“Νοσηλεύτηκα στο ΚΑΤ, έμεινα δέκα μέρες στο σπίτι για να γίνω καλά και να μπορέσω να συνεχίσω την παράσταση” εκμυστηρεύτηκε η Γωγώ Ατζολετάκη.
Με αφορμή τη θεατρική της παρουσία αυτή τη σεζόν, η Γωγώ Ατζολετάκη έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα On Time Σαββατοκύριακο και τη δημοσιογράφο Σίσσυ Μενεγάτου. Μέσα σε όλα, δε, η δημοφιλής ηθοποιός μίλησε για την σχέση που διατηρεί με την πίστη και για το σοβαρό τροχαίο ατύχημα από το οποίο σώθηκε στο παρελθόν.
Έχεις βαθιά θρησκευτική πίστη, καθώς και εσύ και η κόρη σου, Θεοδώρα έχετε ζήσει από θαύμα;
Ναι. Το 1979, που ήμουν σχεδόν τριών έγκυος, είχα ένα πολύ σοβαρό τροχαίο ατύχημα, όπου τραυματίστηκα πολύ, αλλά σώθηκα και εγώ και το κοριτσάκι που κυοφορούσα. Ήταν το θαύμα της Παναγίας, το δικό της χέρι που μας κράτησε ζωντανές γιατί έγινε ανήμερα της γιορτής της Παναγίας, ξημέρωμα Δεκαπενταύγουστου. Γυρνούσαμε με το αυτοκίνητο από μια παράσταση, στη θέση του συνοδηγού ήταν ο Μάνος Βενιέρης και πίσω η Μάγδα Τσαγγάνη. Εγώ και ο Μάνος είχαμε τραυματιστεί και μείναμε αρκετές μέρες στο νοσοκομείο.
Τη Θεοδώρα τη βαφτίσαμε στην Τήνο, γιατί είχα κάνει τάμα στην Παναγία να σωθεί το μωρό μου και κάθε Δεκαπενταύγουστο πάντα νηστεύω και κοινωνώ. Είναι ένα τάμα που το τηρώ εδώ και 46 χρόνια και θα το τηρώ όσο ζω, στη Χάρη της που μας έσωσε. Πιστεύω ότι το χέρι της Παναγίας μάς έσωσε από βέβαιο θάνατο. Νοσηλεύτηκα στο ΚΑΤ, έμεινα δέκα μέρες στο σπίτι για να γίνω καλά και να μπορέσω να συνεχίσω την παράσταση. Γλίτωσε το παιδί μου, παρόλο που χειρουργήθηκα και πέρασα πολύ δύσκολα.
Από τη μία πιστεύω ότι μας έσωσε η Παναγία και από την άλλη, όταν συνήλθα και με ενημέρωσαν ότι ήταν θαύμα που βγήκαμε μέσα από το αυτοκίνητο ζωντανοί, θυμάμαι ότι τότε σκέφτηκα πολύ έντονα: «Θεέ μου, για να με κρατήσεις στη ζωή, σημαίνει ότι κάτι θες από μένα. Κάτι έχω να κάνω, διαφορετικά θα είχα πεθάνει. Μήπως, Θεέ μου, έχεις κάποιο σχέδιο για μένα; Σε παρακαλώ, δείξε μου τι θες». Δεν είναι θέμα τύχης. Υπάρχει κάποιος λόγος και σχέδιο Θεού.


«Ήμουν στο καφενείο. Ήρθε ένα παιδί με μηχανάκι και φώναζε “βοήθεια, πνίγονται δύο παιδιά στον ποταμό!” Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξα. Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα στο σημείο. Μπήκα μέσα από τα καλάμια, έψαξα – δεν έβλεπα τίποτα. Ανέβηκα σε μια βάρκα μαζί με κάποιους άλλους. Βούτηξα μία φορά – τίποτα. Τη δεύτερη φορά πήρα βαθιά ανάσα, βούτηξα πιο βαθιά, περίπου οκτώ μέτρα. Εκεί τον είδα. Το παιδί ήταν ξαπλωμένο, ακίνητο, με μαυρισμένο πρόσωπο, χέρια και πόδια ανοιχτά. Ήταν σαν να είχε πεθάνει. Το έπιασα, το ανέβασα έξω με το ζόρι. Και τότε άκουσα ότι είχαν εντοπίσει και το δεύτερο. Βούτηξα ξανά, δύο και τρεις φορές. Το βρήκα. Ήταν ανάσκελα στον βυθό. Όταν το ανέβασα, έβγαζε αίμα από τη μύτη και το στόμα. Τρόμαξα», αφηγείται στο protothema.gr με σφιγμένη φωνή.


