«Να σου κλείσω την πόρτα;»-«Γιατί; Για να μην μπει ο Χάρος; Έννοια σου και τον έχω. Τον νικάω!»: Ο Χωμενίδης γράφει για τον Μίκη Θεοδωράκη

5 Σεπτεμβρίου, 2021 1:17 ΜΜ
More videos

Το γράμμα που του είχε στείλει ο Μίκης Θεοδωράκης στις αρχές του 2019, μετά την ανάγνωση του πιο πρόσφατου βιβλίου του κοινοποίησε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης.

Μάλιστα, ο συγγραφέας αναφέρει και μερικές στιχομυθίες που είχε με τον μεγάλο μουσικοσυνθέτη που έφυγε από τη ζωή στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 και για τα οποία έγραψε στην εφημερίδα «Τα Νέα».

Ειδικότερα, όπως ανέφερε στην ανάρτησή του ο Χρήστος Χωμενίδης:

«Για τον Μίκη, με τον Μίκη. Σήμερα στα «Νέα».

ΣΑΝ ΝΑ ΜΑΣ ΦΩΤΙΖΕ ΑΠΛΕΤΟ ΦΩΣ

«Έχεις ένα γράμμα από τον Μίκη Θεοδωράκη.» Ανοίγω τον φάκελο.

«Αγαπητέ μου Χρήστο Χωμενίδη, το βιβλίο σου το έχω μήνες τώρα στο πλευρό μου… Κατά καιρούς σού έγραφα όμως δεν στα έστελνα, γιατί δεν με ικανοποιούσαν. Γιατί; Γιατί έγραψες ένα αριστούργημα και ό,τι και αν σού πω θα είναι λίγο. Το βιβλίο σου είναι κλασικό με την έννοια του χρόνου. Θα παραμείνει…»

Μένω άναυδος. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω, οι φράσεις του χορεύουν εμπρός στα μάτια μου. Το να ονομάζει ο Μίκης τον «Φοίνικά» μου αριστούργημα – σε ποια μεγαλύτερη τιμή θα μπορούσα να ελπίζω;

Λουσμένος με χρυσόσκονη, εν θερμώ, τού απαντάω.

«… Εάν εσύ, Μίκη, έζησες -όπως μού γράφεις- με Σολωμό, Παλαμά, Σικελιανό και Καρυωτάκη, εγώ έζησα με εσένα. Απ’τα δικά σου χέρια πήρα τη σκυτάλη τού απολλώνειου και του διονυσιακού. Της ελληνικής δηλαδή κοσμαντίληψης…

Το πρωί της 24ης Ιουλίου, οκτώ χρονών ήμουν, ξύπνησα και μού ανακοίνωσαν ότι είχαμε Δημοκρατία. Θυμάμαι τη μαμά μου να βάζει στο πικάπ, στη διαπασών, έναν παλιό σου δίσκο. Όχι με αγωνιστικά αλλά με χαρούμενα, με ξένοιαστα τραγούδια. Τη Μυρτιά, τη Μαργαρίτα-Μαργαρώ… Μαγεύτηκα.

Ήταν σαν να είχαν γκρεμιστεί όλοι οι τοίχοι και να φυσούσε μες στο σπίτι μας το δροσερότερο μελτέμι. Σαν να μάς φώτιζε άπλετο φως. “Είχα μιά θάλασσα στο νου κι ένα περβόλι του ουρανού…” Έτσι μού αποκαλύφθηκε το ελληνικό καλοκαίρι…»

Του το ταχυδρομώ. Κάποιες μέρες αργότερα, μού τηλεφωνεί ο φύλακας-άγγελός του. Η Ρένα Παρμενίδου. «Ο Μίκης θα ήθελε να σάς συναντήσει. Μπορείτε το Σάββατο, στις έξι το απόγευμα;» Αν μπορώ;

Νοιώθω λες και πηγαίνω σε ερωτικό ραντεβού. Δεν γίνεται να εμφανιστώ με άδεια χέρια – κάτι πρέπει να του πάρω! Ένα βιβλίο; Ένα ντιβιντί; (Ξέρω ότι διαβάζει μανιωδώς και παρακολουθεί, ξάγρυπνος μέχρι αργά τη νύχτα, ταινίες…) Σταματάω κάτω από την Πλατεία Συντάγματος και του αγοράζω ένα μπουκέτο αγριολούλουδα. Πρώιμα, αναγγέλλουν την άνοιξη του 2019.

Το σπίτι του, στην οδό Επιφανούς 1, στέκει σαν κάστρο, σαν παράρτημα της Ακρόπολης. Το εσωτερικό του εντούτοις δεν έχει τίποτα το πολυτελές. Τις προηγούμενες δύο φορές που τον είχα επισκεφθεί, είχαμε μείνει στο ισόγειο. Εκείνος ανακαθισμένος σε ένα στενό ντιβάνι, εγώ σε μια καρέκλα απέναντί του. Πίσω το πιάνο, πάντοτε ανοιχτό, με μία παρτιτούρα επάνω του. Και οι φωτογραφίες των εγγονών του.

Τώρα με υποδέχονται δυό μεγάλα φιλικά σκυλιά και μια χαμογελαστή ξένη κοπέλα. Με παραδίδει σε έναν κύριο, ο οποίος με οδηγεί σε ένα ασανσέρ βιδωμένο στον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού, στο οποίο ίσα-ίσα χωράω. «Πατήστε το κουμπί 1» μού λέει. Βρίσκομαι μόνος μου στον πρώτο όροφο, σε μιάν ευρύχωρη παλιά κουζίνα. Διστάζω προς τα πού να κατευθυνθώ, ποια πόρτα να χτυπήσω.

Ακούω τη φωνή της Ρένας Παρμενίδου. «Ελάτε, ελάτε! Εδώ είμαστε!» Μπαίνω στην κάμαρα τού Μίκη. «Πείτε τα» κάνει η Ρένα και αποχωρεί.

Ίδιος λιοντάρι ξαπλωμένος στο φαρδύ κρεββάτι του. Φοράει μεταξωτές πυζάμες. Τα μαλλιά του χύνονται στο μαξιλάρι. Τα μπράτσα του είναι τρυπημένα από τις πεταλούδες του νοσοκομείου, τα δάχτυλά του ωστόσο και τα νύχια του φαίνονται δυνατά, νεανικά.

«Καλοσώρισες!» μού χαμογελάει. «Ψήλωσες!» με πειράζει. «Δεν θα σάς φτάσω φοβάμαι…» «Όχι πληθυντικοί και αηδίες! Μίκη θα με λες! Μακάρι να μπορούσα να σηκωθώ, να μετρηθούμε…» λέει με ευδιάκριτη πίκρα.

Και ξεκινάει. Να μού μιλάει -χειμαρρώδης όπως πάντα- για τα παιδικά του χρόνια, για το ξύπνημα της εφηβείας, για τα πρώτα βαλσάκια που συνέθετε στο βιολί του και οι γονείς του χόρευαν στο στενό σαλόνι τους. Στην Πάτρα, στην Κεφαλλονιά, στην Τρίπολη. «Όταν πεθάνω, εκεί θέλω να βρεθώ. Εγώ με το δοξάρι στο χέρι και η μαμά με τον μπαμπά να λικνίζονται… Εάν κάτι έκαναν καλό οι Γερμανοί ήταν σινεμά. Προπαγανδιστικός μεν ο κινηματογράφος τους αλλά εντυπωσιακότατος – κατέφυγαν μετά οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί του στο Χόλλυγουντ και του έδωσαν νέα πνοή! Στην Τρίπολη, που λες, επί Κατοχής, είχαν φέρει τη “Ζωή του Μπετόβεν”. Πήγα με τον πατέρα μου και είδα, στο φινάλε, τον Μπετόβεν να κατεβαίνει μια μαρμάρινη σκάλα ενώ ακουγόταν η “Ενάτη Συμφωνία”. Συγκλονίστηκα! Άλλαξε, μέσα σε πέντε λεπτά, η ζωή μου! Τόσο ταράχτηκα που ανέβασα ψηλό πυρετό. Μόλις συνήλθα, λέω στον μπαμπά: “θα γίνω Μπετόβεν”. “Ο Μπετόβεν είναι ένας!” μού απαντάει. “Ένας ο Μπετόβεν κι ένας ο Μίκης!”….» Σταματάει, πίνει μια γουλιά νερό. Στον τοίχο απέναντι του, ένας χάρτης τού γαλαξία. Μα αντί για αστερισμούς, τα έργα του. Το «Άξιον Εστί» Μεγάλη Άρκτος, το «Μαουτχάουζεν» Κύκνος…

«Μα δεν σε φώναξα απόψε για να φλυαρήσουμε!» μού λέει. «Θέλω να μού διαβάσεις μια παράγραφο από το βιβλίο σου. Να την ακούσω με τη φωνή σου…» Βγάζει κάτω από τα σκεπάσματα τον «Φοίνικα». Έχει σημαδέψει τη σελίδα. «Υπό έναν όρον» τού κάνω. «Θα μού τραγουδήσεις κι εσύ, Μίκη, κάτι δικό σου.» «Πρώτα εσύ!» χαμογελάει πονηρά. Αισθάνομαι σαν μέσα σε όνειρο. Ξεκινάω.

«… Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί για χάρη τίνος δημιουργούμε. Για τον εαυτό μας; Για το κοινό; Από ανάγκη ή από φιλοδοξία; Καταλήγω ότι δημιουργούμε για το έργο το ίδιο… Το έργο μάς διαλέγει για να τού δώσουμε υλική υπόσταση. Κατασπαράζει τις σάρκες μας για να φτιάξει δικές του, ρουφάει το αίμα μας και τον αέρα που αναπνέουμε, ξαπλώνει ανάμεσα σε εμάς και στις γυναίκες μας και τελικά, με μια κλωτσιά, μάς πετάει από το κρεββάτι. Το έργο είναι τύραννος, ανθρωποφάγος – σε τρομάζω; …»

«Σειρά σου. Πες μου τα πρώτα μουσικά μέτρα από τον “Επιτάφιο”» τού ζητάω. «Την εισαγωγή από το “Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου”.» «Πάρα-πάρα-παμ-παμ…» σιγοτραγουδάει.

Μου έρχεται αίφνης φαεινή ιδέα. «Γιατί δεν γράφεις, Μίκη, ένα καινούργιο τραγούδι; Και τώρα αμέσως, άμα θες! Θα σε βοηθήσω όπως μπορώ, θα βρούμε μαζί τους στίχους…»

Το βλέμμα του για πρώτη φορά σκοτεινιάζει. «Ξέρεις τι σημαίνει» μού λέει «να ξυπνάς ένα πρωί και να’σαι ενενηνταπέντε χρονών; Θα μπορούσα να φτιάξω και ένα και δέκα και εκατό τραγούδια ακόμα – κατέχω την τέχνη. Μα θα ήταν κατασκευές. Το πέλαγος μου έχει πιά σωθεί… Αρμενίστε εσείς, στα δικά σας πελάγη…»

Δεν είναι ο Μίκης που γνωρίζω. Μα είναι, σε εκείνα τα λόγια του, ο πιο ειλικρινής -και ο πιο γενναίος άρα- Μίκης.

«Κουράστηκα τώρα. Πήγαινε…» μού κάνει. «Θα τα πούμε μιάν άλλη φορά…» Δεν θα υπήρχε άλλη φορά. Το ξέραμε και οι δύο. «Να σου κλείσω την πόρτα;» τον ρωτάω. «Γιατί; Για να μην μπει ο Χάρος; Έννοια σου και τον έχω. Τον νικάω!».