Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026
Blog Σελίδα 2008

Συγκλονίζει με ένα μήνυμα αισιοδοξίας ο Παναγιώτης Ραφαήλ – Δυναμώνει και περπατάει

0

Ένα συγκινητικό βίντεο «ανέβασαν» στα social media οι γονείς του Παναγιώτη Ραφαήλ, που δείχνουν τον μικρό να περπατάει με τη βοήθεια του πατέρα του, τέσσερα χρόνια από την ημέρα της θεραπείας.

Στην ανάρτησή τους οι γονείς του Παναγιώτη Ραφαήλ σημειώνουν πως «πέρασαν τέσσερα χρόνια από την ημέρα της θεραπείας, χάρη στην οποία ο μικρός μας δυναμώνει και ανακαλύπτει τις νέες του δυνατότητες».

«Όλα αυτά που έχει κατακτήσει μας γεμίζουν χαρά και περηφάνια. Και φυσικά ευγνωμοσύνη για όλους εσάς που βοηθήσατε με την αγάπη σας και την πίστη σας να φτάσουμε ως εδώ» αναφέρουν, επίσης για τον κόσμο, ο οποίος βοήθησε στη θεραπεία του μικρού παιδιού.

«Πέρασαν τέσσερα χρόνια από τη μέρα της θεραπείας, χάρη στην οποία ο μικρός μας δυναμώνει και ανακαλύπτει τις νέες του δυνατότητες. Όλα αυτά που έχει κατακτήσει μας γεμίζουν χαρά και περηφάνια. Και φυσικά ευγνωμοσύνη για όλους εσάς που βοηθήσατε με την αγάπη σας και την πίστη σας να φτάσουμε ως εδώ. Σας ευχαριστούμε πολύ!!! Αυτό το θαύμα πραγματοποιήθηκε χάρη σε εσάς!»

Δείτε το βίντεο

Συγκλονίζει μαθήτρια για τα Τέμπη: «Μην με ξεχάσεις και εσύ όπως οι άλλοι. Και μην πας κόντρα στη μαμά σου, αυτή θυμάται»

0

Το γράμμα μιας μαθήτριας για τα Τέμπη

Λάρισα, 3/7/2048 (μια μαθήτρια γράφει)

Ήρθαμε πάλι στην Ελλάδα, την πατρίδα της μαμάς που τόσο αγαπάει. Ο μπαμπάς κι αυτός την αγαπάει πολύ την Ελλάδα και είναι πιο χαρούμενος από όλους, όταν ερχόμαστε εδώ. Φέτος γίνομαι 17 και σκοπεύω να ρωτήσω τη μαμά μου αν μπορώ να πάω σε ένα πάρτυ μόνος και να γυρίσω μόνος. Όλο μου λέει «όταν θα μεγαλώσεις» ή «αργότερα». Μα δεν καταλαβαίνω. Στο σπίτι στο εξωτερικό με αφήνει. Εδώ αλλάζει εντελώς. Γίνεται ίδια η γιαγιά. Υστερική! «Μη βγεις έτσι, θα κρυώσεις», «πού πας τέτοια ώρα;». Και αν αργήσω έστω και λίγο, κάνει χαμό. Με παίρνει πάνω από χίλιες φορές τηλέφωνο. Με κάνει ρεζίλι και μετά όταν γυρνάμε από Ελλάδα, ηρεμεί. Μα γιατί; Θα τη ρωτήσω.

Μαμά, να σε ρωτήσω κάτι;

Ναι, αγάπη μου. Ό,τι θες.

Θα με αφήσεις να πάω σε ένα πάρτυ το βράδυ και να γυρίσω μόνος;

Όχι, αγάπη μου. Σου έχω ξαναπεί, όταν θα μεγαλώσεις.

Τι εννοείς βρε μαμά; Μεγάλος δεν είμαι; Σε λίγο θα γίνω ενήλικας. Τι σε έχει πιάσει και όταν ερχόμαστε εδώ δεν με αφήνεις ούτε να κουνηθώ;

Πολλά, γλυκέ μου. Μην ανοίγεις παλιές πληγές, σε παρακαλώ.

Όχι, μαμά! Θέλω να μάθω! Μου αξίζει! Αλλιώς θα πάω μόνος και δεν θα έρθω ποτέ πίσω!

Και αν σου πω δηλαδή, δεν θα πας;

Αν έχεις σοβαρό λόγο, όχι.

Εντάξει, τότε. Μπες μέσα στο αμάξι.

Μπήκα και φύγαμε. Κάπου πηγαίναμε. Είχαμε βγει από τη Λάρισα που μέναμε. Ήταν πολύ όμορφα. Σε μια ταμπέλα έγραφε «Τέμπη» και εκεί πιο κάτω σταματήσαμε. Η μαμά μου ανακάθισε:

Σου αρέσει εδώ;

Είναι πολύ ωραία, αλλά πού κολλάει αυτό το μέρος με όλα τα άλλα;

Θα σου πω μια ιστορία. Πριν κάποια χρόνια, όταν εγώ ήμουν στην ηλικία σου, εδώ έγινε ένα τραγικό δυστύχημα. Ήταν 1η Μαρτίου του 2023. Δυο τρένα συγκρούστηκαν κατά μέτωπο. Σχεδόν εξήντα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Οι πιο πολλοί νέοι. Νέοι που είχαν όνειρα για το μέλλον. Νέοι που πριν από λίγο είχαν στείλει ότι θα φτάσουν και δεν έφτασαν ποτέ… Θα σ` αφήσω λοιπόν εδώ , να περπατήσεις λίγο, να σκεφτείς…Σε μισή ώρα θα είμαι πίσω. Εντάξει;

«Εντάξει», είπα ταραγμένος, καθώς έβλεπα πώς έτρεμε η φωνή της, όταν τα έλεγε όλα αυτά.

Περπατούσα, θαύμαζα το τοπίο, έβλεπα το τρένο και σκεφτόμουν πώς ένιωθαν τότε οι άνθρωποι. Μια κοπέλα όμορφη, νέα με πλησίασε.

«Ωραία, δεν είναι;» , μου είπε και στάθηκε δίπλα μου.

«Ναι, πολύ όμορφα», απάντησα ξαφνιασμένος, καθώς δεν την γνώριζα. «Μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε τι συνέβη εδώ;». Ήθελα να δω αν πει τα ίδια με τη μαμά ή άλλα.

«Εδώ μικρέ μου, έγινε κάτι τραγικό. Εδώ έχασα την ευκαιρία να έχω ένα παιδί σαν εσένα και να πηγαίνουμε βόλτα. Εδώ έχασα την ευκαιρία να ερωτευτώ. Εδώ έχασα την ευκαιρία να κάνω ταξίδια και να κάνω τη δουλειά των ονείρων μου. Εδώ μου στέρησαν τα πάντα, που μακάρι να μην σου στερήσουν. Και πολλοί με έχουν ξεχάσει, λες και δεν υπήρξα ποτέ».

Γύρισα και είχε εξαφανιστεί. Στη θέση της, ένα χαρτάκι που έγραφε: «Μην με ξεχάσεις και εσύ όπως οι άλλοι. Και μην πας κόντρα στη μαμά σου, αυτή θυμάται…» .

Γεωργία Φωτάκη, Μαθήτρια της Β΄ τάξης του 3ου Γενικού Λυκείου Ρεθύμνου.

Συγκλονίζει κτηνοτρόφος στο Νταού Πεντέλης: «Άκουγα τα ζώα μου να βελάζουν και να πεθαίνουν – Ντρέπομαι που είμαι Έλληνας»

Ανεξέλεγκτη είναι η φωτιά που μαίνεται στην Αττική από το μεσημέρι της Κυριακής. Σπίτια, περιουσίες και δασικές εκτάσεις έχουν παραδοθεί στις φλόγες σε Νέα Πεντέλη, Διώνη και Άνω Βριλήσσια.

Επαγγελματίες στην ανατολική Αττική δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν, βλέποντας ζώα και χωράφια να χάνονται από τις φλόγες.

Ο Δημήτρης Μεγαγιάννης, κτηνοτρόφος στη Νταού Πεντέλης, μίλησε στο Mega για τον εφιάλτη της φωτιάς. Όπως είπε συγκλονισμένος, έχασε 100 αιγοπρόβατα και πέντε ζώα. Υποστήριξε μάλιστα πως από το σημείο που βρισκόταν το μαντρί του δεν πέρασε πυροσβεστικό ή κάποιο εναέριο μέσο, με αποτέλεσμα να χάσει τα πάντα.

Δείτε το βίντεο:




«Κάποια στιγμή λιποθύμησα»

«Δεν έμεινε τίποτα στη στάνη μου. Έχουν περάσει (πολλές) φωτιές εδώ από το 1995 μέχρι σήμερα, όλες τις αναχαιτίσαμε με ένα πυροσβεστικό που ήταν πάντα εδώ. Σήμερα είμαστε στο έλεος του Θεού. Ούτε εναέριο, ούτε πυροσβεστικό.

Μόνος μου με τον γιο μου και δυο κουβάδες νερό συνέχεια. Μέχρι που δεν άντεξα άλλο, κάποια στιγμή λιποθύμησα και δεν ξέρω τι έγινε μετά. Όταν συνήλθα μόνος μου, μετά από 10-15 λεπτά, άκουγα τα ζώα μου να βελάζουν και να πεθαίνουν.

Πέρα από τα ζώα, είχα κάνει τα κουμάντα μου για τον χειμώνα, με 15.000 ζωοτροφές, τριφύλλια και καλαμπόκια. Πήγαν όλα στράφι. Αυτό που θέλω να τονίσω και να το ακούσουν όσοι μας κυβερνούν. Είναι ανεπίτρεπτο και αδιανόητο να καίγονται οικισμοί και να μην υπάρχει ένα πυροσβεστικό. Δεν έχω τίποτα άλλο να πω. Ντρέπομαι που είμαι Έλληνας» κατήγγειλε εν μέσω απόγνωσης.

Συγκλονίζει κόρη νεκρής στον οίκο ευγηρίας στα Χανιά: «Μητέρα, θα σου βάζω καρβέλια στον τάφο σου γιατί έφυγες πεινασμένη»

0

«Την είχα επισκεφθεί και είδα ότι ήταν χάλια»

Δραματικές ώρες ζει, από την ώρα που αποκαλύφθηκε η έρευνα στον οίκο ευγηρίας στα Χανιά για ενδεχόμενα κακουργήματα, η κόρη μιας 94χρονης Χανιώτισσας, η οποία είχε εισαχθεί στο ίδρυμα το καλοκαίρι του 2019 και την άνοιξη του 2020 έφυγε από αυτό, νεκρή.

Η καταγγέλλουσα, σε επικοινωνία με το zarpanews.gr, υποστήριξε ότι η μητέρα της υποσιτιζόταν συστηματικά στο ίδρυμα αυτό, ενώ λίγο πριν επέλθει το μοιραίο, η κατάσταση της 94χρονης φέρεται να ήταν δραματική:

«15 μέρες πριν πεθάνει, δεν μιλούσε πια, μόνο κοιτούσε. Είχε πληγές, τα πόδια της θύμιζαν τους κρατούμενους στο Άουσβιτς, τόσο αποστεωμένα ήταν. Και όταν ήρθε η ώρα της κηδείας, δεν μας την έφεραν στο σπίτι. Θεωρώ ότι το έκαναν για να μη φανεί η κατάσταση στην οποία βρισκόταν».

«Την είχα επισκεφθεί και είδα ότι ήταν χάλια», δήλωσε η δασκάλα και υποστήριξε ότι «ήταν ξαπλωμένη συνεχώς και της έδιναν για πρωινό ένα τσάι με μια φρυγανιά, ένα μπολ φαγητού το μεσημέρι και μετά ξανά φαγητό στις επτά το απόγευμα. Μιλάμε για ασιτία. Κάποια στιγμή μου είχε πει ότι ήθελε να φύγει».

Η κόρη της 94χρονης δεν μένει μόνιμα στην Κρήτη και δεν μπορούσε να βρίσκεται συνεχώς μαζί με τη μητέρα της. Υποστηρίζει όμως ότι εκείνη, όταν μπήκε στο ίδρυμα, ήταν σε καλή κατάσταση:

«Ήταν 94 ετών, είχε γεροντική άνοια. Αλλά δεν ήταν σε κακή κατάσταση σωματικά. Το μόνο της πρόβλημα ήταν πως δεν μπορούσε να περπατήσει μόνη της και έπρεπε να τη βοηθούν για να κινείται. Στο ίδρυμα όμως την είχαν συνεχώς ξαπλωμένη. Είχε βγάλει πληγές από την ακινησία και τις είχα δει»

Εντέλει, η γυναίκα πέθανε τον Μάρτιο του 2020.

«Μητέρα, θα σου βάζω καρβέλια στον τάφο σου, γιατί έφυγες πεινασμένη», αποχαιρετά τη μητέρα της η Χανιώτισσα εκπαιδευτικός και δηλώνει έτοιμη να καταθέσει στις Αρχές όλα όσα γνωρίζει. Μάλιστα, εκφράζει και την επιθυμία της να έρθει σε επαφή με άλλους ανθρώπους που είχαν οικείους τους στο συγκεκριμένο ίδρυμα.

Έπειτα από την παρέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η έρευνα αναμένεται να συνεχιστεί με εντατικούς ρυθμούς και από τα στοιχεία που θα συγκεντρωθούν θα αποφασιστιεί το αν θα απαγγελθούν κατηγορίες ή όχι. Υπενθυμίζεται ότι η πλευρά του οίκου ευγηρίας αρνείται τις όποιες υπόνοιες κακομεταχείρισης των ηλικιωμένων, ενώ η ιδιοκτήτρια έχει υποστηρίξει ότι πρόκειται για σκευωρία από πρώην εργαζόμενους της επιχείρησης.

Συγκλονίζει κείμενο Έλληνα πυροσβέστη: «Κανένας πυροσβέστης δεν θεωρεί τον εαυτό του ήρωα»

0

Μία συγκλονιστική ανάρτηση στο Facebook έκανε ένας πυροσβέστης που από την περασμένη Δευτέρα επιχειρεί στις πληγείσες περιοχές της ανατολικής Αττικής, προσπαθώντας να σώσει ζωές από τη φονική πυρκαγιά και τα κατεστραμμένα σπίτια.

Μεταξύ άλλων, ο πυροσβέστης με φράσεις που συγκλονίζουν, δεν αποδέχεται τον χαρακτηρισμό του “ήρωα”, τονίζοντας ότι ρίχτηκε στη μάχη με τις φλόγες για να σώσει ζωές.

Μάλιστα, δημοσιεύει μία φωτογραφία του, λέγοντας ότι όσο κι αν προσπάθησε, δε θα μπορούσε να μην επηρεαστεί από την τραγωδία.

Συγκεκριμένα γράφει:

Μάτι Αττικής 23-25 Ιουλίου 2018.

Αυτήν την ωρα είμαι στο υπηρεσιακό λεωφορείο και επιστρέφω στην οικογένεια και το σπίτι μου. Θα δω ξανά την κόρη και την γυναίκα μου. Θα τους αγκαλιασω οπως ποτε ξανά… Θα κανω ένα μπάνιο και θα προσποιηθώ πως επιστρέφω σιγά σιγά στην ρουτίνα μου….

Δεν ειναι τιποτα ίδιο όμως…

Δεν το εξηγείς ούτε με λόγια ουτε με φωτογραφίες…
Άλλωστε πως να εξηγήσεις κάτι που, ούτε εσύ το εχεις χωνέψει???
Πόση λύπη κ τραγωδία να χωρέσει σε λιγα στρέμματα…?
Ποσες ψυχούλες χαμένες …Άδικα και γρήγορα… 
Πόσες περιουσίες στάχτη…
-Ειστε όλοι καλά? ρωτούσα ανθρώπους που έβρισκα στο δρόμο να μαζεύουν οτι τους εχει απομείνει…
-Πως να είμαστε καλά αγόρι μου? η πιο συνηθισμένη απάντηση…
Πως να είναι οι άνθρωποι καλά ρε μαλακα, οταν έχασαν συγγενείς, φίλους, γείτονες, περιουσία κ ελπίδα??? 
-Τουλάχιστον είστε ζωντανοί…. προσπαθούσα να τους ηρεμήσω… Μάταια πολλες φορές…

Δεν ξερω πως να το περιγράψω ολο αυτό, δεν μπορω να το περιγραψω και δεν ξερω εαν χρειάζεται…

Να μην ξεχάσω….

Δεν γίνεται να μετρήσεις πόσοι άνθρωποι ήρθαν για βοήθεια. Πόσοι μας ρωτησαν αν θελουμε νερό και φαγητό… Αν χρειαζόμαστε το οτιδήποτε… Και ακόμα πηγαίνουν. Και θα συνεχίσουν. Υπέροχοι, απλοι άνθρωποι, χωρις όνομα, χωρις αντάλλαγμα δίνουν ελπιδα και βοήθεια, απλόχερα. Μια ομορφιά μέσα στη φρίκη και την μαυρίλα…Σεβασμός κ συγκίνηση…

Κανένας πυροσβέστης δν θεωρεί τον εαυτό του ήρωα. Δεν θέλει να γίνει ήρωας… Θέλει να βοηθήσει, να σωσει, δηλαδή να κάνει την δουλειά του σωστά και με το παραπάνω, και να επιστρέψει σπίτι του…Κι αν ειναι ήρωες οι πυροσβέστες, σουπερ-ήρωες είναι οι εθελοντές, οι πολίτες που έδωσαν το παρόν, τα σπίτια, τα ρούχα, τα χρήματα και τον χρόνο τους να βοηθήσουν… Οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι διασώστες, οι αστυνομικοί…Υπέροχοι κ υπερανθρωποι συνεργάτες..

Την πρώτη μέρα, μετα το πρώτο σοκ κ την κούραση της διαδρομης, αφου ξεκινήσαμε να δουλεύουμε, καθησα να βγαλω μερικες φωτογραφίες…Δεν αφηνα μεχρι τοτε τον εαυτό μου να επηρεαστεί, ηθελα να κανω την δουλειά μου με καθαρό μυαλό.. Ανοίγοντας την, η κάμερα ηταν γυρισμένη και με αντικρυσα…Οχι μονο ειχα επηρεαστεί, ειχε αλλάξει το βλέμμα μου μια για πάντα…

Καλο παράδεισο ψυχουλες μου… Μακάρι η απώλεια σας να διδάξει και να αποτρέψει μελλοντικές καταστροφές… 
Μακάρι………..


Συγκλονίζει κάτοικος του χωριού Σώστη: «Μέσα σε 10 λεπτά καταστράφηκαν οι κόποι μίας ζωής! Μείναμε μόνο με τα ρούχα μας»

0

Aνεξέλεγκτη μαίνεται η φωτιά και στη Ροδόπη, όπου στο χωριό Σώστης, κάηκαν δύο οικίες, στο ένα εκ των οποίων διέμενε μια πολύτεκνη οικογένεια.

Η κάτοικος του χωριού, Ευαγγελία Κούσμινα, είδε το βιος της να καταστρέφεται ολοσχερώς μέσα σε λίγα λεπτά.

«Μέσα σε 10 λεπτά. Μέχρι που να δούμε τη φωτιά στο βουνό μας έδιωξαν από το σπίτι και καταστράφηκαν όλα. Δεν έμεινε τίποτα, Τίποτα. Έχω τον άντρα μου άρρωστο, το γιο μου ανάπηρο, ο μικρός μου γιος είναι άνεργος. Δεν ξέρω τι θα γίνουμε, πού θα πάμε, που θα μείνουμε» ανέφερε με δάκρυα στα μάτια η ηλικιωμένη κάτοικος του χωριού.

«Δεν έχουμε τίποτα. Τα ρούχα που φοράμε μόνο πήραμε. Δεν προλάβαμε να πάρουμε τίποτα» ανέφερε συντετριμμένη η γυναίκα ατενίζοντας τα ερείπια του σπιτιού της όπου μόνο ένα δωμάτιο δεν κάηκε.




Περιγράφοντας στην ΕΡΤ τις δραματικές στιγμές που βίωσε κατά την αναγκαστική αποχώρησή της από την περιοχή το βράδυ της Δευτέρας δήλωσε ότι «οι φλόγες έρχονταν πάνω σου. Καιγόσουνα».

«Δεν βοήθησε κανένας. Τα αεροπλάνα ήρθαν αφότου κάηκαν τα σπίτια», υπογράμμισε η ηλικιωμένη γυναίκα η οποία πλέον φιλοξενείται από την κόρη της.

«Θα μείνω προσωρινά στην κόρη μου και θα δείξει» σημείωσε ακόμη, περιγράφοντας την αγωνία για το αύριο και τις προσπάθειες της οικογένειάς της να βρει προσωρινή στέγη. «Κόποι μιας ζωής, από το 1975. Δεν έμεινε τίποτα» δήλωσε η κάτοικος του Σώστη στην κάμερα της ΕΡΤ λέγοντας ότι θέλει να μείνει στο σημείο έστω και σε μια σκηνή.

Συγκλονίζει κατάθεση στη δίκη για το Μάτι «Μαμά βοήθεια, μαμά καiγομαι φώναζε το παιδί μου»

0

Τη φρίκη στο Μάτι έζησε η Κάλλι Αναγνώστου, μια βαριά εγκαυματίας, περιγράφει και η φωνή της σπάει.

Η κατάθεσή της για όσα έζησε

«Είμαστε αγκαλιά με το γιο μου και συζητούσαμε για την εξαφάνιση των ειδών. Του είχα υποσχεθεί ότι θα πάμε στο Πλανητάριο κατά τις πέντε και ξύπνησα από τους καπνούς. Όπως ήμουν με το παιδί στην αγκαλιά και κοιτούσα το κινητό για συμβάν κοντά στη περιοχή μας.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έγιναν γεγονότα στην περιοχή. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ήρθε κανένας. Κάποια στιγμή κατά τις έξι παρά κατέβηκα κάτω. Έριξα μια ματιά από τα παράθυρα και έβλεπα μια μαυρίλα. Δεν υπήρχε σειρήνα, πυροσβεστικό αστυνομία τίποτα. Εμεις δεν ξέραμε τίποτα, ήταν ο πεθερός μου και εκείνος ανήσυχος. Καναμε βόλτα γύρω από το σπίτι.

Μονο μαυρίλα. Καποια στιγμή στη βεράντα έβλεπα πράγματα να πετάνε. Κάηκε το χέρι μου που έπεσε ένα μεγάλο κομμάτι στάχτης. Το μόνο που άκουσα ήταν ο δήμαρχος Ραφήνας ότι η φωτιά πάει στο Διόνυσο και οι κάτοικοι να μη βγουν» περιέγραψε.

Ακολούθησαν λεπτά έντονης ανησυχίας, με τη γυναίκα να παίρνει τηλέφωνα παντού προκειμένου αν δει τι να κάνει για να σωθεί εκείνη και η οικογένεια της.

«Τα τηλέφωνα είτε δεν απαντούν είτε βουιζουν. Κατά τις έξι και πέντε ξύπνησε το παιδί και τότε κόπηκε το ρεύμα. Από ένστικτο ανέβηκα επάνω και πήρα ρούχα για το παιδί. Έριξα μια ματιά έξω και είδα το μαύρο σύννεφο είχε φτάσει σε εμάς. Είδα τεράστιες φλόγες δεξιά μου και φώναξα το παιδί μου.

Καιγόμαστε! Κλάματα! Δεν μπορεί να γίνεται αυτό! Είναι ταινία! Είναι όνειρο! Είναι εφιάλτης. Ήταν ο δικός μου εφιάλτης. Φώναξα στο παιδί μου «Κωνσταντίνε φεύγουμε τώρα!».

Κανένας δεν μας είπε να φύγουμε. Να μη ζήσει το παιδί μου αυτό που έζησε. Αρχιζει να ουρλιάζει «μαμά μου θα κάνουμε; Μαμά μου θα πεθάνουμε; Και εγώ να του λέω ντύσου θα φύγουμε. Δεν έχουμε επιλογή. Τις φλόγες τις βλέπαμε στα δέντρα γύρω μας.

Έξι και τέταρτο. Το ρολόι που φορούσα είχε μέταλλο και μου έκαψε το δέρμα. Με πάγωσε περισσότερο η θέα από τις φλόγες που έρχονταν πάνω μου».

Ξεσπώντας σε λυγμούς, είπε “μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει τη φρίκη; Κανένας. Γιατι δεν ήταν εκεί. Εμεις είμαστε εκεί και το ζήσαμε. Ξαφνικά το παιδί φωνάζει μαμά! Και πέφτουμε και οι δύο κάτω και αρχίζει να ουρλιάζει!Μαμά καίγομαι!!!”

Συνειδητοποίησα δεν είχε βάλει τη μπλούζα του. Καίγεται το δέρμα του και έχω βάλει τα νύχια μου μέσα στο σώμα του. Φωνάζω συνέχεια. Μην κοιτάς τίποτα μόνο τρέξε. Βρισκόμαστε ανάμεσα στο δρόμο…Όπως τρέχουμε λιώνουν τα πόδια του και εγώ δεν μπορώ να του πω τίποτα.

Φωνάζει «μαμά βοηθά με, μαμά σώσε με»

Ήμασταν μόνοι μας και καιγόμαστε. Η μόνη φωνή και τα ουρλιαχτά ήταν του παιδιού μου. Μια φωνή που την έχω μέσα μου ακομα και τώρα φοβάμαι να τον πάρω αγκαλιά».

Συνεχίζοντας την περιγραφή της, η Κάλλι Αναγνώστου περιέγραψε λεπτό προς λεπτό την προσπάθεια της να φτάσει σε ασφαλές σημείο με το γιο της.

«Κάποια στιγμή όπως τρέχαμε είδαμε προβολείς. Ήταν ο γιος ενός γείτονα και θεώρησε ότι ήταν πυροσβέστες, αλλά είδε και μια μικρή σκιά. Εγώ πέθαινα ήδη… Είχα πάρει μεγάλο φορτίο. Ενιωθα τις φλέβες μου να χτυπάνε ακανόνιστα λες και ήθελαν όλα να βγουν από το σώμα.

Μας κατεβάζει κάτω και βλέπαμε μόνο καπνούς και πύρινες μπάλες. Μας αφήνει και μας είπε ότι πρέπει να φύγει. Με το που κλείνω την πόρτα του αυτοκινήτου λιποθύμησα για πρώτη φορά.

Με παίρνει ο πεθερός μου να με ανεβάσει σε ένα τραπέζι και να πάει να βρει νερό. Δεν ήταν εύκολο.Ειχαν φύγει όλοι σαν τρελοί. Καιγόμαστε σαν τα ποντίκια και φύγαμε σαν τα ποντίκια. Βρηκε ένα μπουκάλι και μου έδωσε λίγες σταγόνες.

Εκεινη την ώρα λιποθύμησα και άλλες φορές μετά. Με έσυρε. Με έβαλε πάνω στην πλάτη του. Η πεθερά μου πήρε τον μικρό και πήγαν σε έναν κολπίσκο. Ευτυχώς ήταν μια τουρίστρια και τύλιξε τα ποδαράκια του και αυτό τον βοήθησε.

Αν δεν ήταν εκείνη το παιδί μου θα το είχα χάσει. Στην καλύτερη περίπτωση θα είχε χάσει τα πόδια και τα χέρια του. Μου ζητά βοήθεια. Δεν μπορούσα να του μιλήσω, αλλά δεν ήθελα να καταλάβει ότι πέθαινα.

Ο κόσμος ούρλιαζε για βοήθεια και να μην έρχεται η βοήθεια. Δεν υπήρχαμε έως τότε. Όμως δεν υπήρχαμε ούτε και μετά στη ουσία..Αμελητέες οι δικές μας οι απώλειες. Τα παιδιά να ουρλιάζουν. Είδα τη θάλασσα και είπα να μπω να δροσιστώ αλλά δεν ήθελα να με δει το παιδί μου να πεθαίνω μπροστά του. Είχαμε ένα μπουκάλι νερό και μοιράζαμε τις σταγόνες. Ο σύζυγος μου που ήταν έξω προσπαθούσε να μας βρει. Μίλησε με τον πεθερό μου και του είπε καιγόμαστε.

Με ρώτησε αν ήθελα να του μιλήσω.Τι να του πω; Ότι το παιδί ήταν καμένο και δεν τον προστάτευσα; Κάποια στιγμή ήρθαν πυροσβέστες. Έδωσα τον Κωνσταντίνο και εκείνος φώναζε «θέλω τη μαμά μου».

Προσπαθησαν να πάρουν και εμένα αλλά είχα τόσο καεί, είχα ανοίξει και δεν μπορούσαν να με πιάσουν από πουθενά. Πάλευα να ανέβω. Τα πόδια μου ήταν γεμάτα υγρό. Το μόνο που έκανα κάθε φορά που ανάσαινα ήταν να νιώθω τις στάχτες μέσα μου.

Ανέβηκα επάνω και δεν τους είδα πουθενά. Είχαν φύγει. Ρώτησα έναν κύριο που είναι το παιδί μου. Κανένας δεν κατέβηκε κάτω γιατί φοβόταν. Εμείς δεν φοβόμαστε δεν καιγόμαστε και δεν πνιγόμαστε».

Τι είπε στο δικαστήριο

«Απέναντί μου είδα κάτι που νόμιζα ότι ήταν κορμός δέντρου. Δεν ήταν. Ήταν άνθρωπος που κάηκε. Αυτός ο άνθρωπος δεν φοβήθηκε. Κάθισα σε κάτι σκαλάκια και είπα να κάτσω εκεί να περάσω το τέλος. Δεν μπορούσα να φύγω. Σωριάστηκα και έχασα τις αισθήσεις μου.

Κάποια στιγμή ξύπνησα. Ειδα μια κυρία καμένη.Με βλέπει και την ακούω να λέει για εμένα, «έχει πεθάνει ή ζει;». Με όλα αυτά πλέον δεν ζούσα. Μου μιλάνε και λένε δεν θα την βγάλει…Περίμενα …Το τίποτα. Προσευχομουν να φτάσει το λάδι μου να αντέξει και να είμαι καλά».

Όπως εξήγησε δεν ερχόταν βοήθεια από κανένα, μέχρι που εμφανίστηκε ένα βαν ιδιώτη.

«Μας βάζει μέσα για να μπορέσουμε να φύγουμε. Μπαίνουμε μέσα τρεις και ξεκινάμε να φύγουμε. Μας λέει συνεχώς κάντε υπομονή θα φτάσουμε. Θα μας πάνε τα παιδιά.

Ηταν δύο αστυνομικοί της Δίας που ήρθαν μόνοι τους γιατί άκουσαν ότι κατω καίγονται και ήρθαν. Το άκουσαν! Από που; Από τους ασύρματους που κάποιοι δεν άκουγαν. Μας πήγαν στο Σισμανόγλειο

. Άλλος Γολγοθάς. Και αν δεν φτάναμε μόνοι μας θα είμαστε νεκροί. Με έβαλαν σε φορείο και με ένα ψαλίδι έκοβαν τα ρούχα μου. Μου έβαλαν έναν ορό. Είμαι σε ένα φορείο στο διάδρομο και απέναντι μου έχω μια πόρτα ανοιχτή και εκεί έβαζαν σάκους που τους στιβαζονταν ο ένας πάνω στον άλλον. Εγω το ήξερα. Δεν ξέρω πως άλλοι δεν το γνώριζαν».

«Μένω εκεί μέχρι αργά με μια κουβέρτα, γυμνή και περιμένω να δω τι θα με κάνουν. Έχω τηλέφωνο στα χέρια μου και περιμένω να δω τι έχει γίνει με το παιδί μου. Δεν ξέρω αν έχει φτάσει, πως είναι, αν έχει ζήσει, αν ξέρει για μένα και τι ξέρει.

Τον έχουν πάει στο Αγία Σοφια στα επείγοντα να τον καθαρίσουν, να του περιποιηθούν τις πληγές. Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Φοβάται και είναι μόνος του. Ένα μωρό 5,5 ετών. Μέχρι τότε ήξερε μόνο εμάς. Δεν ήξερε κανέναν.

Έπρεπε να αφήσει άλλους ξένους να τον περιποιηθούν να τον ψαχουλέψουν, να του βάλουν σωληνάκια, να τον γδάρουν, όπως έγδαραν κι εμένα μετά. Ζητάει τη μαμά του και το μπαμπά του και δεν είμαστε εκεί. Κανένας δεν περίμενε ότι εγώ θα ζήσω. Για το παιδί μου το έκανα. Με είχαν σε ένα δωμάτιο με ανθρώπους που είχαν λοιμώξεις, εγώ να είμαι ανοιχτή. Με μια κουβέρτα. Σα να μην έφτανε ότι εισέπνευσα από τα τοξικά» είπε η μάρτυρας.

Η Κάλλι Αναγνωστου περιέγραψε λεπτομερώς:

«Η περιποίηση τους ήταν να μου σκάσουν τις φουσκάλες με βελόνα. Ότι υπήρχε κόλλησε πάνω μου. Με πήραν στο Γεννήματα. Μπαίνουν γιατροί, νοσοκόμοι μου λένε σφιξε με, βρίσε με αλλά άσε να κάνουν τη δουλειά τους.

Τότε κατάλαβα. Αρχίζουν να με τραβάνε. Μου τραβούσαν το δέρμα. Να ουρλιάζω, να μη μπορώ να το αντέξω. Να ξέρω ότι αυτό το έχει περάσει το παιδί μου.

Ο αδελφός μου απ έξω δεν άντεξε. Έφτασε στο προαύλιο. Μέχρι εκεί ακούστηκαν τα ουρλιαχτά. Δεν μου είχαν δώσει ένα παυσίπονο στο Σισμανόγλειο. Δεν πίστευαν ότι θα ζήσω. Νόμιζαν ότι θα μείνω εκεί από καρδιά, από τις απλές αυτές σωματικές βλάβες.

Με έβαλαν σε ένα δωμάτιο μόνη μου με ένα σάκο σαν αυτούς που βάζουν στα νεκροτομεία. Είχα άγχος για το παιδί. Δεν ήξερα τι γίνεται. Ντρεπόμουν που δεν έκανα ότι καλύτερο μπορούσα».

Συνεχίζοντας την περιγραφή της, η μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στη διαδικασία που ακολούθησαν οι γιατροί, την οποία οι ίδιοι χαρακτήρισαν «βιασμό».

«Στις 25 Ιουλίου έρχονται να μου κάνουν αλλαγή. Μου έγδαραν ότι μπορούσαν, τα καθάρισαν. Είχαν πάρει δυο μεγάλες σακκούλες σκουπιδιών και πετούσαν γάζες, επιδέσμους, τις σάρκες μου. Τα έβλεπα και σκεφτόμουν τι έχει περάσει το παιδί μου.

Ακούω στην τηλεόραση «όλα τα κάναμε καλά και θα τα ξανακαναμε με τον ίδιο τρόπο».

Οι νεκροί κι εμείς είμαστε η απόδειξη ότι όλα έγιναν καλά! Με τον ίδιο τρόπο θα τα ξαναέκαναν! Τους λέω στείλτε με μέσα στη Βουλή να δουν ποσο καλά τα κάνανε!

Ήμουν καμμένη σε όλο το σώμα. Το πρόσωπο παραμορφωμένο. Το ματι έχει κλείσει δεν ξέρω αν θα έχω όραση. Να νιώθω τα πάντα να τεντώνουν, να μαζεύουν, να πετάνε οι φλέβες. Να τσούζω, να πονάω.

Με είχαν γεμίσει με σωληνάκια. Δεν υπήρχε φλέβα να μην έχει χρησιμοποιηθεί. Και να καίνε όλα. Όλα αυτό που είχα εισπνεύσει είχε συγκεντρωθεί στα πνευμονία μαζί με τη λοίμωξη. Άρχισα να κάνω αιμοπτυση, να βγάζω πήγματα μαύρα».

Τη στιγμή που πίστευε ότι δεν θα καταφέρει να ζήσει, η Κάλλι Αναγνωστου σκεφτόταν μόνο το παιδί της.

«Ήθελα να χαιρετίσω το παιδί μου. Με διασωλήνωσαν, εγώ ήθελα να ακούσω το παιδί μου. Δεν μπορεί τα τελευταία μου λόγια να είναι «τρέξε, φυγε». Οσο είμαι εκεί το παιδί μου σου Αγία Σοφια. Είναι καμμένη όλη η πλάτη του, τα χεράκια του, τα ποδαράκια του.

Έχει γίνει αγρίμι. Το μωρό. Ένα παιδί κοινωνικό και γλυκό. Ρωτούσε γιατί δεν έρχεται η μαμά μου; Γιατί δε μου μιλάει; Του είπαν ότι η μαμά κοιμάται. Πέρασαν έτσι 3 εβδομάδες».

Φανερά οργισμένη ανέφερε πως όταν ξύπνησε άκουσε στην τηλεόραση πως για όσα έγιναν στο Ματι, έφταιγαν οι κάτοικοι.

«Το πρώτο πράγμα που άκουσα όταν συνήλθα ήταν να ακούω ποιοι «έφυγαν» και για εμάς που μείναμε. Η μόνη σειρήνα που άκουσα εγώ ήταν από το Θριάσειο στο Γεννήματα.

Αν είχα ακούσει κάτι ίσως να μην ειχε γίνει τίποτα απ όλα αυτά» είπε και συμπλήρωσα: «Όσο ήμουν στο νοσοκομείο έπρεπε να κάνω αλλαγές. Με έβαλαν να κάνω χειρουργείο με χειροκίνητο θερμοτομο, αυτομοσχευματα όλα. Για να με κλείσουν μετά μου τα χτυπούσαν με συραπτικά.

Μετά για να μου τα βγάλουν χρησιμοποιούσαν τανάλιες. Πέρασα ένα μήνα σε ακινησία και να μαθαίνω ότι από θύματα είχαμε γίνει θύτες».

Η μάρτυρας περιέγραψε ότι όταν το παιδί της βγήκε από το νοσοκομείο, ήθελε να τη δει.

«Εγώ δεν ήθελα. Ήμουν γεμάτη πληγές και σωληνάκια. Έκανα δεύτερο χειρουργείο. Ηλπιζα να φύγω και να παω να τον δω από κοντά. Οι σωματικές βλάβες που αναφέρουν θα μας κυνηγούν μια ζωή. Θα πρέπει να προσέχουμε, να κάνουμε χειρουργεία, δε θα έχουμε φυσιολογική ζωή».

Αναφερόμενη στο παιδί της είπε:

«Ένα παιδί 5,5 ετών που έχει μια ζωή που μόνο παιδική δεν είναι. Δεν μπορεί να αθληθεί, να παίξει. Να ξυπναει τα βραδιά, να ουρλιάζει. Να το ζει ξανά και ξανά. Όπως κι εμείς. Ο,τι ζήσαμε εκεί και στα νοσοκομεία.

Το παιδί μου δε θα έχει ζωή όπως τα αλλά παιδιά. Ξυπναει και λέει «χεράκια μου, ποδαράκια μου δεν θα είστε ξανά τα ίδια».

Θέλει να μάθει λεπτομέρειες. Που είναι τα αλλά παιδάκια που χάθηκαν».

Εκφράζοντας το παράπονο της ότι δεν ακούστηκε μια συγγνώμη από τις Αρχές, ανέφερε:

«Συγγνώμη μου είπε η φυσιοθεραπεύτρια, ο γιατρός. Να σε γδέρνουν και να βγάζουν φωτογραφίες. 10%, 15%, 35% που θα φτάσει! Τους λέω αφήστε με. Δεν αντέχω άλλο. Βιασμός σώματος και ψυχής ξανά και ξανά. Δεν έφτασε η κόλαση της φωτιάς, έπρεπε να ζήσουμε κι αυτή την κόλαση. Ζούμε ζωές φυλακισμένες, ζούμε σε σώματα φυλακισμένα.

Μας είχαν κλείσει τους δρόμους και δε μπορούσαμε να φύγουμε. Περίμεναν απ’ έξω. Κανένας από εμάς δεν κοιμάται καλά το βράδυ. Τέσσερα χρόνια ουρλιάζουν όλα μέσα σου. Σωματική βλάβη.

Και να ουρλιάζει το παιδί μου κάθε βράδυ και να το ζει ξανά και ξανά. Να κοιμάται με το μπαμπά του για να μη ξύνεται.Επι 2,5 χρόνια ξυπνούσε ματωμένος. Κάθε πρωί να αλλάζουμε σεντόνια και να είναι ματωμένο μέχρι το κρεβάτι.

Ακόμα. Και τώρα γίνεται αυτό. Μπορεί να έχει φύγει το έντονο πρήξιμο αλλά είναι εκεί. Όσο μεγαλώνει, όσο ψηλώνει το δεσμά τεντώνει και σκίζεται.

Αρνούμαι να κάνω χειρουργεία γιατί δε θέλω να με δει. Είναι με αυτονοσχεύματα. Δε θέλω να με δει. Δε θα τα κάνω. Παίρνουμε αποφάσεις μόνοι μας. Μόνοι μες φροντίζουμε για όλα αυτά. Μόνοι μας κάναμε λίστες ο ένας για τον άλλο».

«Δε μπορώ εγώ να φτιάξω αυτά ότι έχουν χαλάσει στο παιδί μου. Δε μπορώ να κάνω τίποτα άλλο γι αυτό. Το μόνο που μπορώ είναι σας ζητήσω όλος αυτός ο πόνος του γιου μου να μη περάσει έτσι.

Ανήκω στην κατηγορία εκείνων που τα έζησε όλα. Θέλω να δικαιωθεί αυτό. Να βγει αυτή η αλήθεια. Να μη ξανασυμβεί. Θέλω να μου επιτρέψετε να φέρω τη φωνή του εδώ μέσα. Δεν μπορεί να έρθει ο ίδιος» είπε.

Σε εκείνο το σημείο η μάρτυρας έβαλε ένα βίντεο να παίξει με τη φωνούλα του γιου της να ζητάει δικαιοσύνη.

Συγκλονίζει καρδιολόγος που νόσησε με κορονοϊό: «Ήταν σαν ένα ταξίδι στον άλλο κόσμο»

0

Για την κατάσταση που βίωσε όταν νόσησε με κορονοϊό μίλησε ο καρδιολόγος και διευθυντής του ΕΣΥ, Ανδρέας Παναγιωτόπουλος στην «Κοινωνία Ώρα MEGA».

Ο κ. Παναγιωτόπουλος σημείωσε ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης με την πανδημία νοσούν και αυτοί και εξήγησε ότι είναι δύσκολο να προφυλαχθούν.

«Νιώσαμε τον ιό, νιώσαμε την πανδημία, νιώσαμε την απομόνωση» συμπλήρωσε ο κ. Παναγιωτόπουλος, τονίζοντας ότι πέρασε δύσκολα τις πρώτες ημέρες, καθώς είχε έντονα συμπτώματα.

«Είχα ένα μεγάλο λήθαργο, ένα βύθισμα σε ένα κενό μεγάλο, ήταν σαν ένα ταξίδι στον άλλο κόσμο» υπογράμμισε ο Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, συμπληρώνοντας ότι δεν μπορούσε να έχει τη φροντίδα κανενός μιας και ήταν απομονωμένος.

Όπως τόνισε ο κ. Παναγιωτόπουλος, οι πολίτες θα πρέπει να είναι αρκετά προσεκτικοί, να φορούν τις μάσκες και να τηρούν τις αποστάσεις ασφαλείας μέχρι να περιοριστεί η πανδημία.

Δείτε το βίντεο:

Συγκλονίζει και κινητοποιεί το γράμμα 10χρονου στον Άη Βασίλη

0

Το γράμμα που έγραψε ο Αλέξης, μαθητής της Δ’ Δημοτικού από την Πάτρα, δημοσίευσε ο οργανισμός «Φωτεινό Αστέρι», προκαλώντας ανάμεικτα συναισθήματα.

Δείτε το βίντεο

Ο Αλέξης δεν ζητά κάτι για τον εαυτό του, δεν ζητά smart phone ή τάμπλετ. Ζητά «πολύ φαγητό, για να μην κλαίει η μάνα μου» και ένα παιχνίδι για τον άρρωστο αδελφό του.

Το γράμμα του παιδιού έχει συγκλονίσει και δεν είναι λίγοι εκείνοι που προσφέρθηκαν να βοηθήσουν… τον Άη Βασίλη να του φέρει τα δώρα του.

Γράμμα - Άη Βασίλης - 10χρονος - Πάτρα

Συγκλονίζει η Χριστίνα Κοραή για την αδερφή της: «Η εκκλησία δεν επιτρέπει να γίνει επίσημα η κηδεία επειδή έκανε καύση»

0

Συγκλονίζει η Χριστίνα Κοραή: «Δύο γυναίκες πήραν τους νεφρούς της αδερφής μου και δύο άλλοι άνθρωποι τα μάτια της»

Η Χριστίνα Κοραή παραχώρησε συνέντευξη στην εκπομπή “Πάμε Δανάη” και τον Άρη Καβατζίκη. Η γνωστή δημοσιογράφος συγκλονίζει με την εξομολόγησή της για την απώλεια της αδερφής της. Όπως αποκάλυψε ο σταυρός που φοράει στον λαιμό είναι από τη στάχτη της.

«Δεν κάνω συχνά συνεντεύξεις, είχα δώσει μια μόνο πριν χρόνια για τον Ολυμπιακό. Μεγάλωσα στο Διδυμότειχο, οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες από την Αδριανούπολη. Δεν έδωσα ποτέ εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, γιατί έπεσε πάνω στις απώλειες των γονιών μου. Συνάντησα στον δρόμο έναν δημοσιογράφο και μου έδωσε να κάνω μια συνέντευξη με έναν υπουργό του ΠΑΣΟΚ, τελικά έγινε επιτυχία.

Δείτε το βίντεο:




Η αδελφή μου έφυγε από την ζωή τον περασμένο Σεπτέμβρη πολύ ξαφνικά, διαλυθήκαμε. Χωρίς την αδελφή μου πλέον νιώθω ότι θα ζήσω ανάπηρη, λείπει ένα κομμάτι από την ζωή μου. Είναι κι η ψυχική αναπηρία και η ψυχολογική. Φοράω σταυρό από τις στάχτες της. Θέλω να πω δύο πράγματα γιατί τα βιώσαμε ως οικογένεια: Η αδερφή μου ήθελε δύο πράγματα και τα είχε πει σε όλους ότι ήθελε καύση και δωρεά οργάνων. Αυτή είναι κι η δική μου επιθυμία. Κάναμε δωρεά οργάνων. Δύο γυναίκες, οι οποίες ήταν 12 χρόνια στην αιμοκάθαρση η μία και 14 η άλλη πήραν τους νεφρούς και δύο άνθρωποι που είχαν τεράστια προβλήματα όρασης πήραν τα μάτια της», είπε αρχικά η Χριστίνα Κοραή.

Και συνέχισε: «Κι όμως, αυτή η εκκλησία δεν επιτρέπει σε αυτόν τον άνθρωπο να γίνει επίσημα η κηδεία του, επειδή έκανε καύση. Παρανόμησα και πήρα έναν ιερέα, ο οποίος δεν τα καταλαβαίνει αυτά, έψαλε τρισάγιο κι η αδερφή μου «έφυγε» και με τις ευχές της εκκλησίας. Από εκεί και πέρα είναι δυνατόν να έχει “φύγει” μία ψυχή και να έχουν σωθεί τέσσερις ζωές κι η εκκλησία να λέει ότι εγώ δεν μπορώ να την κηδέψω; Ποια αγάπη του Θεού είναι αυτή; Κάθε φορά που έφευγα από το Mega για το σπίτι μου, το πρώτο μου τηλεφώνημα ήταν στην αδερφούλα μου. Τώρα είναι στον γαμπρό μου. Στην αρχή έβγαινε ένας σπαραγμός απίστευτος».