Βίλμα Κύρου: Η σπουδαία κυρία του ελληνικού θεάτρου που έμεινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας
Βίλμα Κύρου υπήρξε μία από τις σημαντικότερες αλλά και λιγότερο προβεβλημένες μορφές του ελληνικού θεάτρου του 20ού αιώνα.
Αν και το ευρύ κοινό τη θυμάται από λίγες κινηματογραφικές εμφανίσεις και από τον ρόλο της στην τηλεοπτική σειρά «Η Τύχη της Μαρούλας», η πραγματική της προσφορά βρίσκεται στη θεατρική σκηνή, όπου για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες υπηρέτησε με συνέπεια το ελληνικό και διεθνές ρεπερτόριο.
Τα πρώτα χρόνια στις Σέρρες
Η Βίλμα Κύρου γεννήθηκε το 1924 στις Σέρρες, σε μια εποχή ιδιαίτερα δύσκολη για τη Βόρεια Ελλάδα, η οποία προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές των πολέμων και των προσφυγικών μετακινήσεων. Από νεαρή ηλικία έδειξε κλίση προς την υποκριτική και σύντομα μετακινήθηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει στη θρυλική δραματική σχολή της Μαρίκα Κοτοπούλη.
Λίγοι γνωρίζουν ότι η Κοτοπούλη υπήρξε εξαιρετικά αυστηρή με τους μαθητές της. Το γεγονός ότι η νεαρή Βίλμα όχι μόνο αποφοίτησε αλλά και εντάχθηκε αμέσως στον θίασό της αποτελεί ένδειξη του ταλέντου και της πειθαρχίας της.
Το ντεμπούτο μέσα στην Κατοχή
Το 1943, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη υπό γερμανική κατοχή, η Βίλμα Κύρου έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο σανίδι με τον ρόλο της Τερέζας στον «Ποπολάρο» του Γρηγόριος Ξενόπουλος. Η παράσταση παρουσιάστηκε στο ιστορικό θέατρο Ρεξ και αποτέλεσε το ξεκίνημα μιας λαμπρής καριέρας.
Η περίοδος αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία. Το θέατρο λειτουργούσε ως χώρος ψυχικής ανάτασης για τους Αθηναίους, που ζούσαν τις στερήσεις της Κατοχής. Η συμμετοχή μιας νεαρής ηθοποιού σε τόσο σημαντικές παραγωγές εκείνη την εποχή δεν ήταν καθόλου συνηθισμένη.
Δίπλα στους μεγάλους του ελληνικού θεάτρου
Από το 1943 έως το 1948 παρέμεινε στο Ρεξ, συνεργαζόμενη με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής. Ανάμεσά τους ο Βασίλης Λογοθετίδης και ο Δημήτρης Μυράτ, καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν την πορεία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.
Εκείνο που σπάνια αναφέρεται είναι ότι η Κύρου εργάστηκε επίσης σε παραστάσεις του Κάρολος Κουν και του Θεάτρου Τέχνης κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Στην παραστασιογραφία της συναντά κανείς συμμετοχές σε έργα όπως «Το Χαμόγελο της Τζοκόντας» και «Ο Θάνατος του Εμποράκου», δύο έργα που σημάδεψαν τη νεότερη ελληνική θεατρική ιστορία.
Η τολμηρή απόφαση να γίνει θιασάρχης
Το 1955 πήρε μια απόφαση που ελάχιστες γυναίκες ηθοποιοί τολμούσαν τότε: δημιούργησε δικό της θίασο. Σε μια ανδροκρατούμενη θεατρική πραγματικότητα, η Κύρου ανέλαβε όχι μόνο καλλιτεχνικές αλλά και επιχειρηματικές ευθύνες.
Ανέβασε απαιτητικά έργα διεθνούς ρεπερτορίου όπως:
- «Βαθιές είναι οι Ρίζες»
- «Έβδομος Ουρανός»
- «Πραματευτής»
Η επιλογή αυτών των έργων δείχνει ότι δεν ακολουθούσε την εύκολη εμπορική οδό, αλλά επιδίωκε να φέρει στο ελληνικό κοινό σύγχρονα κοινωνικά και ψυχολογικά δράματα.
Η μεγαλύτερη επιτυχία: «Οκτώ Γυναίκες Κατηγορούνται»
Η κορυφαία στιγμή της καριέρας της ήρθε τη θεατρική περίοδο 1962-1963 με το έργο «Οκτώ Γυναίκες Κατηγορούνται» του Ρομπέρ Τομά. Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία και καταγράφηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους θριάμβους της. Το έργο αποτέλεσε πρόδρομο των σύγχρονων αστυνομικών θρίλερ δωματίου, πολλά χρόνια πριν γίνει διάσημο διεθνώς μέσω κινηματογραφικών μεταφορών.
Λίγοι γνωρίζουν ότι η επιτυχία της παράστασης οδήγησε σε πολύμηνες περιοδείες και καθιέρωσε οριστικά τη Βίλμα Κύρου ως πρωταγωνίστρια πρώτης γραμμής.
Η σχέση της με το Εθνικό Θέατρο
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της καριέρας της είναι ότι από το 1950 έως το 1982 συμμετείχε σε δεκαεπτά παραγωγές του Εθνικό Θέατρο.
Η συνεργασία αυτή αποδεικνύει την εκτίμηση που έτρεφαν προς το πρόσωπό της οι καλλιτεχνικοί διευθυντές του κορυφαίου θεατρικού οργανισμού της χώρας. Το Εθνικό Θέατρο εκείνης της εποχής φιλοξενούσε τους σημαντικότερους ηθοποιούς της Ελλάδας και η μακρόχρονη παρουσία της εκεί δεν ήταν καθόλου τυχαία.
Γιατί δεν έγινε μεγάλη κινηματογραφική σταρ;
Σε αντίθεση με άλλες ηθοποιούς της γενιάς της, η Βίλμα Κύρου δεν επένδυσε στον κινηματογράφο. Οι συμμετοχές της περιορίστηκαν σε λίγες ταινίες:
- Τζιπ, Περίπτερο κι Αγάπη
- Οικογένεια Χωραφά
- Αγωνία
- Το Νυφοπάζαρο
- Το Όνειρο της Κυριακής
- Ο Ντιρλαντάς
Ο λόγος φαίνεται πως ήταν η βαθιά αφοσίωσή της στο θέατρο. Την εποχή που πολλές ηθοποιοί κυνηγούσαν την κινηματογραφική δημοσιότητα, εκείνη προτιμούσε τη ζωντανή επαφή με το κοινό και την καλλιτεχνική πρόκληση της σκηνής.
Η τηλεοπτική επιστροφή
Το νεότερο κοινό τη γνώρισε κυρίως μέσα από τη σειρά της ΕΡΤ «Η Τύχη της Μαρούλας» το 1978, όπου ενσάρκωσε την Κοντέσα. Η ερμηνεία της ξεχώρισε για την αρχοντική παρουσία και τη θεατρική της ωριμότητα.
Εκτός από τις τηλεοπτικές σειρές, συμμετείχε και στις θρυλικές παραγωγές του «Θεάτρου της Δευτέρας», οι οποίες έφεραν τις σημαντικότερες θεατρικές παραστάσεις στα ελληνικά σπίτια.
Ο χαρακτήρας της πίσω από τη σκηνή
Συνάδελφοί της την περιέγραφαν ως άνθρωπο χαμηλών τόνων, πειθαρχημένο και αφοσιωμένο στην τέχνη της. Δεν απασχόλησε ποτέ τον Τύπο με προσωπικές ιστορίες ή σκάνδαλα, γεγονός αρκετά σπάνιο για καλλιτέχνιδα με τόσο μεγάλη πορεία.
Η ίδια ανήκε σε μια γενιά ηθοποιών που θεωρούσαν ότι η δουλειά τους έπρεπε να μιλά από μόνη της και όχι η δημόσια εικόνα τους.
Το τέλος μιας εποχής
Η Βίλμα Κύρου έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2013, σε ηλικία 89 ετών. Ο θάνατός της σηματοδότησε την απώλεια μιας από τις τελευταίες εκπροσώπους της μεγάλης μεταπολεμικής γενιάς του ελληνικού θεάτρου.
Η κληρονομιά της σήμερα
Παρότι το όνομά της δεν αναφέρεται τόσο συχνά όσο άλλων πρωταγωνιστριών της εποχής, η Βίλμα Κύρου άφησε ένα σπουδαίο αποτύπωμα. Υπήρξε:
- μαθήτρια της Μαρίκας Κοτοπούλη,
- συνεργάτιδα του Λογοθετίδη και του Κουν,
- θιασάρχης σε μια δύσκολη εποχή για τις γυναίκες,
- σταθερή παρουσία του Εθνικού Θεάτρου επί τρεις δεκαετίες,
- και μία από τις σημαντικότερες θεατρικές πρωταγωνίστριες της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Η ιστορία της θυμίζει ότι η πραγματική καλλιτεχνική αξία δεν μετριέται μόνο από τη φήμη ή την τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα, αλλά από τη συνέπεια, την ποιότητα του έργου και τον σεβασμό που κερδίζει ένας καλλιτέχνης από τους συναδέλφους και το κοινό του.
