Μανώλης Αφολάνιο: «Στη σκηνή με αποθεώνουν στο δρόμο είμαι ένας μετανάστης»

Σεπτέμβριος 11, 2017 9:17 ΠΜ
More videos

Ήταν ένα από τα πρώτα αφρικανάκια σε ελληνικό σχολείο τη δεκαετία του ’80. Ζει από τη μουσική του και αποθεώνεται πάνω στη σκηνή είτε τραγουδάει σε αντιφασιστικές συναυλίες είτε ραπάρει με τους Imam Baildi, αλλά έχει κάνει κρατητήριο γιατί δεν είχε χαρτιά, κι ας είναι γέννημα θρέμμα έλληνας. Ο 36χρονος ράπερ, μουσικός και έλληνας με νιγηριανή καταγωγή, Μανώλης Αφολάνιο ή αλλιώς MC Yinka, μας λέει πώς είναι να έχεις «αφρικανικό χρώμα και ελληνική γλώσσα», να αναδύεσαι «Από τη Σκιά της Πόλης», να τραγουδάς στις φυλακές Κορυδαλλού και να κάνεις εργαστήρια hip hop σε μαθητές νησιών της άγονης γραμμής.

Πριν λίγες μέρες, σε είδαμε live να ραπάρεις με τους Imam Baildi και σκεφτόμασταν πόσα χάνουμε όταν εμμένουμε σε μια λογική «μονοκουλτούρας» στις τέχνες αλλά και στη ζωή μας. Αυτό το μουσικό συνονθύλευμα των ImamBaildi σάς κάνει να ξεχωρίζετε και φαίνεται να σε εκφράζει πολύ. 

Μετράω ήδη οκτώ χρόνια πορείας μαζί με τους Imam Baildi [σ.σ. Η μπάντα κλείνει συνολικά δέκα χρόνια φέτος], με το ηχόχρωμα της μπάντας να διαμορφώνεται παίρνοντας τραγούδια από τις δεκαετίες του ’30, του ’40 και του ’50 και να τα προσεγγίζουμε αλλιώς, με μουσικά ιδιώματα του σήμερα, με αναπάντεχες μίξεις όπως είναι το latin, το balkan, το hip hop, το trip hop, το tango, φέρνοντας τα πιο κοντά στο τώρα. Στα live μας όλο αυτό γιγαντώνεται, γιατί το υποστηρίζουν μουσικοί από διαφορετικές μουσικές σκηνές, το οποίο το εισπράττει ο κόσμος, όπως είδατε.

Το θέμα είναι να το κάνεις με μια αισθητική, γιατί ο καθένας μπορεί να κάνει ένα κολάζ πραγμάτων και να βγει μια μουντζούρα. Η ισορροπία δίνει ένα αποτέλεσμα μεστό που μπορεί να κάνει αίσθηση. Προσωπικά, βάζω ένας μέρος της προσωπικότητάς μου στην κολεκτίβα των Imam, που έχει να κάνει με το hip hop, την Αφρική και μια εξωστρέφεια όλων αυτών των στοιχείων.

Σε βρίσκουμε και με καινούριο προσωπικό δίσκο, το «Από τη Σκιά της Πόλης», τον οποίο παρουσίασες τον Μάιο. Μια μίξη πολλών ήχων και εκεί, και βιωματικοί στίχοι.

Είναι ένας δίσκος που τον δούλευα καιρό και υπήρξαν κάποιες καθυστερήσεις, αλλά ίσως καλύτερα έτσι, γιατί μπήκαν και κομμάτια που αλλιώς δε θα είχαν μπει. Όταν δουλεύεις με πολύ κόσμο, ο χρόνος επιμηκύνεται, δεν ακολουθείς deadlines. Έχει reggae, hip hop και funk στοιχεία και στους στίχους εκφράζει μια περίοδο κοινωνικής και προσωπικής εσωστρέφειας. Το «Από τη Σκιά της Πόλης» είναι η δίοδος που αναζητά ο καθένας μας για να πιστέψει ότι υπάρχει ελπίδα. Έρχομαι από τη σκιά του εαυτού μου, από το σκοτάδι μου και προσπαθώ να βρω μια χαραμάδα φωτός που θα γίνει έναυσμα για κάτι καλύτερο.

Σε συναντάμε επί σκηνής σε αντιρατσιστικά και αντιφασιστικά φεστιβάλ και είσαι ενεργός όσον αφορά τα δικαιώματα της δεύτερης γενιάς Ελλήνων, δηλαδή των παιδιών που γεννήθηκαν ή/και μεγάλωσαν στην Ελλάδα από γονείς μετανάστες. Ένα ζήτημα που σε αφορά και προσωπικά μιας και οι γονείς σου ήρθαν από τη Νιγηρία στα μέσα του ’70. 

Ναι, οι γονείς μου παντρεύτηκαν το 1979 στην Ελλάδα και έκτοτε, έκαναν τέσσερα παιδιά και ζουν 40 χρόνια τώρα εδώ.

Εσύ έχεις γεννηθεί στην Ελλάδα, αλλά φαντάζομαι θα ακούς συχνά την ερώτηση «Πότε ήρθες στην Ελλάδα;».

Η ερώτηση είναι συνήθως «Σ’ αρέσει η Ελλάδα;». Ενώ εγώ τους λέω ότι έχω γεννηθεί εδώ. Απαντάω, λοιπόν, «Εσένα σ’ αρέσει η Ελλάδα;». Ό,τι και να πεις, μερικές φορές δεν χωράει σε κάποιες αντιλήψεις, δεν έχει μάθει κάποιος ότι ένα παιδί [από γονείς μετανάστες] μπορεί να έχει γεννηθεί εδώ και να είναι ένα με την κουλτούρα, να έχει ενταχθεί με τον δικό του τρόπο. Αυτό σε πρώτη επαφή. Μετά, όταν του το δώσεις να το καταλάβει, σιγά-σιγά μπαίνει στο νόημα.

Πάντως, έχεις το βίωμα τού να είσαι από τα πρώτα αφρικανάκια σε ελληνικό σχολείο. Πώς ήταν αυτό;

Μεγάλωσα στα Πατήσια και πήγαινα στο 79ο Αθηνών, το οποίο δεν ήταν ακριβώς σχολείο -περισσότερο έμοιαζε σαν ένα παλιό σπίτι με τάξεις. Για το συγκεκριμένο σχολείο ήταν κοσμοϊστορικό γεγονός το να υπάρχουν ταυτόχρονα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τέσσερα αφρικανάκια. Ήμασταν εγώ, ο αδερφός μου, ο Κώστας από την Κένυα και ο Emias, γνωστός και ως ZeRaw από τους Vegas. Δεν το ‘βλεπες σε καμία άλλη περιοχή της Αθήνας αυτό και δεν ήταν εύκολο. Τα πιτσιρίκια είναι λίγο σκληρά όταν βλέπουν κάτι διαφορετικό, πόσο μάλλον όταν βλέπουν κάποιον πιο σκούρο.  Ξεπεράστηκε, όμως, κατά ένα μεγάλο μέρος και έχω κρατήσει καρδιακούς φίλους από το σχολείο. Αλλά σίγουρα, μου άφησε -ίσως όχι ακριβώς απωθημένα- αλλά κάτι μέσα μου. Όταν είναι να έρθω σε επαφή πάλι με πιτσιρίκια, για παράδειγμα, τα οποία δεν έχουν έρθει σε επαφή με Αφρικανούς, φοβάμαι ότι μπορεί να συμβεί πάλι το ίδιο πράγμα. Αυτό μπορεί να μην ισχύει στην Κυψέλη, όπου έχεις συνηθίσει την εικόνα του μετανάστη, αλλά σε άλλες γειτονιές δεν υπάρχει η εικόνα του Αφρικανού. Στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές, η εικόνα του μετανάστη είναι πιο οικεία.

Μας αρέσει να θαυμάζουμε έναν Αφρικανό που χορεύει, παίζει καλό μπάσκετ, τραγουδάει κλπ. Είναι κάτι «εξωτικό». Αλλά μόλις κάτσει δίπλα μας στο λεωφορείο ή αν βγαίνει με την κόρη μας, δυστυχώς, για πολύ κόσμο αλλάζει η οπτική. Το έχεις βιώσει αυτό; 

Το έχω βιώσει. Όταν είμαι πάνω στη σκηνή μπορεί να γουστάρουν, να με αποθεώνουν, αλλά όταν περπατάω στο δρόμο είμαι ένας μετανάστης. Δε με νοιάζει προσωπικά αυτό, αλλά θέλω να τονίσω τη διαφορά της προσέγγισης και της συμπεριφοράς των άλλων. Και το βλέπουμε και στην περίπτωση του Αντετοκούμπο. Δηλαδή, πώς τώρα είναι ο «Έλληνας θεός»; Χαρακτηρίστηκε έτσι από τους Αμερικάνους και αυτό έγινε και η δική μας εικόνα. Βέβαια, είναι ένα συν για τα δικαιώματα μας ακόμα κι αυτό. Παλιά, μας έβλεπαν στο δρόμο και όλοι ήμασταν ο Πίου ή ο Καρεμπέ. Τώρα λένε, «είσαι ο Αντετοκούμπο». Συμβολικά, σε ένα πολιτικό πλαίσιο, αυτό μπορεί να βοηθήσει το κίνημα σε αυτή τη φάση. Την έχω βιώσει αυτή την υποκρισία, που υπάρχει ακόμα και σήμερα. Ο Αντετοκούμπο μέχρι και πριν 3-4 χρόνια πουλούσε CD στο δρόμο. Κάποιοι είδαν το ταλέντο του και τον παρότρυναν να φύγει. Αυτό μας πάει και σε άλλα ζητήματα: τι παιδεία και τι εφόδια ψυχικά και αθλητικά θα έπαιρνε ο Αντετοκούμπο αν παρέμενε στην Ελλάδα;

Μιλήσαμε με την οργάνωση Generation 2.0 και μας ενημέρωσαν ότι αφότου ψηφίστηκε ο νόμος για την ιθαγένεια το 2015, έχουν γίνει 63.332 αιτήσεις ιθαγένειας (μέχρι και τον Ιούνιο 2017) και από αυτούς, την έχουν λάβει ήδη οι μισοί -για την ακρίβεια, 33.371 Έλληνες δεύτερης γενιάς. Άλλοι τόσοι παραμένουν, όμως, αυτή τη στιγμή σε καθεστώς εκκρεμότητας. Κι εσύ το έχεις αντιμετωπίσει όλο αυτό. 

Εγώ δεν περίμενα καν να πάρω ιθαγένεια. Εγώ περίμενα να πάρω μια άδεια διαμονής για να είμαι νόμιμος στη χώρα στην οποία γεννήθηκα. Είναι πολύ διαφορετικό, και αρκετά ψυχοφθόρα η διαδικασία όταν είσαι ένας νέος με όνειρα και δεν σε αφήνουν να τα πραγματοποιήσεις. Ζεις στη χώρα που έχεις γεννηθεί και φοβάσαι να μην σε απελάσουν ή υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθείς ξαφνικά στο κρατητήριο. Εγώ το έχω περάσει αυτό. Πέρασα οκτώ ώρες στο κρατητήριο, γιατί δεν είχα τα χαρτιά επάνω μου. Δεν είχα καν χαρτιά, εκτός από τη ληξιαρχική πράξη που βεβαιώνει ότι γεννήθηκα εδώ. Είναι πολύ δύσκολο όλο αυτό. Μπαίνεις βίαια σε μια διαδικασία για την οποία δεν είσαι ακόμα έτοιμος. Μπαίνεις στην αγορά εργασίας για να μαζέψεις ένσημα ώστε να μπορείς να ζεις στην Ελλάδα. Μετά, περνάς από συνέντευξη για να αποδείξεις ότι ξέρεις ελληνικά και την ιστορία της χώρας, πληρώνεις παράβολα και κρίνουν αν δικαιούσαι την ιθαγένεια. Ο νόμος του 2015 για την ιθαγένεια ήταν σίγουρα μια νίκη, χάρη στο κίνημα που έδωσε αγώνες και έκανε εκδηλώσεις και διαμαρτυρίες.

Ένας άνθρωπος μεταναστευτικής καταγωγής δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ασκήσει διάφορα επαγγέλματα, όπως να γίνει φαρμακοποιός ή δικηγόρος. Ταξιδεύεις μόνο μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εγώ δεν μπόρεσα να πάω σε τουρ με τους Imam Baildi στην Αμερική, γιατί είχα μόνο την άδεια διαμονής. Επίσης, δεν μπόρεσα να βγάλω δελτίο όταν έπαιζα ποδόσφαιρο.

Πριν δέκα χρόνια, ραπάρεις σε ένα κομμάτι του Φίλιππου Πλιάτσικα των Πυξ Λαξ και ακούμε για πρώτη φορά τη φωνή σου στα ραδιόφωνά μας. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;

Προέκυψε μέσω του Μάρκου [Κούμαρη], τραγουδιστή των Locomondo. Είχε συνεργαστεί σε αυτό τον δίσκο με τον Πλιάτσικα και ήξερε ότι έψαχνε έναν ράπερ και με πρότεινε.

Κατάφερες να ζεις από τη μουσική σου εδώ και δεκατρία χρόνια. Τέτοιες συνεργασίες με πιο εμπορικούς καλλιτέχνες, ήταν μια επιλογή που έκανες με γνώμονα αυτό στο μυαλό σου;

Η απόφαση είχε παρθεί πριν από τη συνεργασία μου με τον Φίλιππο. Έκανα ήδη μεροκάματα παίζοντας με μπάντες, είχα παίξει και στην ταινία Όμηρος [του Κ. Γιάνναρη] και αποταμίευα σιγά-σιγά. Νιώθω ότι ήμουν και τυχερός. Δεν έκανα τη συνεργασία με τον Πλιάτσικα τόσο για οικονομικούς λόγους όσο για να κάνω κάτι καινούριο. Δε θέλω να μένω στάσιμος. Θέλω συνεργασίες που θα μου ανοίγουν τους ορίζοντες και θα μου δίνουν κι άλλα εφόδια για να εκφράζομαι. Αυτό ήταν και είναι το σκεπτικό μου. Ο Πλιάτσικας είναι το πιο εμπορικό που θα μπορούσα να κάνω. Μου έχουν γίνει κι άλλες παρόμοιες προτάσεις, αλλά πολύ ευγενικά τους είπα «όχι» γιατί δεν με εξέφραζαν.

Τώρα, όμως, δεν σε ακούμε στα ραδιόφωνα. Εν τω μεταξύ, τον νέο δίσκο σου «Από τη Σκιά της Πόλης» τον δίνεις με το συμβολικό αντίτιμο των 5 ευρώ και κυρίως χέρι με χέρι, ώστε να γνωρίζεις και τον κόσμο που θέλει να σε ακούσει. 

Ναι, μου γράφουνε στο facebook, συναντιόμαστε κάπου στο κέντρο, γνωριζόμαστε και μ’ αρέσει πολύ αυτή η σύνδεση. Δεν είναι για τα λεφτά. Λόγω εταιρειών, προωθητικών μηχανισμών κλπ., η μουσική και όλη η διαδικασία δημιουργίας έχει ευτελιστεί, αλλά η διαδικασία αυτή είναι ιερή για τον μουσικό που γράφει, κάνει σύνθεση, παραγωγή, περνάει ώρες στο στούντιο, και τελικά το cd του μπορεί να καταλήξει να γίνει σουβέρ για τον καφέ (γέλια).

Ο πρώτος μου δίσκος, που βγήκε από την εταιρεία EMI, είχε κάποια προώθηση. Ο τελευταίος, «Από τη Σκιά της Πόλης», είναι από μια ανεξάρτητη εταιρεία και δεν τον έστειλα σε ραδιόφωνα. Ίσως είναι και δικό μου λάθος, αλλά δεν έχω και πρόσβαση στους ραδιοφωνικούς παραγωγούς και τα playlists.

Χρησιμοποιείς τη μουσική σου κι αλλιώς όμως. Τραγούδησες στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού, την παγκόσμια ημέρα κατά των ναρκωτικών, μετά από κάλεσμα του ΚΕΘΕΑ. 

Αυτό ήταν μια εμπειρία ζωής. Έχω έναν φίλο, ο οποίος είχε πρόβλημα με τα ναρκωτικά, ξέμπλεξε και τώρα έχει γίνει και εμψυχωτής [σε θεραπευτικά προγράμματα]. Του είπα, «έλα να κάνουμε κάτι στις φυλακές» και το κάναμε. Παίξαμε σε φυλακισμένους τοξικομανείς. Περνάς την πύλη, αφήνεις την ταυτότητά σου και νιώθεις έστω και για λίγο το πώς είναι να μπαίνεις στη φυλακή. Ένα μικρό γεγονός που θυμάμαι από εκεί είναι το εξής: Καθυστερούσαμε λίγο στο στήσιμο των ηχείων και είχα αγχωθεί, γιατί νόμιζα ότι θα είχαμε πρόβλημα με την ώρα. Ήρθε τότε κάποιος φυλακισμένος και μου είπε: «Μη σε νοιάζει. Έχουμε πολύ χρόνο εμείς. Εδώ θα είμαστε, θα φύγουμε νομίζεις;». Μια περίεργη στιγμή… Σε αυτό το live, οι άνθρωποι από κάτω ήταν πιο εσωστρεφείς, ελάχιστοι χόρευαν, αλλά στο τέλος όλοι χειροκροτούσαν. Δεν μπορούσα να καταλάβω καλά τις αντιδράσεις τους, γιατί παίρνουν φάρμακα… Αλλά η αποκάλυψη ήταν στο τέλος, όταν κάναμε έναν κύκλο για να πει ο καθένας τους πώς ένιωσε. Ήταν συγκινητικό. Μου έλεγαν ότι σηκώθηκαν από τις 6 το πρωί και περίμεναν πώς και πώς τη συναυλία και ότι τους έδωσε δύναμη. Ήταν ελπιδοφόρο όλο το κλίμα.

Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα δράση, για την οποία θέλουμε να μας μιλήσεις, είναι η διδασκαλία ραπ (έμμετρου λόγου) σε μαθητές των απομακρυσμένων νησιών της άγονης γραμμής. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; 

Είναι ένα πρόγραμμα που λέγεται Άγονη Γραμμή Γόνιμη, μέσω του οποίου εδώ και έντεκα χρόνια, διδάσκονται διάφορες δεξιότητες στους μαθητές  -μουσική, κινηματογράφος, κόμιξ, κουνγκ φου, κλπ. Τα τελευταία χρόνια έχει ενταχθεί και το ραπ. Έχω πάει στη Θηρασιά, στους Λειψούς και φέτος στην Αστυπάλαια. Τους έκανα μια ιστορική αναδρομή του hip hop και μετά ήρθαμε σε επαφή με τον έμμετρο λόγο, τις μαντινάδες και τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Βλέπεις τα παιδιά να ξεκλειδώνουν το μυαλό τους. Μετά τους δίνω λέξεις που ομοιοκαταληκτούν, για να φτιάξουν ένα κείμενο. Έγραψαν και δημιουργήσαμε ένα κομμάτι από τους στίχους των παιδιών με θέμα τη διαφορετικότητα. Τα παιδιά τα πήγαν υπέροχα, έγραψαν στιχάρες και στο τέλος το παρουσιάσαμε στους κατοίκους του νησιού. Πρόσφατα, είδα τυχαία μια μαθήτρια με τον μπαμπά της και ακόμα θυμόντουσαν πόσο ωραία ήταν. Είναι μια πολύ όμορφη εμπειρία το να γίνεσαι μέρος τού μεγαλώματος των παιδιών και ελπίζεις να τη θυμούνται και αυτά.

[thepressproject]

Αφήστε το σχόλιό σας
Ακολουθήστε μας στο facebook: