έφυγα απ’ το σπίτι και δεν θέλω να γυρίσω ποτέ ξανά πίσω. Επιθυμώ την ποινική δίωξη του πατριού μου».

1 3

Η δέυτερη κατάθεση: «Έβλεπε αλβανικό πορνό και έπινε ρετσίνα. Του έλεγα ότι ήμουν αδιάθετη για να τον αποφύγω και φορούσα τζιν στον ύπνο μου» Στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε το κοριτσάκι στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Κέρκυρας περιέγραψε πιο αναλυτικά, όλα όσα φρικτά υπέστη από τον Αλβανό πατριό και τη μητέρα δυνάστη που επέμενε να κλείνει τα μάτια και τα αυτιά στα ανοσιουργήματα του συζύγου της και να την «σπάει στο ξύλο» για να συνετιστεί και να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Μια θλιβερή ιστορία, που θυμίζει το πονεμένο παραμύθι της Σταχτοπούτας, όμως με διαφορετικό φινάλε.

«Επιβεβαιώνω την αλήθεια όσων ανέφερα στους αστυνομικούς στους Παξούς. Όλα ξεκίνησαν το Γενάρη του 2016, όταν το σχολείο μου οργάνωσε εκδρομή για Αθήνα και για να συμμετάσχω έπρεπε να έχω περίπου 150 €. Έτσι ζήτησα από τη μητέρα μου και τον πατριό μου την άδεια για να πάω στην εκδρομή και τα χρήματα της συμμετοχής. Η μητέρα μου, μου είπε από την αρχή όχι, ενώ πατριός μου, μου είπε θα δούμε τι θα γίνει. Εκείνη την ημέρα και όταν η μαμά έφυγε, ο πατριός μου με ρώτησε αν θέλω να πάω στην εκδρομή. Εγώ του απάντησα ότι θέλω και αυτός μου είπε “καλά άμα κοιμηθείς μαζί μου, έχεις την άδεια να πας”.

Του είπα “και τι θα κάνω;”. Αυτός απάντησε: “σήμερα δεν θα το κάνουμε, μόνο θα…..”. Του είπα ψέματα ότι έχω περίοδο για να το αποφύγω, πράγμα που κατάφερα. Γιατί όταν έφτασε το βράδυ πήγα στο μπάνιο και έβαλα σερβιέτα. Όταν αυτός ήρθε το βράδυ στο κρεβάτι μου, δε μ’ έχει πάρει ακόμα ύπνος, κάθισε στην καρέκλα, δίπλα ακριβώς από το κρεβάτι μου και έβαλε το χέρι πάνω απ’ τα ρούχα μου για να διαπιστώσει αν φορούσα σερβιέτα». Ερώτηση: Γιατί φορούσες τζιν ενώ είχες πεσει για ύπνο;  Αποκριση: Ξέροντας ότι θα ερχόταν, αφού μου το είχε πει, ένιωθα μεγαλύτερη ασφάλεια με ένα σκληρό ρούχο όπως το τζιν.

Ερώτηση: Τι έκανε ακριβώς;  Απόκριση: (το κοριτσάκι περιγράφει αναλυτικά τι της έκανε ο κτηνώδης Αλβανός πατριός). Εγώ έκανα πως κοιμόμουν όλη την ώρα. Αυτός συνέχισε το ίδιο πράγμα και μετά από πολλή ώρα, μετά δηλαδή από μια ώρα και σταμάτησε. Παραμένοντας στο ίδιο δωμάτιο, πήγε και έκατσε στο άλλο κρεβάτι που βρίσκεται εκεί, άνοιξε την τηλεόραση και άρχισε να βλέπει αυτά τα πράγματα πίνοντας ρετσίνα, έχουμε αλβανική δορυφορική κεραία όπως έχετε εσείς το Nova, για να βλέπει αλβανικά κανάλια.

Αυτά τα πράγματα (σε αυτό το σημείο αναφέρεται ότι η μάρτυρας συγοψιθύρισε τη λεξη πορνο), τα έβλεπε συχνά στο δωμάτιο που κοιμάμαι εγώ και η αδερφή μου με κατεβασμένο τον ήχο. Πολλές φορές τα έβαζε και στη διάρκεια της ημέρας όταν η μαμά μου ήταν στο σπίτι και τότε αυτή μας έδιωχνε απ’ το δωμάτιο ή μας έλεγε να πάμε καμιά βόλτα.

Ερώτηση: Τι κάνει ο πατριός όταν βλέπει αυτά τα πράγματα; Απόκριση: Προσπαθώ να κοιμάμαι για να μη βλέπω τίποτα και έτσι δεν ξέρω. Ερώτηση: Συνέχισε. Απόκριση: Την επόμενη μέρα μου έδωσε τα χρήματα της συμμετοχής και όταν έφυγα για την εκδρομή μου έδωσε άλλα 200 €, ενώ η μαμά επέμενε να μη μου δώσει χρήματα και να μην πάω στην εκδρομή γιατί δεν είχαμε λεφτά για τις ανάγκες του σπιτιού.

Επίσης του είπα ότι είχα περίοδο και δε με ξαναενόχλησέ για εκείνη την εβδομάδα. Την ημέρα που με συνόδευσε μόνος του στο πλοίο για να φύγω για την εκδρομή, ενώ η μαμά μου δεν δούλευε και ήταν στο σπίτι, μου έδωσε τα 200 € και μου είπε να μην ξεχάσω την υπόσχεσή μου, εννοώντας να το κάνουμε όταν γυρίσω. Στην εκδρομή με έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο κάθε 2 ώρες και μου έλεγε (σ.σ αναφέρεται στις αισχρολογίες του ανώμαλου πατριού).

Δεν ρωτούσε άλλο τίποτα όπως τι κάνω, πως περνάω, αλλά κατευθείαν αυτά τα πράγματα. Η μαμά όλες αυτές τις μέρες δε με πήρε καθόλου τηλέφωνο να δει πως είμαι. Όταν γύρισα από την εκδρομή, την ώρα που με γυρνούσε στο σπίτι, όσο ήμασταν στο δρόμο με τη μηχανή, μη φορώντας κράνος και οδηγώντας αργά για να ακούω τι μου λέει μου είπε “την υπόσχεση σου θα την κρατήσεις. Και θα το κάνουμε όταν η μαμά δεν θα είναι σπίτι η θα βρω ένα άλλο σπίτι”.

Εγώ δεν μίλησα καν. Μόλις πήγα σπίτι, ήταν μεσημέρι, ξάπλωσα κατευθείαν στο κρεβάτι μου. Το επόμενο πρωί με ρώτησε: “Η απάντηση σου;”. Εγώ έκανα πως δεν καταλάβαινα και τον ρώτησα για ποια απάντηση και αυτός μου απάντησε ότι μιλάει γι’ αυτό που είχαμε μιλήσει πριν την εκδρομή ζητώντας μου να μην το πω σε κανεναν. Εγώ του είπα: “δεν θέλω να το κάνουμε και αυτός με ρώτησε: “έχεις βρει αγόρι;”. Του απάντησα όχι απλά δεν θέλω να το κάνω μαζί σου. Και άρχισε να με λέει ψεύτρα και κακομαθημένη και ότι δεν κρατάω τις υποσχέσεις μου, απειλώντας με λέγοντας μου “θα δεις εγώ τι θα σου κάνω”.

Ήξερα τι θα μου κάνει, θα πήγαινε στη μαμά και θα της έβαζε λόγια να τσακωθούμε. Πάντοτε αυτό έκανε. Για τις δύο επόμενες εβδομάδες, ήταν επιθετικός απέναντι μου, μου ζητούσε κάθε μέρα να το κάνουμε. Εγώ του απαντούσα πάντα όχι και αυτός μου έλεγε ότι θα με κλείσει μέσα στο σπίτι και ότι θα με σταματήσει από το σχολείο.

Όταν γύρισα από την εκδρομή, αυτός και η μαμά μου μου πήραν το κινητό που είχα γιατί αυτός έλεγε στη μαμά μου ότι έχω αγόρι. Μετά από αυτές τις δύο εβδομάδες, άρχισε να μου φέρεται καλά. Είπε στη μαμά να μου επιστρέψει το κινητό και να με απαλλάξει από τις δουλειές του σπιτιού, γιατί όλα εγώ τα έκανα. Όλες αυτές τις δουλειές. Μαγείρεμα και καθάρισμα».

«Θα ξαναπάς εκδρομή ε; Θα μου ξαναζητήσεις πάλι πράγματα και πάλι σε μένα θα έρθεις» «Για κάποιες μέρες δεν μου ανέφερε ξανά την υπόσχεση που του είχα δώσει, αλλά μόνο που πετούσε “θα ξαναπάς εκδρομή ε; Θα μου ξαναζητήσεις πάλι πράγματα και πάλι σε μένα θα έρθεις”. Και είχε δίκιο γιατί η μαμά μου έλεγε πάντα όχι σε ότι κι αν την ζητούσα οπότε μόνο από αυτόν μπορούσα να ζητήσω κάτι.

Μετά χρειάστηκα πράγματα για το σχολείο, αλλά και κάποια πράγματα για μένα όπως σερβιέτες γιατί η μαμά μου δε μου έπαιρνε όταν την ζητούσα και μου έλεγε να πάω σε αυτόν να ζητήσω. Αυτός μου είπε ότι θα μου έδινε χρήματα για να αγοράσω λέγοντας μου “αλλά θα κοιμάσαι μαζί μου και θα σε πειράζω το βράδυ”.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε κάθε βράδυ μέχρι το καλοκαίρι. Είτε ζητούσα κάτι είτε όχι, ζητούσε να έρχεται στο κρεβάτι μου στο δωμάτιο που κοιμάμαι με την αδερφή μου και να με πειράζει. (Το κοριτσάκι περιγράφει τις χυδαιες του πράξεις). Θέλω επίσης να σας πω ότι από το 2014 μετά από έντονο καβγά με τη μαμά μου, την χτύπησε στο κεφάλι και είδα να βγαίνουν αίματα απ’ το κεφάλι της. Η μαμά μου τον είχε διώξει απ’ το δωμάτιο του και αυτός από τότε μέχρι και σήμερα κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με μένα, στο κρεβάτι το δικό μου και εγω πήγαινα να κοιμηθώ στο κρεβάτι αδερφής μου.

Μετά από ένα μήνα από όταν γύρισα από την εκδρομή, μου είπε να πάω στο κρεβάτι αν θέλω να μου αγοράσει πράγματα που χρειαζόμουν και όταν πήγα (σ.σ: αναφέρεται σε πολυ σκληρο σκηνικό). Πόνεσα και πήγα στο μπάνιο να ηρεμήσω λίγο. Η μαμά κουβέντα. Όταν ξύπνησα και ήρθα στο δωμάτιο και τον ρώτησε τι έγινε. Αυτός της είπε ότι δεν είχε γίνει τίποτα και τότε ήρθε στο μπάνιο και με ρώτησε. Εγώ της είπα: “ρώτησε αυτόν τι έγινε”.

Αυτός της είπε πάλι ότι δεν έγινε τίποτα κι αυτή επέστρεψε στο κρεβάτι και πήρε και τη μικρή μαζί της, που είχε ξυπνήσει κι αυτή απο τις ομιλίες. Μετά νιώθοντας ότι δεν ήθελα να βγω από το μπάνιο, επέστρεψα στο κρεβάτι μου και αυτός είχε αποκοιμηθεί στο κρεβάτι δίπλα. Από τότε μέχρι και το καλοκαίρι αυτό γινόταν σχεδόν κάθε βράδυ, παρόλο που πολλές φορές μου είχε υποσχεθεί ότι θα μου δίνε χρήματα για να πάρω πράγματα για το σχολείο ή προσωπικά πράγματα, αυτός δεν μου έδινε και συνέχισε κάθε επόμενη βράδυ να μου κάνει τέτοια πράγματα.

Τον χειμώνα η μαμά μου του ζήτησε να μου μάθει τη μηχανή ενώ εγώ της είχα πει ότι δεν θέλω και έκεινη επέμενε. Αυτός με έπαιρνε να μου μάθει τη μηχανή. Εγώ δεν ήθελα γιατί την πρώτη φορά (σ.σ σκληρη περιγραφή). Αυτό το έκανε συνέχεια. Όταν μια φορά προσπάθησα να βγάλω τα χέρια του έπεσε από τη μηχανή και η μηχανή πάνω στο πόδι μου, ενώ αυτός κρατήσε την ισορροπία του. Δεν χτύπησα πολύ ευτυχώς.

Τα μαθήματα οδήγησης γινόταν κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο για δύο ολόκληρους μήνες, πειράζοντάς με κάθε φορά. Επιπλέον πάντοτε καθισμένος από πίσω με φιλούσε στο λαιμό και κάποιες φορές στα αυτιά. Είχε προσπαθήσει να με φιλήσει και στο στόμα. Μου είχε ζητήσει να σταματήσω τη μηχανή για να με φιλήσει στο στόμα και εγώ του έλεγα ότι έχει κόσμο και μπορεί να μας δουν.», σημείωσε ακόμη.

Επίθεση στο ντους: «Του έριχνα νερό να τον απομακρύνω». Σε αυτό το σημείο, το κοριτσάκι είπε στους αστυνομικούς ότι αναγκαζόταν να πηγαίνει σε άλλα σπίτια συγγενών ή γνωστών να κάνει μπάνιο «γιατί κάθε φορά που έλειπε η μαμά από το σπίτι, αυτός έμπαινε στο μπάνιο και με έβλεπε την ώρα που έκανα γυμνή μπάνιο.

Αντιλαμβανόμενη ότι είναι εκεί, κουλουριαζόμουν, καλύπτοντας το σώμα μου περιμένοντας να φύγει. Κάθε φορά που έκανε την κίνηση να έρθει πιο κοντά μου, του φώναζα να φύγει, ρίχνοντας του νερό με το ακουστικό. Τότε εκείνος μου φώναζε να σκάσω.

Κάποιες φορές όταν έλειπε η μαμά για να μη με πλησιάζει είχα ζητήσει από την αδερφή μου να κάθεται έξω απ’ την πόρτα και να μην αφήσει τον πατέρα της να μπει μέσα, γιατί είναι ντροπή να μπει. Όταν η μαμά ήταν σπίτι και έκανα μπάνιο άνοιγε την πόρτα για να με κοιτάει. Εγώ έλεγα στη μαμά μου να κλείσει την πόρτα λέγοντας του πάντα στα αλβανικά “δεν σε αντέχω άλλο όλο πίνεις βλάκα, βλάκα, βλάκα”.

Κάθε φορά που τον έβλεπε η μαμά να το κάνει αυτό του έκλεινε απλά την πόρτα για να μην το ξανακάνει. Όμως, αυτός ξαναρχόταν και άνοιγε την πόρτα και η μαμά την ξανακλείνε. Αυτός της έλεγε ότι δεν θα του πει αυτή τι θα κάνει και εκείνη δεν εκανε κατι αλλο. Το καλοκαίρι, ήταν το χειρότερο καλοκαίρι της ζωής μου, γιατί κάθε μερα, όποτε έβρισκε ευκαιρία, πρωί, μεσημέρι, βράδυ με ενοχλούσε και δε με άφηνε να βγω απ’ το σπίτι όταν του αρνιόμουν να με αγγίξει.

Έδιωχνε την αδερφή μου σχεδόν όλη τη μέρα για να είμαστε μόνοι απ’ το σπίτι, αφού και η μαμά έλειπε όλη τη μέρα στη δουλειά. Μου έλεγε να μην κάνω φασαρία όταν έρχονται οι φίλες μου και με ζητούσαν στο σπίτι. Έβγαινε έξω αυτός και τους έλεγε ότι δεν είμαι εκεί και δεν άνοιγε σε κανέναν λέγοντας μου να μην κάνω φασαρία. Πολλές φορές η μαμά έπαιρνε την αδερφή μου στη δουλειά και όταν την ζητούσα να με πάρει και μένα μαζί της και της έλεγα ότι δεν θέλω να μείνω μόνη μαζί του, Αυτή μου αρνιόταν και ποτέ δε με πήρε μαζί της καμιά φορά από τις πάρα πολλές φορές που της το ζητούσα».

«Πήγαινα στην τουαλέτα και έκανα εμετό» Το κοριτσάκι ήταν μόνο. Κανένας δεν έσκυβε πάνω από το δράμα που ζούσε. Ερώτηση: Σε ρωτούσε η μαμά σου γιατί δεν ήθελες να μείνεις μόνη με τον πατριό σου; Απόκριση: Κάποιες φορές όταν έβλεπε να την ζητάω κλαίγοντας, της έλεγα να πάει να ρωτήσει αυτόν. Αυτή μου έλεγε ότι θέλει να της πω εγώ και ότι κι αν ακούσει που δεν της έχω πει, να βρω θέση να κρυφτώ, να φύγω και να μην έρθω καθόλου σπίτι, θα με σκοτώσει ίδια και θα με πετάξει στην θάλασσα. Συνέχισε λέγοντας μου ότι θα είναι ήσυχη τότε, θα ήξερε πως δεν είχε ποτέ κόρη.

Ερώτηση: Συνέχισε. Απόκριση: Το καλοκαίρι, είχαμε μετακομίσει σε άλλο σπίτι και πάλι η μαμά είχε το δικό της δωμάτιο και τα δικά μας κρεβάτια βρισκόντουσαν πάλι στο καθιστικό. Στο ένα κοιμόμουνα εγώ με την αδερφή μου και στο άλλο ο πατριός μου. Με πείραζε λοιπόν κάθε μέρα. Δεν δούλευε το καλοκαίρι. Μόνο περιστασιακά το χειμώνα γιατί κανείς δεν τον εμπιστευόταν. Έκανε τον άρρωστο ή έπινε και δεν τον ήθελε τη δουλειά.

Ερώτηση: Πως σε πείραζε; Απόκριση: (Οι επόμενες γραμμές προκαλούν σοκ). Επιπλέον έκανε κι άλλα πράγματα λέγοντας μου: «όταν κοιμηθούμε το βράδυ, δεν θα κάνεις φασαρία και θα με αφήσεις να……, εγώ όμως αρνήθηκα. Όσες φορές προσπάθησε να το κάνει, τον έσπρωξα και σηκωνόμουνα το κρεβάτι μου. Κάποιες φορές παρούσα ήταν και αδερφή μου, πάντοτε όμως κοιμόταν. Όταν αυτή τύχαινε να ξυπνήσει, αυτός έβγαζε τα χέρια που τα είχε πάνω μου και γυρνούσε από την άλλη πλευρά».

Οι αστυνομικοί ζήτησαν από το παιδί λεπτομέρειες για την αηδιαστική δράση του Αλβανού πατριού και τις έδωσε με την παρακάτω περιγραφή να αποτυπώνει όλα όσα ένιωθε στην παιδική ψυχή που ο μέθυσος και σάτυρος σύζυγος της μητέρας της, είχε τραυματίσει ανεπανόρθωτα.  «Πήγαινα στην τουαλέτα και έκανα εμετό. Από την πρώτη φορά που με ενόχλησε μέχρι και την περασμένη Τετάρτη 1, Φεβρουαρίου, με έπαιρνε τηλέφωνο οπότε ήμουν εκτός σπιτιού και μου έλεγε (σ.σ αναφέρεται στις χυδαίες απαιτήσεις του). Αυτά δηλαδή που μου έλεγε όσο ήμουν και στην εκδρομή.

Από τον Σεπτέμβριο και μετά, αφότου ξεκίνησαν τα σχολεία, συνεχίζω να παραμένω στο ολοήμερο και στην ενισχυτική διδασκαλία για να πηγαίνω όσο πιο αργότερα μπορούσα στο σπίτι να τον αποφεύγω και έτσι με ενοχλούσε μόνο τις βραδινές ώρες. Την ενισχυτική διδασκαλία και το ολοήμερο, τα είχα συνεχίσει από την εποχή που με μάθαινε οδήγηση για να τον αποφύγω. Η δεύτερη εκδρομή: «Θα κοιμηθείς μαζί μου και θα κάνω αυτά που ξέρεις» Στα τέλη Ιανουαρίου το σχολείο οργάνωσε εκδρομή στην Αθήνα. Το κοριτσάκι, έπεσε για άλλη μια φορά στα διεστραμμένα πλοκάμια που είχε απλώσει ο Αλβανός πατριός, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη της.

«Συνέχισε να με ενοχλεί στο κρεβάτι μου που κοιμόμουν με την αδερφή μου κάνοντας ακριβώς αυτά που μου έκανε το καλοκαίρι. Μέχρι την Τρίτη 31, Γενάρη. Περίπου δέκα μέρες πριν από την Τρίτη 31 Γενάρη, έχοντας οργάνωσει και πάλι το σχολείο μου εκδρομή για να επισκεφτούμε ένα ίδρυμα για να μάθουμε πως φτιάχνουν τα παραμύθια, ζήτησα κι απ’ τους δύο να συμμετάσχω στην εκδρομή. Η μαμά μου όπως πάντα μου είχε πει όχι γιατί έχω ξαναπάει. Εγώ της εξηγούσα ότι δεν πάμε για βόλτα αλλά για σχολική δραστηριότητα. Όταν βρέθηκα μόνη μου με τον πατριό μου, μου είπε “θα κοιμηθείς μαζί μου και θα με αφήσεις να κάνω αυτά που έχω κάνει και πριν και ξέρεις ποια είναι και θα σε αφήσω να πας στην εκδρομή”.

Μέχρι την Τρίτη 31 Γενάρη μου ζητούσε να πηγαίνω κάθε βράδυ στο κρεβάτι λέγοντας ότι την επόμενη μέρα θα υπέγραφε το χαρτί της έγκρισης συμμετοχής μου. Για αρχή μου είπε θα το ξέραμε μόνο εμείς οι δύο ότι θα πάω στην εκδρομή και μετά θα το μάθαινε. Την Δευτέρα 30 του Γενάρη μου υπέγραψε το χαρτί και εγώ πήγα στο σχολείο την Τρίτη 31 Γενάρη. Το βράδυ της 31ης Γενάρη με υποχρέωσε να πάω στο κρεβάτι του γιατί εκκρεμούσε να μου δώσει τα 140 € της συμμετοχής στην εκδρομή. Πήγα λοιπόν. Καθώς βρίσκομαι στο κρεβάτι του μου εκανε αυτά που έκανε.

Μου κόπηκε η ανάσα, ένιωσα σαν να ήμουν σε φυλακή και άρχισε να με πονάει πολύ κοιλιά μου. Τότε, του τράβηξα το χέρι και του έριξα μια γροθιά με το χέρι μου στο στομάχι και σηκώθηκα και πήγα στο κρεβάτι μου χωρίς να με ξαναενοχλήσει. Το επόμενο πρωί Τετάρτη 1η Φλεβάρη με κοιτούσε με πολλά νεύρα, δεν μου μίλησε καθόλου. Μόλις γύρισα από το σχολείο, τον ρώτησα αν εχει τα λεφτά της συμμετοχής μου και μου είπε ότι “το βράδυ θα τα ‘χω”.

Όταν γύρισα από το μάθημα των αγγλικών τον ξαναρώτησα για τα χρήματα κι αυτός μου είπε ότι δεν τα έχει και ότι θα τα έφερνε από το σχολείο. Εκείνη την ημέρα η αδερφή μου βρήκε περίπου 20 € σε ψηλά που τα είχα μαζεμένα και κρυμμένα στα πράγματα μου. Τα έδειξε στην μαμά και η μαμά της είπε να τα κρατήσει. Εγώ τότε πήρα από την μικρή τα χρήματα και η μαμά μου φώναξε να αφήσω τη μικρή και με χτύπησε στο κεφάλι με το χέρι της, όπως συνήθιζε να με χτυπάει.

Ακούγοντας την φασαρία ο πατριός μου, μου είπε ότι δεν θα πάω στην εκδρομή, εξαιτίας της συμπεριφοράς μου. Όταν του είπα ότι έχει υπογράψει, μου είπε να πω στην δασκάλα μου ότι υπέγραψε το χαρτί μεθυσμένος», ανέφερε μεταξύ άλλων. Η απόδραση. Στις επόμενες γραμμές, το κοριτσάκι ξεδιπλώνει το φινάλε αυτής της προβληματικής συμβίωσης που γράφτηκε με την απόδραση της μέσα στη μαύρη νύχτα από το κολαστήριο των Παξών.

«Άρχισα να κλαίω μέσα στο δωμάτιο της μαμάς μου, επειδή η αδερφή μου με κορόιδευε την έκλεισα έξω απ’ το δωμάτιο. Αυτός ακούει την φασαρία μας έβγαλε κι εμένα και την αδερφή μου έξω απ’ το σπίτι, η ώρα ήταν αργά και ήταν σκοτεινά. Η μαμά βγήκε έξω και άρχισε πάλι να με χτυπάει στην πλάτη και το κεφάλι και μας έβαλε πάλι μέσα.

Πήγα στο δωμάτιο έβγαλα όλα τα βιβλία από την τσάντα και έβαλα μέσα όσα ρούχα χωρούσαν. Όταν ετοιμάστηκα και όσο η μαμά ήταν στο μπάνιο κι αυτός κοιμόταν, πήρα τα κινητά τους και διέγραψα τον αριθμό μου. Στη συνέχεια αφού έγραψα ένα γράμμα στη μαμά μου στο οποίο της ζητούσα να μη με ψάξει, ότι αυτός φταίει που φεύγω και να πει στον κόσμο ότι πήγα Αλβανία για να μη γίνουν ρεζίλι. Το άφησα στο τραπέζι στο καθιστικό και έφυγα. Δεν είχα ιδέα που να πάω. Ήθελα όμως να φύγω από κει», τόνισε.

Ερώτηση: Έχεις να προσθέσεις κάτι άλλο; Απόκριση: Δεν θέλω να ξαναγυρίσω ποτέ στη μαμά μου, γιατί όλα τα χρόνια που θυμαμαι τη μαμά μου ποτέ δεν με αγάπησε. Με μαλώνει, είναι σκληρή και δε μου έδωσε ποτέ αγάπη. Ήμουν υπηρέτρια του σπιτιού τους, με έχει χτυπήσει πάρα πολλές φορές στην πλάτη και το κεφάλι και δυο – τρεις φορές με έχει χτυπήσει με τον πλάστη μαγειρικής

σε σημείο που δεν μπορούσα να σηκωθώ απ’το κρεβάτι. Τελευταία φορά που με χτύπησε με τον πλάστη ήταν μετά το ξεκίνημα του σχολείου και πριν τα Χριστούγεννα. Ενώ τα χαστούκια έχουν πάει σύννεφο. Έχω φάει τόσα χτυπήματα στο κεφάλι μου με πονάει συνέχεια. Γι’ αυτό δεν θέλω να πάω πίσω. Ξέρω ότι δεν θα σταματήσει να χτυπάει.

Ερώτηση: Για ποιο λόγο δεν ανέφερες αυτές τις πράξεις νωρίτερα; Απόκριση: «Επειδή δεν θα με πιστεύε μαμά μου και επειδή φοβόμουν ότι θα με σκοτώσει στο ξύλο και θα με πετάξει στην θάλασσα, όπως χαρακτηριστικά μου είχε πει στο παρελθόν». Ερώτηση: Έχεις κάτι άλλο να προσθέσεις; Απόκριση: «όχι».

πηγη protothema.gr

Συγκλονiζει Ελληνίδα ιερόδοuλη: «Ήρθε ο πατέρας μου ως πελάτης»

0

Ποια η συγκλονιστική ιστορία της ιερόδουλης Κατερίνας και του πατέρα της;

Συγκλονιστική είναι η εξομολόγηση Ελληνίδας ιερόδουλης Κατερίνας, η οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων και στον πατέρα της που την επισκέφθηκε ως πελάτης.

Πιο κάτω, αυτούσια η ιστορία της 32χρονης Κατερίνας, όπως η ίδια την διηγείται:

Το όνομά μου είναι Κατερίνα και σήμερα είμαι 32 ετών, παντρεμένη και μητέρα ενός 3χρονου αγοριού Η ιστορία μου ξεκινάει πριν από πολλά χρόνια, το 2001 συγκεκριμένα όταν άφησα το χωριό μου και βρέθηκα στην Αθήνα για να σπουδάσω στη σχολή που είχα περάσει, στην Αγγλική Φιλολογία. Οι γονείς είχαν όνειρο να σπουδάσω και να γίνω καθηγήτρια Αγγλικών γι’ αυτό και δεν έφεραν καμία απολύτως αντίρρηση σε αυτή μου την απόφαση.

Μόλις βγήκαν τα αποτελέσματα και οι βάσεις των εξετάσεων ξεκινήσαμε με τους γονείς μου για την Αθήνα προκειμένου να βρούμε ένα σπίτι για να εγκατασταθώ και να περάσω μέσα σε αυτό τα φοιτητικά μου χρόνια.

Βρήκαμε ενα σπίτι μικρό αλλά πολύ ζεστό στο Παγκράτι, σχετικά κοντά στη σχολή μου, αγοράσαμε τα απαραίτητα και την μέρα που οι γονείς μου με άφησαν μόνη κι επεστρεψαν στο χωριό η χαρά μου για όσα θα ζούσα στην Αθήνα ήταν ασυγκράτητη!Ξεκίνησε η σχολή οι μέρες και οι μήνες περνούσαν κι εγώ έκανα πραγματική φοιτητική ζωάρα στην πρωτεύουσα. Όλα αυτά μέχρι τις διακοπές του Πάσχα που η επίσκεψη μου στο χωριό για να περάσω τις Άγιες μέρες με τους γονείς μου δεν μου βγήκε σε καλό. Τα οικονομικά προβλήματα στη δουλεία του μπαμπά μου είχαν πολλαπλασιαστεί από την τελευταία φορά που μου είχαν μιλήσει κι ενώ εκείνοι τόσο καιρό μου το έκρυβαν για να μην με στεναχωρήσουν πάνω στην εξεταστική εγώ βλέποντας κάθε μήνα τα χρήματα στον λογαριασμό μου δεν είχα καταλάβει πως το τέλος ήταν τόσο κοντά.

«Πρέπει να βρεις μια δουλειά Κατερίνα μου, είπε ο μπαμπάς μου μια μέρα πριν γυρίσω στην Αθήνα, πρέπει να βοηθήσεις εσύ τον εαυτό σου μη σου πω κι εμάς τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα» μου έλεγε και μετά βίας συγκρατούσε τα δάκρυά του. Μην ανησυχείς μπαμπά μου και μην μου στεναχωριέσαι είπα χωρίς να έχω βέβαια τίποτα στο μυαλό μου παρά μόνο μια σύγχυση για όσα είχα ακούσει.

Γύρισα στην Αθήνα και πήγα στην καφετέρια όπου σύχναζα για να ρωτήσω μήπως χρειάζονται μια κοπέλα για δουλειά. Ναι μου είπε το αφεντικό που μάλλον με γούσταρε κιόλας, θέλω μια κοπέλα για 3 μέρες την εβδομάδα. Έτσι κι έγινε, έπιασα δουλειά, πήγαινα στη σχολή, διάβαζα, και πέρασε ο πρώτος μήνας αλλά με 3 μεροκάματα δεν γινόταν δουλειά.

Ένα βράδυ κι ενώ δούλευα φορώντας μια φούστα κοντή κι ενα αποκαλυπτικό φανελάκι πλησιάζω έναν κύριο που καθόταν μόνος του σε ένα τραπέζι και ενώ περίμενα να μου πεί φέρε μου ένα ουισκυ εκείνος μου είπε: «Τι κάνεις εσύ μωρό μου εδώ και χαραμίζεσαι» Θα σε περιμένω όταν σχολάσεις να σου εξηγήσω πως βγαίνουν τα λεφτα…ηταν πολυ διακριτικός και αν και στην αρχή με τρόμαξε μετά ήταν πολύ καλός μαζί μου. Αν δεν το καταλάβατε ο Γιάννης γιατί αυτό ήταν το όνομά του ήταν προαγωγός και μου πρότεινε να γίνω πόρνη.

Άρχισα να κάνω το αρχαιότερο επάγγελμα χωρίς καμία αναστολή, μη σας πω μου άρεσε κιόλας, έβγαζα πολλά λεφτά ξαφνικά και αυτό με τρέλαινε, υπήρχαν βράδια που τα χρήματα μου ξεπερνούσαν το μισθό ενός ανθρώπου που δουλεύει σε μια εταιρεία, κάποιες φορές έστελνα και στους γονείς μου για να τους βοηθάω και να μην στεναχωριέται ο μπαμπάς μου περισσότερο. Τα υπόλοιπα τα έκανα φορέματα, εσώρουχα, άλλαξα σπίτι, πήγα σε ένα πολύ πιο μεγάλο στον Άλιμο με θέα τη θάλασσα!

Νόμιζα πως είχα βρει το νόημα της ζωής και μου άρεσε πολύ αυτό που έκανα και είχα σκοπό να το κάνω για ένα χρόνο ακόμα και μετά να σταματήσω. Όμως ο Θεός γελάει όταν εμείς κάνουμε σχέδια!

Ο πατέρας μου είχε έρθει στην Αθήνα για μια τελευταία προσπάθεια να σώσει το μαγαζί του και είχε ένα σημαντικό ραντεβού με έναν τραπεζίτη για να συζητήσουν την πιθανότητα ενός νέου δανείου. Η μητέρα μου είχε μείνει στο χωριό. Το απόγευμα κι ενώ ήμουν ήδη σε ένα ραντεβού χτυπάει το τηλέφωνό μου και μου κλείνουν ένα ραντεβού σε παραλιακό ξενοδοχείο της Αττικής στις 9 το βράδυ. Πάω σπίτι και αρχίζω να ετοιμάζομαι, βάζω τα πιο αποκαλυπτικά μου εσώρουχα και από πάνω από πάνω ένα φορεματάκι μικροσκοπικό βάζω κι ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες και μπαίνω σε ένα ταξί δίνοντας τη διεύθυνση του ξενοδοχείου στον ταξιτζή.

Σε 10 λεπτά είμαι κάτω από το ξενοδοχείο και προχωράω προς την είσοδο. Πηγαίνοντας στη ρεσεψιόν και λέγοντας το όνομα του πελάτη η γλυκιά κοπέλα με κοίταξε και μου είπε 402 στον 4ο όροφο δεσποινίς.

Μπήκα στο ασανσέρ και διόρθωσα το κραγιόν μου στον καθρέφτη για τελευταία φορά μέχρι η καμπίνα να σταματήσει και να ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες.

Βρίσκω το νούμερο του δωματίου σταματάω απ’έξω και χτυπάω ήρεμα την πόρτα. «Ανοιχτά είναι περάστε» άκουσα μια μπάσα φωνή από το βάθος του δωματίου σπρώχνω αργά την πόρτα, μπαίνω μέσα και αυτό που είδα δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου ο πατέρας μου ξαπλωμενός στο κρεβάτι γ@μνός, ο πατέρας μου ήταν ο πελάτης που είχα.

Το μόνο που πρόλαβε να ψελλίσει ήταν το όνομά μου, Κατερίνα; Αισθάνθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου αηδιασμένη με αυτό που έκανα, το έβαλα στα πόδια, ξέσπασα σε κλάματα δεν ήξερα που να πάω τι να κάνω, όλα είχαν γκρεμιστεί, ντρεπόμουν για τα πάντα, όχι δεν ήμουν εγώ αυτή δεν ήμουν πόρνη, με είχαν γλυκάνει τα χρήματα, πως το έκανα εγώ αυτό;

Ο πατέρας μου όπως ήταν λογικό και επόμενο, δεν γλύτωσε το έμφραγμα και νοσηλεύτηκε σε κεντρικό νοσοκομείο της Αθήνας, όπου ευτυχώς διέφυγε τον κίνδυνο. Δεν το συζητήσαμε ποτέ αυτό που έγινε. Δεν σταμάτησα αυτή τη δουλειά τότε, αλλά 2 χρόνια μετά που γνώρισα τον άντρα μου.

Συγκλoνίζει το γράμμα της μητέρας της 4χρονης Μελίνας «Όταν σε κατέβασαν στο χώμα, άφησα να πάρεις μαζί σου την μισή μου καρδιά»

«Από την πρώτη στιγμή μου φάνηκε παράξενη η αναισθησιολόγος σου», αναφέρεται στο γράμμα της μητέρας της μικρής που πέθανε σε επέμβαση ρουτίνας

«Φοβόσουν τόσο πολύ. Εγώ σου έλεγα συνέχεια να μην φοβάσαι, ήθελες μόνο να πας στο σπίτι μας, αλλά και πάλι, ήσουν σαν μεγάλη, ήξερες ότι πρέπει… πρέπει να μπεις. Σε είχα αγκαλιά, σε πείραζα, καθόμασταν στο δωμάτιο που σου έδωσαν και βλέπαμε από έξω τις όμορφες πορτοκαλιές, σου άρεσαν πάρα πολύ. Είχες ετοιμάσει μια τσάντα με μαρκαδόρους και βιβλία, γιατί θα καθόμασταν μετά στο δωμάτιο και ήθελες να ζωγραφίσουμε», συγκλονίζουν τα λόγια της μητέρας της μικρής Μελίνας που έχασε τη ζωή της σε επέμβαση ρουτίνας για τα «κρεατάκια».

Στο συγκινητικό γράμμα της μάνας ο σπαραγμός είναι φανερός: «Όταν σε κατέβασαν στο χώμα, άφησα να πάρεις μαζί σου την μισή μου καρδιά…».

Πέρασαν χρόνια από τον θάνατο του κοριτσιού, η μητέρα μέσα από ένα γράμμα, που συνέταξε σε πρώτο πρόσωπο προς τη μικρή Μελίνα της και δημοσιοποιήθηκε μέσω της εκπομπής «Αλήθειες με τη Ζήνα» στο Star, γράφει για τις δικές της αλήθειες.

«Από την πρώτη στιγμή μου φάνηκε πολύ παράξενη η αναισθησιολόγος σου, ήταν πολύ άνετη, το ύφος της ήταν παράξενο. Όποιος ήταν κοντά μου εκείνη την ημέρα μπορεί να το θυμάται, γιατί ποιος θα με πιστέψει τώρα, που έχουν βγει τόσα στην φόρα γι ́ αυτήν; Έβλεπα Μελινούλα μου νοσοκόμες και νοσηλεύτριες να κλαίνε, αργούσαν τόσο πολύ, σκέφτηκα μήπως ξύπνησες τελικά, αλλιώς γιατί να αργούν έτσι; Κανένας δεν με κοίταξε στα μάτια. Γνώρισα και άλλη μια οικογένεια εκεί απ’έξω, μια γυναίκα γέννησε, βγήκε το μωρό τους, δάκρυα από χαρά και τα δικά μου δάκρυα για σένα Μελινούλα μου. Υπήρχαν πολλά άτομα εκεί μέσα. Σίγουρα είδαν, σίγουρα άκουσαν, αλλά κανένας δεν θέλει να μας πει. Όλοι ξέρουν, όλοι όσοι ήταν εκεί μέσα τη μέρα αυτή», αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο γράμμα.

Ακολουθεί ολόκληρο το γράμμα:

Μελίνα.
Πέρασαν 5 χρόνια από την ημέρα που σε πήγαμε στο Ηράκλειο για να βγάλεις τα κρεατάκια σου. Ήταν μέρες γιορτινές, ήσουν τόσο χαρούμενη και γλυκιά. Μόλις τεσσάρων ετών.

Πολλές φόρες μας έλεγες ότι είναι άδικο που εσύ πρέπει να πας με τον μπαμπά στον γιατρό, άλλα η Έλλη μπορεί να κάτσει σπίτι, όπως την τελευταία μέρα που εγώ πήγα με την Έλλη στην πλατεία να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα και εσύ πήγες για έλεγχο για το χειρουργείο. Πρόλαβες όμως να πας και εσύ στην πλατεία, πήρες το δώρο από τον Άγιο Βασίλη, τραγούδησες ένα από τα αγαπημένα σου τραγούδια στο μικρόφωνο. Ντροπαλή όπως πάντα. Έξω ήσουν πολύ ντροπαλή και τόσο ευαίσθητη, αλλά στο σπίτι ήσουν αρχηγός.

Ήρθαμε όλοι μαζί στο σπίτι και η Έλλη έφτιαξε την τσάντα της για να κοιμηθεί σε άλλο σπίτι, για να μην τη σηκώσουμε πρωί, για να πάμε στο νοσοκομείο. Εσύ έκλαιγες και δεν μπορούσες να καταλάβεις γιατί πάλι εσύ έπρεπε να μείνεις πίσω. Από την άλλη, δεν γκρίνιαζες τόσο, σου είπαμε ότι την άλλη φορά θα είναι η σειρά σου και το δέχτηκες.

Εκείνο το βράδυ ήταν η πρώτη φορά που χωριστήκατε με την αδελφή σου. Έκλαιγες, άλλα και πάλι ήσουν τόσο ώριμη, τόσο γλυκιά.

Κοιμήθηκες με τον μπαμπά σου εκείνο το βράδυ. Δεν σε είχα στην αγκαλιά μου.

Ξυπνήσαμε τόσο νωρίς. Είχε πολύ κρύο. Δεν θα ξεχάσω που είπα στον μπαμπά σου: “ελπίζω την επόμενη φορά που θα σηκωθούμε τόσο νωρίς Χριστούγεννα, να είναι για να πάμε διακοπές”.

Φοβόσουν τόσο πολύ. Εγώ σου έλεγα συνέχεια να μην φοβάσαι, ήθελες μόνο να πας στο σπίτι μας, αλλά και πάλι, ήσουν σαν μεγάλη, ήξερες ότι πρέπει….πρέπει να μπεις. Σε είχα αγκαλιά, σε πείραζα, καθόμασταν στο δωμάτιο που σου έδωσαν και βλέπαμε από έξω τις όμορφες πορτοκαλιές, σου άρεσαν πάρα πολύ. Είχες ετοιμάσει μια τσάντα με μαρκαδόρους και βιβλία, γιατί θα καθόμασταν μετά στο
δωμάτιο και ήθελες να ζωγραφίσουμε.

Σου κρατούσα το χέρι όταν ήρθε μια γυναίκα να σε πάρει. Δεν ήθελες. Σου είπε να έρθεις να σου δείξει το δέντρο που είχαν εκεί μέσα.

Εγώ και ο μπαμπάς σου καθόμασταν απ ́ έξω. Ξέραμε ότι θα βγεις αρκετά γρήγορα, έτσι μας είχαν πει. Η ώρα πέρασε, εσύ πουθενά αγάπη μου, κορίτσι μου… Άρχισα να φοβάμαι πολύ. Κανένας δεν μας είπε τίποτα. Άρχισα να μιλώ με μια άλλη μαμά, που και η δικιά της κόρη ήταν επίσης μέσα. Θα έκανε μια παρόμοια επέμβαση, ακριβώς μετά από σένα.

Άρχισα να κλαίω, γιατί κανένας δεν μου έλεγε τίποτα. Έκλαιγε και η άλλη μαμά, γιατί καταλάβαμε ότι κάτι δεν πήγε καλά, αλλά δεν ξέραμε ποιο παιδί έχει το πρόβλημα. Τελικά το δικό της παιδί δεν το έβαλαν καν, ενώ μας είχαν πει ότι και αυτή είχε μπει.

Τα ψέματα άρχισαν αμέσως, απλώς εγώ δεν το κατάλαβα εκείνη την ώρα, γιατί εκείνη την ώρα είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στους γιατρούς.

Όταν ήρθε ο μπαμπάς σου και μου είπε ότι εσύ δεν ξυπνάς έπαθα σοκ.
Μας κάλεσαν και οι γιατροί, σταθήκανε στην πόρτα και αρχικά μας είπε ο ΩΡΛ σου ότι το χειρουργείο πήγε καλά.

Μετά, μας είπε η αναισθησιολόγος σου ότι δεν μπορείς να ξυπνήσεις, γιατί κάνεις βρογχόσπασμο και σε ξανακοιμίζουν. Προσπάθησαν λέει 2 φορές.

Ήξερα ότι ο βρογχόσπασμος είναι συχνό φαινόμενο. Μας είπαν ότι πρέπει να πας στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας για την δική σου ασφάλεια. Μας είπαν επίσης Μελινούλα μου, ότι η ζωή σου δεν βρίσκεται σε κίνδυνο.

Έπαθα μεγάλο σοκ, το μόνο που έκανα ήταν να κλαίω.

Από την πρώτη στιγμή μου φάνηκε πολύ παράξενη η αναισθησιολόγος σου, ήταν πολύ άνετη, το ύφος της ήταν παράξενο. Όποιος ήταν κοντά μου εκείνη την ημέρα μπορεί να το θυμάται, γιατί ποιος θα με πιστέψει τώρα, που έχουν βγει τόσα στην φόρα γι ́ αυτήν;

Έβλεπα Μελινούλα μου νοσοκόμες και νοσηλεύτριες να κλαίνε, αργούσαν τόσο πολύ, σκέφτηκα μήπως ξύπνησες τελικά, αλλιώς γιατί να αργούν έτσι;

Κανένας δεν με κοίταξε στα μάτια. Γνώρισα και άλλη μια οικογένεια εκεί απ ́ έξω, μια γυναίκα γέννησε, βγήκε το μωρό τους, δάκρυα από χαρά και τα δικά μου δάκρυα για σένα Μελινούλα μου.

Υπήρχαν πολλά άτομα εκεί μέσα. Σίγουρα είδαν, σίγουρα άκουσαν, αλλά κανένας δεν θέλει να μας πει. Όλοι ξέρουν, όλοι όσοι ήταν εκεί μέσα τη μέρα αυτή.

Όταν τελικά σε κατέβασαν στο ασθενοφόρο, σε είδα και δεν πίστευα τα μάτια μου, δεν μπορούσα να έρθω κοντά σου, ήσουν γεμάτη καλώδια, όλοι είχαν πέσει πάνω σου και εγώ απ ́ έξω να μην μπορώ να κάνω τίποτα για σένα. Ένιωθα τόσο μικρή, τόσο αδύναμη, τόσο
άχρηστη.

Φτάσαμε λοιπόν στο Πανεπιστημιακό, εσύ με το ασθενοφόρο και εμείς με το αμάξι. Τρέχαμε μέσα με τον μπαμπά σου και προλάβαμε την πόρτα της ΜΕΘ μισάνοιχτη και την αρπάξαμε. Εκεί από πίσω ήταν μια γιατρός έτοιμη να τρέξει να σε δει. Μας είπε ότι όσο μιλάει
μαζί μας χάνει χρόνο με εσένα. Την ρώτησα κάτι τελευταίο, της είπα ότι μου είχαν πει ότι δεν κινδυνεύει η ζωή σου και αν είσαι σε καλή κατάσταση. Η απάντησή της Μελινούλα μου ήταν ότι μας είχαν πει ψέματα και ότι η κατάστασή σου ήταν πολύ δύσκολη.

Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε αυτό που συνέβη σε σένα αγάπη μου.
Πού σε πήγαμε, τι σου έκαναν; Τι πήγε τόσο στραβά; Περιμέναμε…..
Εγώ να κλαίω όλη την ώρα. Ήρθαν οι φίλοι μας, ταξίδεψε και ο παππούς και η γιαγιά σου που ήθελαν τόσο πολύ να σε δουν.

Ήμασταν όλοι εκεί, όλοι προσπαθούσαν Μελίνα μου να μας δώσουν κουράγιο, ότι όλα θα πάνε καλά και εσύ θα ξυπνήσεις. Δεν μπορούσα όμως να το πιστέψω, ίσως επειδή μόνο εγώ είδα τα πρόσωπα όλων έξω από το νοσοκομείο, ίσως επειδή μόνο εγώ σε είδα μέσα στο
ασθενοφόρο, άψυχη….

Ήρθε μετά η ώρα να μας ενημερώσουν. Κάτσαμε σε ένα μεγάλο τραπέζι. Μας είπαν ότι δεν πάνε καλά τα πράγματα, ότι έχουμε κρίσιμες ώρες μπροστά μας. Ο μπαμπάς σου πήγε να κάνει φασαρία, να φωνάξει …μα εγώ τον σταμάτησα. Να είμαστε καλοί, του είπα, μπορεί να μην φταίνε, του είπα.

Έπρεπε Μελινούλα μου να τον αφήσω, να τα κάνει εκεί μέσα ό,τι θέλει και να πει ό,τι θέλει, αλλά πού να ήξερα. Η αναισθησιολόγος σου, ήταν και πάλι πολύ άνετη. Οι υπόλοιποι δεν ήταν.

Αφού πήραμε αυτά τα άσχημα νέα, βγήκαμε από το δωμάτιο και περιμέναμε στο διάδρομο. Εκεί πέρασε πρώτα ο ΩΡΛ σου, που εμείς αυτόν ξέραμε, με αυτόν είχαμε επαφές τόσο καιρό.
Τον σταματήσαμε… Τα δάκρυά μου ακόμα να τρέχουν. Δεν μπορούσα να τα σταματήσω. Τον ρώτησα αν αυτό είναι συνηθισμένο και αν πιστεύει ότι θα ξυπνήσεις και αυτός, όλο νεύρα, μου άνοιξε τα χέρια του. Είπε ότι αυτό συμβαίνει μία στο εκατομμύριο και μετά έφυγε.

Βλέπεις Μελινούλα μου, σε φέραμε σε ένα κόσμο πολύ κακό.

Αμέσως μετά, πέρασε η αναισθησιολόγος σου, με την διευθύντριά της. Η διευθύντρια αν δεν κάνω λάθος έκλαιγε, μας ευχήθηκε ό,τι καλύτερο, μαζί με άλλες δυο κοπέλες που κλαίγανε και αυτές. Η αναισθησιολόγος όμως, όταν ο μπαμπάς σου την ρώτησε τι πήγε λάθος και μήπως σου είχε δώσει παραπάνω φάρμακο και γι αυτό αργείς να ξυπνήσεις, γέλασε. Ναι Μελίνα μου, γέλασε. Τον κοίταξα τον μπαμπά σου, και του είπα: “ γελάει;” Αυτός της είπε ότι δεν είναι ώρα για γέλια, αλλά αυτή δεν κατάλαβε τίποτα.

Μετά από λίγη ώρα, μας άφησαν να μπούμε να σε δούμε. Σαν να ζούσα ένα κακό όνειρο. Από την μια στιγμή στην άλλη, κινδύνευε η
ζωή σου τόσο πολύ. Μπήκαμε μέσα, πήγαμε κοντά σου, σου μιλήσαμε, ο μπαμπάς σου δεν άντεχε, είχαμε πει να μην κλαίμε εκεί μέσα, να είμαστε δυνατοί για σένα.

Σου έλεγα ότι σε αγαπώ, ότι σε περιμένουμε να πάμε σπίτι μας. Ότι σε περιμένει η Έλλη στο σπίτι. Ότι ήρθε η γιαγιά και ο παππούς να σε δουν. Σου είπα ότι είσαι δυνατή Μελινούλα μου, μα εγώ δεν ήξερα τι σου είχαν κάνει, δεν ήξερα ότι σε παράτησαν εκεί μέσα, αβοήθητη.

Έτσι για μια στιγμή, πίστευα ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα τα καταφέρεις. Έπρεπε να καταλάβω, γιατί όταν ο μπαμπάς σου είπε στις κοπέλες εκεί μέσα ότι : ”όταν ξυπνήσει η Μελίνα μας θα δείτε πόσο ζωηρή είναι”, τότε κόλλησαν οι κοπέλες, μας κοίταξαν πολύ παράξενα, το θυμάμαι πολύ καλά. Αλλά εκείνη την ώρα δεν ήθελα να πιστέψω αυτά που μου έλεγαν τα μάτια τους.

Τα μάτια τους μας είπαν ότι δεν πρόκειται να ξυπνήσεις.
Πέρασαν οι ώρες, νύχτωσε, εμείς ξαπλώσαμε λίγο στις καρέκλες.

Πρέπει να με πήρε λίγο ο ύπνος και άκουσα μια φωνή από το διάδρομο να φωνάζει ΠΑΡΑΣΚΑΚΗ! Σηκώθηκα αμέσως κοριτσάκι μου, μα δεν έβρισκα τον μπαμπά σου.

Πήγα κοντά στην πόρτα με την γιαγιά σου και βγήκε μια γιατρός, που μας είχαν πει ότι αν βγει αυτή, θα είναι μόνο για κακό. Έτσι και αλλιώς εγώ άκουγα από το διάδρομο τι έλεγαν μέσα και κατάλαβα ότι εσύ πέθανες Μελινούλα μου. Ήρθε κοντά μας η γιατρός και μας είπε ότι εσύ τους ταλαιπώρησες πολύ. Ότι δεν μπορεί να καταλάβουν τι έγινε. Έπαθες πάλι ανακοπή και δεν μπορούσαν να σε επαναφέρουν. Ο παππούς σου, ήρθε στο διάδρομο. Του έκανα νόημα Μελίνα μου ότι έφυγες και αυτός έστριψε και βγήκε έξω. Δεν άντεξε. Ήρθε και ο μπαμπάς σου κοντά μας και του είπα ότι μας άφησες. Εμείς μπήκαμε με το έτσι θέλω και τους παρακαλέσαμε να προσπαθήσουν λίγο ακόμα. Μα δεν έγινε τίποτα Μελινούλα μου, εκεί ήσουν, άψυχη πάλι και εγώ, που η δουλειά μου ήταν να σε προστατεύω και να σε έχω καλά, να μην μπορώ να σου κάνω τίποτα.

Νομίζω ότι σε φίλησα, δεν θυμάμαι. Η γιαγιά σου καθόταν από πάνω σου πολλή ώρα, μέχρι που την έδιωξε μια γιατρός ή νοσοκόμα. Έπαθα σοκ Μελίνα μου, δεν σε αποχαιρέτισα.

Μπήκα πάλι στο δωμάτιο με το μεγάλο τραπέζι. Η γιατρός μου είπε ότι κάνανε ό,τι μπορούσαν, άλλα δεν ήξερε γιατί πέθανες. Μας είπε να περιμένουμε να έρθει ο ιατροδικαστής να σε εξετάσει.

Εγώ είχα τρελαθεί κορίτσι μου, σε άφησα εκεί μόνη σου. Είπα στον μπαμπά σου ότι θέλω να φύγω, θέλω να με πάει στην αδελφή σου. Δεν φώναξα, δεν έκανα τίποτα. Μόνοέκλαιγα και ένιωθα τόσο μικρή και αδύναμη, δεν ήταν πια στα χέρια μου. Σε άφησα λοιπόν εκεί, κάτι που θα το μετανιώνω όσο ζω. Πώς μπορεί μια μαμά να αφήσει το παιδί της έτσι;

Πήγα στο σπίτι που ήταν η αδερφούλα σου, ξύπνησε, και με ρώτησε πού είναι η Μελίνα. Την πήρα μέσα στο δωμάτιο και της είπα ότι η Μελίνα μας πήγε στον ουρανό και ότι δεν θα μπορέσει να ξαναέρθει.
Και η Έλλη μου απάντησε ότι η Μελίνα πήρε την σημαία της στον ουρανό και την έβαψε κόκκινη. Ακόμα μου φαίνεται πολύ παράξενη αυτή η απάντηση της αδελφής σου.

Σαν να το ένιωθε η αδερφούλα σου, μόνο τεσσάρων ετών και όμως, σαν να ήξερε τι μου έλεγε. Η καρδιά μου έσπασε σε χιλιάδες κομμάτια Μελίνα μου. Πώς θα συνεχίσουμε την ζωή μας χωρίς εσένα; Πώς θα μεγαλώσω την Έλλη χωρίς εσένα; Είχατε πάντα η μία την άλλη, στο σχολειό, στην παιδική χαρά, στο σπίτι, παντού και πάντα.

Ξέρεις Μελίνα μου, εσύ και η Έλλη, ήσασταν για μένα σαν τον αέρα που αναπνέουμε. Έτσι ήταν και η παρουσία σας και η ύπαρξή σας
κάθε μέρα.

Τώρα λοιπόν, ένιωθα σα να μου κόπηκε ο αέρας, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, δεν μπορούσα να υπάρχω χωρίς εσένα. Το χειρότερο ήταν και παραμένει, ότι εγώ σε πήγα εκεί. Εγώ ήθελα να πας να βγάλεις τα κρεατάκια σου. Εγώ σου έλεγα να μην φοβάσαι.

Έλεγαν πως πρέπει να πάμε στο σπίτι μας, να το ετοιμάσουμε για κηδεία. Όχι. Όχι, δεν ήθελα Μελίνα, ήθελα μόνο να έχω εσένα, ήθελα
μόνο να γυρίσω το χρόνο πίσω.
Μου είπαν λοιπόν να κάτσω εκεί στο άλλο σπίτι μαζί με την αδελφή σου, να πάνε να ετοιμάσουν το σπίτι μου.

Μα εγώ δεν μπορούσα να κάτσω με την Έλλη, δεν είχα τη δύναμη. Ο μπαμπάς σου ξαναπήγε αμέσως στο Ηράκλειο, μα δεν ξέρω αν πήγε κοντά σου, δε νομίζω.
Ευτυχώς Μελινούλα μου, έχουμε καλούς φίλους και συγγενείς που τον βοήθησαν να βρούμε τον ιατροδικαστή μας και τους δικηγόρους
μας.

Σαν να ζούσα ένα κακό όνειρο, γύρισα στο σπίτι, θυμάμαι ότι ήταν ακατάστατο πολύ το σπίτι μας Μελινούλα μου, γιατί είχα αποφασίσει να περνώ καλά μαζί σας εκείνες τις μέρες. Γιατί ήσασταν πολύ χαρούμενες και είχατε διακοπές και θυμάμαι ότι περνάγαμε πολύ καλά. Πήγαμε βόλτα οι τρεις μας στο Ηράκλειο για ψώνια και φαγητό, πήγαμε σινεμά, παίζαμε μαζί στο σπίτι.

Δεν θυμάμαι πολλά, θυμάμαι ότι δεν το πίστευα, δεν ήθελα και δεν μπορούσα να το καταλάβω. Ήρθε πάρα πολύς κόσμος στο σπίτι μας εκείνη την μέρα Μελίνα μου, σου άρεσε πολύ όταν είχαμε κόσμο στο σπίτι. Είχα νεύρα, τώρα που δεν ήσουν εδώ. Ήρθαν όλοι. Γιατί δεν ήρθαν όταν ήσουν εδώ;

Νύσταζα πάρα πολύ, δεν ήθελα όμως να κοιμηθώ, γιατί δεν ήθελα να ξυπνήσω την επόμενη μέρα, την ημέρα της κηδείας σου. Δεν ήθελα να κοιμηθώ και να ξυπνήσω και να μην είναι όνειρο όλο αυτό. Δεν άντεχα και ξάπλωσα μέσα στο δωμάτιό σας κοριτσάκι μου, στο φουσκωτό στρώμα που είχα εκεί για να ξαπλώνω μαζί σας και να σας διαβάζω παραμύθι κάθε βράδυ για να κοιμηθείτε. Πήρα αγκαλιά το
αρκουδάκι σου. Ξύπνησα το πρωί και δεν ήταν κακό όνειρο.

Ντύθηκα για την κηδεία σου.
Μελίνα μου, η εκκλησία ήταν γεμάτη. Δεν ξαναείδα ποτέ την εκκλησία με τόσο πολύ κόσμο. Εσύ ήσουν εκεί ξαπλωμένη, ακόμη δεν το πίστευα. Πίστευα ότι θα σηκωθείς, ότι θα γίνει το θαύμα. Δεν μπορεί να πέθανες έτσι εύκολα, δεν μπορεί να μην υπάρχεις πια. Σου κρατούσα το χέρι, μα δεν μου το έσφιξες, δεν με κοιτούσες, δεν μου φώναξες «μαμά».

Όταν τελειώσαμε από την εκκλησιά και πήγαμε στο νεκροταφείο, πίστευα ακόμη ότι θα σηκωθείς. Όταν σε κατέβασαν στο χώμα όμως, άφησα να πάρεις μαζί σου την μισή μου καρδιά, το δικό μου κομμάτι που θα είναι πάντα δικό σου και την μισή μου ψύχη. Ήθελα να με θάψουν μαζί σου Μελίνα, δεν σκεπτόμουν ούτε την Έλλη μας, ούτε τον μπαμπά σου. Ήθελα μόνο να ξαπλώσω διπλά σου, να μην είσαι
μόνη, να σου κάνω παρέα εκεί που πας.

Έμεινα όμως πίσω, μισή και θα είμαι πάντα μισή, μέχρι να σε ξανασυναντήσω.
Εκείνο το βράδυ φέραμε και την αδερφούλα σου στο σπίτι. Δεν μπορούσα να την αναγνωρίσω, ήταν τόσο πληγωμένη, τόσο διαφορετική. Ήταν πάλι το σπίτι μας γεμάτο κόσμο, αλλά υπήρχε μια ησυχία. Όλοι σεβάστηκαν ότι είναι η αδελφή σου εκεί, κανένας δεν φώναζε, κανένας δεν έκανε φασαρία και αυτή μόνο έπαιζε με τα παιχνίδια της, δεν σήκωσε το κεφάλι της να κοιτάξει κανέναν. Δεν ήθελε να κοιμηθεί μαζί μου, ούτε με τον μπαμπά σου, μόνο με την γιαγιά και τον παππού. Με ρώτησε πολλές φορές, πότε θα ξαναγυρίσεις, πότε θα… κατέβεις από τον ουρανό.

Σου έχτιζε άπειρες φορές σκάλες, με τα τουβλάκια της και τα άφηνε έξω στην αυλή για να μπορέσεις να επιστρέψεις σπίτι μας. Μελινούλα μου, οι μέρες πέρναγαν, η γιαγιά σου έμεινε εδώ να μας βοηθήσει, εγώ κοιμόμουν πάρα πολύ, δεν είχα αντοχή να σηκωθώ από το κρεβάτι.

Οι φίλοι μας όμως κοριτσάκι μου και η γιαγιά και ο παππούς σου δεν με άφησαν, με σήκωσαν από το κρεβάτι, με έβγαλαν έξω. Εγώ όμως πώς; Πώς θα περπατώ στους δρόμους εδώ που ζούμε, που κάθε μέρα περπατούσαμε μαζί; Πώς θα αντέξω να πάω οπουδήποτε χωρίς εσένα; Φοβόμουν, φοβόμουν να πάω στο σουπερ μάρκετ, φοβόμουν να πάω στις κούνιες, φοβόμουν τη στιγμή που πρέπει να πάω στο σχολειό σας με μόνο ένα παιδί. Αρκετά γρήγορα Μελινάκι μου, μάθαμε από τον δικηγόρο μας αλλά και από την
τηλεόραση ότι η αναισθησιολόγος σου όντως δεν ήταν μια απλή γιατρός. Είχε πολλά θέματα και πάλι την άφησαν να δουλέψει.

Εμείς πηγαίναμε συχνά στο Ηράκλειο να συναντηθούμε με τον δικηγόρο μας, είχαμε δώσει και κατάθεση στην αστυνομία. Ο μπαμπάς σου τα έκανε όλα, με τη βοήθεια των φίλων και συγγενών. Έμενα με άφησε πίσω, για να μην με ταλαιπωρεί. Μας είπε ο δικηγόρος ότι η δίκη μπορεί να γίνει σε κανένα χρόνο.
Πέρασαν πολλές μέρες και η γιαγιά σου έπρεπε να επιστρέψει να πάει στον παππού σου. Ήταν γι ́ αυτόν πολύ δύσκολο να το περάσει όλο αυτό μόνος του.

Έφυγε λοιπόν η μανούλα μου, έχοντας χάσει την εγγονή της, αλλά και την κόρη που ήξερε πάντα. Γιατί εγώ Μελινάκι μου, δεν θα μπορέσω ποτέ ξανά να γίνω όπως παλιά. Μου πήραν ό,τι πιο πολύτιμο είχα, εσένα. Σε πήραν από μένα μακριά και εγώ θα είμαι πάντα μισή. Γελώ Μελίνα μου τώρα, μπορώ πάλι και γελώ και περνώ καλά και ας μην είσαι εδώ. Βλέπεις, είμαι υποχρεωμένη να το κάνω αυτό, γιατί η Έλλη πρέπει να μεγαλώσει με μια χαρούμενη μαμά, έτσι δεν είναι;

Το βράδυ που έφυγε λοιπόν η γιαγιά σου, με κοίταξε η Έλλη στα μάτια μετά από τόσο καιρό και μου είπε: «μαμά, τώρα μείναμε οι δυο μας». Η Έλλη φοβόταν, μάλλον δεν μου είχε εμπιστοσύνη, δεν ένιωθε ασφάλεια μαζί μου. Την πήρα μια μεγάλη αγκαλιά και της είπα ότι τώρα είμαστε οι δυο μας και θα τα πάμε πολύ καλά εμείς οι δύο. Μέσα μου δεν το πίστευα ακόμα, δεν ήθελα και δεν
μπορούσα.

Το μόνο που είχαμε πει Μελίνα μου με τον μπαμπά σου, όταν φεύγαμε από το νοσοκομείο εκείνη την μέρα που σε αφήσαμε εκεί, ήταν ότι πρέπει να κάνουμε και άλλο παιδί. Οπότε αρκετά γρήγορα Μελινάκι μου, έμεινα έγκυος. Νομίζω ότι ο Θεός μας έστειλε αυτό το παιδί.

Ήταν τόσο δύσκολη η κατάσταση στο σπίτι μας αγαπούλα μου, ήταν ψυχρή. Ο μπαμπάς σου έκλαιγε συχνά. Εκεί που καθόμασταν, απλά σηκωνόταν και έτρεχε μέσα στο δωμάτιο και έκλαιγε δυνατά, με τόσο πολύ πόνο Μελίνα μου, που το στομάχι μου κάθε φορά γινόταν ένας κόμπος. Εγώ όμως, δεν ήθελα να τον ακούσει η αδελφή σου, αρκετό πόνο κουβαλούσε και αυτό το πλασματάκι, ας μην ανησυχήσει και για μας.

Ο μπαμπάς σου προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βγάλει άκρη με το τι έγινε με εσένα κοριτσάκι μου. Μελινάκι μου δεν ήταν καθόλου εύκολο, μα έπρεπε και πρέπει, για τη ζωή σου που χάθηκε άδικα, για την ψυχή σου και για της αδελφής σου.

Ήταν «μεγάλα κεφάλια» μπλεγμένα σε όλο αυτό και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μην τα καταφέρουμε. Κρύψανε τον φάκελο σου, πήραν τα πλακάκια σου που έπρεπε να εξετάσει η ιατροδικαστής σου και τα πήγανε στην Αθήνα.

Καθυστερούσαν πάρα πολύ να κάνουν την ΕΔΕ, που κανονικά πρέπει να γίνει αμέσως. Βρίσκαμε παντού εμπόδια, αλλά ο μπαμπάς σου με την βοήθεια πάντα από τους άλλους, έκανε τα πάντα για να ρίξει αυτά τα εμπόδια.

Η Έλλη μας ήταν σε μεγάλο σοκ, δεν είχε κλάψει για σένα ακόμα, άργησε πολύ να κλάψει. Ούτε γελούσε από την καρδιά της. Ρωτούσε συνέχεια για σένα, πότε θα γυρίσεις, τι κάνεις εκεί στον ουρανό, αν έχεις παρέα εκεί. Ήταν ανέκφραστη, σοκαρισμένη. Μέχρι που πέρασε ο καιρός, σχεδόν ένας χρόνος, με πολλά προβλήματα Μελινούλα μου. Μου έλεγαν πως η συμπεριφορά της δεν είναι πολύ καλή. Περίπου ένα χρόνο μετά, όταν γεννήθηκε και η αδελφή σας, η Ανδριάνα, τότε η Έλλη ξέσπασε λίγο, άρχισε να γελάει και πάλι. Βλέπεις, η Έλλη έκρυβε μια τεράστια δύναμη μέσα της και ακόμα την έχει.

Η αδελφή σου η Ανδριάνα όταν γεννήθηκε, ήταν ίδια με εσένα Μελίνα μου. Σαν να ξαναγύρισες. Τα μαλλάκια της, το χρώμα της, το κλάμα της. Όταν μου την έφεραν, κοιταχτήκαμε με τον μπαμπά σου και δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, σαν να σε κρατούσαμε ξανά.

Μεγαλώνοντας, το χρώμα των μαλλιών της άλλαξε, αλλά δεν παύει και πάλι να σου μοιάζει πολύ. Πολλές φορές νομίζω ότι βλέπω και ακούω εσένα, αλλά είναι η Ανδριάνα. Μας δίνει πολύ χαρά και στους τρεις μας, είμαστε πλέον σίγουροι ότι ο Θεός μας την έστειλε για να αντέξουμε, για να αντέξει η Έλλη.

Δεν περνά μια μέρα χωρίς να ρωτήσει η Έλλη για σένα, αν κάνεις και εσύ μάθημα στον ουρανό, αν πας στο χορό, αν είσαι καλά, αν ήθελες να πας εκεί ψηλά και γιατί πήγες χωρίς αυτήν. Σου ξαναείπα Μελίνα μου ότι η δύναμή της είναι τεράστια, αλλά και η ευαισθησία της. Την λυπάμαι τόσο πολύ, πονάω τόσο πολύ αλλά προσπαθώ να μην της το δείξω. Δυστυχώς και η Έλλη έχασε την μαμά που ήξερε κάποτε. Δεν έβαζα να ακούμε μουσική, δεν χόρευα, δεν γελούσα. Τώρα Μελινάκι μου, ακούω πάλι μουσική, εκτός από τρία τραγούδια που δεν ξανάκουσα από την ημέρα που έφυγες, τα τρία αγαπημένα σου.

Πέρασαν τόσα Χριστούγεννα, μας έπιανε πολύ άγχος με τον μπαμπά σου στις γιορτές. Ευτυχώς ήρθε η αδελφή σου η Ανδριάνα στον κόσμο, πριν τις πρώτες γιορτές χωρίς εσένα. Έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας με τον μπαμπά σου να περάσει η Έλλη χαρούμενα Χριστούγεννα.

Νομίζω ότι τα καταφέραμε κορίτσι μου. Αλλά κάθε χρόνο, όταν έρχονται οι γιορτές, εμένα με πιάνει ένα μεγάλος κόμπος στο στομάχι. Κάθε χρόνο έκανα για σένα μνημόσυνο, αλλά μόνη μου ή με δυο-τρία άτομα. Ούτε ο μπαμπάς σου δεν ερχόταν κάθε χρόνο.

Είναι τόσο βαρύ να κάνεις μνημόσυνο για το παιδί σου, είναι τόσο απίστευτο. Μου θυμίζει την κηδεία σου Μελίνα μου και έτσι μου είναι πολύ δύσκολο.

Η ταλαιπωρία μας ήταν φρικτή. Δεν φτάνει που έχουμε μείνει με αυτό το πένθος, με τον πόνο, έπρεπε και να κυνηγήσουμε τόσα χρόνια το δίκιο Μελίνα μου. Ένιωθα σαν να μην άξιζε η ζωή σου τίποτα. Κανένας δεν μπορούσε να βγάλει άκρη με αυτά τα «μεγάλα κεφάλια».

Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2018, ήταν κρυμμένος ο φάκελός σου, η ΕΔΕ. Ένας πολιτικός μας βοήθησε και τον πήρε τον φάκελο και μας τον έστειλε. Υπήρχαν όμως δυο τέτοιοι φάκελοι, με διαφορετικές ημερομηνίες. Εκεί μέσα έγραφε ξεκάθαρα ότι η αναισθησιολόγος σου είχε ευθύνη για τον θάνατό σου. Εμείς περιμέναμε δυο ολόκληρα χρόνια για να μας τον στείλουν. Γιατί; Με έπιασε μια άσχημη κρίση Μελινάκι μου, ήθελα να το αφήσουμε, ένιωσα ότι δεν θα βγάλουμε άκρη, ότι κανένας δεν θα μας βοηθήσει.

Ένιωσα μικρή, ένιωθα πάλι ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για σένα, ούτε για την ψυχή σου, ούτε για την μνήμη σου.

Τον Ιανουάριο του 2019 ολοκληρώθηκε η έρευνα από τον εισαγγελέα στα δικαστήρια που και σε αυτήν την έρευνα έριξαν τις ευθύνες στην δια. Εμείς πάλι Μελίνα μου περιμέναμε, μέχρι το καλοκαίρι του 2019, επιτέλους μας έδωσαν μια ημερομηνία. Είχα πολύ άγχος, κάναμε τόσο πολύ υπομονή τόσα χρόνια, ας κάνουμε λίγο ακόμα, είπαμε. Πήγαμε, με το… σταυρό στο χέρι που λένε, ξέραμε πως θα γίνει δικαστήριο. Όμως δεν ήρθε! Μελινάκι μου, ντρέπομαι που αυτή η γυναίκα είναι άνθρωπος και ακόμα χειρότερα γιατρός.

Άλλη ημερομηνία πάλι, τον Ιανουάριο μας είπαν. Είπα στον μπαμπά σου ότι δεν αντέχω να περιμένω άλλο. Πάει, τελείωσε η υπομονή. Δεν ήρθε ούτε τον Ιανουάριο και η απογοήτευσή μας ήταν τεράστια. Ευτυχώς το δικαστήριο είπε ότι δεν μπορεί να πάρει άλλη αναβολή. Δεν υπήρχαν όμως ημερομηνίες και έτσι έπρεπε να περιμένουμε για άλλους 8 μήνες.

Η Έλλη έχει μεγαλώσει τώρα Μελινάκι μου, εμείς τόσα χρόνια δεν λέγαμε λεπτομέρειες για τον τρόπο που έφυγες, πώς σου πήρε αυτή η γυναίκα την ζωή. Έπρεπε τώρα να της μιλήσω, γιατί τα άλλα παιδιά στο σχολειό ήξεραν, άκουσαν από τους μεγάλους. Έτσι έκατσα με τηνκαημένη την Έλλη και της εξήγησα τι έγινε και τι γινόταν τόσα χρόνια και τι μας περιμένει από ́δω και πέρα.

Το Σεπτέμβριο λοιπόν, ήρθε η γιατρός. Δεν μου αρέσει να την λέω γιατρό. Νομίζω ότι δεν της αξίζει να την λένε ούτε κυρία, ούτε γιατρό.

Από το Σεπτέμβριο λοιπόν μέχρι και σήμερα, έχουμε πάει πέντε φορές στο δικαστήριο. Πέντε φορές και ανέβηκαν εκεί πάνω από περίπου 17 άτομα. Όλοι γιατροί, εκτός από μένα και τον μπαμπά σου. Εγώ Μελινούλα μου δεν μπόρεσα να πω αυτά που ήθελα. Δεν με άφησε ο πόνος μου, δεν με άφησε η παρουσία της αναισθησιολόγου που καθόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά μου. Οι γιατροί λοιπόν, όλοι όσοι ήταν εκεί μέσα εκείνη την μέρα Μελίνα μου, δεν είπαν τίποτα. Ούτε από το άλλο νοσοκομείο. Έχω πέσει τόσες φορές από τα σύννεφα αυτές τις πέντε φορές που πήγα και τους άκουσα. Μελίνα μου, γι ́ αυτούς μάλλον, η ζωή σου δεν άξιζε τίποτα απολύτως. Αν άξιζε και αν ήταν άνθρωποι, θα μου έλεγαν. Θα έλεγαν στο δικαστήριο που έχουν δώσει και όρκο. Όποτε κοριτσάκι μου δεν τους βόλευαν οι ερωτήσεις, έλεγαν πως δεν ξέρουν, πως δεν άκουσαν, πως δεν είδαν.
Ξέρεις Μελίνα μου, όλο αυτό που συμβαίνει, μου φαίνεται πολλές φορές σαν ψέμα, σαν να βλέπω μια ταινία.

Ήρθαν και γιατροί από την Αθήνα και αυτές επίσης δεν ήξεραν, δεν ήταν εκεί εκείνη την μέρα βέβαια, αλλά τόσος κόπος, να κάνουν ολόκληρο ταξίδι, για να πουν τι; Και εκεί με έπιασε ένα δυνατό συναίσθημα ανασφάλειας. Αυτές οι γυναίκες ήρθαν από καλά νοσοκομεία, αν χρειαστούμε να επισκεφτούμε νοσοκομείο, πολύ πιθανό να είναι εκεί. Μα πώς να εμπιστευτεί ο κόσμος τέτοιους γιατρούς; Το άλλο κοριτσάκι μου γλυκό που με προβληματίζει πολύ, μα πάρα πολύ, είναι ότι κανένας και καμία αναισθησιολόγος δεν ήθελε να έρθει στο δικό σου δικαστήριο για να μας υποστηρίξει. Είτε δουλεύουν ακόμα, είτε έχουν πάρει σύνταξη. Δεν μπορούν λέει για ηθικούς λογούς.

Για ποια ηθική μιλάμε τώρα; Δεν ξέρω κορίτσι μου. Ξέρω μόνο ότι έχω απελπιστεί εντελώς από όλους τους γιατρούς που ήρθαν και δεν ήρθαν. Έχοντας χάσει την ελπίδα μου γι ́ αυτό τον κόσμο, για τους ανθρώπους που εμπιστευόμαστε τη ζωή μας. Και αναρωτιέμαι ψυχή μου όμορφη, πώς αυτοί οι άνθρωποι κοιμούνται τα βράδια, ξέροντας πως ένα πανέμορφο και αθώο αγγελάκι, έφυγε από κοντά μας, ξέροντας ακριβώς τι έγινε στις 28 Δεκέμβριου του 2015. Ξέρουν και θυμούνται και εύχομαι να θυμούνται για μια ολόκληρη ζωή. Μελίνα
μου, να είναι το πανέμορφο, υπέροχο προσωπάκι σου, το τελευταίο πράγμα που θα βλέπουν κάθε βράδυ, πριν κοιμηθούν…

Πηγή : protothema.gr

Συγκλoνίζoυν oι αστυνoμικoί πoυ έσωσαν τo κoριτσάκι από τo αυτoκίνητo: «Ήταν δεμένo σε καθισματάκι, ιδρωμένo και σε ημιλoπόθυμη κατάσταση»

0

Σοκ προκάλεσε η νέα περίπτωση με έναν πατέρα που… ξέχασε την 4χρονη κόρη του κλειδωμένη στο αυτοκίνητο και πήγε σούπερ μάρκετ.

Οι αστυνομικοί Δημητρης Τσήλιος και Παντελής Καρδάκας που συγκίνησαν το Πανελλήνιο που όταν σαν «φύλακοι – άγγελοι» έσωσαν ένα μικρό παιδί από θερμοπληξία ή κάτι χειρότερο όταν ο πατέρας του το κλείδωσε στο αυτοκίνητο για να πάει… για ψώνια περιγράφουν στον ΑΝΤ1 και την εκπομπή “Καλοκαίρι Μαζί” πως το επεγκλώβισαν και σε τι κατάσταση ήταν.




“Ήμασταν σε περιπολία με τις μηχανές το απόγευμα της Τρίτης και πήρα σήμα ότι σε σούπερ μάρκετ υπάρχει παιδί σε όχημα κλειδωμένο.

Σε ένα λεπτό φτάσαμε στο σημείο και διαπιστώσαμε ότι σε κλειδωμένο με συναγερμό αυτοκίνητο και φιμέ τζάμια υπάρχει παιδί δεμένο σε καθισματάκι, ιδρωμένο και σε ημιλοπόθυμη κατάσταση.

Εκείνη την ημέρα έξω είχε 35 βαθμούς Κελσίου και μέσα στο αυτοκίνητο τουλάχιστον 40.

Αμέσως σπάσαμε το τζάμι και απεγκωβίσαμε το παιδάκι. Του ρίξαμε νερό και αμέσως με περιπολικά το μεταφέραμε στο νοσοκομείο.

Ο πατέρας ήταν στο σούπερ μάρκετ και όταν βγήκε μας είπε ότι δεν θυμόταν ότι είχε το παιδί μέσα στο αυτοκίνητο”.

Σημειώνεται ότι ο πατέρας συνελήφθη και σε βάρος του σχηματίστηκε δικογραφία επειδή εξέθεσε σε κίνδυνο την ανήλικη κόρη του.

Συγκλoνıστıκή έκκληση των γονıών αιχμάλωτων παιδıών στα χέρια της Χαμάς: «Έχουν αρπάξει ακόμα και παıδάκıα 3 και 5 ετών»

0

Συγκλονιστικές μαρτυρίες γονιών που αγωνιούν για την τύχη των παιδιών τους – Η Χαμάς κρατά ακόμα και νήπια

Την ώρα που ο ισραηλινός στρατός ετοιμάζεται για τον “ολικό αποκλεισμό” της Λωρίδας της Γάζας, οικογένειες των ανθρώπων που βρίσκονται στα χέρια της Χαμάς αγωνιούν για την τύχη τους. Συντετριμμένοι και με τα δάκρυα να μην σταματούν να τρέχουν από τα μάτια τους αναρωτιώνται πώς είναι δυνατόν οι ισλαμιστές να πήραν ομήρους μικρά παιδάκια, ακόμα και νήπια ηλικίας 3 και 5 ετών.

Ισραηλινοί που έχουν κάποιον δικό τους μεταξύ των ομήρων, έδωσαν το βράδυ της Κυριακής συνέντευξη Τύπου. Ζητούν η παγκόσμια κοινότητα να στρέψει το βλέμμα στο δράμα τους.

Μεταξύ αυτών και ο σύζυγος της Ντορόν Ασάρ, Γιόνι Ασάρ, πατέρας δύο μικρών κοριτσιών που έχουν απαχθεί, απηύθυνε ένα σπαρακτικό κάλεσμα:

“Τα δύο κοριτσάκια μου, είναι μωρά. Δεν έχουν καλά καλά κλείσει τα πέντα και τα τρία τους χρόνια”.

Συγκλονιστική έκκληση των γονιών αιχμάλωτων παιδιών στα χέρια της Χαμάς: Έχουν αρπάξει ακόμα και παιδάκια 3 και 5 ετώνΟι δύο μικρές αδελφές, Αβίβ και Ραζ Άσερ βρίσκονται στα χέρια της Χαμάς.

Η 34χρονη Ντορόν Άσερ, τα δύο κοριτσάκια της, Ραζ και Αβίβ, πέντε και τριών ετών, και οι γονείς της Γκάντι και Εφράτ Μόζες έχουν απαχθεί και βρίσκονται στα χέρια των Παλαιστινίων της Χαμάς σε άγνωστο σημείο στη Λωρίδα της Γάζας.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΑΙΧΜΑΛΩΤΗΟ Γιόνι Άσερ έλειπε από το σπίτι του την ώρα που οι ένοπλοι της Χαμάς άρπαξαν μέσα από την οικογενειακή κατοικία την 34χρονη γυναίκα του και τα παιδιά τους, μαζί και με τους γονείς της γυναίκας του.

Τους μιλούσε μέχρι τη στιγμή που της έπιασε η Χαμάς

Ένας άλλος πατέρας, ο Ούρι Νταβίντ, περιέγραψε ότι τη στιγμή της αρπαγής των δικών του παιδιών μιλούσε μαζί τους στο τηλέφωνο.

Κρατούσε τη γραμμή ανοιχτή, προσπαθώντας έτσι να βοηθήσει τις κόρες του, Ταίρ και Οντάγια. Ξαφνικά άκουσε πολύ δυνατούς θορύβους και η γραμμή κόπηκε απότομα.

“Άκουσα πυροβολισμούς και μετά φωνές στα αραβικά. Τους είχα πει να ξαπλώσουν στο έδαφος και να κρατάνε η μία το χέρι της άλλης”. Από εκείνη τη στιγμή, δεν έχει ιδέα πού βρίσκονται και ποια είναι η τύχη τους.

“Πέρασαν 48 ώρες και δεν έχω λάβει ούτε ένα ίχνος πληροφοριών, ούτε από την αστυνομία, ούτε από τα νοσοκομεία, ούτε από κανέναν. Οι δύο κόρες μου είναι εκεί. Κλείνω τα μάτια μου και δεν ξέρω πού είναι. Είτε βιάζονται στη Γάζα είτε κείτονται σε κάποιο χαντάκι που απέχει μισή ώρα με το αυτοκίνητο από εμένα. Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα”, είπε μη μπορώντας να συγκρατήσει τους λυγμούς του.

“Ζητώ από όλο τον κόσμο να δει τι περνάμε. Πρέπει να φέρουμε τα παιδιά πίσω στα σπίτια τους όσο γίνεται πιο γρήγορα” είναι το μήνυμα που θέλει να στείλει.

Περίπου 100 Ισραηλινοί είναι στα χέρια της Χαμάς

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των υπηρεσιών του Ισραήλ, περίπου 100 Ισραηλινοί, τόσο μέλη των δυνάμεων ασφαλείας όσο και απλοί πολίτες έχουν απαχθεί από τους άνδρες της ταξιαρχίας Αλ Κάσεμ και κρατούνται όμηροι.

Η ταξιαρχία Αλ Κάσεμ είναι ο ένοπλος βραχιόνας της Χαμάς, που εξαπέλυσε τις συντονισμένες, βάναυσες επιθέσεις σε πάνω από 22 οικισμούς στο Ισραήλ το πρωί του Σαββάτου καθώς και στο μουσικό φεστιβάλ κοντά στο κιμπούτζ Ρέιμ.

Μια δεύτερη παλαιστινιακή οργάνωση, η Ισλαμική Τζιχάντ, δήλωσε ότι κρατά περισσότερους από 30 αιχμαλώτους. Εκπρόσωπος των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF) δήλωσε ότι “είναι πρωτοφανές στην ιστορία μας να έχουμε τόσους πολλούς Ισραηλινούς υπηκόους στα χέρια μιας τρομοκρατικής οργάνωσης”.

Συγκλoνiζει ο πατέρας των δίδυμων κοριτσιών που σκοτώθηκαν στα Τέμπη: «Πήγα στο βαγόνι που σκoτώθnκαν τα κορίτσια μου»

0

Μια συγκλονιστική εξομολόγηση καρδιάς έκανε για πρώτη φορά τηλεοπτικά ο Νίκος Πλακιάς, ο πατέρας των δίδυμων κοριτσιών που έχασαν τη ζωή της στο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη μαζί με την 19χρονη ξαδέλφη τους.

“Τι μπορεί να πει κάποιος σε ένα πατέρα που έχασε 2 παιδιά;”, τόνισε χαρακτηριστικά, μιλώντας στις Αλήθειες με τη Ζήνα και στη δημοσιογράφο Κατερίνα Σουλιώτη.

Δείτε όσα είπε στο βίντεο




Συγκλoνiζει η Λένα Μαντά για το πρόβλημα υγείας του συζύγου της: «Τα χέρια του μελάνıασαν, τη γλίτωσε στο παρά πέντε»

0

Η Αθηναΐς Νέγκα υποδέχτηκε τη Λένα Μαντά στο Action24 και την εκπομπή «Καλύτερα Αργά».

Η γνωστή συγγραφέας μιλώντας για την ιδιαίτερη σχέση με την οικογένειά της, αναφέρθηκε και στην περιπέτεια του συζύγου της, ο οποίος λίγο πριν το φετινό καλοκαίρι βρέθηκε εκτάκτως στο νοσοκομείο.




«Είναι μία πολύ δύσκολη περίοδος για εκείνον, αλλά το διαχειρίζεται πάρα πολύ καλά. Την γλίτωσε… έφτασε για άλλη μια φορά στο παρά πέντε. Ήμασταν σε περιοδεία τον Μάιο και μου έλεγε πως είναι καλά, τον έβλεπα μέχρι που μελάνιασαν τα δάχτυλά του και κατάλαβα ότι δεν ήταν καλά», ανέφερε αρχικά η Λένα Μαντά.

Και πρόσθεσε για όσα ακολούθησαν: «Μπήκαμε στο νοσοκομείο με 65% οξυγόνο, τη γλίτωσε στο παρά πέντε. Αυτή τη στιγμή ο Γιώργος είναι σε εξάρτηση από το οξυγόνο, δεν μπορεί χωρίς οξυγόνο. Του έχω το κεντρικό μηχάνημα στο σπίτι και ένα φορητό για όταν χρειαστεί», ανέφερε η Λένα Μαντά.

Συγκλoνiζει η δεύτερη κόρη του Μπέου: «Τα τραúματα, που έχω βιώσει, τη βiα. Δυστυχώς αυτός είναι, με τpoμάζει! Εiναι oμoφoβıκóς»  

0

«Είμαι καλά, έχω κάνει ψυχοθεραπεία πολλά χρόνια, λυπάμαι την οικογένειά του»

Σάλο έχουν προκαλέσει το τελευταίο διάστημα οι δηλώσεις του Αχιλλέα Μπέου με το oμoφoβικό παραλήρημά του τη βραδιά της εκλογικής του, ως Δήμαρχος Βόλου, με τα όσα είπε για τη σeξουαλικότητα του Στέφανου Κασσελάκη να μην έχουν προηγούμενο.

Ο ίδιος στη συνέχεια σε συνέντευξη τύπου έδωσε εξηγήσεις για το αν είναι oμoφoβικός ή όχι . Στη συνέχεια, όμως πήραν το λόγο πολλά και διαφορετικά πρόσωπα, για τον Αχιλλέα Μπέο και τις δημόσιες δηλώσεις του.

Αίσθηση παράλληλα έχουν προκαλέσει οι δηλώσεις της κόρης του Μπέου, Αφροδίτης Μπέου, η οποία ζει στο εξωτερικό και δεν έχει σχέσεις μαζί του. Το εν λόγω απόσπασμα προβλήθηκε την Δευτέρα (16/10) στο Super Κατερίνα.

Οι δηλώσεις της κόρης του Αχιλλέα Μπέου για τον πατέρα της

«Είμαι η δεύτερη κόρη του. Όταν κάποιος είναι δημόσιο πρόσωπο δεν χρειάζεται να είναι και η οικογένειά του. Αυτά που λέγονται για την οικογένειά μου δεν μου αρέσουν, είναι πολύ προσωπικά. Έχω ζήσει πολλές δύσκολες στιγμές, δεν είναι και ο πιο εύκολος άνθρωπος ο πατέρας μου και αυτά, που λέγονται γενικώς τον τελευταίο καιρό, αυτός είναι, σας το δείχνει.

Υπήρχαν φορές, που πίστευα κάποια πράγματα, γιατί έπρεπε ως παιδί να δημιουργήσω μια ιστορία για να συνεχίσω να ζω με τα τραύματα, που βίωνα σαν παιδί, αλλά η αλήθεια δεν παύει να είναι αλήθεια και όσα καλά και να προσπαθήσεις να κάνεις, ποτέ δεν θα σβήσουν τα άσχημα που έχουν συμβεί.

Δεν είναι ότι δεν αγαπάω τον πατέρα μου, τον αγαπάω, αλλά δεν μπορώ, δε θέλω να ζήσω κοντά του. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, το τι έχει κάνει, τα τραύματα, που έχω βιώσει, τη βία. Δυστυχώς αυτός είναι, με τρομάζει, δεν πιστεύω αυτά που πιστεύει, δεν είμαστε ίδιοι άνθρωποι, μπορεί να είναι ο πατέρας μου…είναι oμoφoβικός, αυτή είναι αλήθεια. Μπορεί να μιλήσει με κάποιον, που είναι gay και να κάνει παρέα, αλλά αυτή είναι η αλήθεια, είναι oμoφoβικός.

Όταν μίλαγα και έλεγα κάτι που δεν του άρεσε, ήταν σαν να μην υπήρχα. Είμαι καλά, έχω κάνει ψυχοθεραπεία πολλά χρόνια, λυπάμαι την οικογένειά του, που είναι τώρα δίπλα του. Με τον πατέρα μου δε μιλάμε, δυστυχώς, τον αγαπάω, να είναι καλά», είπε η Αφροδίτη Μπέου.