Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι μολύνονται ξανά από τον κορωνοϊό; – Τι απαντούν οι ειδικοί

6 Ιανουαρίου, 2022 9:03 ΜΜ
More videos

«Γιατί τόσοι πολλοί εμβολιασμένοι άνθρωποι κολλάνε κορωνοϊό τον τελευταίο καιρό;» διερωτώνται αρκετοί το τελευταίο διάστημα που η παραλλαγή Όμικρον κάνει την επέλαση της και στη χώρα μας και όχι άδικα.

Αυτό οφείλεται σε ορισμένους παράγοντες, με πρώτο και κυριότερο την εμφάνιση της ίδιας της μεταδοτικής παραλλαγής Ομικρον.

Η συγκεκριμένη παραλλαγή είναι πιο πιθανό να μολύνει τους ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους κάνει να νοσούν βαριά, και η έκρηξή της συνέπεσε με την περίοδο των εορτών σε πολλά μέρη του πλανήτη.

Οι πρώτες λανθασμένες εκτιμήσεις

Οι άνθρωποι μπορεί λανθασμένα να πιστεύουν ότι τα εμβόλια κατά της Covid-19 μπλοκάρουν εντελώς τη μόλυνση, όμως η αλήθεια είναι ότι έχουν σχεδιαστεί κυρίως για την πρόληψη σοβαρών ασθενειών, λέει ο Λούις Μάνσκι, ερευνητής ιών στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα.

Και τα εμβόλια εξακολουθούν να κάνουν τη δουλειά τους σε αυτό το μέτωπο, ιδιαίτερα για άτομα που έχουν λάβει την ενισχυτική δόση.

Δύο δόσεις των εμβολίων Pfizer ή Moderna ή μία δόση του εμβολίου Johnson & Johnson εξακολουθούν να προσφέρουν ισχυρή προστασία από σοβαρή νόσηση από την Ομικρον.

Αν και αυτές οι αρχικές δόσεις δεν είναι αρκετά ικανές για τον αποκλεισμό της λοίμωξης από την Ομικρον, οι ενισχυτικές – ιδιαίτερα με τα εμβόλια Pfizer και Moderna – αυξάνουν τα επίπεδα των αντισωμάτων, βοηθώντας στην αποτροπή της μόλυνσης.

Πιο εύκολο οι ανεμβολίαστοι να μολύνουν εμβολιασμένους

Όπως αναφέρει η Associated Press, η  Ομικρον φαίνεται να αναπαράγεται πολύ πιο αποτελεσματικά από τις προηγούμενες παραλλαγές. Και αν τα μολυσμένα άτομα έχουν υψηλό ιικό φορτίο, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να την μεταδώσουν σε άλλους, ειδικά σε μη εμβολιασμένους.

Οι εμβολιασμένοι μολύνονται και εμφανίζουν ήπια συμπτώματα

Τα εμβολιασμένα άτομα που μολύνονται είναι πιο πιθανό να έχουν ήπια συμπτώματα, εάν έχουν, καθώς τα εμβόλια ενεργοποιούν πολλαπλές άμυνες στο ανοσοποιητικό μας σύστημα, καθιστώντας πολύ πιο δύσκολο για την Ομικρον να τις ξεπεράσει όλες.

Οι συμβουλές για να παραμείνουμε ασφαλείς δεν έχουν αλλάξει.

Οι γιατροί λένε να φοράμε μάσκες σε εσωτερικούς χώρους, να αποφεύγουμε τα πλήθη, να εμβολιαζόμαστε και κάνουμε τις ενισχυτικές δόσεις.

Τα εμβόλια δεν εμποδίζουν πάντα τον ιό

Παρόλο τα εμβόλια δεν εμποδίζουν πάντα τον ιό, πολλαπλασιάζουν τις πιθανότητες να παραμείνουμε ζωντανοί και μακριά από το νοσοκομείο.

Την ίδια ώρα η ταχύτατη εξάπλωση της Όμικρον έχει ανοίξει τη συζήτηση στην επιστημονική κοινότητα σχετικά με το αν χρειάζεται και τέταρτη δόση.

Ήδη το Ισραήλ έχει ξεκινήσει μελέτες και τα πρώτα στοιχεία είναι αρκετά θετικά.

Συγκεκριμένα, όπως είπε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Ναφτάλι Μπένετ, μια τέταρτη δόση εμβολίου κατά της Covid-19 προκαλεί πενταπλασιασμό των αντισωμάτων μία εβδομάδα μετά τον εμβολιασμό, τονίζοντας πως πρόκειται για προκαταρκτικά ευρήματα μελέτης.

Θετικά τα πρώτα αποτελέσματα για την τέταρτη δόση του εμβολίου

«Μία εβδομάδα μετά τη χορήγηση της τέταρτης δόσης, ξέρουμε με έναν υψηλότερο βαθμό βεβαιότητας ότι η τέταρτη δόση είναι ασφαλής», δήλωσε ο Μπένετ στο Ιατρικό Κέντρο Σέμπα, στο οποίο χορηγείται δεύτερη ενισχυτική δόση εμβολίων, στο πλαίσιο μιας δοκιμής μεταξύ του προσωπικού του, εν μέσω μιας αύξησης των μολύνσεων από την παραλλαγή Όμικρον στη χώρα.

«Η δεύτερη είδηση: Γνωρίζουμε ότι μία εβδομάδα μετά τη χορήγηση μιας τέταρτης δόσης, βλέπουμε πενταπλάσια αύξηση του αριθμού των αντισωμάτων στο πρόσωπο που εμβολιάσθηκε», δήλωσε στους δημοσιογράφους.

«Το πιθανότερο είναι πως αυτό σημαίνει σημαντική αύξηση της δράσης του κατά της μόλυνσης και… της νοσηλείας και των (σοβαρών) συμπτωμάτων», δήλωσε ο Μπένετ μιλώντας στα αγγλικά.

Σημειώνεται πως το Ισραήλ διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στη μελέτη των αποτελεσμάτων των εμβολίων κατά της Covid-19, καθώς είναι η χώρα που προχώρησε ταχύτερα στους εμβολιασμούς με δύο δόσεις σ’ έναν ευρύτερο πληθυσμό πριν από ένα χρόνο και μία από τις πρώτες που χορήγησε τρίτες, ενισχυτικές δόσεις. Τώρα χορηγεί τέταρτες δόσεις του εμβολίου των Pfizer/BioNTech σε ανθρώπους άνω των 60 ετών, εργαζόμενους στον υγειονομικό τομέα και ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.