Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026
Blog Σελίδα 12536

O Αρχιεπίσκοπος Ελπιδοφόρος ευλόγησε τη βάφτιση παιδιών γκέι ζευγαριού

0

Την ευλογία του στη βάφτιση παιδιών gay ζευγαριού ομογενών στην Αθήνα έδωσε ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος.

Συγκεκριμένα, ο Ευάγγελος Μπούσης και ο Πίτερ Ντούντας επέλεξαν να έρθουν στην Ελλάδα για τη βάφτιση των παιδιών τους, η οποία πραγματοποιήθηκε αυτό το Σαββατοκύριακο (9-10/7) στην Αθήνα.

Νονές των παιδιών είναι το μοντέλο Μπιάνκα Μπραντολινί και η Ευγενία Νιάρχου, η οποία διατηρεί στενή φιλία με τους διάσημους σχεδιαστές μόδας.

Τα παιδιά του ζευγαριού πήραν τα ονόματα Αλέξιος και Ελένη.

Όπως αναφέρει το ekklisiaonline.gr, το βράδυ του Σαββάτου πραγματοποιήθηκε το πάρτι της βάφτισης στην Παραλιακή, όπου επίτιμη καλεσμένη ήταν η Άννα Βίσση, η οποία τραγούδησε τις μεγάλες επιτυχίες της.

Αυτός ήταν και ο λόγος που η Σοφία Καρβέλα και ο (πρώην) σύζυγός της Θανάσης Πανουργιάς ταξίδεψαν στην Ελλάδα, ώστε να παρευρεθούν στη βάφτιση!

Το παρών στη βάφτιση έδωσε και η στενή φίλη του ζευγαριού Βίκυ Καγιά.

k 6 k2 3 k3 2 k4 2 k5 2 k6 1 k7 k8

Πηγή: ekklisiaonline.gr

Δείτε επίσης

Ευάγγελος Μπούσης – Πίτερ Ντούντας: Βάφτισαν τα παιδιά τους με νονά την Ευγενία Νιάρχου

O αρουραίος αρπάζει το κομμάτι πίτσα και το βάζει στα πόδια! Ο παλιοκλέφτης!

0

Οι περισσότεροι άνθρωποι που μετακομίζουν στη Νέα Υόρκη ονειρεύονται να βρουν ένα αρκετά οικονομικό και όμορφο διαμέρισμα, να γίνουν συγγραφείς, καλλιτέχνες, να ασχοληθούν με τον χώρο της μόδας και φυσικά να περάσουν αρκετό από το χρόνο τους δοκιμάζοντας διάφορα φαγητά και γλυκά που σχετίζονται με την ονειρεμένη πόλη.

Μια φωτογραφία έβαλε φωτιά στο twitter καθώς παρομοίαζε τους ανθρώπους με ένα ποντικό που πήρε ένα κομμάτι πίτσας και το μετέφερε μαζί του κατεβαίνοντας τις σκάλες. Έγινε ένας συσχετισμός ανάμεσα στο μικρό πλασματάκι και τους φιλόδοξους ανθρώπους της Νέας Υόρκης και βρήκε αρκετούς υποστηρικτές αλλά και νέους με χιούμορ.

Βλέποντας κανείς το μικρό ποντίκι εμπνέετε καθώς η αφοσίωσή του σε αυτό που κάνει αποτελεί το απόλυτο παράδειγμα της αφοσίωσης και της φιλοδοξίας που διακατέχει τους Νεοϋορκέζους ώστε να φτάσουν στην κορυφή της επιτυχίας. Αυτός ο ποντικός ονομάστηκε Pizza Rat και αποτελεί πρότυπο.

Δείτε τον Pizza Rat στο παρακάτω βίντεο και ίσως συμφωνήσετε. 

O Αρκάς ξαναχτυπά: Ποιό είναι το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ουγκάντα;

0

Με νέο σκίτσο ο διάσημος Αρκάς βάζει το δικό του ερώτημα στο δημοψήφισμα που προτείνει η κυβέρνηση.

Ποιό είναι ο κατά κεφαλην εισόδημα της Ουγκάντα; Απαντήστε με ένα Ναι ή ένα Οχι.

Αυτός είναι ο αιχμηρός τρόπος που βρήκε ο Αρκάς για να θέσει το πραγματικό διακύβευμα του δημοψηφίσματος, υπονοώντας ότι η κυβέρνηση μας οδηγεί κατευθείαν σε δρόμο αφρικανικής χώρας.

Ο Αρκάς δέχτηκε επίθεση από οπαδούς του ΣΥΡΙΖΑ, την περασμένη εβδομάδα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γιατί …τόλμησε να κάνει κριτική στην κυβέρνηση.

arkas2_0

via

O Αρκάς αποκάλυψε τον επίλογο των «Χαμηλών πτήσεων» που δεν δημοσιεύθηκε ποτέ!

0

Ο καυστικός, πέραν κάθε ορίου, υψηλού χιούμορ διάλογος του σπουργιτιού πατέρα με τον ατίθασο γιο στις «Χαμηλές Πτήσεις» του Αρκά αγαπήθηκε όσο λίγες σειρές καρτούν.

Ο δημιουργός αποφάσισε να αποκαλύψει στη σελίδα στο facebook αυτό που ποτέ δεν ξέραμε ή φανταζόμασταν: Τον πραγματικό επίλογο της σειράς. Ο πατέρας έχει πεθάνει εδώ και καιρό εξηγεί το σπουργίτι. Δείτε τον απολαυστικό επίλογο…

11205158 653817718087727 2116676228270810078 n

O Άρης Σπηλιωτόπουλος ποuλάει τρέλα για το πολυτελές δείπνο: «Θα περνάγαμε καλύτερα με φασολάδα και ρέγγα»

0

O Άρης Σπηλιωτόπουλος ποuλάει τρέλα για το πολυτελές δείπνο: «Θα περνάγαμε καλύτερα με φασολάδα και ρέγγα»

Απάντηση στους επικριτές του «πολυτελούς» δείπνου στο οποίο συμμετείχε ως καλεσμένος θέλησε να δώσει ο στρατηγικός αναλυτής του ΣΥΡΙΖΑ Άρης Σπηλιωτόπουλος μιλώντας σήμερα στον ΑΝΤ1.

Το «εκλεκτό» μενού που σερβιρίστηκε στο δείπνο με οικοδεσπότη γνωστό επιχειρηματία, και είχε την υπογραφή δύο γνωστών σεφ, περιλάμβανε μεταξύ άλλων κροτίδες με κρέμα σεράνο, μπλε καβούρι, χαβιάρι Ossetra και χειροποίητα blinis.

Άρης Σπηλιωτόπουλος: Με ευκολία θα μπορούσαμε να φάμε φασολάδα με ρέγγα

«Προφανώς, όταν είσαι καλεσμένος, δεν γνωρίζεις και το μενού. Με ευκολία θα μπορούσαμε να φάμε φασολάδα με ρέγγα, φακές αν είχε σερβιριστεί, χορταρικά, τα οποία προτιμώ γιατί είμαι vegan», δήλωσε αρχικά στην κάμερα του ΑΝΤ1, υπεραμυνόμενος των σφοδρών αντιδράσεων με αφορμή τα εκλεκτά εδέσματα που σερβιρίστηκαν στον ίδιο αλλά και στους υπόλοιπους συνδαιτυμόνες.

«Όλοι μας, και εγώ και η κ. Μπεκατώρου και ο κ. Λαζόπουλος, είμαστε παντού και πάντα ίδιοι. Δεν έχουμε πραγματικά καμία δυσκολία να φάμε και φασολάδα. Mάλιστα, μερικοί από τους φίλους τους χθεσινούς σίγουρα θα μπορούσαν να περάσουν καλύτερα με φασολάδα και ρέγγα. Σε αυτές τις περιπτώσεις πηγαίνεις για τον εορτάζοντα ή για τους νεόνυμφους», σημείωσε ο ίδιος.

«Ήπια ταπεινά ποτά…»

«Αν πάω σούπερ μάρκετ και χαλάσω χρήματα για τέτοια προϊόντα και είμαι στη δημόσια σφαίρα, ίσως να επικριθώ. Και εκεί ίσως να υπάρχει μια δικαιολογία. Εγώ ήπια, ήπια ταπεινά ποτά, δυστυχώς δεν είχε σαμπάνια, ή αν είχε δεν σερβιρίστηκε. Και δεν ζήτησα, γιατί δεν την πίνω κιόλας», πρόσθεσε.

«Και φακές και φασολάδα και ρέγγα να είχε, πάλι θα πηγαίναμε, και ό,τι μας σέρβιραν θα τρώγαμε. Δεν μπορεί να ποινικοποιηθεί η κοινωνικότητα, ούτε η φιλοξενία. Μη φτάσουμε στο σημείο να ρωτάμε ”τι φαγητό θα σερβίρεις;” για να μη βγω στα σάιτ. Είναι αστείο, είναι γελοίο», ανέφερε επίσης.

Υπενθυμίζεται ότι στο εν λόγω δείπνο παρευρέθηκαν, μεταξύ άλλων, η υποψήφια ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Σοφία Μπεκατώρου, ο Λάκης Λαζόπουλος, η δημοσιογράφος Αντριάνα Παρασκευοπούλου, ο πρώην παίκτης του «Survivor» Γιώργος Ασημακόπουλος, η δημοσιογράφος Βασιλεία Ζερβού κ.ά.

Ακολουθεί το βίντεο με τις δηλώσεις του Άρη Σπηλιωτόπουλου στον ΑΝΤ1:



O Άρης Πορτοσάλτε έσπασε το ρόδι στο πλατό του Σκάι και απέσπασε το χειροκρότημα της Μαρίας Αναστασοπούλου

0

Τήρησαν το έθιμο στον σταθμό του Φαλήρου

Το έθιμο με το σπάσιμο του ροδιού για καλή τύχη τη νέα χρονιά, τήρησαν στον Σκάι, με τον Άρη Πορτοσάλτε να αναλαμβάνει τη δουλειά στο πλατό της εκπομπής Live You.

H παρουσιάστρια, Μαρία Αναστασοπούλου, θύμησε στον δημοσιογράφο του σταθμού ότι αν το ρόδι δεν σπάσει είναι γρουσουζιά, και ο Άρης Πορτοσάλτε με ένα δυνατό χτύπημα στο πάτωμα το θρυμμάτισε, αφού πρώτα είχε τοποθετηθεί μέσα σε νάιλον σακούλα για ευνόητους λόγους.

Ασφαλώς, απέσπασε το χειροκρότημα της Μαρίας Αναστασοπούλου και των καλεσμένων.

Δείτε το βίντεο:



O Άρης θα εμφανιστεί ακριβώς κάτω από το «ματωμένο φεγγάρι» στον ουρανό αυτή την εβδομάδα

0

Σε λίγες μέρες θα έχουμε το “ματωμένο φεγγάρι” συνοδευόμενο από τον Άρη, τον θεό του πολέμου, που θα λάμπει πιο έντονα από ποτέ τα τελευταία χρόνια.

Η μεγαλύτερη σεληνιακή έκλειψη του 21ου αιώνα αναμένεται να πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 27 Ιουλίου.

Καθώς θα ευθυγραμμίζεται με την γη και το ήλιο η σελήνη για σκοτεινιάσει και θα αλλάξει χρώμα από ασημί σε κόκκινο.

Αυτό το φαινόμενο προκαλούσε τρόμο στους προγόνους μας και ακόμα εκλαμβάνεται με αυτόν τον τρόπο σε κάποιες περιοχές του κόσμου.

Αυτό το φαινόμενο προκαλείται από τις ακτίνες του ήλιου που φιλτράρονται από την ατμόσφαιρα της γης έτσι ώστε να κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα όταν φτάνει στην επιφάνεια της σελήνης.

c4ca4238a0b923820dcc509a6f75849b 86

Ο φλογερός Άρης θα κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακό αυτό το φαινόμενο καθώς θα εμφανιστεί ακριβώς κάτω από το ματωμένο φεγγάρι και θα είναι πιο λαμπερός από ποτέ.

c81e728d9d4c2f636f067f89cc14862c 74

Η τελευταία φορά που ο κόκκινος πλανήτης ήταν πιο μεγάλος και πιο λαμπερός ήταν το 2003, όταν η απόσταση ανάμεσα στον Άρη και την γη έγινε λιγότερο από 56 εκατομμύρια χιλιόμετρα.

Σαν να μην έφτανε αυτό όσοι θέλουν θα μπορούν να δουν τον πλανήτη Δία και τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό να ίπταται πάνω από την γη.

[dailymail]

O Άρειος Πάγος μπλοκάρει την συμφωνία εκχώρησης της Μακεδονίας στα Σκόπια

0

Απόφαση-βόμβα του Αρείου Πάγου, η οποία αδειάζει την κυβέρνηση για το Σκοπιανό, αποκαλύπτει σήμερα η εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος.Σύμφωνα με την απόφαση το ανώτατο δικαστήριο της χώρας κρίνει πως «δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος και κατά συνέπεια μακεδονικός πολιτισμός και μακεδονική γλώσσα». Ωστόσο, η κυβέρνηση με τη συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ παραβιάζει την απόφαση της Δικαιοσύνης και τα «βαφτίζει» ως υπαρκτά και τα εκχωρεί στη γειτονική χώρα!

Ειδικότερα, σύμφωνα με την εφημερίδα, όλα ξεκίνησαν το 2003 όταν ένα Σωματείο στη Δυτική Μακεδονία θέλησε να αναγνωριστεί (απαιτείται δικαστική απόφαση). Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση εγγραφής του.

Τότε υπέβαλε έφεση και το Εφετείο με μία ιστορική απόφαση την απέρριψε, διότι έκρινε ότι ο σκοπός τού υπό αναγνώριση Σωματείου «αντίκειται προς τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, αφού θέτει σε κίνδυνο τους θεσμούς του Ελληνικού Κράτους» και «προκαλεί σύγχυση τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και διεθνώς, στα Κράτη και στους λοιπούς φορείς, με τους οποίους θα συναλλαχθεί αυτό, καθώς και ότι η αναγνώριση του Σωματείου προσκρούει στην ανάγκη ειρηνικής συμβίωσης των πολιτών της περιοχής και κατ’ επέκταση της γαλήνης της χώρας».

Επειτα ασκήθηκε αναίρεση, την οποία και απέρριψε, τελικά, ο Α.Π. το 2009, επικυρώνοντας την απόφαση του Εφετείου.Αξιοσημείωτο είναι, δε, πως στη σύνθεση του Α.Π., και μάλιστα ως εισηγήτρια, συμμετείχε τότε και η κ. Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, πρώην υπηρεσιακή πρωθυπουργός της Ελλάδας (27.8.2015-21.9.2015) και πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου (1.7.2015-30.6.2017), η οποία ανέλαβε τη θέση του νομικού συμβούλου του πρωθυπουργού της χώρας, Αλέξη Τσίπρα, 10 μόλις ημέρες μετά τη συνταξιοδότησή της (η σύμβασή της λήγει στις 10.7.2019).

Τα βασικά σημεία της απόφασης την οποία επικύρωσε ο Α.Π. που… καίνε την κυβέρνηση για το Σκοπιανό:– Η απόφαση εκκινεί με το σκεπτικό ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε αντιπαράθεση με το κράτος των Σκοπίων (FYROM), εξαιτίας της αυθαίρετης και ιστορικά ατεκμηρίωτης αξιώσεως του τελευταίου να αναγνωρισθεί διεθνώς ως κράτος με το όνομα «Μακεδονία» και στη συνέχεια, προκειμένου να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια ως προς το σφετερισμό του ονόματος της Μακεδονίας από το νεοσυσταθέν κράτος των Σκοπίων (FYROM), το οποίο επιχειρεί να αποκτήσει εθνική ταυτότητα με όνομα που αποτελεί ιστορική, πολιτιστική και εθνική κληρονομιά της Ελλάδας, επισημαίνει συνοπτικά τα ακόλουθα ιστορικά δεδομένα:
– O όρος Μακεδονία, από αρχαιοτάτων χρόνων, είναι όρος ιστορικός και γεωγραφικός και όχι εθνολογικός. Οι Μακεδόνες δεν είναι, ούτε υπήρξαν κατά το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν, ιδιαίτερος εθνολογικός σχηματισμός.

Απλώς, ως Μακεδόνες ονομάζονται ανέκαθεν οι κάτοικοι της γνωστής από την αρχαιότητα περιοχής της ελληνικής Μακεδονίας, όπως αντίστοιχα ονομάζονται Θράκες οι κάτοικοι της Θράκης, Θεσσαλοί οι κάτοικοι της Θεσσαλίας κ.ο.κ., χωρίς να υπάρχει αντίστοιχα θρακική ή θεσσαλική εθνικότητα. Επομένως, Μακεδόνες κατά την εθνικότητα δεν υπάρχουν και ούτε μπορούν να «δημιουργηθούν», στο πλαίσιο του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού των κατοίκων της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας.

– Ως Ελληνες, οι αρχαίοι Μακεδόνες χρησιμοποιούσαν την ίδια με τους Ελληνες της νομίμου Ελλάδας γλώσσα, πίστευαν στους ίδιους θεούς και είχαν τον ίδιο (ελληνικό) πολιτισμό.

Ο αρχαίος Ελληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης υπήρξε δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα ευρήματα της Βεργίνας αποτελούν σταθμούς της παγκόσμιας Ιστορίας και στοιχεία του παγκόσμιου πολιτισμού που αποδεικνύουν την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Αντίθετα, οι Σλάβοι, δηλαδή τα διάφορα σλαβικά φύλα που εμφανίσθηκαν στην περιοχή των Βαλκανίων, βορείως της Μακεδονίας, κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα, δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους ΕΕλληνες Μακεδόνες.
– Λόγω της ελευθέρας διακίνησης των πληθυσμών, κατά τους χρόνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ιδίως στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, Βούλγαροι, σλαβόφωνοι, που είχαν σλαβική εθνική συνείδηση. Μετά την οριστικοποίηση των συνόρων, κατά τα προεκτεθέντα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς διασκορπίσθηκαν στην περιοχή των Σκοπίων ή μετανάστευσαν σε διάφορα κράτη.
– Οι ολίγοι εναπομείναντες στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στους Νομούς Φλώρινας και Εδεσσας εδήλωσαν ελληνική εθνικότητα και έτσι από την εποχή εκείνη έπαυσε να υπάρχει θέμα σλαβικής μειονότητας. Πριν από το 1944 «Μακεδονία» ως σλαβικό κράτος και «μακεδονικό έθνος» ως ιδιαίτερη εθνότητα ήταν έννοιες παντελώς άγνωστες.

Εως τότε, οι κάτοικοι της περιοχής των Σκοπίων δεν είχαν ούτε σερβική ούτε βουλγαρική, παρά τα φιλοβουλγαρικά αισθήματα των περισσότερων κατοίκων της, και πολύ περισσότερο δεν είχαν «μακεδονική» εθνική συνείδηση. Την τελευταία, τους έπεισε να την αποκτήσουν ο Τίτο, προκειμένου να αποκολλήσει τους Σκοπιανούς από το άρμα των Βουλγάρων, έχοντας ως απώτερο σκοπό τη σύσταση ενιαίου μακεδονικού κράτους, υπό σλαβικό μανδύα, και την έξοδο της χώρας του στο Αιγαίο.

– Ουδείς πολιτισμένος λαός μπορεί να ανεχθεί την πλαστογράφηση της Ιστορίας του. Στην προσπάθεια αυτή των Σκοπίων που άρχισε μετά τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, αφότου το κράτος των Σκοπίων απέκτησε οντότητα, το έτος 1991, εντάσσεται η διάδοση ιδεών από διάφορους εθνικιστές μετανάστες, οι οποίοι, μέσω οργανώσεων και σωματείων, που δρουν κυρίως στο εξωτερικό (Αυστραλία, Καναδά, ΗΠΑ), με ομιλίες, συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις πολιτιστικές κ.λπ. παραπληροφορούν το κοινό, δημιουργώντας εσφαλμένες περί υπάρξεως «μακεδονικού» έθνους και πολιτισμού, «μακεδονικής» γλώσσας και συνείδησης.

Παράλληλα, καλλιεργούν και την ιδέα του «αλυτρωτισμού», όπως προεκτέθηκε, επιχειρώντας να δημιουργήσουν αποσχιστικές τάσεις, θέτοντας και το ανύπαρκτο θέμα της λεγόμενης «μακεδονικής μειονότητας» που ζει στην Ελλάδα.

– Η απόφαση καταλήγει αναφέροντας πως, σύμφωνα με όλα όσα προεκτέθηκαν, δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος και, κατά συνέπεια, μακεδονικός πολιτισμός και μακεδονική γλώσσα «MAKEDONCKI». Ούτε φυσικά υφίσταται στην Ελλάδα «μακεδονική μειονότητα». Είναι αυτονόητο ότι ένα μωσαϊκό εθνοτήτων δεν μπορεί, σε εξήντα χρόνια, να αποκτήσει εθνολογική οντότητα, στηριζόμενο σε χαλκευμένα ιστορικά στοιχεία.
Στο μεταξύ, τα πρόσωπα του υπό ίδρυση σωματείου μπορεί να δικαιώθηκαν από το Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο αποφάνθηκε ότι η άρνηση εγγραφής του Σωματείου στις εθνικές αρχές έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι αλλά κυρίως διότι δεν είχαν ακόμη αναπτύξει δράση για να μπορεί να κριθεί ότι απειλεί τη δημόσια ειρήνη και ασφάλεια.

Σε κάθε, δε, περίπτωση, υποστήριξε πως αν ανέπτυσσε τέτοια δράση, οι εθνικές αρχές θα μπορούσαν να αποφασίσουν τη διάλυσή του.Ιδιαίτερης σημασίας χρήζει η διαπίστωση του Ευρωπαϊκού Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι δεν εντοπίστηκαν ενδείξεις αυθαιρεσίας κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, όπως επικαλούνταν οι προσφεύγοντες, και επιπλέον ότι οι αποφάσεις του Α.Π. και του Εφετείου ήταν πλήρως αιτιολογημένες και του Α.Π. πλήρως αμερόληπτη.

Επισημαίνεται δε ότι η Πολιτεία δεν προσέβαλε την απόφαση, υποβάλλοντας αίτημα επανεξέτασης, όπως ανακοινώθηκε την 9η.10.2015.
Η δικηγόρος που έφερε στο φως της δημοσιότητας την εν λόγω απόφαση κ. Αριάδνη Νούκα δήλωσε στον «Ε.Τ.»: «Οι αποφάσεις τόσο του Α.Π. όσο και του Εφετείου είναι ιστορικές και εκδόθηκαν από εξαιρετικούς δικαστές.

Τα ελληνικά δικαστήρια επικύρωσαν τη μοναδική ιστορική αλήθεια, που δεν είναι άλλη από την ελληνικότητα της Μακεδονίας και την ανυπαρξία ιδιαίτερης “μακεδονικής” γλώσσας και “μακεδονικού” έθνους που προωθούσαν προπαγανδιστικά όλα αυτά τα χρόνια οι Σκοπιανοί.

Η χαρακτηριστική δικανική παραδοχή ότι ένα μωσαϊκό εθνοτήτων δεν μπορεί, σε εξήντα χρόνια, να αποκτήσει εθνολογική οντότητα, στηριζόμενο σε χαλκευμένα ιστορικά στοιχεία, είναι απόλυτα ακριβής.

Στο σημείο αυτό συνάδει και η υπενθύμιση της επιστολής των 373 ακαδημαϊκών εγνωσμένου κύρους ανά τον κόσμο προς τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, οι οποίοι έκαναν λόγο για ιστορική αταξία και του επισήμαναν ότι οι Σκοπιανοί διεκδικούν το όνομα για να σφετεριστούν την Ιστορία και τον Μέγα Αλέξανδρο και ότι αυτό εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύνους.

Θεωρώ ότι αν θέλουμε με μία φράση να δώσουμε τη διάσταση των πραγμάτων, αυτή δεν θα ήταν άλλη από τη δικανική κρίση ότι ουδείς πολιτισμένος λαός μπορεί να ανεχθεί την πλαστογράφηση της Ιστορίας του».

[eleftherostypos] [protothema]

O Άρειος Πάγος αποφάσισε πως δεν πειράζει αν σου χρωστάνε πολλά δεδουλευμένα

0

Θα πρέπει να συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης.

Μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 648, 652 παρ. 1, 656 Α.Κ., 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για τον μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της, αλλά παρέχει στον μισθωτό το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας.

Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 381/2012, ΑΠ 795/2007).

Ολόκληρη η απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρει χαρακτηριστικά:

Άρειος Πάγος
677/2017

Μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης.

(Μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης.)

Κατηγορία:

Εργατικά – Απασχόληση

Απόφαση 677 / 2017

(Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 648, 652 παρ. 1, 656 Α.Κ., 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας.

Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 381/2012, ΑΠ 795/2007).

Εξαρτημένη εργασία

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή πάντως υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και ακόμη και εν μέρει το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ. ΑΠ 28/2005). Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ. ΑΠ 19/2007).

ΑΠ 677/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία “…” και το διακριτικό τίτλο “………….” που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ………………. και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ………………. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 2227/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 2-2-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο τρίτος λόγος και να γίνουν δεκτοί οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή πάντως υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και ακόμη και εν μέρει το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ. ΑΠ 28/2005).

Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ. ΑΠ 19/2007).

Περαιτέρω με το άρθρο 7 του π.δ. 472/1985, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. τελ. ν. 1418/1984 “Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων”, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 368/1994, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ίδιας διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. τελ. ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 ν. 2229/1994 “Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 1418/1984 και άλλες διατάξεις” καθορίζονται τα κατώτατα όρια τεχνικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων, τα όρια της στελέχωσής τους από άλλο επιστημονικό ή τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, τα κατώτατα όρια κεφαλαίων, μηχανικού εξοπλισμού, ελάχιστης καθαρής θέσης και σύνθεσης οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων αυτών, που απαιτούνται για την εγγραφή τους στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.), η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη κατασκευής δημοσίων έργων.

Με την παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται τα κατώτατα όρια βασικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων με τεχνικούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και με την παρ. 7 εδ. α έως ε ότι: “Όλες οι επιχειρήσεις του ΜΕΕΠ πρέπει να έχουν τεχνικό διευθυντή ένα από τα στελέχη τους τα εγγεγραμμένα στο ΜΕΚ. Δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας.

Τα στελέχη της επιχείρησης των παραγράφων 1 και 2 έχουν συνεχή απασχόληση σ’ αυτή, μετέχουν ενεργά στο έργο της επιχείρησης, είναι ασφαλισμένα από την εργοληπτική επιχείρηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα και δεν μπορεί να απασχολούνται σε άλλη εργοληπτική επιχείρηση. Η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους, αποδεικνύεται από την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας ή του εταίρου της προσωπικής εταιρίας ή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ανάλογα με τη μορφή της εργοληπτικής επιχείρησης. Εφόσον τα στελέχη αυτά δεν έχουν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες, η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης αποδεικνύεται από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένη από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.”.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ως προϋπόθεση της εγγραφής της εργοληπτικής επιχείρησης στα Μητρώα Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) θεσπίζεται, εκτός των άλλων, η στελέχωσή της με, κατά τεκμήριο, ως εκ της εγγραφής τους στα Μ.Ε.Κ., έμπειρα στελέχη και η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης, θεωρουμένη ότι αποδεικνύεται είτε από την ιδιότητά τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του εταίρου της εργοληπτικής εταιρείας είτε από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Αντίθετα όμως δεν συνάγεται από τις εν λόγω διατάξεις – με τις οποίες καθιερώνεται απλώς αποδεικτικός τύπος, προς απόδειξη ενώπιον του αποφασίζοντος την εγγραφή των εργοληπτικών εταιρειών στο Μ.Ε.ΕΠ. οργάνου πλήρωσης μίας εκ των για την εγγραφή αυτή προϋποθέσεων – και ότι η συνδέουσα την εργοληπτική εταιρεία και τα ως άνω τεχνικά στελέχη σύμβαση παροχής των υπηρεσιών τους, φέρει υποχρεωτικά εκ του νόμου και καθόσον αφορά την μεταξύ τους πραγματική σχέση το χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας.

Η κρίση για την ύπαρξη ή μη αυτής απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας μετ’ επίκληση από τους διαδίκους και απόδειξη ή μη των συστατικών αυτής περιστάσεων, δηλαδή της νομικής εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με την παροχή της εργασίας του σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, την υποχρέωσή του προς συμμόρφωση στις οδηγίες και τις εντολές αυτές και την αποδοχή του ελέγχου από τον εργοδότη (ΑΠ 2242/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: “Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] είναι ανώνυμη τεχνική εταιρεία, εργολήπτρια δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων. Την 1-6-2003 συνήψε προφορικώς με τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο] σύμβαση, βάσει της οποίας ο τελευταίος με την ιδιότητά του ως ηλεκτρολόγος μηχανικός ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει σε αυτήν την εργασία του κατά την εκτέλεση διαφόρων τεχνικών έργων.

Ειδικότερα ο ενάγων, ως εγγεγραμμένος στο “…” (Μ.Ε.Κ.) με αριθμό …, εντάχθηκε από της προσλήψεώς του στο μόνιμο επιστημονικό προσωπικό της εναγομένης και συνέτασσε τους προϋπολογισμούς των εξόδων των έργων, επέβλεπε δε ως βοηθός εργοταξιάρχη ή εργοταξιάρχης με την ως άνω ιδιότητά του την εκτέλεση των έργων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος (όπως η Αθήνα, η Λάρισα, η Άνδρος, η Χίος, η Λέρος), έχοντας την ευθύνη, πλην άλλων, της παροχής οδηγιών και εντολών προς το εργατοτεχνικό προσωπικό που χρησιμοποιούσε η εναγομένη για την εκτέλεση των έργων αυτών, της παραγγελίας των υλικών, της πληρωμής των εξόδων σύμφωνα με τα εγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα των έργων, τελώντας υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο της εναγομένης και δη του νομίμου εκπροσώπου της Α. Κ., όπως συνέβαινε, μεταξύ άλλων, και με τις “καταστάσεις εξόδων εργοταξίου και πιστωτικών τιμολογίων”, τις οποίες συνέτασσε (ο ενάγων) και υπέγραφε μετά από έλεγχο ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κάτωθι της ενδείξεως “Έλεγχος”.

Εξ άλλου ο ενάγων, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από την ένδικη σύμβαση εργασίας, απασχολείτο μονίμως και συνεχώς στους εκάστοτε εργοταξιακούς χώρους καθ’ όλη τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας του εργατοτεχνικού προσωπικού, ήτοι επί οκτάωρο ημερησίως κατά τις εργάσιμες ημέρες κάθε εβδομάδας, κατά δε τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες η εναγομένη δεν είχε αναλάβει την εκτέλεση κάποιου τεχνικού έργου απασχολείτο στα γραφεία της με το ίδιο ωράριο και κατά τις ίδιες ημέρες, εκτελώντας διοικητικά κυρίως καθήκοντα, υπό την καθοδήγηση της εναγομένης και δη του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της.

Παραλλήλως προς τα ανωτέρω καθήκοντά του ως υπάλληλος της εναγομένης ο ενάγων ασκούσε από 30-6-2003 έως τις 8-8-2008, οπότε παραιτήθηκε, κατόπιν της… …/8-8-2008 αιτήσεώς του προς το ΥΠΕΧΩΔΕ-ΓΓΔΕ (Διεύθυνση Μητρώων και Τεχνικών Επαγγελμάτων), και εκείνα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της. Η συμμετοχή του στη διοίκηση της εναγομένης εγένετο στα πλαίσια εφαρμογής του άρθρου 7 παρ. 7 εδ. α του π.δ. 472/1985. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό η εναγομένη, ως επιχείρηση εγγεγραμμένη στο “Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων” (Μ.Ε.ΕΠ.), ώφειλε να έχει στη διοίκησή της δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της με συνεχή απασχόληση και ενεργό συμμετοχή στο έργο της, όπως ήταν και ο ενάγων…

Η εναγομένη είχε υποβάλει στο ΥΠΕΧΩΔΕ ότι ο ενάγων ήταν στέλεχός της, ώστε να υποστηρίζει, βάσει του άρθρου 7 παρ. 12 του ως άνω π.δ., το εργοληπτικό πτυχίο της, όφειλε δε, κατόπιν της παραιτήσεως του ενάγοντος, να αναπληρώσει την έλλειψη εμπρόθεσμα, άλλως θα εκινείτο η διαδικασία της έκτακτης αναθεωρήσεως της επιχειρήσεως της στο Μ.Ε.ΕΠ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν σε 2.000 ευρώ, κατόπιν αυξήσεως από το Σεπτέμβριο 2007 σε 3.000 ευρώ, πλέον των νομίμων επιδομάτων, για την απόδειξη εισπράξεως του οποίου ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.

Το ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν εξαρτημένης εργασίας (αορίστου χρόνου) και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή σύμβαση έργου, όπως η εναγομένη επικαλείται αβάσιμα, συνάγεται από όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και δη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει το αναγκαίο για το χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στοιχείο της υποβολής του ενάγοντος σε νομική, ουσιαστική και ιδίως ποιοτική εξάρτηση από την εναγομένη και δη από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Α. Κ., αφού τελούσε υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες του ως προς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του, υπέκειτο σε συγκεκριμένο ωράριο (οκτάωρο) κατά τις εργάσιμες ημέρες κάθε εβδομάδος, απασχολούμενος είτε σε χώρους που του υπεδείκνυε η εναγομένη βάσει των τεχνικών έργων που είχε αναλάβει να εκτελέσει είτε στα γραφεία της, δεν απασχολήθηκε δε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του συμβάσεως σε άλλο εργοδότη, ενώ δεν ασκεί επιρροή για τον ως άνω χαρακτηρισμό της ένδικης σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας το γεγονός ότι ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για την καταβολή του μισθού του, υπό την προαναφερόμενη δε ιδιότητά του από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μετείχε και ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της. Ειδικότερα ο ανταποδεικτικός ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων από τον Ιούνιο 2003 έως τις 30-8-2007 παρείχε σε αυτήν τις υπηρεσίες του υπό τη μορφή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως εργοταξιάρχης μηχανικός και από 10-9-2007 έως 31-7-2008 δυνάμει συμβάσεων έργου/υπεργολαβιών και δη ότι αυτή (εναγομένη) υπέγραψε με την κοινοπραξία “Ε. Π.-Α. Π.”, η οποία είχε συσταθεί από τον ενάγοντα και τον αδελφό του Α. Π., τις από 10-9-2007 και 15-6-2008 συμβάσεις έργου-υπεργολαβίες για την εκτέλεση των εργασιών των έργων α) “…” και β) “Ολοκλήρωση συγκροτήματος Γυμνασίου-Λυκείου …”, τα οποία η ίδια είχε αναλάβει να εκτελέσει από την ανάδοχη κοινοπραξία “…” και την ανάδοχη εταιρία “… ΟΕ”, αντιστοίχως, δεν αποδείχθηκε, ενώ δεν αποδείχθηκε η σύσταση της επικαλούμενης από την εναγομένη κοινοπραξίας και δη ότι έχει κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό ούτε ότι έλαβε τέτοια κοινοπραξία αντίστοιχο Α.Φ.Μ. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στο υπό στοιχείο α) έργο από 3-7-2007 έως 31-8-2008 υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως βοηθός εργοταξιάρχη σύμφωνα με το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του έργου αυτού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα τους μηνιαίους μισθούς του εκ 3.000 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-7-2008 πλέον του δώρου Πάσχα 2008, έναντι των οποίων ουδέν κατέβαλε. Έτσι, λόγω της εξακολουθητικής παραβάσεως της εναγομένης να εκπληρώσει την υποχρέωση της περί καταβολής των ως άνω αποδοχών του, ο ενάγων εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την εργασία του στο έργο “…” ως βοηθός εργοταξιάρχη στις 31-7-2008, όπως προκύπτει από το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του εν λόγω έργου, γεγονός που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αορίστου χρόνου εκ μέρους της εναγομένης. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για τους μηνιαίους μισθούς του από 1-1-2008 έως 31-7-2008 το ποσό των 21.000 (7μ Χ 3.000) ευρώ, για δώρο Πάσχα 2008 1.500 (3.000 Χ 1/2) ευρώ, για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 948 (από 1-5-2008 έως 31-7-2008, ήτοι 75 ημέρες: 19 Χ 2/25 Χ 3.000 = 948) ευρώ και για νόμιμη αποζημίωση απόλυσης τις αποδοχές 3 μηνών + 1/6 για τα επιδόματα, ήτοι 10.500 [3.000 + 1/6 (3.000 : 6 = 500) 3.500 Χ 3μ] ευρώ”. Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή ερήμην της, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε μερικώς την αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για τις πιο πάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 33.948 ευρώ (21.000 + 1.500 + 948 + 10.500). Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό και συνακόλουθα ορθώς επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των (21.000 + 1.500 + 948 =) 23.448 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 31-7-2008. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 295/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του συνιστώντος αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ισχυρισμού της ότι δεν συνδεόταν με τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά ότι αυτός ήταν συνεταίρος και υπεργολάβος της, ήτοι: α) τις αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντος των ετών 2004, 2005 και 2006, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός δεν είχε σταθερές αποδοχές, β) δύο αποδείξεις ποσού 12.000 και 9.300 ευρώ αντιστοίχως που εισέπραξε από αυτήν ο ενάγων ως προκαταβολή των δύο κοινοπραξιών που αναφέρονται στο ιστορικό της αίτησης αναίρεσης και γ) αποδείξεις συνολικού ποσού 22.146,64 ευρώ για την εκτέλεση των εργασιών αυτών και αποδείξεις για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-7-2008 συνολικού ποσού 25.741 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος δεδομένου ότι δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το εφετείο έγγραφα, ώστε να προκύπτει αναμφίβολα η ταυτότητά τους. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και από “όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα” σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και οι προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα αποδείξεις, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 828/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι με αυτήν το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 10-9-2007 και από 15-6-2008 εγγράφων, τα οποία αυτή συνυπέγραψε με τον ενάγοντα και συγκεκριμένα με την κοινοπραξία “Ε. Π.-Α. Π.” και από τα οποία αποδεικνύεται “εγγράφως και περιτράνως”, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι κατά τον επίδικο χρόνο για τον οποίο ο αναιρεσίβλητος ζητεί μισθούς ήταν συνεταίρος και υπεργολάβος της, ενώ το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αυτό δεν συμβαίνει και ότι τα έγγραφα αυτά ουδέν αποδεικνύουν. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 648, 652 παρ. 1, 656 Α.Κ., 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 381/2012, ΑΠ 795/2007). Στην προκείμενη περίπτωση από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι “…λόγω της εξακολουθητικής παραβάσεως της εναγομένης να εκπληρώσει την υποχρέωση της περί καταβολής των ως άνω αποδοχών του, ο ενάγων εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την εργασία του στο έργο “…” ως βοηθός εργοταξιάρχη στις 31-7-2008, όπως προκύπτει από το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του εν λόγω έργου, γεγονός που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αορίστου χρόνου εκ μέρους της εναγομένης” και του επιδίκασε για το λόγο αυτό αποζημίωση απόλυσης ποσού 10.500 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην αρχή αυτής της σκέψης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι κατά την προαναφερθείσα έννοια των διατάξεων αυτών μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης. Εφόσον δε στις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν διαλαμβάνεται ότι διαπιστώθηκε τέτοια πρόθεση της εναγομένης εργοδότριας, δεν θεμελιώνεται βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της σύμβασης αυτής. Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω (τετάρτου) λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της (ήτοι κατά το μέρος που αφορά την αποζημίωση απόλυσης ποσού 10.500 ευρώ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, να συμψηφισθεί δε κατά τα λοιπά η δικαστική δαπάνη των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2227/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΗΓΗ: Τaxheaven.gr

Μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 648, 652 παρ. 1, 656 Α.Κ., 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για τον μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της, αλλά παρέχει στον μισθωτό το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 381/2012, ΑΠ 795/2007). Ολόκληρη η απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρει χαρακτηριστικά: Άρειος Πάγος 677/2017 Μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης. (Μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης.) Κατηγορία: Εργατικά – Απασχόληση Απόφαση 677 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 648, 652 παρ. 1, 656 Α.Κ., 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 381/2012, ΑΠ 795/2007). Εξαρτημένη εργασία Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή πάντως υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και ακόμη και εν μέρει το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ. ΑΠ 28/2005). Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ. ΑΠ 19/2007). ΑΠ 677/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία “…” και το διακριτικό τίτλο “………….” που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ………………. και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ………………. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 2227/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 2-2-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο τρίτος λόγος και να γίνουν δεκτοί οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή πάντως υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και ακόμη και εν μέρει το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ. ΑΠ 28/2005). Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ. ΑΠ 19/2007). Περαιτέρω με το άρθρο 7 του π.δ. 472/1985, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. τελ. ν. 1418/1984 “Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων”, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 368/1994, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ίδιας διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. τελ. ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 ν. 2229/1994 “Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 1418/1984 και άλλες διατάξεις” καθορίζονται τα κατώτατα όρια τεχνικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων, τα όρια της στελέχωσής τους από άλλο επιστημονικό ή τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, τα κατώτατα όρια κεφαλαίων, μηχανικού εξοπλισμού, ελάχιστης καθαρής θέσης και σύνθεσης οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων αυτών, που απαιτούνται για την εγγραφή τους στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.), η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη κατασκευής δημοσίων έργων. Με την παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται τα κατώτατα όρια βασικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων με τεχνικούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και με την παρ. 7 εδ. α έως ε ότι: “Όλες οι επιχειρήσεις του ΜΕΕΠ πρέπει να έχουν τεχνικό διευθυντή ένα από τα στελέχη τους τα εγγεγραμμένα στο ΜΕΚ. Δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας. Τα στελέχη της επιχείρησης των παραγράφων 1 και 2 έχουν συνεχή απασχόληση σ’ αυτή, μετέχουν ενεργά στο έργο της επιχείρησης, είναι ασφαλισμένα από την εργοληπτική επιχείρηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα και δεν μπορεί να απασχολούνται σε άλλη εργοληπτική επιχείρηση. Η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους, αποδεικνύεται από την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας ή του εταίρου της προσωπικής εταιρίας ή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ανάλογα με τη μορφή της εργοληπτικής επιχείρησης. Εφόσον τα στελέχη αυτά δεν έχουν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες, η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης αποδεικνύεται από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένη από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.”. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ως προϋπόθεση της εγγραφής της εργοληπτικής επιχείρησης στα Μητρώα Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) θεσπίζεται, εκτός των άλλων, η στελέχωσή της με, κατά τεκμήριο, ως εκ της εγγραφής τους στα Μ.Ε.Κ., έμπειρα στελέχη και η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης, θεωρουμένη ότι αποδεικνύεται είτε από την ιδιότητά τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του εταίρου της εργοληπτικής εταιρείας είτε από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αντίθετα όμως δεν συνάγεται από τις εν λόγω διατάξεις – με τις οποίες καθιερώνεται απλώς αποδεικτικός τύπος, προς απόδειξη ενώπιον του αποφασίζοντος την εγγραφή των εργοληπτικών εταιρειών στο Μ.Ε.ΕΠ. οργάνου πλήρωσης μίας εκ των για την εγγραφή αυτή προϋποθέσεων – και ότι η συνδέουσα την εργοληπτική εταιρεία και τα ως άνω τεχνικά στελέχη σύμβαση παροχής των υπηρεσιών τους, φέρει υποχρεωτικά εκ του νόμου και καθόσον αφορά την μεταξύ τους πραγματική σχέση το χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας. Η κρίση για την ύπαρξη ή μη αυτής απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας μετ’ επίκληση από τους διαδίκους και απόδειξη ή μη των συστατικών αυτής περιστάσεων, δηλαδή της νομικής εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με την παροχή της εργασίας του σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, την υποχρέωσή του προς συμμόρφωση στις οδηγίες και τις εντολές αυτές και την αποδοχή του ελέγχου από τον εργοδότη (ΑΠ 2242/2013). Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: “Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] είναι ανώνυμη τεχνική εταιρεία, εργολήπτρια δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων. Την 1-6-2003 συνήψε προφορικώς με τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο] σύμβαση, βάσει της οποίας ο τελευταίος με την ιδιότητά του ως ηλεκτρολόγος μηχανικός ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει σε αυτήν την εργασία του κατά την εκτέλεση διαφόρων τεχνικών έργων. Ειδικότερα ο ενάγων, ως εγγεγραμμένος στο “…” (Μ.Ε.Κ.) με αριθμό …, εντάχθηκε από της προσλήψεώς του στο μόνιμο επιστημονικό προσωπικό της εναγομένης και συνέτασσε τους προϋπολογισμούς των εξόδων των έργων, επέβλεπε δε ως βοηθός εργοταξιάρχη ή εργοταξιάρχης με την ως άνω ιδιότητά του την εκτέλεση των έργων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος (όπως η Αθήνα, η Λάρισα, η Άνδρος, η Χίος, η Λέρος), έχοντας την ευθύνη, πλην άλλων, της παροχής οδηγιών και εντολών προς το εργατοτεχνικό προσωπικό που χρησιμοποιούσε η εναγομένη για την εκτέλεση των έργων αυτών, της παραγγελίας των υλικών, της πληρωμής των εξόδων σύμφωνα με τα εγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα των έργων, τελώντας υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο της εναγομένης και δη του νομίμου εκπροσώπου της Α. Κ., όπως συνέβαινε, μεταξύ άλλων, και με τις “καταστάσεις εξόδων εργοταξίου και πιστωτικών τιμολογίων”, τις οποίες συνέτασσε (ο ενάγων) και υπέγραφε μετά από έλεγχο ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κάτωθι της ενδείξεως “Έλεγχος”. Εξ άλλου ο ενάγων, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από την ένδικη σύμβαση εργασίας, απασχολείτο μονίμως και συνεχώς στους εκάστοτε εργοταξιακούς χώρους καθ’ όλη τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας του εργατοτεχνικού προσωπικού, ήτοι επί οκτάωρο ημερησίως κατά τις εργάσιμες ημέρες κάθε εβδομάδας, κατά δε τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες η εναγομένη δεν είχε αναλάβει την εκτέλεση κάποιου τεχνικού έργου απασχολείτο στα γραφεία της με το ίδιο ωράριο και κατά τις ίδιες ημέρες, εκτελώντας διοικητικά κυρίως καθήκοντα, υπό την καθοδήγηση της εναγομένης και δη του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της. Παραλλήλως προς τα ανωτέρω καθήκοντά του ως υπάλληλος της εναγομένης ο ενάγων ασκούσε από 30-6-2003 έως τις 8-8-2008, οπότε παραιτήθηκε, κατόπιν της… …/8-8-2008 αιτήσεώς του προς το ΥΠΕΧΩΔΕ-ΓΓΔΕ (Διεύθυνση Μητρώων και Τεχνικών Επαγγελμάτων), και εκείνα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της. Η συμμετοχή του στη διοίκηση της εναγομένης εγένετο στα πλαίσια εφαρμογής του άρθρου 7 παρ. 7 εδ. α του π.δ. 472/1985. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό η εναγομένη, ως επιχείρηση εγγεγραμμένη στο “Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων” (Μ.Ε.ΕΠ.), ώφειλε να έχει στη διοίκησή της δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της με συνεχή απασχόληση και ενεργό συμμετοχή στο έργο της, όπως ήταν και ο ενάγων… Η εναγομένη είχε υποβάλει στο ΥΠΕΧΩΔΕ ότι ο ενάγων ήταν στέλεχός της, ώστε να υποστηρίζει, βάσει του άρθρου 7 παρ. 12 του ως άνω π.δ., το εργοληπτικό πτυχίο της, όφειλε δε, κατόπιν της παραιτήσεως του ενάγοντος, να αναπληρώσει την έλλειψη εμπρόθεσμα, άλλως θα εκινείτο η διαδικασία της έκτακτης αναθεωρήσεως της επιχειρήσεως της στο Μ.Ε.ΕΠ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν σε 2.000 ευρώ, κατόπιν αυξήσεως από το Σεπτέμβριο 2007 σε 3.000 ευρώ, πλέον των νομίμων επιδομάτων, για την απόδειξη εισπράξεως του οποίου ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Το ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν εξαρτημένης εργασίας (αορίστου χρόνου) και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή σύμβαση έργου, όπως η εναγομένη επικαλείται αβάσιμα, συνάγεται από όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και δη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει το αναγκαίο για το χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στοιχείο της υποβολής του ενάγοντος σε νομική, ουσιαστική και ιδίως ποιοτική εξάρτηση από την εναγομένη και δη από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Α. Κ., αφού τελούσε υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες του ως προς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του, υπέκειτο σε συγκεκριμένο ωράριο (οκτάωρο) κατά τις εργάσιμες ημέρες κάθε εβδομάδος, απασχολούμενος είτε σε χώρους που του υπεδείκνυε η εναγομένη βάσει των τεχνικών έργων που είχε αναλάβει να εκτελέσει είτε στα γραφεία της, δεν απασχολήθηκε δε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του συμβάσεως σε άλλο εργοδότη, ενώ δεν ασκεί επιρροή για τον ως άνω χαρακτηρισμό της ένδικης σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας το γεγονός ότι ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για την καταβολή του μισθού του, υπό την προαναφερόμενη δε ιδιότητά του από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μετείχε και ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της. Ειδικότερα ο ανταποδεικτικός ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων από τον Ιούνιο 2003 έως τις 30-8-2007 παρείχε σε αυτήν τις υπηρεσίες του υπό τη μορφή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως εργοταξιάρχης μηχανικός και από 10-9-2007 έως 31-7-2008 δυνάμει συμβάσεων έργου/υπεργολαβιών και δη ότι αυτή (εναγομένη) υπέγραψε με την κοινοπραξία “Ε. Π.-Α. Π.”, η οποία είχε συσταθεί από τον ενάγοντα και τον αδελφό του Α. Π., τις από 10-9-2007 και 15-6-2008 συμβάσεις έργου-υπεργολαβίες για την εκτέλεση των εργασιών των έργων α) “…” και β) “Ολοκλήρωση συγκροτήματος Γυμνασίου-Λυκείου …”, τα οποία η ίδια είχε αναλάβει να εκτελέσει από την ανάδοχη κοινοπραξία “…” και την ανάδοχη εταιρία “… ΟΕ”, αντιστοίχως, δεν αποδείχθηκε, ενώ δεν αποδείχθηκε η σύσταση της επικαλούμενης από την εναγομένη κοινοπραξίας και δη ότι έχει κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό ούτε ότι έλαβε τέτοια κοινοπραξία αντίστοιχο Α.Φ.Μ. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στο υπό στοιχείο α) έργο από 3-7-2007 έως 31-8-2008 υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως βοηθός εργοταξιάρχη σύμφωνα με το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του έργου αυτού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα τους μηνιαίους μισθούς του εκ 3.000 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-7-2008 πλέον του δώρου Πάσχα 2008, έναντι των οποίων ουδέν κατέβαλε. Έτσι, λόγω της εξακολουθητικής παραβάσεως της εναγομένης να εκπληρώσει την υποχρέωση της περί καταβολής των ως άνω αποδοχών του, ο ενάγων εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την εργασία του στο έργο “…” ως βοηθός εργοταξιάρχη στις 31-7-2008, όπως προκύπτει από το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του εν λόγω έργου, γεγονός που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αορίστου χρόνου εκ μέρους της εναγομένης. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για τους μηνιαίους μισθούς του από 1-1-2008 έως 31-7-2008 το ποσό των 21.000 (7μ Χ 3.000) ευρώ, για δώρο Πάσχα 2008 1.500 (3.000 Χ 1/2) ευρώ, για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 948 (από 1-5-2008 έως 31-7-2008, ήτοι 75 ημέρες: 19 Χ 2/25 Χ 3.000 = 948) ευρώ και για νόμιμη αποζημίωση απόλυσης τις αποδοχές 3 μηνών + 1/6 για τα επιδόματα, ήτοι 10.500 [3.000 + 1/6 (3.000 : 6 = 500) 3.500 Χ 3μ] ευρώ”. Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή ερήμην της, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε μερικώς την αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για τις πιο πάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 33.948 ευρώ (21.000 + 1.500 + 948 + 10.500). Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό και συνακόλουθα ορθώς επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των (21.000 + 1.500 + 948 =) 23.448 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 31-7-2008. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 295/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του συνιστώντος αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ισχυρισμού της ότι δεν συνδεόταν με τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά ότι αυτός ήταν συνεταίρος και υπεργολάβος της, ήτοι: α) τις αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντος των ετών 2004, 2005 και 2006, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός δεν είχε σταθερές αποδοχές, β) δύο αποδείξεις ποσού 12.000 και 9.300 ευρώ αντιστοίχως που εισέπραξε από αυτήν ο ενάγων ως προκαταβολή των δύο κοινοπραξιών που αναφέρονται στο ιστορικό της αίτησης αναίρεσης και γ) αποδείξεις συνολικού ποσού 22.146,64 ευρώ για την εκτέλεση των εργασιών αυτών και αποδείξεις για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-7-2008 συνολικού ποσού 25.741 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος δεδομένου ότι δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το εφετείο έγγραφα, ώστε να προκύπτει αναμφίβολα η ταυτότητά τους. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και από “όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα” σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και οι προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα αποδείξεις, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 828/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι με αυτήν το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 10-9-2007 και από 15-6-2008 εγγράφων, τα οποία αυτή συνυπέγραψε με τον ενάγοντα και συγκεκριμένα με την κοινοπραξία “Ε. Π.-Α. Π.” και από τα οποία αποδεικνύεται “εγγράφως και περιτράνως”, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι κατά τον επίδικο χρόνο για τον οποίο ο αναιρεσίβλητος ζητεί μισθούς ήταν συνεταίρος και υπεργολάβος της, ενώ το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αυτό δεν συμβαίνει και ότι τα έγγραφα αυτά ουδέν αποδεικνύουν. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 648, 652 παρ. 1, 656 Α.Κ., 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 381/2012, ΑΠ 795/2007). Στην προκείμενη περίπτωση από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι “…λόγω της εξακολουθητικής παραβάσεως της εναγομένης να εκπληρώσει την υποχρέωση της περί καταβολής των ως άνω αποδοχών του, ο ενάγων εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την εργασία του στο έργο “…” ως βοηθός εργοταξιάρχη στις 31-7-2008, όπως προκύπτει από το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του εν λόγω έργου, γεγονός που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αορίστου χρόνου εκ μέρους της εναγομένης” και του επιδίκασε για το λόγο αυτό αποζημίωση απόλυσης ποσού 10.500 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην αρχή αυτής της σκέψης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι κατά την προαναφερθείσα έννοια των διατάξεων αυτών μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης. Εφόσον δε στις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν διαλαμβάνεται ότι διαπιστώθηκε τέτοια πρόθεση της εναγομένης εργοδότριας, δεν θεμελιώνεται βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της σύμβασης αυτής. Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω (τετάρτου) λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της (ήτοι κατά το μέρος που αφορά την αποζημίωση απόλυσης ποσού 10.500 ευρώ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, να συμψηφισθεί δε κατά τα λοιπά η δικαστική δαπάνη των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2227/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΠΗΓΗ: Τaxheaven.gr

O Αργύρης Πανταζάρας για τον γάμο του με τη Σίσσυ Τουμάση: «Το κάναμε σαν να κλεφτήκαμε, χωρίς να το ξέρει κανένας»

0

Ο Αργύρης Πανταζάρας μίλησε στο «Καλύτερα δε Γίνεται» και στη Ναταλία Αργυράκη. Ο γνωστός ηθοποιός αναφέρθηκε στην υποκριτική, στη μυθοπλασία αλλά και στον γάμο του με τη Σίσσυ Τουμάση.

«Μου αρέσει που θυμάμαι πως όλο αυτό το κάναμε για να γιορτάσουμε την αγάπη. Το κάναμε με τον δικό μας τρόπο στα μέσα της σεζόν, σαν να κλεφτήκαμε, χωρίς να το ξέρει κανένας», ανέφερε για τον μυστικό του γάμο με την ηθοποιό.

«Ταξιδέψαμε, πήραμε την οικογένεια και τους κάναμε ένα δώρο ταξίδι, γυρίσαμε παντρεμένοι. Σε μια εποχή που όλοι φοβούνται τη δέσμευση, φοβούνται τους γάμους, τις τελετές, για μένα σημαίνει πως για να το κάνεις αυτό γιορτάζεις την ένωση, την δέσμευση και δεσμεύομαι απέναντί σου όσο πάει. Άλλο δεσμευμένος και άλλο δέσμιος», ξεκαθάρισε ο Αργύρης Πανταζάρας μιλώντας στην εκπομπή του Alpha.

Δείτε το βίντεο: