Λουκάς Πιτσιλός: Ποιος τον σκότωσε – «Ο δολοφόνος ήξερε καλά το σπίτι…» Τι απάντησε ο αδερφός

6 Ιουνίου, 2022 12:23 ΠΜ
More videos

Ο αδελφός του δολοφονημένου δικηγόρου Λουκά Πιτσιλού από το σπίτι τους στην Ψήφτα Τροιζηνίας, όπου μεγάλωσαν και πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια, μίλησε στην κάμερα του «Τούνελ».

«Δύο ημέρες πριν βρεθεί νεκρός, βρισκόμουν κι εγώ εδώ για εργασιακούς λόγους, είπε ο αδερφός του Λουκά Πιτσιλού.

Ειδωθήκαμε με τον αδελφό μου, είπαμε δυο κουβέντες και έφυγα. Εκείνος ήταν εδώ για αρκετό διάστημα.

Επειδή υπήρχε και κάποιο θέμα με τη μητέρα μου, ο Λουκάς επέλεξε να μείνει εδώ, να της κάνει το χατίρι ουσιαστικά, διότι δεν ήθελε η ίδια να μεταφερθεί και να μένει στην Αθήνα.

Ένα πολύ μεγάλο μέρος από την πελατεία του, είναι στην περιοχή, γιατί από εδώ καταγόμαστε.

Οι πελάτες του ήταν κυρίως Έλληνες, αλλά υπήρχαν και αλλοδαποί. Τα χρήματα δεν ήταν ο κύριος λόγος που ο Λουκάς έκανε αυτή τη δουλειά. Όταν έβλεπε πως κάποιος χρειαζόταν βοήθεια, αλλά δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, τον βοηθούσε», ανέφερε χαρακτηριστικά για τον αδελφό του ο επίσης νομικός, Πέτρος Πιτσιλός.

Μίλησε και για ένα περιστατικό που συνέβη λίγες μόλις ημέρες πριν τη δολοφονία και θεωρεί πως μπορεί να σχετίζεται με κάποιο τρόπο.

«Η μητέρα μας λίγες ημέρες πριν το συμβάν είδε τρεις αλλοδαπούς να διασχίζουν το δρόμο κοντά στο σπίτι. Ένας από αυτούς με το που την είδε, έκανε κίνηση για να την προσεγγίσει και να της μιλήσει. Κάποιος τρίτος από την παρέα όμως, τον απέτρεψε. Έχω την ενημέρωση πως εκείνη την ημέρα, που βρέθηκε νεκρός ο αδελφός μου, μάλλον εργάζονταν τρεις Αλβανοί στο απέναντι σπίτι. Ήρθαν νωρίς το πρωί και έφυγαν, ενδεχομένως να έχουν δει κάτι» σημείωσε.

Μιλώντας για το φονικό όπλο, πιθανότατα ένα γεωργικό εργαλείο, είπε: «Έχουμε πολλά γεωργικά εργαλεία, αλλά τα φυλάμε όλα σε μία αποθήκη, η οποία σε μόνιμη βάση είναι κλειδωμένη».

Ο μάρτυρας που εντόπισε νεκρό τον δικηγόρο Αθηνών στη βεράντα του πατρικού σπιτιού του στον οικισμό Ψήφτα Τροιζηνίας, μίλησε στον δημοσιογράφο της εκπομπής για το σοκ που υπέστη όταν αντίκρισε το αποτρόπαιο αυτό θέαμα.
Ο ίδιος θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του και να καλύψει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, καθώς οι δολοφόνοι του Λουκά κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι.

«Ο αδελφός του Λουκά δεν είχε επικοινωνία με τη μητέρα του, γι’ αυτό με παρακάλεσε να πάω εγώ να δω εάν είναι καλά, επειδή μένω σε κοντινή απόσταση. Στην αρχή φώναξα το όνομά του και άκουσα τον σκύλο του να γαβγίζει. Ανέβηκα τις σκάλες για τον πρώτο όροφο. Αντίκρισα τον Λουκά σκοτωμένο μέσα σε μία λίμνη αίματος.

Ήταν ένα σοκ για εμένα, επειδή τον ήξερα. Υπήρχε μία λίμνη με αίμα και νερό μαζί, από τη βροχή. Το μόνο που είδα ήταν τα κλειδιά του σπιτιού πάνω στην πόρτα, τίποτα άλλο. Ειδοποίησα αμέσως την αστυνομία και τον αδελφό του. Ήρθε και ο Διοικητής της Ασφάλειας από το Γαλατά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια κλιμάκιο του Ανθρωποκτονιών από την Αθήνα», ανέφερε εμφανώς ταραγμένος.

Αίσθηση όμως προκαλεί και το γεγονός πως τα φώτα στον επαρχιακό δρόμο είκοσι μόλις μέτρα από το σπίτι του θύματος, ήταν σβηστά το βράδυ της δολοφονίας.

«Το φως στο δρόμο ήταν σβηστό από το βράδυ της Παρασκευής, ήταν κλειστός ο διακόπτης ακριβώς έξω από το σπίτι του Λουκά. Λένε πως οι κοντινοί δρόμοι είχαν φώτα και μόνο εδώ ήταν το πρόβλημα» συμπλήρωσε.

Ο Πέτρος Πιτσιλός, από τον πρώτο όροφο του πατρικού τους όπου διέμενε τελευταία ο άτυχος νομικός, προχώρησε σε μία λεπτομερή αναπαράσταση των τελευταίων του στιγμών, δείχνοντας στην κάμερα της εκπομπής τόσο τα σημάδια από τη σήμανση, που παραμένουν εμφανή στους τοίχους, όσο και τις κηλίδες αίματος που βρέθηκαν στο χώρο.

«Το βράδυ του Σαββάτου δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τη σύντροφό του, η οποία ζει στην Αθήνα. Ήταν αρκετά ανήσυχη γιατί μου είπε ότι τον είχε πάρει πολλές φορές από το πρωί και εκείνος δεν απαντούσε, κάτι το οποίο δε συνήθιζε.

Προσπάθησα να τον βρω τηλεφωνικά, δεν μου απάντησε, αλλά δεν ανησύχησα αμέσως. Το πρωί της Κυριακής προσπάθησα και πάλι να τον εντοπίσω. Καλούσε κανονικά και δεν απάντησε» τόνισε.

«Πήρα τηλέφωνο έναν φίλο, που είναι γνωστός μας και τον παρακάλεσα να περάσει να δει εάν όλα ήταν καλά. Όταν πήγε, τον βρήκε νεκρό στη βεράντα σε μία λίμνη αίματος. Δεν μπορούσε ούτε να περπατήσει από το σοκ που είχε υποστεί. Του ζήτησα να καλέσει την αστυνομία και να μην επιτρέψει σε κανέναν να πλησιάσει το χώρο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Μιλώντας για τα ίχνη και τα αποτυπώματα που βρέθηκαν, πρόσθεσε: «Υπήρχαν ίχνη από αίμα τα οποία ήταν νωπά, πιθανολογώ πως κάποιος μπορεί να σκόνταψε και να ακούμπησε στην κολόνα μετά από την πράξη που πιθανόν να διέπραξε».

Υπέδειξε ακόμα τον πιο πιθανό τρόπο διαφυγής, που θα μπορούσαν να έχουν ακολουθήσει οι δράστες φεύγοντας από το σπίτι.

Από το υπνοδωμάτιο, εκεί όπου σύμφωνα με τον ιατροδικαστή έγινε η πρώτη επίθεση, αφού βρέθηκαν κηλίδες αίματος σε κρεβάτι και μαξιλάρι, ο αδελφός του ακολούθησε την πορεία του προς τη βεράντα που βρέθηκε.

«Ενδεχομένως να υπήρχε και δεύτερος δράστης. Ίσως κλονίστηκε, γονάτισε και να υπήρξε κάποιου είδους πάλης εδώ. Κατάφερε να διαφύγει και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, όπου προσπάθησε να βρει διέξοδο από την μπαλκονόπορτα. Οι καρέκλες και άλλα αντικείμενα ήταν ανακατεμένα στο χώρο. Έδειχναν σημάδια πάλης».

«Έχω επιχειρήσει να δώσω όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που είναι γνωστά σ’ εμένα. Θεωρώ πως είναι παραπάνω από ένα τα άτομα που εμπλέκονται στην υπόθεση.

Ενδεχομένως να πρόκειται για κάποιους αλλοδαπούς που να έδρασαν ως φυσικοί αυτουργοί και πιθανώς να υπήρχε και ηθικός αυτουργός. Είναι αξιοπερίεργο ότι δεν λειτουργούσαν τα φώτα του επαρχιακού δρόμου εκείνη τη νύχτα και πιθανόν να συνδέεται με το περιστατικό», κατέληξε.

Ο ιατροδικαστής Πειραιά, Ηλίας Μπογιόκας, μετέβη στον τόπο του εγκλήματος για αυτοψία.

Τα όσα λέει σε δημοσιογράφο της εκπομπής είναι αποκαλυπτικά και δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης της δολοφονίας, αφού τα ευρήματα, «μιλούν» από μόνα τους.

«Ο θάνατος επήλθε συνεπεία βαρέων κακώσεων κεφαλής δια τέμνοντος και νήσσοντος οργάνου προκληθείσες καθώς και βαριές κακώσεις θωρακικής μοίρας, σπονδυλικής στήλης και πλευρών, οι οποίες έγιναν δια θλώντος οργάνου.

Είναι ανθρωποκτονία. Οι κακώσεις που ευρέθησαν και η αυτοψία στο χώρο με το αίμα, δείχνουν την αγριότητα της επίθεσης», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Τα κατάγματα στα πλευρά μπορεί να έγιναν και στη θωρακική μοίρα από κάποιο πάτημα για να τον ακινητοποιήσουν ή από μπουνιές και κλωτσιές. Κάταγμα υπάρχει και στο στέρνο και στις πλευρές, το οποίο πιθανολογώ πως είναι αποτέλεσμα πάλης» συμπλήρωσε.

Ο κ. Μπογιόκας ανέλυσε λεπτό προς λεπτό τις τελευταίες στιγμές του άτυχου δικηγόρου.

«Στο χώρο υπήρχε μία ακαταστασία που πιθανόν να είναι από την πάλη. Είχε ένα σεντονάκι, το οποίο ήταν πεταμένο στην άκρη. Είχε αίματα στο κρεβάτι, στο μαξιλάρι και υπήρχαν και εκεί που είχε πέσει.

Ήταν ένας μικρός διάδρομος και ήταν αμέσως η μπαλκονόπορτα, που προσπάθησε να βγει προς τα έξω για να ζητήσει βοήθεια και εκεί έπεσε.

Μάλλον αιφνιδιάστηκε θα έλεγα στο κρεβάτι και στην προσπάθειά του να ξεφύγει, χτυπήθηκε ξανά, γιατί ήταν δύο τρία μέτρα η απόσταση από το κρεβάτι μέχρι την μπαλκονόπορτα. Κι εκεί που πήγε να βγει, δέχτηκε ίσως το τελειωτικό χτύπημα» τόνισε.

Ο έμπειρος ιατροδικαστής ανέφερε πως χάθηκαν πολύτιμα στοιχεία από τη βροχή που ακολούθησε του συμβάντος.

«Έβρεξε πριν φτάσουμε στο χώρο και ήταν όλα βρεγμένα. Τα ενδύματά του είχαν απορροφήσει νερά στη βεράντα κι έτσι αν υπήρχαν τυχόν στοιχεία, είχαν πλέον χαθεί. Αυτό καθιστά πιο δύσκολο ακόμη το έργο της Αστυνομίας. Μπορεί να υπήρχε κάποια πατημασιά του δράστη, να υπήρχε ένα ίχνος κάτι και με τη βροχή να χάθηκε. Ούτε δείγμα από τα νύχια του πτώματος δεν μπορέσαμε να πάρουμε για τον λόγο αυτό» πρόσθεσε.

Γείτονες του άτυχου νομικού και κάτοικοι της περιοχής, μίλησαν στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ» για το θλιβερό συμβάν, που τους έχει αναστατώσει, καθώς ο δολοφόνος κυκλοφορεί ανάμεσά τους ελεύθερος, όπως οι ίδιοι λένε.
Ο φούρναρης της περιοχής που συνεργαζόταν με τον άτυχο Λουκά, ανέφερε: «Τον ήξερα αρκετά καλά γιατί συνεργαζόμασταν για μία δική μου υπόθεση. Φοβόμαστε γιατί αυτός που τον σκότωσε, ζει ανάμεσά μας. Υπάρχει έντονος φόβος στην περιοχή».

Κάνει λόγο για έναν ήρεμο, συνεργάσιμο και πολύ καλό άνθρωπο και δικηγόρο. «Ακούστηκε ότι ίσως να τον σκότωσαν οι αλλοδαποί, αλλά πραγματικά δεν γνωρίζω κάτι παραπάνω» συμπλήρωσε.

Ο πρώην δήμαρχος της περιοχής, που είναι και οικογενειακός τους φίλος, μιλώντας στην κάμερα του «Τούνελ», είπε:

«Σοκαρίστηκα και στη συνέχεια προσπάθησα να ανακτήσω την ψυχραιμία μου. Ο αδελφός του μου ζήτησε να απασχολήσω τη μητέρα τους για να μην ανέβει τις σκάλες και αντικρίσει η ίδια το θλιβερό αυτό θέαμα. Πήγα στο διαμέρισμα της κυρίας Βασιλικής. Δεν είχε βάλει τέτοιο κακό με το νου της.

Προσπαθούσα να της αποσπάσω την προσοχή για να μην καταλάβει κάτι, αλλάζοντας την κουβέντα όταν με ρωτούσε τι ήθελαν οι αστυνομικοί στο σπίτι τους. Η είδηση έφτασε σαν κεραυνός εν αιθρία. Όποιος έκανε αυτό το πράγμα, το έκανε ευκαιριακά ή ήταν διεστραμμένος», κατέληξε.

Ο αδελφός του θύματος μίλησε για το πώς βίωσαν τα παιδιά του την απώλεια.

«Τα παιδιά του έχουν υποστεί ένα τεράστιο συναισθηματικό πλήγμα γι’ αυτό το οποίο συνέβη και ειδικά με τον τρόπο που έγινε. Προσπαθούν να συνέλθουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Έχουν συγκλονιστεί τόσο αυτά, όσο και η πρώην σύζυγός του που προσπαθεί να μάθει κι εκείνη τι ακριβώς συνέβη.

Υπάρχουν αμείλικτα ερωτήματα και δεν έχουν βρει απαντήσεις. Όσο αυτό δεν εξιχνιάζεται, θα υπάρχει αυτή η σκιά, η οποία δε θα βαραίνει μόνο εμένα και την οικογένειά μου, αλλά ολόκληρη την τοπική κοινωνία. Δίνοντας μία πληροφορία στην εκπομπή σας, έστω και ανώνυμα, μπορεί να “λυθούν” τα χέρια της αστυνομίας».

Στο «Φως στο Τούνελ» μίλησε και η επί δεκαέξι χρόνια σύντροφός του, Γαλλήνη.

«Με τον Λουκά Πιτσιλό είμαστε μαζί 16 χρόνια και δεν είχαμε τσακωθεί ούτε μία φορά. Ήταν ένας πάρα πολύ ήρεμος άνθρωπος. Δεν ξέρω τι έγινε. Δεν ξέρω καθόλου.

Τα δύο τελευταία χρόνια δεν μέναμε μαζί. Ήταν ο κορωνοϊός και τα δικαστήρια ήταν κλειστά. Η μητέρα του που είχε προβλήματα υγείας, χρειαζόταν φροντίδα.

Έτσι δεν ανέβαινε για δουλειά στην Αθήνα και έκανε δικηγορικές δουλειές εκεί στην περιοχή του. Εγώ από την άλλη, εργαζόμουν στην Αθήνα» τόνισε.

Η Γαλλήνη αναφέρθηκε και στην τελευταία φορά που βρέθηκαν από κοντά με τον σύντροφό της και για τις στιγμές αγωνίας που βίωσε όταν τον καλούσε, χωρίς να μπορεί να τον εντοπίσει.

«Πριν το Πάσχα με επισκέφτηκε στην Αθήνα και έμεινε δύο μέρες. Μιλούσε στο τηλέφωνο με άτομο της περιοχής εκεί για μία σοβαρή δουλειά που αφορούσε μία γυναίκα που έχει περιουσία στην περιοχή και αυτό το άκουσα κατά τύχη όταν έκανα δουλειές δίπλα του.

Ήταν μία υπόθεση περιουσιακών. Το μόνο που μου είχε αναφέρει, ήταν ότι του χρωστούσε χρήματα ο ****. Μου είπε πριν πεθάνει, “Γαλήνη να πάρω τα χρήματα και να κάνουμε Πάσχα μαζί, να έρθεις στην Ψήφτα”. Δεν έμαθα ποτέ εάν τα πήρε τελικά, αφού τον δολοφόνησαν…», τόνισε.

«Την ημέρα που βρέθηκε νεκρός τον είχα πάρει τουλάχιστον είκοσι πέντε φορές τηλέφωνο και δεν απαντούσε. Νόμιζα ότι είχε πάει στο κτήμα. Αλλά κάτι με έτρωγε μέσα μου, ότι κάτι δεν πάει καλά.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ανησυχούσα, ένιωθα ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Τον είχα πάρει τόσες φορές τηλέφωνο και δεν το είχε σηκώσει. Και αυτό δεν το συνήθιζε. Δεν το έκανε ποτέ. Όταν θα έβρισκε την κλήση μου θα με έπαιρνε τηλέφωνο πίσω.

Εκείνη την ημέρα όμως τίποτα, άφαντος. Αφού για εννιά ώρες δεν είχε δώσει σημάδι ζωής, πήρα τον αδελφό του τηλέφωνο. Αυτό που έγινε δε το χωράει το μυαλό μου. Και αναρωτιέμαι ποιος; Αφού με κανέναν δεν είχε προηγούμενα, ποιος να το έκανε αυτό.

Δεν χρωστούσε και σε κανέναν, αντιθέτως του χρωστούσαν και από τον Πόρο και την Ψήφτα. Συνέχεια έκανε δουλειές χωρίς να παίρνει χρήματα. Για τη δουλειά του δεν μου μιλούσε καθόλου.

Στο κινητό του όμως μέσα βρίσκονται όλα τα ονόματα, όλοι οι πελάτες του και το κινητό το έχει αστυνομία, όπως και το κομπιούτερ του. Δεν μπορούν να ελέγξουν αυτά τα ονόματα; Αν και τώρα ποιος θα πει ότι χρωστάει; Κανένας…».