Εργαστηριακοί έλεγχοι του Γενικού Χημείου του Κράτους εντόπισαν συγκέντρωση υδραργύρου πάνω από τα επιτρεπόμενα όρια σε παρτίδα κατεψυγμένου ξιφία
Η σημερινή ανάκληση κατεψυγμένου ξιφία από τον Ε.Φ.Ε.Τ. (δείτε παρακάτω φωτογραφία) έφερε στο προσκήνιο ακόμη ένα περιστατικό υπέρβασης των ανώτατων επιτρεπόμενων ορίων υδραργύρου σε μεγάλα αρπακτικά ψάρια. Το προϊόν που κρίθηκε μη ασφαλές είναι το «ΞΙΦΙΑΣ ΦΕΤΑ SHRINK 1019» (fourfish), προέλευσης Ατλαντικού Ωκεανού FAO 34 και Ειρηνικού Ωκεανού FAO 87, με ημερομηνία κατάψυξης 05-02-2025, ημερομηνία ανάλωσης 05-02-2027 και αριθμό παρτίδας LOT 11126.
Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση Ηπείρου του Ε.Φ.Ε.Τ. στο πλαίσιο του προγράμματος επίσημου ελέγχου για την παρακολούθηση χημικών παραμέτρων ασφάλειας τροφίμων και ειδικότερα για τον προσδιορισμό μετάλλων σε τρόφιμα για το έτος 2026. Το προϊόν είχε συσκευαστεί από την εταιρεία Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ Α.Ε. με κωδικό έγκρισης GR 02-ΚΝ-07 για λογαριασμό της εταιρείας FOUR FISH στην Αθήνα και διακινήθηκε στην εταιρεία ΠΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ Α.Ε. στη ΒΙΠΕ Ιωαννίνων, όπου πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος.
Οι εργαστηριακές αναλύσεις του Α’ Τμήματος της Χημικής Υπηρεσίας Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας του Γενικού Χημείου του Κράτους κατέδειξαν ότι το δείγμα περιείχε συγκέντρωση υδραργύρου υψηλότερη από το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Για τον λόγο αυτό το προϊόν χαρακτηρίστηκε «ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟ – ΜΗ ΑΣΦΑΛΕΣ» και ο Ε.Φ.Ε.Τ. απαίτησε την άμεση ανάκληση ολόκληρης της συγκεκριμένης παρτίδας από την αγορά. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ελληνικές αρχές εντοπίζουν επικίνδυνα επίπεδα υδραργύρου σε αλιεύματα. Τον Ιούλιο του 2025, μετά από ανάκληση ψαριού ισπανικής προέλευσης που είχε διατεθεί στην ελληνική αγορά, ο Ε.Φ.Ε.Τ. ενημέρωσε και την ευρωπαϊκή πύλη ταχείας ειδοποίησης για επικίνδυνα τρόφιμα (RASFF) για σοβαρό κίνδυνο από παρουσία υδραργύρου.
Το προϊόν είχε αποσυρθεί από τα ράφια στις 24 Ιουνίου 2025 και είχε χαρακτηριστεί «ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟ – ΜΗ ΑΣΦΑΛΕΣ», χωρίς αρχικά να δημοσιοποιηθεί η ακριβής συγκέντρωση του μετάλλου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που κοινοποιήθηκαν αργότερα στην ευρωπαϊκή πλατφόρμα, η περιεκτικότητα σε υδράργυρο έφθανε τα 1,40 mg/kg, όταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 1 mg/kg, καταγράφοντας υπέρβαση κατά 40%. Η έκθεση σε υδράργυρο συνδέεται με τοξικές επιδράσεις στο νευρικό, πεπτικό και ανοσοποιητικό σύστημα, καθώς και με βλάβες σε πνεύμονες, νεφρά, δέρμα και μάτια, ενώ ιδιαίτερα ευάλωτα θεωρούνται τα έμβρυα, τα βρέφη και τα μικρά παιδιά λόγω των επιπτώσεων στη νευρολογική ανάπτυξη.
Ο υδράργυρος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χημικά προβλήματα ασφάλειας στα θαλασσινά και ιδιαίτερα στα μεγάλα σαρκοφάγα ψάρια όπως ο ξιφίας, ο τόνος και ο καρχαρίας. Στο θαλάσσιο περιβάλλον μετατρέπεται σε μεθυλυδράργυρο, μορφή που απορροφάται εύκολα από τους οργανισμούς και συσσωρεύεται προοδευτικά στην τροφική αλυσίδα. Όσο μεγαλύτερο είναι το ψάρι και όσο περισσότερα χρόνια ζει, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα υψηλών συγκεντρώσεων.
Η χρόνια έκθεση σε μεθυλυδράργυρο συνδέεται με νευρολογικές διαταραχές, προβλήματα μνήμης, διαταραχές συγκέντρωσης, αισθητηριακές βλάβες, μυϊκή αδυναμία και βλάβες στο νευρικό σύστημα. Οι έγκυες γυναίκες, τα βρέφη και τα μικρά παιδιά θεωρούνται οι πιο ευάλωτες ομάδες, καθώς ο μεθυλυδράργυρος μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος του εμβρύου και των ανηλίκων. Η υπερβολική έκθεση έχει συσχετιστεί και με καρδιαγγειακές επιπτώσεις καθώς και με διαταραχές στη λειτουργία των νεφρών.
Δείτε την ανακοίνωση:
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει ανώτατα επιτρεπόμενα όρια για βαρέα μέταλλα στα τρόφιμα μέσω του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/915, ο οποίος καθορίζει τα μέγιστα επίπεδα επιμολυντών στα τρόφιμα. Για ορισμένα μεγάλα αρπακτικά ψάρια, μεταξύ αυτών και ο ξιφίας, επιτρέπονται υψηλότερα όρια υδραργύρου σε σχέση με άλλα είδη λόγω της γνωστής βιοσυσσώρευσης. Ωστόσο, όταν οι εργαστηριακές αναλύσεις εντοπίζουν συγκεντρώσεις άνω των προβλεπόμενων τιμών, το προϊόν θεωρείται αυτομάτως μη ασφαλές και ενεργοποιούνται διαδικασίες ανάκλησης και ιχνηλασιμότητας.
Για τις επιχειρήσεις αλιείας, εισαγωγής, επεξεργασίας και διακίνησης αλιευμάτων, τα περιστατικά αυτά αναδεικνύουν τη σημασία της συστηματικής διαχείρισης χημικών κινδύνων. Η εφαρμογή διαδικασιών HACCP, η αξιολόγηση προμηθευτών, η επιλογή αλιευτικών περιοχών χαμηλότερου περιβαλλοντικού φορτίου, οι περιοδικοί εργαστηριακοί έλεγχοι και η πλήρης ιχνηλασιμότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας αποτελούν βασικά μέτρα πρόληψης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η δειγματοληψία ανά παρτίδα σε είδη υψηλού κινδύνου, καθώς και η τήρηση αρχείων για προέλευση, ημερομηνίες κατάψυξης, μεταποίησης και διακίνησης. Η διαχείριση ανακλήσεων απαιτεί επίσης άμεση ενημέρωση των πελατών και των αρμόδιων αρχών, απομόνωση των αποθεμάτων, ανάσχεση της διανομής και καταγραφή των ποσοτήτων που έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά. Η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών ανάκλησης αποτελεί κρίσιμο στοιχείο συμμόρφωσης κατά τους επίσημους ελέγχους των αρμόδιων αρχών.
Οι καταναλωτές που έχουν προμηθευτεί το συγκεκριμένο προϊόν καλούνται να μην το καταναλώσουν. Συνιστάται να ελέγξουν τη συσκευασία για τον αριθμό παρτίδας LOT 11126 και τις σχετικές ημερομηνίες και να το επιστρέψουν στο σημείο αγοράς. Οι ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, ιδιαίτερα οι έγκυες γυναίκες και τα μικρά παιδιά, θα πρέπει να ακολουθούν τις διατροφικές οδηγίες για περιορισμένη κατανάλωση μεγάλων αρπακτικών ψαριών και να προτιμούν είδη με χαμηλότερα επίπεδα υδραργύρου.
Οι επίσημοι έλεγχοι για βαρέα μέταλλα στα τρόφιμα αποτελούν μέρος των εθνικών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων παρακολούθησης της ασφάλειας τροφίμων και πραγματοποιούνται τόσο σε εγχώρια όσο και σε εισαγόμενα προϊόντα. Στα αλιεύματα, οι έλεγχοι επικεντρώνονται κυρίως σε είδη που είναι γνωστό ότι εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο βιοσυσσώρευσης μετάλλων λόγω της θέσης τους στην τροφική αλυσίδα και της γεωγραφικής προέλευσης των αλιευμάτων.
