Μία από τις πιο αποτρόπαιες υποθέσεις στην ιστορία του ελληνικού εγκλήματος παραμένει μέχρι σήμερα η γυναικοκτονία της 18χρονης Ζωής Γαρμανή από τον σύζυγό της, Παναγιώτη Φραντζή.
Το έγκλημα που αποκαλύφθηκε το καλοκαίρι του 1987 συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα και καταγράφηκε ως μία από τις πιο σοκαριστικές γυναικοκτονίες που έχουν σημειωθεί ποτέ στην Ελλάδα.
Δείτε το βίντεο:
Ο τότε 24χρονος φοιτητής της ΑΣΟΕΕ είχε γνωρίσει τη Ζωή όταν εκείνη ήταν μόλις 16 ετών. Η σχέση τους εξελίχθηκε γρήγορα και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οι δυο τους παντρεύτηκαν. Πίσω όμως από την εικόνα του νεαρού ζευγαριού κρύβονταν έντονες εντάσεις, συχνοί καβγάδες και περιστατικά βίας, που σύμφωνα με μαρτυρίες είχαν κάνει την εμφάνισή τους αρκετό καιρό πριν από το έγκλημα.
Η νύχτα που η Ζωή έχασε τη ζωή της
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 25ης Ιουνίου 1987, ύστερα από ακόμη έναν έντονο καβγά μέσα στο σπίτι τους, η Ζωή βρέθηκε νεκρή. Ο Παναγιώτης Φραντζής υποστήριξε αργότερα ότι ο θάνατός της ήταν αποτέλεσμα ατυχήματος κατά τη διάρκεια της συμπλοκής τους. Ωστόσο, όσα ακολούθησαν έδειξαν μια διαφορετική και εξαιρετικά φρικιαστική εικόνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο δράστης πέρασε περίπου τέσσερις ώρες μέσα στο μπάνιο του διαμερίσματος τεμαχίζοντας τη σορό της νεαρής γυναίκας με μαχαίρι. Στη συνέχεια τοποθέτησε τα μέλη του σώματός της σε σακούλες απορριμμάτων, επιχειρώντας να εξαφανίσει κάθε ίχνος του εγκλήματος. Μάλιστα, προχώρησε σε ενέργειες που είχαν ως στόχο να δυσκολέψουν την αναγνώριση της άτυχης κοπέλας. Το επόμενο πρωί η υπόθεση άρχισε να αποκαλύπτεται με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο. Τμήματα της σορού εντοπίστηκαν σε κάδους απορριμμάτων, ενώ το κεφάλι της 18χρονης βρέθηκε στην περιοχή της οδού Αχαρνών, προκαλώντας σοκ στους αστυνομικούς αλλά και σε όσους παρακολουθούσαν τις εξελίξεις.
Καθοριστικό ρόλο στην εξιχνίαση έπαιξαν δύο λάθη του δράστη. Η απεργία των απορριμματοφόρων είχε ως αποτέλεσμα οι σακούλες να παραμείνουν στους κάδους περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζε, ενώ μέσα σε μία από αυτές βρέθηκε απόδειξη αγοράς από κρεοπωλείο, στοιχείο που οδήγησε τις Αρχές στα ίχνη του.
Η παράδοση στην Αστυνομία και η καταδίκη
Λίγες ώρες αργότερα ο Παναγιώτης Φραντζής εμφανίστηκε αυτοβούλως στις Αρχές και παραδόθηκε, επιμένοντας πως ο θάνατος της συζύγου του δεν ήταν προσχεδιασμένος. Η αγριότητα όμως με την οποία είχε επιχειρήσει να εξαφανίσει το πτώμα της προκάλεσε αποτροπιασμό σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι λεπτομέρειες που αποκαλύπτονταν μέσα στην αίθουσα άφηναν άφωνους ακόμη και τους πιο έμπειρους νομικούς. Χαρακτηριστική έμεινε η αγόρευση του εισαγγελέα Κυριάκου Καρούτσου, ο οποίος είχε δηλώσει πως ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη λογική.
«Ανατριχιάζω που το λέω, αλλά η μόνη ποινή που πρέπει να του επιβάλλεται είναι ο θάνατος. Δεν μπορεί να επανέλθει σ’ αυτήν την κοινωνία και προβληματίζομαι αν θα πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα σε ζώντες ανθρώπους, χωρίς να μπορεί να τους βλάψει. Κανένα ζώο του ζωικού βασιλείου δε θα έκανε τέτοιο έγκλημα», είχε πει ο εισαγγελέας Κυριάκος Καρούτσος αποκαθηλώνοντας το κοινό του δικαστηρίου. Τελικά, ο Φραντζής καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Η ζωή μετά τη φυλακή
Ο γυναικοκτόνος παρέμεινε έγκλειστος για περίπου 18 χρόνια. Έπειτα από διαδοχικές αιτήσεις αποφυλάκισης, αποφυλακίστηκε τον Οκτώβριο του 2005 από τις αγροτικές φυλακές Αγιάς στην Κρήτη. Η απόφαση στηρίχθηκε στον ευεργετικό υπολογισμό ημερών εργασίας που είχε πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια της κράτησής του, καθώς και στην αναστολή του υπολοίπου της ποινής του. Μετά την αποφυλάκισή του επιχείρησε να αφήσει πίσω του το παρελθόν και να ξεκινήσει μια νέα ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ωστόσο, η ταυτότητά του δεν άργησε να αποκαλυφθεί. Δημοσιογράφοι προσπάθησαν κατά καιρούς να επικοινωνήσουν μαζί του, ζητώντας του να μιλήσει για το έγκλημα που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο. Εκείνος αρνήθηκε, ζητώντας να γίνει σεβαστή η προσπάθειά του να ζήσει μακριά από το βάρος της δημοσιότητας.
Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν δει το φως της δημοσιότητας τα προηγούμενα χρόνια, ο Παναγιώτης Φραντζής ζούσε σε επαρχιακή πόλη, όπου διατηρούσε μικρή επιχείρηση λιανικής. Παράλληλα είχε δημιουργήσει νέα οικογένεια, έχοντας παντρευτεί γυναίκα ξένης καταγωγής και αποκτήσει δύο παιδιά. Το εάν η σύζυγός του γνώριζε το σκοτεινό παρελθόν του παραμένει άγνωστο μέχρι σήμερα.
