Δεν ξέρω γιατί, αλλά με τα ονόματα των παιδιών μου ήμουν πάντα λίγο… ρομαντική.
Όταν έμαθα ότι το πρώτο μας παιδί θα είναι κορίτσι, δεν χρειάστηκε ούτε λεπτό για να αποφασίσω. Άρτεμις. Δυναμικό, περήφανο, άγριο και τρυφερό μαζί — σαν τη φύση. Και πράγματι, έτσι βγήκε και η κόρη μου. Ελεύθερο πνεύμα, σκαρφαλώνει παντού, γελάει δυνατά, δεν φοβάται τίποτα.
Στο δεύτερο κορίτσι, ήθελα κάτι εξίσου δυνατό αλλά πιο «βασιλικό». Κάτι που να αποπνέει γαλήνη και σιγουριά. Έτσι ήρθε η Ήρα. Και ταίριαξε απόλυτα. Ήρεμη δύναμη, αγκαλιάζει τους πάντες, έχει μια αρχοντιά από μωρό ακόμα.
Άρτεμις και Ήρα. Κάθε φορά που φώναζα τα ονόματά τους μαζί, ένιωθα πως άκουγα κάτι αρχαίο, ελληνικό, διαχρονικό.
Και τότε… ήρθε η έκπληξη.
«Είναι αγόρι», μου είπε ο γιατρός.
Χάρηκα, συγκινήθηκα, αλλά ταυτόχρονα πανικοβλήθηκα.
Γιατί για πρώτη φορά δεν είχα έτοιμο όνομα.
Ήθελα να ταιριάζει με των κοριτσιών.
Όχι κάτι τυχαίο.
Όχι κάτι απλώς μοντέρνο.
Το ήθελα να έχει βάρος. Ιστορία. Φως.
Για εβδομάδες δοκίμαζα ονόματα δυνατά: Άρης, Περσέας, Θησέας…
Τα έλεγα φωναχτά στην κουζίνα, στο αυτοκίνητο, πριν κοιμηθώ.
«Άρτεμις, Ήρα και… Άρης;»
Κάτι μου έλειπε.
Ώσπου ένα βράδυ, καθόμουν στον καναπέ, με τις μικρές να κοιμούνται δίπλα μου και το χέρι μου πάνω στην κοιλιά.
Και το είπα ψιθυριστά:
«Άρτεμις… Ήρα… Απόλλων…»
Σταμάτησα.
Το ξαναείπα.
Και χαμογέλασα χωρίς να το καταλάβω.
Ήταν φωτεινό. Ζεστό. Ήρεμο αλλά και επιβλητικό.
Σαν ήλιος που μπαίνει στο σπίτι το πρωί.
Σαν κάτι που δένει φυσικά με τις αδελφές του.
Εκείνη τη στιγμή το ήξερα.
Δεν ήθελα άλλο να ψάξω.
Όταν γεννήθηκε και τον πήρα αγκαλιά, ροζιασμένο και μικροσκοπικό, του το ψιθύρισα στο αυτί:
«Καλώς ήρθες, Απόλλωνα μου».
