ΕλλάδαΛευτέρης Κογκαλίδης: Πέθανε σε ηλικία 83 ετών ο γνωστός δημοσιογράφος και ραδιοτηλεοπτικός...

Λευτέρης Κογκαλίδης: Πέθανε σε ηλικία 83 ετών ο γνωστός δημοσιογράφος και ραδιοτηλεοπτικός παραγωγός

Πέθανε ο Λευτέρης Κογκαλίδης – Η πορεία του σπουδαίου δημοσιογράφου, ραδιοτηλεοπτικού παραγωγού και συλλέκτη

Κατείχε μοναδικής αξίας δημιουργίες της παγκόσμιας μουσικής σκηνής και του κινηματογράφου.

Ο γνωστός δημοσιογράφος και ραδιοτηλεοπτικός παραγωγός Λευτέρης Κογκαλίδης απεβίωσε σε ηλικία 83 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα πολυσχιδές έργο που σφράγισε τη δημόσια ραδιοτηλεόραση στην Ελλάδα και ενίσχυσε το πολιτιστικό απόθεμα της χώρας.

kogalidis 980x1027 1

Έφυγε από τη ζωή ο γνωστός δημοσιογράφος, ραδιοτηλεοπτικός παραγωγός και συλλέκτης μοναδικής αξίας δημιουργιών της παγκόσμιας μουσικής και του κινηματογράφου Λευτέρης Κογκαλίδης.

Ο Λευτέρης Κογκαλίδης εργάστηκε επί χρόνια στην ΕΡΤ3 ως αρχισυντάκτης ειδήσεων, διευθυντής τηλεόρασης, διευθυντής δημοσίων και διεθνών σχέσεων συνδέοντας απόλυτα την καριέρα του με το τρίτο κανάλι της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης.

Η ανακοίνωση της ΕΣΗΕΜΘ

Ανακοίνωση με την οποία εκφράζει ειλικρινή συλλυπητήρια στους οικείους του εκλιπόντος εξέδωσε η ΕΣΗΕΜΘ και μεταξύ άλλων αναφέρει: «Η Ένωση Συντακτών Μακεδονίας-Θράκης αποχαιρετά με μεγάλη θλίψη τον δημοσιογράφο Λευτέρη Κογκαλίδη, που πέθανε σήμερα σε ηλικία 83 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα πολυσχιδές και τεράστιο έργο που σφράγισε την ιστορία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στην Ελλάδα, ενίσχυσε το πολιτιστικό απόθεμα της χώρας και πολλαπλασίασε τις γέφυρες της επικοινωνίας της με τη διεθνή σκηνή».

Όπως έγινε γνωστό η κηδεία του θα γίνει αύριο, Τρίτη 2 Ιουνίου, στις 12.30, από τον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Καλαμαριά.

kogalidis kogalidis kostalas 1024x696 1

kongalidis kogkalidis dimosiografos

Η συναρπαστική ζωή του Λευτέρη Κογκαλίδη

Ο σπουδαίος ραδιοφωνικός και μουσικός παραγωγός με την τεράστια ιστορία αφηγήθηκε τη συναρπαστική ζωή του το 2020 στην Parallaxi και τον Γιώργο Τούλα, σε ένα μεγάλο αφιέρωμα- εξομολόγηση: «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην περιοχή του Ντεπώ. Μια γειτονιά χωρίς πολλά παιδιά. Όλη μέρα ήμουν μόνος μου, οπότε ή θα ήμουν στον κήπο ή θα άκουγα ραδιόφωνο….» είχε αναφέρει μεταξύ άλλων.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης είχε πει: «Είχα ένα ημερολόγιο που κατέγραφα τα τραγούδια που άκουγα είτε από τον στρατιωτικό ραδιοφωνικό σταθμό (πριν από την ΥΕΝΕΔ) είτε από το ΕΙΡ. Σιγά-σιγά είχα καταγράψει όλα τα τραγούδια που είχαν οι δύο ραδιοφωνικοί σταθμοί και μετά στράφηκα στο 2ο πρόγραμμα της Αθήνας, το οποίο είχε εντελώς διαφορετικά πράγματα και μουσικές. Ήταν πιο καινούργιες. Τις έπαιρναν κατευθείαν από τις εταιρείες δίσκων…»

Αναφερόμενος στις επιρροές του στη δημοσιογραφία είχε σημειώσει σχετικά ότι «με επηρέασαν και ήταν σοφοί δάσκαλοι για μένα ο Ηλίας Κύρου, ο Τάκης Ζαφειρόπουλος, ο Νίκος Μέρτζος. Το στυλ που με επηρέασε περισσότερο ήταν πρώτα απ’ όλα αυτό που υπήρχε στην «Μεσημβρινή» της Ελένης Βλάχου. Την είχα γνωρίσει προσωπικά  και με είχε εντυπωσιάσει πάρα πολύ… »

Ο Λευτέρης Κογκαλίδης συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Νέα Αλήθεια, Ελληνικός Βορράς, Έσπερινή Ώρα, Μακεδονία, τα περιοδικά Επιλογές και “Θ” της Θεσσαλονίκης.

Ως ραδιοφωνικός παραγωγός παρουσίαζε το διάστημα 1991-2013 την εκπομπή Ράδιο-Νοσταλγία κάθε Κυριακή από το β΄ πρόγραμμα της ΕΡΑ μαζί με τους Παπαστεφάνου, Πετρίδη και Κωστάλα.

Διετέλεσε εξάλλου ανταποκριτής του Billboard στην Ελλάδα το διάστημα 1970-80. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 έγραψε στίχους σε περισσότερα από τριάντα τραγούδια. Διετέλεσε επίσης συντονιστής των Βαλκανικών τηλεοράσεων σε θέματα συμπαραγωγών επί έξι χρόνια.

Ήταν μέλος της Οργανωτικής και της Επιτροπής Πρόκρισης του Φεστιβάλ Τραγουδιού. Παρακολούθησε για 30 χρόνια το Φεστιβάλ Midem στις Κάννες.

Ο Λευτέρης Κογκαλίδης είχε δωρίσει πέρυσι μέρος του αρχειακού του υλικού στον Οργανισμό Φεστιβάλ Ολύμπου (ΟΡ.ΦΕ.Ο).

Το πάθος του για τη μουσική

Σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει το 2023 στην Αναστασία Τελιανίδου για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, είχε μιλήσει για τη μεγάλη του αγάπη, τη μουσική, εστιάζοντας τη φορά εκείνη στην εποχή της ντίσκο, που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά. Με γλαφυρές περιγραφές ανακαλούσε τις νύχτες των δεκαετιών του ’70 και του ’80, τις κατάμεστες πίστες, τους διαγωνισμούς χορού, τα θρυλικά κλαμπ της Θεσσαλονίκης και τη δύναμη της μουσικής να ενώνει ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και εμπειριών.

Ο Λευτέρης Κογκαλίδης παρέμεινε ενεργός μέχρι τα τελευταία χρόνια, διοργανώνοντας εκδηλώσεις και μεταδίδοντας τη γνώση και τον ενθουσιασμό του στις νεότερες γενιές.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης (από το αρχείο του ΑΠΕ-ΜΠΕ):

Οι δείκτες στο ρολόι της διασκέδασης γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω και …σκαλώνουν στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Ξημερώματα, δυνατή μουσική, χορός και λίκνισμα στους ρυθμούς της νεοφερμένης μουσικής, της ντίσκο. Κάτω από την τεράστια ασημένια ντισκομπάλα, την εναλλαγή φωτισμού …εν ριπή οφθαλμού και υπό τους ήχους των μουσικών επιλογών του dj- ενορχηστρωτή της βραδιάς, οι νύχτες της εποχής εκείνης είχαν τη σφραγίδα μιας διασκέδασης που άφησε εποχή.

«Η μουσική ντίσκο με κυρίευσε όπως και όλους τους άλλους, από την πρώτη στιγμή που μπήκε στη ζωή μας, γιατί μας έβαλε να ζήσουμε με ένταση παρέα με μια νέα συνήθεια» εξηγεί, μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο Λευτέρης Κογκαλίδης, δημοσιογράφος και μουσικός παραγωγός, που η συλλογή του με δίσκους και cd’s ξεπερνά σήμερα τις 50.000!

«Αγαπήσαμε να πηγαίνουμε τα βράδια στις ντισκοτέκ και να ακούμε τη νέα μουσική. Ήμουν ένας από αυτούς που σχεδόν κάθε βράδυ, λόγω της δημοσιογραφικής μου ιδιότητας, πήγαινα πολύ στα μαγαζιά αυτά. Θυμάμαι τη Lavalbone, από τις πιο διάσημες ντίσκο της εποχής, την οποία επέλεγαν για τη διασκέδαση τους και τα πιο γνωστά αστέρια του τραγουδιού, του θεάτρου και του κινηματογράφου» θυμάται ο Κογκαλίδης.

Η ντίσκο ήταν σαν να άνθισε μέσα στα επόμενα χρόνια. Μετά το ’73, όπως λέει ο Λευτέρης Κογκαλίδης, τα συγκεκριμένα μαγαζιά πολλαπλασιάστηκαν με ταχύτατους ρυθμούς σε εκατομμύρια σε όλον τον πλανήτη και πολύ γρήγορα και η Θεσσαλονίκη πλημμύρισε από ντισκοτέκ. Τη δεκαετία του ’80 δεν υπήρχε ούτε μια περιοχή που να μην είχε έστω κι έναν ανάλογο χώρο διασκέδασης με τα… ντεσιμπέλ στα πάνω τους.

Από τις ντίσκο έχουν περάσει σχεδόν όλοι. Μαθητικοί χοροί, πάρτι, μέχρι και διαγωνισμοί χορού με κριτική επιτροπή, μεταξύ των οποίων ήταν συχνά ο γνωστός μουσικός παραγωγός της Θεσσαλονίκης. Οι διαγωνιζόμενοι, όπως θυμάται, «τα έδιναν όλα» στις πίστες, με χορευτικές αυτοσχέδιες -και όχι μόνο- φιγούρες, υπό τους ήχους των εισαγόμενων επιτυχιών, που γίνονταν γνωστές μέσα σε ελάχιστες ώρες.

«Όχι μόνο στις πιο κοσμικές ντίσκο αλλά και σε αυτές της γειτονιάς γίνονταν συχνά διαγωνισμοί, στους οποίους καλούσαν δημοσιογράφους, ηθοποιούς για κριτική επιτροπή. Βλέπαμε τα ζευγάρια που χόρευαν με στόχο τη νίκη και έπαθλο μια φιάλη ουίσκι ή κρασί, αλλά κυρίως χόρευαν για τη διάκριση. Τινάζονταν στον αέρα και προσγειώνονταν στην πίστα μέχρι να ξαναρχίσει η μουσική. Ήταν κυρίως στα καινούρια κομμάτια, τα χορευτικά, η στιγμή που ανέβαιναν όλοι στην πίστα, όπου και άφηναν έναν κουβά ιδρώτα προτού ξανακαθίσουν, και κάπως έτσι κυλούσε η βραδιά» περιγράφει.

Πώς «έσβησε» η ντισκομπάλα

Το περιοδικό «Billboard», το οποίο κυκλοφορεί εβδομαδιαίως στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, είχε από το 1974 καθιερώσει τις μεγαλύτερες επιτυχίες σε όλες τις πολιτείες και το κομμάτι που ήταν στα πρώτα, το ακολουθούσαν και τα ραδιόφωνα, που τότε έπαιζαν σχεδόν αποκλειστικά ντίσκο.

«Οι καλλιτέχνες ήταν καινούρια πρόσωπα, δεν τους ξέραμε τους περισσοτέρους και βέβαια υπήρχαν και οι παλιότεροι που τραγούδησαν κομμάτια ντίσκο χορευτικά και, μάλιστα, πολλά από αυτά ήταν της μιας επιτυχίας. Ένα τραγούδι που ξεπηδούσε ξαφνικά, γινόταν τεράστια επιτυχία, τη χόρευε όλος ο πλανήτης και μετά εξαφανιζόταν.

Ο Λευτέρης Κογκαλίδης, ανταποκριτής του «Billboard» στην Ελλάδα, είχε ελεύθερη πρόσβαση παντού, άνοιγαν οι πόρτες στα πιο γνωστά κλαμπ σε Ευρώπη και Αμερική και είχε βρεθεί στο πιο δύσκολο σε πρόσβαση μαγαζί της Νέας Υόρκης, το «Στούντιο 54», εκεί όπου σχεδόν κάθε μέρα βρίσκονταν αστέρες του Χόλιγουντ και ο Γουόρχολντ σε διπλανό σταντ, την τελευταία φορά που βρέθηκε στο κοσμικό στέκι.

«Το 2000 είχαμε ακόμη ντίσκο αλλά σιγά σιγά έσβηνε, δίνοντας τη θέση της σε άλλα ήδη χορευτικής μουσικής. Σήμερα ο κόσμος χορεύει όπου να ‘ναι, σηκώνεται στη θέση του και απλώς κουνιέται» λέει ο Κογκαλίδης, αλλά η αγάπη και των νέων για τα τραγούδια φάνηκε και από την εκδήλωση «Γιορτή της πανσελήνου του καλοκαιριού», την οποία ο ίδιος διοργανώνει από το 2017. Φέτος, ο χώρος στην παραλία πλημμύρισε από κόσμο και μάλιστα πολύ νεότερης ηλικίας.

Μια ζωή μέσα στους δίσκους

Στο σπίτι του Λευτέρη Κογκαλίδη, η μουσική όλων των ειδών έχει βρει το καταφύγιό της. Οι δίσκοι του είναι χιλιάδες και το υλικό του ανεκτίμητης -συναισθηματικής κυρίως- αξίας.

«Προσπαθούσα να μετρήσω τους δίσκους μου αλλά ήταν τόσες χιλιάδες που θα έπρεπε να έχω συνεργείο είκοσι ατόμων για να τους μετράνε μέρες! Σχεδόν ό,τι έχει κυκλοφορήσει στη Θεσσαλονίκη και στη χώρα μας από τη δεκαετία του ’60 και μετά βρίσκεται στο σπίτι μου. Όταν βγήκαν τα cd’s έγινα μανιώδης συλλέκτης και τώρα μπορείτε να βρείτε δυο πολύ σπάνιους- τους καθάρισα τα σκρατς για να είναι καθαροί. Τους περισσότερους, ειδικά τα άλμπουμ, τα έχω με κατηγορίες: άντρες, γυναίκες, συγκρότημα, ειδικές κατηγορίες, ταινίες» περιγράφει ο Λευτέρης Κογκαλίδης.

Το αρχείο του δημοσιογράφου μετρά πάνω από 50.000 και υπάρχουν παντού στο σπίτι του, σε όλα τα δωμάτια: στο σαλόνι, το γραφείο μέχρι και στην κρεβατοκάμαρα.

Τα πιο σημαντικά