Δανάη Μπάρκα σε Βίκυ Σταυροπούλου: «Μαμά, αν ήξερες ποσό σε αγαπώ δε θα είχες κλάψει ποτέ για καμία δυσκολία!»

6 Νοεμβρίου, 2022 4:22 ΜΜ
More videos

Με ένα ιδιαίτερα συγκινητικό κείμενο στα social media η Δανάη Μπάρκα εύχεται στη μητέρα της, Βίκυ Σταυροπούλου χρόνια πολλά για τα γενέθλιά της.

Η Δανάη Μπάρκα συγκινεί με όσα γράφει για τη Βίκυ Σταυροπούλου, τις δυσκολίες που πέρασε για να τη μεγαλώσει παράλληλα με τη δουλειά της και καταλήγει:

«Μαμά, κλαίω και μόνο που γράφω αυτή την λέξη επειδή την γράφω για σένα. Είσαι η μαμά μου και είσαι η ωραιότερη λέξη που μπορώ να ξεστομίσω.

Μαμά, αν ήξερες ποσό σε αγαπώ δε θα είχες κλάψει ποτέ για καμία δυσκολία. Μαμά, εύχομαι να σου μοιάσω. Μαμά, σε ευχαριστώ. Είσαι το σπίτι μου».

Αναλυτικά όσα έγραψε η Δανάη Μπάρκα στα social media για τη μητέρα της, Βίκυ Σταυροπούλου:

«Χρόνια πολλά μαμά. Η μαμά μου όταν ήταν μικρή έκανε τρέλες με τους φίλους της, έκανε φάρσες, έβαζε μαξιλάρια στο κρεβάτι της με περούκες να νομίζει η μαμά της ότι κοιμάται & το έσκαγε για να πάει να συναντήσει αγόρια και είχε πολλές απουσίες από κοπάνες.

Μετά, έμεινε έγκυος. Σοκαρίστηκε, όμως λίγο καιρό πριν είχε χάσει τον παππού της όποτε θεώρησε πως ‘’μια ψυχή έφυγε, μια άλλη έρχεται’’. Λίγα χρόνια μετά χώρισε και δεν είχε ούτε δουλειά ούτε σύζυγο αλλά μηδένισε το κοντέρ κι αποφάσισε στα 27 να κυνηγήσει το όνειρο της.

Πήγε σε σχολή, έκανε άλλες δουλειές συγχρόνως και θυμάμαι πως μέναμε σε ένα σπιτάκι με ένα δωμάτιο που το έκανε παιδικό κι εκείνη δεν είχε δικό της, κοιμόταν στον καναπέ.

Την είχα ακούσει κρυφά να κλαίει με λυγμούς, να πονάει, να ζητάει βοήθεια για baby sitting, να αγχώνεται.

Φανερά την έβλεπα με χαμόγελο και κέφι να μου τα περιγράφει όλα μέλι γάλα. Αυτό μάλλον σημαίνει «μαμά». Δηλαδή «μαμά» είναι η «λύση». Λύση σε κάθε πρόβλημα. Μαμά είναι «φροντίδα», στα εύκολα και στα δύσκολα.

Μαμά είναι «αγκαλιά» και δάκρυ, χαράς και λύπης. Μαμά είναι πόνος κρυφός και ποτέ φανερός. Η μαμά μου μετά άρχισε να έχει άπειρες δουλειές με αποτέλεσμα να δουλεύει συνέχεια. Ένιωθε τύψεις γιατί έλειπε-λέει.

Που να ήξερε η χαζούλα ότι όσο εκείνη έλειπε και στεναχωριόταν εγώ καμάρωνα και φούσκωνα από περηφάνεια που την έβλεπα να καταφέρνει ο,τι ονειρεύεται.

Που να ήξερε ότι όσο έλειπε εγώ ονειρευόμουν να της μοιάσω. Που να ήξερε ότι όσο έκλαιγε κρυφά επειδή δεν μπορούσε να μου αγοράσει παιχνίδια εγώ χαιρόμουν γιατί απλά είχα εκείνη και δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο.

Που να ήξερε πως κάθε μέρα ξυπνάω και εύχομαι να την έχω μέχρι να κάνω εγώ παιδιά και να γνωρίσουν την πιο σπουδαία μαμά που υπάρχει, την δίκη μου.

Όχι σπουδαία για όσα έχει καταφέρει και τα βλέπουν όλοι, σπουδαία για όσα έχει κάνει και δεν τα ξέρει κανείς. Που να ήξερε πόσα δάκρυα χαράς έχω ρίξει που η τύχη με έστειλε σε αυτή την μαμά. Μαμά, κλαίω και μόνο που γράφω αυτή την λέξη επειδή την γράφω για σένα. Είσαι η μαμά μου και είσαι η ωραιότερη λέξη που μπορώ να ξεστομίσω.

Μαμά, αν ήξερες ποσό σε αγαπώ δε θα είχες κλάψει ποτέ για καμία δυσκολία. Μαμά, εύχομαι να σου μοιάσω. Μαμά, σε ευχαριστώ. Είσαι το σπίτι μου».