Η λέξη «stop» προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά και το στουπί

Μάρτιος 21, 2018 10:36 ΠΜ
More videos

Ο Βρετανός γλωσσολόγος, Ντέιβιντ Κρίσταλ υποστηρίζει ότι η λέξη «stop» προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά και τη λέξη “στυπ(π)είον”, που έγινε “στύππη” και σημαίνει στουπί. 

Το στουπί είναι η μάζα από ίνες βαμβακιού το οποίο χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό της μηχανών. Η λέξη μεταφέρθηκε στα λατινικά ως “stuppa”, απ’όπου δημιουργήθηκε το ρήμα «stuppare» που σημαίνει «βουλώνω με στουπί» και άρα εμποδίζω, σταματώ την κίνηση.

Αργότερα, η λέξη πέρασε ως δάνειο στη γερμανική γλώσσα, τη γαλλική και την ιταλική. Στην αγγλική γλώσσα πέρασε ως δάνειο με τον όρο «stop» που χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα.

Όπως αναφέρει η mixanitouxronou, την αρχαιοελληνική προέλευση της λέξης πιστοποιεί το αμερικανικό λεξικό που χρονολογείται από το 1828, το “Merriam-Webster”.

Ακολουθήστε μας στο facebook: